Κορυφή σελίδας
Ποδόσφαιρο - Η αρρώστια του βασιλιά απειλεί την ίδια την δημοκρατία - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Ποδόσφαιρο - Η αρρώστια του βασιλιά απειλεί την ίδια την δημοκρατία - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Ποδόσφαιρο - Η αρρώστια του βασιλιά απειλεί την ίδια την δημοκρατία

17 Νοεμβρίου 1997

Ελάχιστα πράγματα, μέσα σ' έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο, έχουν τη διαχρονικότητα του ποδοσφαίρου. Το ποδόσφαιρο συγκλονίζει και προσφέρει τις μεγάλες συγκινήσεις, ακόμη και στη σημερινή εποχή, όπου τα πάντα τείνουν στην απομυθοποίηση και είναι διάχυτος ένας πεσιμισμός επικίνδυνος για τον άνθρωπο. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν το ποδόσφαιρο βασιλιά των σπορ κι αυτό είναι αληθές. Είναι αληθές, γιατί η λειτουργία του ποδοσφαίρου μοιάζει με τη λειτουργία ενός πραγματικού βασιλιά. Ένας πραγματικός βασιλιάς συγκινεί τα πλήθη και, μέσω ενός συγκλονιστικού αγώνα, επιχειρεί να τα οδηγήσει από μια αρνητική κατάσταση σε μια άλλη καλύτερη, αν όχι ιδανική. Πάντα στόχος είναι η λύτρωση, η χαρά, η νίκη, ο παράδεισος. Όμως, όπως συμβαίνει σ' όλους τους αγώνες, που έχουν ως στόχο την ανατροπή μιας ανεπιθύμητης κατάστασης που για κάποιους άλλους είναι επιθυμητή, πάντα υπάρχει ένα μεγάλο ρίσκο. Όταν δεν επιτευχθούν οι όποιοι στόχοι, δεν ακολουθεί μια ουδέτερη κατάσταση, παρά το ακριβώς αντίθετο: η καταδίκη, η θλίψη, η ήττα, η κόλαση. Οι άνθρωποι, εξαιτίας του ποδοσφαίρου, κινούνται διαρκώς ανάμεσα σ' αυτά τα δύο άκρα, γευόμενοι συναισθήματα που μόνον η ζωή μπορεί να προσφέρει.

Σ' αυτό το σημείο βρίσκεται και το μυστικό τής λατρείας τού ποδοσφαίρου. Προσφέρει αληθινές συγκινήσεις, όμοιες μ' αυτές που προσφέρει η ζωή. Η διαφορά όμως, που κάνει το ποδόσφαιρο μεγαλειώδες, είναι ότι τις μεν αρνητικές συγκινήσεις τις περιορίζει μέσα στην περιοδικότητα των ποδοσφαιρικών συγκρούσεων
ελαχιστοποιώντας το κόστος τους, τις δε θετικές τις κάνει προσιτές σε ανθρώπους που δεν θα είχαν ποτέ τη δυνατότητα να τις γευθούν μ' άλλο τρόπο. Εκατομμύρια άνθρωποι γεύτηκαν εξαιτίας του ποδοσφαίρου συναισθήματα που η ζωή προσφέρει σε ελάχιστους. Εκατομμύρια άνθρωποι, που βιώνουν κάθε μέρα την κόλαση και την ανυποληψία θύματα της εκμετάλλευσης μιας άδικης κοινωνίας, βρίσκουν την ευκαιρία, εξαιτίας του ποδοσφαίρου, να γευθούν για ελάχιστο χρόνο τη χαρά της νίκης. Άνθρωποι, που η κοινωνία φροντίζει να είναι χαμένοι πριν ακόμη γεννηθούν. Άνθρωποι, που ταπεινώνονται κάθε μέρα και κάθε ώρα, βρίσκουν την ευκαιρία να ξεχάσουν την κατάσταση που βιώνουν. Βρίσκουν την ευκαιρία να υποδυθούν για ελάχιστο χρόνο τους νικητές και να μεθύσουν με τα συναισθήματα της νίκης.

Το ποδόσφαιρο είναι το πρώτο "Virtual Reality" παιχνίδι στον κόσμο. Ένα παιχνίδι, όπου ο βασανισμένος άνθρωπος ταυτίζεται απόλυτα με κάποιον που αγωνίζεται, έχοντας σοβαρές ελπίδες να νικήσει. Αυτή η απόλυτη ταύτιση είναι που δίνει τη μοναδικότητα στο ποδόσφαιρο και το διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα ομαδικά αθλήματα. Η απόλυτη ταύτιση είναι δυνατή μόνον εάν αυτός που κάθεται στην εξέδρα έχει βιώσει εμπειρία ανάλογη με τα όσα συμβαίνουν στον αγωνιστικό χώρο. Η εμπειρία αυτή δεν περιορίζεται μόνο στη γνώση της ποδοσφαιρικής τέχνης, αλλά και στη γνώση τής φύσης ενός πολυδιάστατου αγώνα μεταξύ ανθρώπων, που έχει ως στόχο τη νίκη που οδηγεί στην τελική επικράτηση.

Θα δούμε τα πράγματα με τη σειρά, έτσι ώστε ν' αποκτήσουμε μια σαφή εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει. Η ταύτιση στο πρώτο επίπεδο, που αφορά αυτήν καθ' αυτήν την ποδοσφαιρική τέχνη, είναι απαραίτητη για να μπορεί ο άνθρωπος να κρίνει την ποιότητα αυτών που αγωνίζονται. Προϊόν αυτής της κρίσης είναι η λατρεία που απολαμβάνουν οι ποδοσφαιριστές από τα πλήθη των οπαδών. Προϊόν της ίδιας κρίσης είναι το δέος και ο φόβος που προκαλούν οι ίδιοι ποδοσφαιριστές στους αντιπάλους οπαδούς. Ο οπαδός του ποδοσφαίρου λατρεύει ή φοβάται μόνον εξαιτίας της γνώσης. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους πραγματικούς βασιλείς. Λατρεύει ή φοβάται, όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτός που θ' αγωνιστεί στο γήπεδο θα κάνει - -για την επίτευξη του κοινού στόχου
πράγματα μοναδικά, που ξεφεύγουν από τις δυνατότητες του οπαδού. Πρέπει απαραίτητα ο οπαδός να έχει κλοτσήσει τη μπάλα για να ταυτιστεί με το είδωλό του και να το λατρέψει. Ο ποδοσφαιριστής γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δέκτης των προσδοκιών του οπαδού. Γίνεται η προέκταση και το τέλειο όργανο ενός πλήθους που εκείνη τη στιγμή εκφράζει μια συλλογική βούληση. Οι οπαδοί θέλουν τη νίκη και η επίτευξη του στόχου είναι δυνατή με τη χρήση των ικανοτέρων.

Αρκεί όμως αυτή η γνώση
και άρα η ταύτιση σ' αυτό το επίπεδο, ώστε να εξηγηθεί το πάθος των οπαδών για τη νίκη; Τι ακριβώς συμβαίνει στην εξέδρα, που είναι όμοιο μ' αυτά που συμβαίνουν στον αγωνιστικό χώρο; Η εξέδρα παρασύρει στο πάθος την ομάδα ή το αντίστροφο; Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η σύγκρουση στον αγωνιστικό χώρο δεν είναι η πρωτογενής. Η πρωτογενής σύγκρουση ξεκινά στην εξέδρα. Πλήθη εχθρικά συγκεντρώνονται στην εξέδρα για να συγκρουστούν μέχρις εσχάτων. Επειδή όμως αυτή η σύγκρουση δεν είναι δυνατή εφόσον είναι όμοια με πόλεμο, επιλέγεται η δευτερογενής σύγκρουση του αγωνιστικού χώρου. Όπως ακριβώς στην αρχαιότητα, όπου υπήρχε το φαινόμενο να κρίνεται το αποτέλεσμα μιας μάχης από την έκβαση μιας μονομαχίας. Ποιος όμως θα μονομαχήσει; Ο τυχαίος πολεμιστής ή ο καλύτερος των πολεμιστών; Σ' αυτό το σημείο επιβεβαιώνονται αυτά που θεωρήσαμε ως "απαραίτητη προϋπόθεση", που είναι η ποδοσφαιρική εμπειρία του οπαδού, αλλά και η κοινή αντίληψη περί "εχθρού". Όλοι μέσα στο στάδιο είναι "πολεμιστές" εξαιτίας της κοινής θέλησης και της κοινής γνώσης. Όλοι έχουν έναν στόχο και όλοι μπορούν θεωρητικά να λάβουν μέρος στη σύγκρουση. Η θέληση όμως για τη νίκη περιορίζει τον οπαδό στην εξέδρα και δίνει την ισχύ στον ποδοσφαιριστή. Όπως οι πολεμιστές του Μεσαίωνα τιθάσευαν τα πάθη και τα μίση τους και περιορίζονταν στην άκρη του πεδίου της μάχης, εναποθέτοντας την ελπίδα τους στον μονομάχο-ιππότη. Όλοι ταυτίζονται με τον μονομάχο από τη στιγμή που τους ενώνει ο κοινός στόχος, που είναι η εξόντωση, ο εξευτελισμός και η μέχρις εσχάτων ταπείνωση του αντιπάλου. Τα χέρια του μονομάχου αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας την αποστολή που θα είχαν τα χέρια των χιλιάδων πολεμιστών. Τα χέρια του πλήθους για τον συγκεκριμένο χρόνο γίνονται τα χέρια του μονομάχου.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο θα ήταν βασιλιάς των σπορ, ακόμα κι αν δεν υπήρχαν συγκεκριμένες ποδοσφαιρικές ομάδες. Η ανταγωνιστικότητα και το μίσος μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που συγκρούονται δίνουν την ισχύ στο ποδόσφαιρο. Θα ήταν δυνατό, δηλαδή, κάθε φορά που δύο κοινωνικές ομάδες επεδίωκαν τη σύγκρουση-σύγκριση, να συγκεντρώνονταν σ' ένα στάδιο και να χρησιμοποιούσαν τους κανονισμούς του ποδοσφαίρου για να συγκρουστούν. Αν δεν υπήρχαν οργανωμένες ποδοσφαιρικές ομάδες, τα συγκρουόμενα πλήθη θα ξεχώριζαν εκείνη τη στιγμή μεταξύ τους τούς έντεκα ικανότερους που θα τους αντιπροσώπευαν.

Όπως βλέπει ο αναγνώστης, στο ποδόσφαιρο οι ποδοσφαιρικές ομάδες δεν είναι το θεμέλιο των παθών. Τα πάθη υπάρχουν και οι ομάδες απλά αντιπροσωπεύουν τα αντίπαλα μέρη. Αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας
με την καλύτερη δυνατή προετοιμασία την αντιπροσώπευση των κοινωνικών ομάδων που τις στηρίζουν. Σ' αυτό το σημείο αποκαλύπτονται τα μυστήρια του ποδοσφαίρου. Με τη γνώση όλων αυτών μπορούμε να καταλάβουμε τα "γιατί" του ποδοσφαίρου. "Γιατί" η εξουσία μεριμνά για το ποδόσφαιρο. "Γιατί" τα πάθη του είναι ικανά να οδηγήσουν στη βαρβαρότητα. "Γιατί" τυγχάνει λατρείας ιδιαίτερα στον χριστιανικό χώρο.

Το ποδόσφαιρο λαμβάνει την ισχύ του από τον ταξικό ανταγωνισμό που υπάρχει μέσα στη χριστιανική κοινωνία. Αυτός ο ανταγωνισμός, επειδή μέσα στην κοινωνία υπάρχει εξουσία και άρα αδικία, οδηγεί στο μίσος και από εκείνο το σημείο κι έπειτα μιλάμε πλέον για ταξικό μίσος. Στο ποδόσφαιρο δεν εκδηλώνεται το μίσος των φτωχών απέναντι στους πλούσιους. Εκδηλώνεται το μίσος μεταξύ των τάξεων. Ο "πλούτος" είναι έννοια πολύ σχετική. Αντίθετα η ιδεολογική περιχάραξη των τάξεων είναι απόλυτα προσδιορισμένη. Απλά, επειδή οι ευνοημένες τάξεις κατέχουν ταυτόχρονα και τον πλούτο, είναι δυνατόν να παρουσιαστεί φαινομενικά σαν μια σύγκρουση μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Μέσα στη χριστιανική κοινωνία, που διέπεται από την ιουδαϊκή φιλοσοφία, υπάρχει άπειρο μίσος. Μια κοινωνία, που στηρίζει τη λειτουργία της στην αδικία, είναι αδύνατον να μην εμφανίσει σημάδια έντασης που οδηγούν σε σύγκρουση. Οι "ανώτεροι-εκλεκτοί" είναι αδύνατον να μην συγκρουστούν με τους "κατώτερους"· οι αμαρτωλοί με τους αναμάρτητους, οι εκ του ασφαλούς νικητές με τους μόνιμα χαμένους, οι δικοί μας με τους ξένους, οι πολιτισμένοι με τους απολίτιστους, οι γηγενείς με τους πρόσφυγες, οι εθνικιστές με τους μετανάστες, οι συντηρητικοί με τους προοδευτικούς, τ' αφεντικά με τους εργάτες, οι χωριάτες με τους αστούς, οι "μορφωμένοι" με τους "αμόρφωτους".

Το οποιοδήποτε άσχημο πάθος, που υπάρχει και συσσωρεύεται μέσα στην άδικη και ρατσιστική κοινωνία, εκτονώνεται μέσα στα ποδοσφαιρικά στάδια. Μόνο μέσα σ' αυτά υπάρχει η δυνατότητα οι "κατώτεροι" να νικήσουν τους "ανώτερους". Μέσα στον αγωνιστικό χώρο διαδραματίζονται φαινόμενα όμοια μ' αυτά που συμβαίνουν στη ζωή. Η μάχη για την επικράτηση, για την επιβίωση, για την αυτοεπιβεβαίωση και την υπερηφάνεια είναι μέχρις εσχάτων. Αυτός είναι κι ο λόγος που η νίκη δεν είναι αρκετή. Ο αντίπαλος πρέπει να διασυρθεί, να ταπεινωθεί, να εξευτελιστεί· όχι επειδή ο νικητής είναι καλύτερος, αλλά επειδή είναι "ανώτερος". Αυτός είναι ο στόχος της ποδοσφαιρικής ομάδας, που αναλαμβάνει, είτε να υπερασπιστεί την "ανωτερότητα" του πλήθους που την υποστηρίζει είτε ν' αμφισβητήσει την "ανωτερότητα" του αντιπάλου πλήθους.

Στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει έλεος και προπαντός δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός των θεμιτών μέσων από τα αθέμιτα. Το πλήθος τρελαίνεται. Μπορεί να πανηγυρίσει ακόμη κι ένα άδικο θετικό αποτέλεσμα. Δεν ενδιαφέρεται για τη δικαιοσύνη σ' έναν κόσμο άδικο. Το ποδόσφαιρο είναι όμοιο με τη ζωή. Στόχος είναι η επικράτηση. Ακόμη κι αν νικήσει μια ομάδα στο 95" με ψεύτικο "πέναλτι", ο στόχος έχει πραγματοποιηθεί. Ακόμη και η δυνατότητα αδικίας είναι αντιπροσωπευτική της ισχύος του πλήθους που στηρίζει το νικητή και σαφής απόδειξη της "ανωτερότητός" του. Είναι αστείοι αυτοί που θεωρητικολογούν πάνω στο ποδόσφαιρο, μιλώντας για φιλάθλους κι οπαδούς. Όλοι αυτοί που συγκεντρώνονται στις εξέδρες των σταδίων είναι μέλη κοινωνικών τάξεων, οι οποίες εκείνη την ώρα συγκρούονται μεταξύ τους. Όλοι είναι πρώτα οπαδοί και μετά φίλαθλοι. Αρένα ψάχνουν για να συγκρουστούν και ελάχιστα
μπροστά στην επιδίωξη της νίκης τους απασχολεί το θέαμα και το λεγόμενο "fair play". Εκμεταλλεύονται τα ενενήντα λεπτά του αγώνα, για ν' αναπνεύσουν τον αέρα που στη ζωή στερούνται.

Το ποδόσφαιρο μπορεί με την ίδια ευκολία να φτιάξει ή να χαλάσει την ημέρα του οποιουδήποτε ανθρώπου. Δεν έχει σημασία αν είναι αυτοκράτορας ή ο πιο αδικημένος άνθρωπος στη Γη. Μόνο έξω από ένα ποδοσφαιρικό στάδιο μπορούν να παρατηρηθούν φαινόμενα που μέσα στην κοινωνία είναι αδύνατον να παρατηρηθούν. Μόνο έξω από το στάδιο μπορεί να γελάει ο εργάτης του Τορίνου εις βάρος του βιομηχάνου, ο καθολικός του Μπέλφαστ εις βάρος του προτεστάντη, ο προλετάριος των σοβιέτ εις βάρος του Άγγλου αστού. Αυτό ενδιαφέρει τον αδικημένο και όχι η ποδοσφαιρική τέχνη. Αυτό ενδιαφέρει και τον μονίμως ευνοημένο, εφόσον ως άνθρωπος με εγωισμό αναζητά την ατομική του επιβεβαίωση. Θέλει ν' αποδείξει ότι είναι "ανώτερος" σε συνθήκες θεωρητικά μη ελεγχόμενες και μακριά από την ασφάλεια της καθημερινότητας.

Τα πάντα σχετίζονται με τον ρατσισμό, που είναι πανταχού παρών μέσα στη χριστιανική κοινωνία. Τα πάντα ξεκινούν και καταλήγουν στο μίσος μεταξύ των "ανώτερων" και των "κατώτερων". Αυτός είναι και ο λόγος που ο πλούτος δεν είναι η ειδοποιός διαφορά. Ο πλούσιος δεν εισάγεται απαραίτητα σε "ανώτερη" τάξη. Για τους "ανώτερους", αυτός θα είναι πλούσιος χωριάτης, αμόρφωτος, βάρβαρος, απολίτιστος κλπ.. Πλούσιος "κατώτερος". Απλά πιο πλούσιος από την οικονομική βάση της τάξης των "ανωτέρων". Όλ' αυτά εξηγούν τη λατρεία των χριστιανών για το ποδόσφαιρο.

Σ' αυτό το σημείο χρήσιμο είναι να εξηγήσουμε την περίπτωση της βορείου Αμερικής, όπου δεν παρατηρείται αυτό το φαινόμενο, παρ' ότι και οι Βορειοαμερικανοί είναι χριστιανοί. Η Β. Αμερική δεν υπέστη τις ίδιες κοινωνικές ζυμώσεις
και με την ίδια ένταση με τις υπόλοιπες χριστιανικές χώρες. Οι άνθρωποι που συνθέτουν την κοινωνία της είναι ένα μέρος της φτωχολογιάς τής Ευρώπης, που μετανάστευσε στην Αμερική για οικονομικούς λόγους. Όλοι αυτοί συνθέτουν μια απέραντη μέση αστική τάξη, όπου η διαφοροποίηση μεταξύ των ανθρώπων έχει σχέση με τον πλούτο και μόνο. Ο ρατσισμός της χριστιανικής Β. Αμερικής δεν μπορεί κατ' αυτόν τον τρόπο να εκδηλωθεί εντός της κοινωνίας των λευκών. Εκδηλώνεται άσχημα μόνο εις βάρος των μαύρων και των ερυθροδέρμων, αλλά σ' αυτό το σημείο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κανένας δεν ενδιαφέρεται ν' αποδείξει τίποτε, γιατί είναι αποδεδειγμένο νομοθετικά. Οι "ανώτεροι" λευκοί είναι βάση νόμου "ανώτεροι", εφόσον μέχρι πριν λίγες δεκαετίες απολάμβαναν διαφορετικά δικαιώματα. Το ποδόσφαιρο έχει σχέση με τάξεις που θεωρητικά απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα κι επιπλέον δεν υπάρχει ορατός διαχωρισμός μεταξύ των "ανωτέρων" και των "κατωτέρων". Αυτή η έλλειψη διαχωρισμού δίνει νόημα στον ποδοσφαιρικό αγώνα. Στη Β. Αμερική οι "κατώτεροι" έχουν και διαφορετικό χρώμα. Εξαιτίας αυτού, κάθε φορά που κινούνται σαν τάξη, συσπειρώνουν το σύνολο των λευκών εναντίον τους. Αυτή η κατάσταση όμως δεν οδηγεί σε αγώνα, αλλά σε πόλεμο· κι αυτή είναι η διαφορά. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να διχάζεται η κοινωνία από το να συγκρούονται οι πολλές κοινωνικές ομάδες μικρές ή μεγάλες σε έναν κοινό στίβο με στόχο τη νίκη. Το Ισλάμ επίσης δεν έχει την ίδια σχέση με το ποδόσφαιρο, γιατί η κοινωνία του δεν είναι στρωματοποιημένη με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει στην αντίστοιχη χριστιανική. Στο Ισλάμ απλά υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί.

Αυτό που πρέπει να δούμε τώρα είναι τα στοιχεία που έχει ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, και τα οποία του δίνουν τη δυνατότητα πρώτον ν' αποτελεί η έκβασή του ένδειξη ανωτερότητος και δεύτερον αυτά τα στοιχεία να είναι κοινώς αποδεκτά από όλες τις τάξεις. Αυτό σημαίνει ότι αν, για παράδειγμα, ο αγώνας ήταν αγροτικού ενδιαφέροντος
π.χ. ποιος θα οργώσει πιο γρήγορα ένα χωράφι, δεν θα πληρούσε τις παραπάνω προδιαγραφές. Όποιος οργώνει γρήγορα δεν αποδεικνύει ότι είναι ανώτερος, αλλά, κι αν συνέβαινε αυτό, οι "ανώτερες" τάξεις δεν θα συμμετείχαν, βλέποντας το ορατό πλεονέκτημα των "κατωτέρων". Πώς θα μάθει ο "ανώτερος" να οργώνει και πού;

Ο ποδοσφαιρικός αγώνας πληρεί όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, γιατί μοιάζει με τα όσα συμβαίνουν στη ζωή κι αποτελεί έναν μικρόκοσμο της κοινωνίας και των δραστηριοτήτων της. Απαιτείται μια τεχνική από μέρους των παικτών, αλλά αυτό δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Η τεχνική είναι απλώς η βάση, όπως στη ζωή βάση για την έναρξη μιας δραστηριότητας είναι η γνώση μιας εργασίας. Οι εργάτες, οι μηχανικοί, οι γιατροί, γνωρίζουν τη δουλειά τους, αλλά αγωνίζονται μέσα στην κοινωνία για την προσωπική τους επικράτηση και ταυτόχρονα για ν' αποδείξουν στο γενικότερο επίπεδο ορισμένα πράγματα, που έχουν σχέση με την τάξη απ' όπου προέρχονται. Ο αγώνας για την επικράτηση ξεκινά απ' αυτό το σημείο κι έπειτα. Για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος απαιτείται συνεργασία, ομαδικότητα, πάθος, αυταπάρνηση, εξυπνάδα, πονηριά, τακτική και κάποια τύχη. Απαιτείται μια τεράστια πληθώρα χαρακτηριστικών, που είναι ακριβώς τα ίδια μ' αυτά που απαιτούνται στο σύνολο των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Οι ομάδες είναι πολυμελείς και αντιπροσωπεύουν τις αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες. Όταν ο στόχος αυτών των συνόλων είναι η νίκη, αυτό σημαίνει ταυτόχρονα επικράτηση. Η επικράτηση συνδέεται με την "ανωτερότητα", εφόσον πάντα ο ανώτερος επικρατεί. Το κοινωνικό μίσος μπορεί να εκδηλωθεί σ' αυτόν τον αγώνα, γιατί η επικράτηση είναι μεν το ζητούμενο σ' ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα, αλλά ο πόθος είναι ο διασυρμός του αντιπάλου. Αυτό είναι η πρώτη προϋπόθεση που συσχετίζει την έκβαση της ποδοσφαιρικής σύγκρουσης με την έννοια της ανωτερότητας.

Αυτό που θα δούμε τώρα είναι το πώς το ποδόσφαιρο γίνεται "κοινός τόπος" για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Το πρόβλημα βέβαια το έχουν οι "κατώτερες" τάξεις και όχι οι "ανώτερες". Αν ήταν αγώνας "πόλο", θα υπήρχε πρόβλημα, εφόσον οι "κατώτεροι" δεν θα μπορούσαν να εκπαιδευτούν. Το πλεονέκτημα του ποδοσφαίρου σε σχέση με τα άλλα αθλήματα είναι ότι για την ανάπτυξή του δεν έχει καμία ανάγκη υποδομής. Αρκεί ένας επίπεδος χώρος, δύο πέτρες για εστία και μια μπάλα. Απόδειξη αυτού είναι ότι οι μεγαλύτεροι παίκτες όλων των εποχών ήταν παιδιά παραγκουπόλεων και όχι παιδιά ποδοσφαιρικών ακαδημιών. Στις μάντρες και στις αλάνες είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ένας λαμπρός παίκτης. Θα αρκούσε όμως για τις κοινωνικές τάξεις το γεγονός ότι οι παίκτες είναι δυνατόν να γεννηθούν χωρίς υποδομή; Το πρόβλημα είναι ότι καμία τάξη δεν θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα ειδικά πλεονεκτήματά της, για να επιβληθεί μέσα στον αγωνιστικό χώρο.

Το "Μπάσκετ", για παράδειγμα, δεν είναι βασιλιάς των σπορ και ούτε πρόκειται να γίνει ποτέ. Αυτό οφείλεται στο ότι ο παράγων "παίκτης" είναι ως μονάδα καθοριστικός παράγοντας για την τελική έκβαση του αγώνα. Μπορεί κάποιος από το πουθενά, με μέσον το χρήμα, να δημιουργήσει τον μόνιμο πρωταθλητή. Αγοράζει τους καλύτερους παίκτες της αγοράς και χωρίς καμία δυσκολία επικρατεί. Ο μικρός αγωνιστικός χώρος και οι πενταμελείς ομάδες δίνουν το πλεονέκτημα στον παράγοντα παίκτη και όχι στην ομάδα. Αυτό κάνει προβληματική την υπόθεση "σύγκρουση", γιατί ο καλύτερος παίκτης αγοράζεται, ενώ η καλύτερη ομάδα είναι αποτέλεσμα δημιουργίας. Ο τεράστιος αγωνιστικός χώρος στο ποδόσφαιρο δίνει αξία στην ομάδα και όχι στον παίκτη. Ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο δεν μπορεί μέσα σε μια ανοργάνωτη ομάδα να προσφέρει τίποτε ουσιαστικό. Θα δημιουργήσει και θα τρέξει, αλλά δεν θα νικήσει. Οι δημιουργίες του θα μείνουν ανεκμετάλλευτες, ενώ το μέγεθος του αγωνιστικού χώρου θα τον κουράσει όταν αγωνίζεται χωρίς βοήθεια. Τη νίκη πάντα τη δίνει η ομάδα. Η πολυμελής ομάδα, επειδή ακριβώς φτιάχνεται και δεν αγοράζεται, πληρεί τις προϋποθέσεις να αντιπροσωπεύσει μια "τάξη". Θεωρητικά μάλιστα, η ομάδα λειτουργεί με βάση τα ιδανικά και τις αξίες τής τάξης που αντιπροσωπεύει και διεκδικεί τη νίκη από τους "εχθρούς", που, είτε μέσα στον αγωνιστικό χώρο είτε μέσα στην κοινωνία, λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο βασιλιάς των σπορ βάζει τον ανταγωνισμό σε κοινή αφετηρία, στερώντας τη δυνατότητα από τους "ανώτερους" να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο τους για να επιβληθούν.

Από τη στιγμή που το ποδόσφαιρο είναι προσιτό σε όλους κι επιπλέον πληρεί όλες τις προϋποθέσεις-συνθήκες που οι τάξεις θεωρούν ασφαλείς για την πραγματοποίηση της σύγκρουσής τους, ήταν θέμα χρόνου η ανάπτυξή του. Ήταν θέμα χρόνου να επισκιάσει όλα τα υπόλοιπα αθλήματα και ν' αποτελεί το αίτιο ανάπτυξης για ένα μεγάλο πλήθος φαινομένων. Ήταν θέμα χρόνου να εμφανιστούν μέσα στις χριστιανικές μεγαλουπόλεις αντίπαλες ομάδες, που οι οπαδοί τους θα μισούνταν θανάσιμα κι εξαιτίας αυτού του μίσους θα εκδηλώνονταν φαινόμενα βίας. Ήταν θέμα χρόνου ν' ανοίξουν βεντέτες μεταξύ των πόλεων. Οι "επαρχιώτες" ή οι "συμπρωτευουσιάνοι" είχαν πολλούς λόγους να θέλουν να ταπεινώσουν τις ομάδες των "πρωτευουσιάνων". Ήταν θέμα χρόνου οι τελευταίοι, εξαιτίας του γενικά εχθρικού περιβάλλοντος, να ενώσουν τα συμφέροντά τους, κρατώντας το μίσος τους μόνο για τις μεταξύ τους συναντήσεις. Ήταν θέμα χρόνου, από τη στιγμή που είναι αγώνας με κανονισμούς και όχι ρωμαϊκή αρένα, να ισχυροποιούνταν σε ισχύ η διαιτητική αρχή. Ήταν επίσης θέμα χρόνου μέσα στη χριστιανική κοινωνία των εθνών, να χρησιμοποιηθεί το ποδόσφαιρο και για εθνικιστικούς λόγους. Από τη στιγμή που επιτρέπεται η εξαγωγή συμπερασμάτων περί "ανωτερότητας", ήταν αδύνατο τα έθνη ν' αφήσουν να πάει χαμένη η ευκαιρία. Κοντά σ' αυτά και οι διάφοροι "-ισμοί". Ήταν δυνατόν η Σοβιετική Ένωση να μην καλλιεργήσει το ποδόσφαιρο, ώστε ν' αποδείξει την ανωτερότητα του κομμουνιστικού συστήματος;

Όλα αυτά, όπως βλέπει ο αναγνώστης, είναι εκμεταλλεύσιμα από το σύστημα της εξουσίας. Το ποδόσφαιρο, εξαιτίας αυτών, έγινε το βούτυρο στο ψωμί της εξουσίας. Η εξουσία με το πέρασμα των αιώνων έχει συγκεντρώσει άπειρη γνώση και είναι πάντα σε θέση να γνωρίζει τι την απειλεί και τι την ενισχύει. Γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τι είναι εκμεταλλεύσιμο, ώστε να το καλλιεργήσει και τι δεν είναι, ώστε να το εξαφανίσει. Το ποδόσφαιρο την ευνοεί και είναι εκμεταλλεύσιμο και γι' αυτό το καλλιεργεί.

Πώς όμως μπορεί να εκμεταλλευτεί η εξουσία το ποδόσφαιρο; Ποιες συνθήκες της δίνουν την απαραίτητη επαφή μ' αυτό; Ποια στοιχεία τού ποδοσφαίρου την ευνοούν, ώστε να τα διατηρήσει και ποια όχι, ώστε να τα πολεμήσει. Το πιο σοβαρό πλεονέκτημα του συστήματος εξουσίας είναι η άκρως απαραίτητη παρουσία του για τη διεξαγωγή των αγώνων, που του εξασφαλίζει την επιθυμητή επαφή με το άθλημα. Αυτή η επαφή έχει μόνιμα χαρακτηριστικά, αν αναλογιστεί κάποιος ότι οι κοινωνικές ομάδες που συγκρούονται δεν είναι ούτε παράνομες ούτε περιθωριακές. Είναι οι ίδιες που στηρίζουν το σύστημα εξουσίας και του επιτρέπουν να λαμβάνει ενεργό μέρος πρώτα στη ζωή τους και στις κοινωνικές τους δραστηριότητες και μετά στον αγώνα του σταδίου. Όλες αυτές οι ομάδες αποδέχονται το σύστημα εξουσίας και απλά η σύγκρουσή τους μέσα στην κοινωνία έχει σχέση με τη διαχείριση της εξουσίας και όχι με την ανατροπή της. Όταν το ποδόσφαιρο έχει ανάγκη
σ' ό,τι αφορά τον αγωνιστικό χώρο την αντικειμενική διαιτησία και σ' ό,τι αφορά τις εξέδρες την αστυνόμευση, εννοείται ότι η εξουσία εξασφαλίζει επαφή. Εμφανίζεται σαν ο "υπεράνω τάξεων" παράγοντας, που εγγυάται τη δικαιοσύνη και την ασφάλεια. Αυτό είναι το πλέον σοβαρό πλεονέκτημα της εξουσίας.

Αρκεί όμως αυτό; Δεν αρκεί, γιατί δεν προσφέρει θεαματικό κέρδος. Είναι απλά ένας ρόλος, που το σύστημα έτσι κι αλλιώς τον ενσαρκώνει. Το κέρδος βρίσκεται αλλού. Το κέρδος βρίσκεται στη λατρεία που απολαμβάνουν οι πρωταγωνιστές από τα πλήθη των οπαδών. Το σύνολο σχεδόν του κέρδους το λαμβάνει αυτός που δίνει τη χαρά της νίκης στους οπαδούς. Οι οπαδοί όμως τι είναι; Πολίτες, ψηφοφόροι, φορολογούμενοι· η λεία του συστήματος εξουσίας. Βλέπουμε αμέσως τα δεδομένα να εμφανίζονται στο σύνολό τους. Η εξουσία έχει επαφή, αλλά διεκδικεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο, που είναι ο πλέον αποδοτικός και βέβαια δεν της ανήκει. Το πρόβλημά της, δηλαδή, είναι να καπελώσει τους πραγματικούς πρωταγωνιστές. Το πρόβλημά της είναι να μπορέσει να μετατοπίσει το κέντρο βάρους τού ενδιαφέροντος των οπαδών εκτός του αγωνιστικού χώρου. Αν το καταφέρει αυτό, η ίδια και οι άνθρωποί της επωφελούνται, γιατί αυτοί γίνονται οι φορείς τής ελπίδας και των προσδοκιών των οπαδών και άρα διεκδικούν τη λατρεία εις βάρος των φυσικών πρωταγωνιστών, που είναι οι ποδοσφαιριστές και οι προπονητές.

Αυτό όμως όσο κι αν φαίνεται δύσκολο είναι πανεύκολο. Η εξουσία φτιάχνει τους νόμους και οι νόμοι οδηγούν στα επιθυμητά αποτελέσματα. Με νόμο καπελώνονται οι ποδοσφαιριστές, εφόσον ένας έξυπνος νόμος μπορεί να οδηγήσει στην αναξιοκρατία, που θα έχει ως αποτέλεσμα να μετατοπιστεί το ενδιαφέρον του οπαδού έξω από τον αγωνιστικό χώρο. Αρκεί μόνο να συνειδητοποιήσει ο οπαδός ότι τα έντεκα "κρέατα" μέσα στον αγωνιστικό χώρο δεν είναι ικανά να δώσουν τη νίκη και άρα τη χαρά.

Για να το συνειδητοποιήσει όμως αυτό πρέπει να το δει και γι' αυτό φροντίζει η εξουσία. Οι επιδιώξεις δηλαδή της εξουσίας κινούνται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι το ανώτατο, όπου η κύρια μέριμνα είναι να φαίνεται ότι γίνεται αγώνας, ώστε τ' αποτελέσματα να μην κρίνονται εκτός αγωνιστικού χώρου. Το δεύτερο επίπεδο είναι το επίπεδο της βάσης, που έχει ως στόχο να υποβαθμιστούν οι έντεκα ποδοσφαιριστές και ο προπονητής, που είναι οι φυσικοί πρωταγωνιστές. Πρέπει οι έντεκα ποδοσφαιριστές να είναι αντικειμενικά έντεκα ανδρείκελα, ενώ ο προπονητής-στρατηγός της μάχης να είναι ένας κοινός βλάκας.

Θα εξετάσουμε τα πράγματα με τη σειρά και άρα θα ξεκινήσουμε από το πρώτο επίπεδο. Άνθρωποι της εξουσίας είναι οι κρατικοί λειτουργοί, οι πολιτικοί και οι κεφαλαιοκράτες. Όταν ενισχύονται αυτοί ενισχύεται η εξουσία. Όλοι αυτοί όμως δεν είναι εξωγήινοι, παρά προέρχονται από κάποιες τάξεις, που είναι οι ίδιες μ' αυτές που συγκρούονται στα γήπεδα. Όταν αυτοί αποφασίσουν να ενισχύσουν
με τα μέσα που έχει ο καθένας στη διάθεσή του την ομάδα-τάξη της αρεσκείας τους, οδηγούν στη συσπείρωση των οπαδών. Συσπειρώνουν υπέρ τους τούς ευνοημένους και εναντίον τους τούς αδικημένους. Οι αδικημένοι είναι θέμα χρόνου ν' αναζητήσουν τους ίδιους συμμάχους και το τελικό αποτέλεσμα είναι να καπελωθεί το ποδόσφαιρο. Τα προβλήματα ξεκινούν πάντα από τους "ανώτερους", που, έχοντας πρόσβαση στην εξουσία, επιδιώκουν την εύνοια και που στο τέλος παρασέρνουν τους "κατώτερους". Οι "κατώτεροι" πέφτουν στην παγίδα κι ενισχύουν αυτούς που τους αδικούν όχι στο ποδόσφαιρο αλλά στη ζωή.

Τα πράγματα είναι πολύ απλά και αρκεί μια κίνηση για να έχουμε εξελίξεις τύπου χιονοστιβάδας. Οι κρατικοί λειτουργοί, είτε υπηρετώντας συμφέροντα είτε λόγω "κόμπλεξ", θα φροντίσουν να αδικηθεί
μέσω της διαιτησίας που το κράτος ελέγχει μια ομάδα. Οι οπαδοί πού θα στραφούν; Στον πολιτικό. Αυτός θα καταγγείλει την αδικία και θα "πολεμήσει" τους ανάξιους λειτουργούς. Αρκεί όμως αυτό; Οι φυσικοί πρωταγωνιστές μέσα στον αγωνιστικό χώρο είναι ικανοί να νικήσουν σε συνθήκες δικαιοσύνης; Οι οπαδοί βλέπουν συχνά ότι αυτοί δεν μπορούν να νικήσουν λόγω ανικανότητας, είτε αδικούνται είτε όχι.

Τι πρέπει να γίνει; Η λύση είναι απλή. Ένας πλούσιος πρόεδρος που θα κάνει μεταγραφές. Ένας πρόεδρος που θα δώσει άμεσες και σωτήριες λύσεις. Επειδή είναι έξυπνος; Όχι, απλά επειδή έχει χρήμα. Είναι υπεράνω κρίσης, γιατί το χρήμα δεν είναι ούτε έξυπνο ούτε κουτό. Αυτό όμως φέρνει στην ομάδα τους έξυπνους προπονητές και τους ικανούς ποδοσφαιριστές. Τους φέρνει όμως; Όχι βέβαια γιατί αυτοί είναι ανεπιθύμητοι. Ένας είναι ο "σωτήρας" κι αυτός είναι ο πρόεδρος. Αν ο πρόεδρος φέρει τους ικανότερους, ο κόσμος αυτούς θα λατρέψει και γρήγορα θα ξεχάσει τον σωτήρα πρόεδρο. Ο πρόεδρος δεν είναι ηλίθιος να βάλει συνεταίρους με τα δικά του χρήματα στη "μεσσιανική" του αποστολή. Ο πρόεδρος απλά "αφουγκράζεται" τους οπαδούς κι εκτελεί το θέλημά τους. Εκμεταλλεύεται τη γενική αναξιοκρατία και κάνει αυτό που θα έκανε ο τελευταίος άσχετος οπαδός. Ποιος φταίει; Ο προπονητής. Ο πρόεδρος αντικαθιστά τον προπονητή, γνωρίζοντας ότι και ο αντικαταστάτης είναι το ίδιο άχρηστος. Ποιος φταίει; Οι παίκτες. Με την ίδια λογική αντικαθιστώνται κι αυτοί.

Πώς όμως είναι δυνατόν μέσα από αυτές τις διαδικασίες να μην προκύψει τίποτε θετικό; Είναι δυνατόν να είναι όλοι άχρηστοι; Είναι δυνατόν, γιατί τα πάντα είναι κατευθυνόμενα. Ο κόσμος ζητάει τα πρόσωπα που ακούει ότι είναι ικανά. Από πού όμως τ' ακούει; Από τα μέσα ενημέρωσης, που κι αυτά είναι ελεγχόμενα από την εξουσία. Οι εφημερίδες μπορούν να παρουσιάζουν έναν άχρηστο παίκτη σαν Θεό της μπάλας. Γιατί το κάνουν; Για το χρήμα· εφόσον δεν ενοχλείται ούτε η εξουσία ούτε οι παράγοντες. Κάποιοι από τους δημοσιογράφους πληρώνονται, για να γράφουν ό,τι τους ζητάνε, είτε οι "μάνατζερ", που πουλάνε κουτσάλογα για άλογα αγώνων, είτε οι παράγοντες, που πουλάνε ή αγοράζουν τα παραπάνω κουτσάλογα. Οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι περιορίζονται στο ν' αναζητούν τον μονόφθαλμο ανάμεσα στους τυφλούς. Οι οπαδοί κατ' αυτόν τον τρόπο συνθέτουν πλήθη-τέρατα που ζητάνε και καταβροχθίζουν. Ζητάνε ό,τι τους παρουσιάζεται σαν ιδανικό και ο πρόεδρος ξοδεύει για να τους ικανοποιήσει. Άνθρωποι φτωχοί, που μια ζωή είναι θύματα της άθλιας κοινωνίας, εξαιτίας της άγνοιάς τους προσκυνούν και λατρεύουν αυτούς που στην πραγματική ζωή μισούν.

Αυτό που θα δούμε τώρα είναι η ποιότητα των ανθρώπων αυτών και οι πραγματικές τους επιδιώξεις. Πάντα όταν κρίνουμε ανθρώπους είμαστε υποχρεωμένοι να αποφεύγουμε τις γενικεύσεις, που είναι μια μορφή ρατσισμού. Από αυτό το σημείο κι έπειτα μιλάμε για τον κανόνα και όχι για τις εξαιρέσεις. Λαμπροί και τίμιοι άνθρωποι μπορούν να υπάρχουν παντού· το θέμα είναι σε τι ανθρώπους στηρίζεται το κάθε σύστημα για να λειτουργήσει. Θα ξεκινήσουμε από τους κρατικούς λειτουργούς, που έχουν ως αποστολή τους το αδιάβλητο του πρωταθλήματος. Στην πλειοψηφία τους είναι κομματόσκυλα που διεκδικούν παχυλούς μισθούς και την επωνυμία που προσφέρει ο χώρος του ποδοσφαίρου. Είναι από τους χειρότερους της κοινωνίας, εφόσον, μέχρι να καταλάβουν έμμισθη θέση, ασχολούνται επί χρόνια με τα διάφορα όργανα του πρωταθλήματος, προσφέροντας υπηρεσίες δούλων στους εκάστοτε μεγαλοπαράγοντες που τους χαρτζιλικώνουν. Όταν αργότερα καταλαμβάνουν τις θέσεις που αμείβονται παχυλά, έχουν ως μοναδικό αντικείμενο απασχόλησης το ξύσιμο των κοιλιών τους. Πληρώνονται κάθε μήνα, έχοντας στην ουσία ως έργο το πρόγραμμα του πρωταθλήματος
που είναι δουλειά λίγων ημερών και την κατάρτιση του πίνακα των διαιτητών. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο κάνουν θελήματα στους μεγαλοπαράγοντες. Αυτά τα θελήματα έχουν σχέση με την εύνοια στη μεταχείριση των ισχυρών. Ο κάθε ισχυρός έχει τους δικούς του ανθρώπους και έτσι ο ένας παρακολουθεί τον άλλο, παρουσιάζοντας κάποιο έργο. Τον λογαριασμό τον πληρώνει το σύνηθες κορόιδο ο φορολογούμενος.

Ακολουθούν οι "φίλαθλοι" πολιτικοί, που κι αυτοί ανήκουν στην κατηγορία των αχρήστων. Είναι οι χειρότεροι από τους ομοειδείς τους, εφόσον λειτουργούν κατά βάση λαϊκιστικά και ταυτόχρονα εκτελούν τα θελήματα των ισχυρών. Στόχος τους είναι να εντάξουν τους οπαδούς μέσα στα κομματικά μαντριά. Σ' αυτό το σημείο θ' αναρωτηθεί ο αναγνώστης και θα πει: "είναι δυνατόν οι οπαδοί να ψηφίζουν με βάση τα ποδοσφαιρικά τους "πιστεύω"; Είναι τόσο κουτοί;". Αυτό που συμβαίνει είναι ότι τα κόμματα
όπως και οι ποδοσφαιρικές ομάδες έχουν τις βάσεις τους στις τάξεις. Οι οπαδοί όπως και οι πολιτικοί προέρχονται επίσης από τις ίδιες τάξεις. Οι πολιτικοί δεν τους καλούν να μην ψηφίσουν το "Χ" κόμμα, επειδή αδικεί την ομάδα. Οι πολιτικοί χρησιμοποιούν τα συμβαίνοντα στο ποδόσφαιρο ως ορατή απόδειξη των όσων συμβαίνουν στην κοινωνία. Δεν ισχυρίζονται ότι, επειδή αδικούν οι "ανώτεροι" την ομάδα, πρέπει να ψηφίσουν οι οπαδοί το "Ψ" κόμμα. Ισχυρίζονται ότι η "τάξη" αδικείται διαρκώς από τους "ανώτερους" κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο ποδόσφαιρο. Στη συνέχεια οι ίδιοι αναλαμβάνουν εκ του ασφαλούς και με μισθό να πολεμήσουν για τα δίκαια του λαού. Οι οπαδοί κατ' αυτόν τον τρόπο βρίσκονται ανάμεσα σε δύο αγωνιστικούς στίβους, όπου οι μαχόμενοι αγωνίζονται υποτίθεται εν ονόματί τους. Οι ποδοσφαιριστές ζητούν χειροκρότημα και εισιτήριο, ενώ οι πολιτικοί ψήφους.

Back to content | Back to main menu