Κορυφή σελίδας
Ποδόσφαιρο - Η αρρώστια του βασιλιά απειλεί την ίδια την δημοκρατία - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Ποδόσφαιρο - Η αρρώστια του βασιλιά απειλεί την ίδια την δημοκρατία - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Ποδόσφαιρο - Η αρρώστια του βασιλιά απειλεί την ίδια την δημοκρατία

17 Νοεμβρίου 1997

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να καταργηθούν οι εθνικές κατηγορίες. Αυτό είναι επιθυμητό για να περιοριστεί η ταξική αντιπαράθεση στο επίπεδο της κάθε πόλης ξεχωριστά, ώστε να μην είναι εκμεταλλεύσιμη σε πανελλήνια κλίμακα. Σ' ό,τι αφορά το ρατσισμό είναι προτιμότερο να επιλέξουμε τον τοπικισμό, που είναι μια μορφή ρατσισμού, από τον ταξικό ρατσισμό, που είναι πιο σύνθετος και περιλαμβάνει περισσότερες παραμέτρους. Ο τοπικισμός δεν οδηγεί απαραίτητα στη βία και η γραφικότητά του δίνει τη γνώση στον άνθρωπο ότι η κάθε μορφή ρατσισμού είναι μια γελοία υπόθεση, που πρέπει κάποτε να νικηθεί. Αντίθετα ο ρατσισμός που συνδέεται με την ταξική αντιπαράθεση είναι επικίνδυνος, γιατί οι αδικημένοι παρασύρονται σε πάθη, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να διαχωρίσουν τα πραγματικά δεδομένα. Ο τοπικιστής μπορεί να νιώσει γελοίος, όταν παθιάζεται εναντίον κάποιου άλλου που είναι όμοιός του, αλλά έχει γεννηθεί σ' άλλο μέρος. Ο αδικημένος αντίθετα δεν μπορεί να ξεπεράσει τον ρατσισμό του όταν βλέπει τον απέναντί του έναν πλούσιο, βολεμένο και εξ ίσου παθιασμένο.

Αν ο νέος σχεδιασμός στηρίζεται στον τοπικισμό και η ταξική αντιπαράθεση περιορίζεται σε επίπεδο πόλης, είναι θέμα χρόνου η εξουσία να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Θα πάψει να είναι εκμεταλλεύσιμο, γιατί η εύνοια και η αδικία δεν θα διχάζουν το πανελλήνιο, δίνοντας ισχύ στους αθλίους. Σ' αυτήν την περίπτωση το μόνο που θα καταφέρνουν οι άθλιοι, θα είναι να παρουσιάζονται όπως ακριβώς είναι, δηλαδή γελοίοι. Στο νέο σχεδιασμό το κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα θα βγάζει τον πρωταθλητή του, ο οποίος στη συνέχεια θα αγωνίζεται για το πανελλήνιο πρωτάθλημα. Ο φίλαθλος δεν θα έχει ανάγκη να στρέφεται προς τις ομάδες του κέντρου, παρά θα υποστηρίζει τις τοπικές, που θα έχουν δυνατότητα πρωταθλητισμού. Ένας τέτοιος σχεδιασμός θα μπορούσε να έχει ως περιφέρειες τα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας, ενώ η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη θα αντιμετωπίζονταν ξεχωριστά λόγω πληθυσμού. Θα μπορούσε δηλαδή η Θεσσαλονίκη να είναι ισοδύναμη ενός διαμερίσματος, ενώ η Αθήνα ισοδύναμη τεσσάρων. Οι πρωταθλητές κάθε διαμερίσματος θα συνέθεταν ένα "mini" πρωτάθλημα, που θα αναδείκνυε τον πρωταθλητή, δευτεραθλητή κλπ. Ελλάδος. Οι φίλαθλοι θα έχουν λόγο να υποστηρίζουν τις τοπικές ομάδες, εφόσον όλες θα είναι σε θέση να διεκδικήσουν την είσοδό τους σ' αυτό το πρωτάθλημα. Σήμερα οι εθνικές κατηγορίες καθηλώνουν τις ομάδες σε κατηγορίες με ασήμαντες προοπτικές και στρέφουν τους φιλάθλους προς τις ομάδες του κέντρου. Αυτές οι ενδιάμεσες κατηγορίες είναι υπεύθυνες για την αναξιοκρατία που υπάρχει στο ποδόσφαιρο και έχει σχέση με τους παίκτες και τους προπονητές.

Αυτό που θα εξετάσουμε τώρα είναι το επίπεδο που αφορά τους φυσικούς πρωταγωνιστές τού αθλήματος, ώστε να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει και κυριαρχεί η αναξιοκρατία που δίνει όπως είδαμε τη δυνατότητα στην εξουσία να ευνοείται μέσω των ανθρώπων της. Επειδή τα πράγματα δεν είναι απλά, θ' ακολουθήσουμε μια μέθοδο ανάλυσης σύνθετης μορφής. Θα ξεκινήσουμε την ανάλυση ανάποδα, ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Θα δούμε την ποιότητα των ποδοσφαιριστών στο υποτιθέμενο ανώτατο επίπεδο της πορείας τους, ώστε να καταλάβουμε στη συνέχεια πώς αυτοί παράγονται και πώς διαιωνίζονται οι συνθήκες που οδηγούν στην αναξιοκρατία.

Με τους ποδοσφαιριστές και τους προπονητές θα είμαστε ιδιαίτερα σκληροί για τρεις λόγους, που ο καθένας από μόνος του θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυτή τη σκληρότητα. Πάντα πρέπει να κρίνουμε σκληρά ανθρώπους που παίζουν με τα αισθήματα του κόσμου· ανθρώπους που δεν σέβονται τη δουλειά τους και ανθρώπους που αμείβονται υπερβολικά εξαιτίας της εύνοιας της τύχης κι επειδή αυτό βολεύει τους κρατούντες σε έναν κόσμο φτωχό, διαιωνίζοντας τις συνθήκες της αδικίας και άρα της φτώχειας. Αν παρακολουθήσει κάποιος τους υποτιθέμενους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές
έστω και για λίγο, θ' αρχίσει ν' αναρωτιέται αν είναι πραγματικά αυτά που βλέπει. Είναι αδύνατον να εξηγηθούν με κάποια λογική τα όσα συμβαίνουν στο χώρο αυτό και αφορούν τους ποδοσφαιριστές. Σύμφωνα με τη λογική, θα έπρεπε στο ποδόσφαιρο να υπάρχει πλήρης αξιοκρατία εξαιτίας δύο παραγόντων. Ο πρώτος παράγοντας είναι η δόξα και το χρήμα, που απολαμβάνουν οι ποδοσφαιριστές στο ύψιστο σημείο της πορείας τους, ενώ ο δεύτερος είναι η μαζικότητα του ποδοσφαίρου σ' ό,τι αφορά τους νέους που ασχολούνται μ' αυτό σ' οποιοδήποτε επίπεδο. Εάν η κάθε κοινωνική δραστηριότητα αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της κάθε κοινωνίας, το ποδόσφαιρο θα έπρεπε λόγω των παραπάνω να αποτελούσε δείγμα υψηλοτάτων προδιαγραφών. Συμβαίνει όμως αυτό; Οι ποδοσφαιριστές που είναι νέοι αντιπροσωπεύουν τους νέους αυτής της χώρας; Η ποδοσφαιρική δραστηριότητα είναι όμοια με τις άλλες δραστηριότητες που λαμβάνουν μέρος οι νέοι;

Σ' αυτό το σημείο εμφανίζεται η αδυναμία της λογικής να εξηγήσει τα συμβαίνοντα στο ποδόσφαιρο. Ενώ λογικά θα έπρεπε ν' ασχολούνται μ' αυτό οι ικανότεροι και οι πλέον ταλαντούχοι, βλέποντας την επωνυμία και τον πλούτο ως άμεσα προσεγγίσημους στόχους σε πολύ νεαρή ηλικία, εντούτοις δεν συμβαίνει αυτό. Οι ποδοσφαιριστές, όχι μόνο δεν αντιπροσωπεύουν την ελληνική νεολαία στον τομέα της ποιότητας, αλλά αντιπροσωπεύουν το χειρότερο μέρος της. Ενώ οι νέοι της Ελλάδος είναι σε μεγάλο ποσοστό μορφωμένοι, καλλιεργημένοι και με άποψη σ' ό,τι αφορά το κοινωνικό γίγνεσθαι, οι ποδοσφαιριστές εμφανίζονται σαν απολιθώματα μιας άλλης εποχής. Στην πλειοψηφία τους είναι αγράμματοι και ακαλλιέργητοι μέχρι του σημείου να χαρακτηριστούν βάρβαροι. Τις ελάχιστες φορές που τους ζητούν ως πρόσωπα επώνυμα να εκφράσουν τη γνώμη τους σε κάποιο θέμα, περιορίζονται σε χιλιοειπωμένα στερεότυπα σε μια γλώσσα που μοιάζει με την ελληνική. Όπως λέει και το γνωστό τραγούδι, όλες τους οι γνώσεις είναι οι φήμες και οι διαδόσεις. Η δικαιολογία γι' αυτήν τη βαρβαρότητα είναι μία και έχει σχέση με τις υποτιθέμενες θυσίες που κάνουν εν ονόματι του ποδοσφαίρου. Χρησιμοποιούν σαν άλλοθι τη θυσία των λίγων ωρών προπόνησης την ημέρα, τη στιγμή που το μέσο ελληνόπουλο στην ίδια ηλικία πηγαίνει καθημερινά έξι ώρες στο σχολείο και άλλες τόσες στα διάφορα φροντιστήρια, προλαβαίνοντας παράλληλα καί να αθληθεί καί να διασκεδάσει καί να καλλιεργηθεί. Ο ποδοσφαιριστής των ελαχίστων ωρών προπόνησης δεν προλαβαίνει να νικήσει τη βαρβαρότητά του καλλιεργούμενος, γιατί τις περισσότερες ώρες τις σπαταλά στις καφετέριες. Με μια αθλητική εφημερίδα κάτω από τη μασχάλη
που αποτελεί τη μοναδική πηγή άντλησης γνώσης γι' αυτόν περιφέρει τον εαυτό του στις καφετέριες για την ανάπτυξη δημοσίων σχέσεων. Τι είδους μόρφωση μπορεί να έχει ένας τέτοιος άνθρωπος; Τι είδους αξιοκρατία υπάρχει, όταν οι παράγοντες συνθέτουν τις ομάδες μέσα στις καφετέριες και βάση δημοσίων σχέσεων; Αν σ' αυτά όλα προσθέσει ο αναγνώστης και την έννοια του επαγγελματισμού, τότε εμφανίζεται το σύνολο των δεδομένων.

Αυτά τα δεδομένα έχουν ως αποτέλεσμα την τρομερή αναξιοκρατία στο σύνολο των επιπέδων. Άνθρωποι αγράμματοι προσπαθούν να επιμηκύνουν μια επαγγελματική σταδιοδρομία, που έχει τραγικά αποτελέσματα για το ποδόσφαιρο. Επειδή ακριβώς είναι αστοιχείωτοι και ακαλλιέργητοι, δεν αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει και γίνονται φορείς όλων των νοσηρών φαινομένων που χαρακτηρίζουν την κοινωνία. Είναι κομπλεξικοί, υπερεκτιμούν τις δυνατότητές τους και αμύνονται με τον μοναδικό τρόπο που μπορούν οι ανάξιοι· συνθέτοντας κλίκες. Η γνώση τους περί ποδοσφαιρικού κατεστημένου τους κάνει δουλικούς και πρόθυμους να εκτελέσουν τα θελήματα των παραγόντων. Η εξουσία όλα αυτά τα γνωρίζει και στηρίζεται σ' αυτά. Η εξουσία φοβάται τους ταλαντούχους και έξυπνους νέους, γιατί την απειλούν με πολλούς τρόπους. Συμμαχεί με τους παραπάνω ανάξιους κι εξοντώνει το σύνολο των ταλέντων.

Για να το αντιληφθούμε αυτό, θα πρέπει να το εξετάσουμε απ' όλες τις πλευρές. Οι νέοι, που είναι έξυπνοι και ταλαντούχοι, φροντίζουν και για το παρόν και για το μέλλον. Γνωρίζουν ότι θα πρέπει να μάθουν παράλληλα και κάτι άλλο να κάνουν στη ζωή τους, από τη στιγμή που η ποδοσφαιρική καριέρα είναι περιορισμένης χρονικής διαρκείας και έχει απρόβλεπτα χαρακτηριστικά. Σπουδάζουν ή επενδύουν τα χρήματά τους με τρόπο που να εξασφαλίζεται η ομαλή συνέχεια στον κοινωνικό βίο μετά το πέρας της όποιας καριέρας. Από τη στιγμή που τα εξασφαλίσουν αυτά, ασχολούνται απερίσπαστα με το ποδόσφαιρο, ζώντας μια κατά τα άλλα φυσιολογική ζωή. Μέσα στα πλαίσια αυτής της ζωής λειτουργούν όπως όλοι οι υγιώς σκεπτόμενοι νέοι. Διαβάζουν, ακούνε μουσική, δραστηριοποιούνται κοινωνικά, έχουν χόμπι, ερωτεύονται κλπ.. Εξαιτίας όμως αυτών δεν ελέγχονται. Μιλάνε ως νέοι και ταλαντούχοι και θίγουν συμφέροντα. Στηρίζονται στην αξία τους και στην αγάπη των οπαδών και άρα δεν διστάζουν να καταγγείλουν τα κακώς κείμενα. Τι μπορείς να κάνεις σ' αυτόν τον νέο; Να μην τον χρησιμοποιήσεις στην ομάδα; Θα ξεσηκωθεί ο κόσμος. Να τον απειλήσεις με καταστροφή της καριέρας του; Μπορείς να το κάνεις όσο είναι νεαρός και φοβάται. Προς το τέλος της καριέρας του όμως αυτό είναι αδύνατο, γιατί δεν φοβάται ακόμα και να διακόψει την καριέρα του ελάχιστο χρόνο νωρίτερα. Αν έχει φροντίσει κάποιος για το μέλλον του, δεν φοβάται να καταγγείλει τα όσα αντιλαμβάνεται και άρα όσα τον πλήγωσαν κατά τη διάρκεια της πορείας του. Αν υπήρχαν όλοι αυτοί, σίγουρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.

Οι οπαδοί πάντα ζητούν εξηγήσεις για την ήττα από τους πρωταγωνιστές. Ο ταλαντούχος ποδοσφαιριστής δεν θα διστάσει
αν αυτό είναι αληθές να πει ότι φταίει ο προπονητής. Γιατί φταίει ο προπονητής; Γιατί είναι τεμπέλης, γιατί προωθεί τους φίλους του, γιατί είναι αστοιχείωτος, γιατί αγνοεί το σύνολο των μεθόδων που απαιτούνται στο σύγχρονο ποδόσφαιρο να γνωρίζει κάποιος για να διακριθεί. Οι Έλληνες προπονητές στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι άσχετοι, τραγικά αυτοδίδακτοι και ως αστοιχείωτοι δεν τείνουν προς τη βελτίωση μέσω της άντλησης γνώσης. "Γλείφουν" τους προέδρους για να εργασθούν και αγωνίζονται σαν συντεχνία για να μη χάσουν τα πόστα. Μπορούν ν' απολυθούν τη μία μέρα ως αποτυχημένοι και να μοιράζουν ελπίδες σαν μεσσίες την αμέσως επόμενη μέρα σε μια άλλη ομάδα. Είναι αναξιοπρεπείς και κουτοπόνηροι, μιλώντας υποκριτικά στους οπαδούς σαν οπαδοί, που μοιράζονται δήθεν τις ίδιες αγωνίες και τα ίδια πάθη και όχι ως εργαζόμενοι, που ελέγχονται για τη δουλειά τους. Αυτό το κάνουν εκ του πονηρού, γιατί στη δουλειά το λάθος πληρώνεται, ενώ στο πάθος είναι δυνατόν και να συγχωρεθεί. Όταν ο ταλαντούχος ποδοσφαιριστής καταγγείλει τον προπονητή, τον φέρνει ενώπιον της οργής των οπαδών. Αν ο προπονητής είναι ταλαντούχος, θα καταγγείλει τον πρόεδρο που δεν τον βοηθά στη δουλειά του, με αποτέλεσμα την κακή πορεία της ομάδας. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα οι εξελίξεις είναι επικίνδυνες για όλους τους ανθρώπους του συστήματος. Ο πρόεδρος που είναι άνθρωπος του συστήματος παύει να είναι στο απυρόβλητο όταν κατηγορείται, είτε για παρεμβάσεις είτε για αδυναμία να πραγματοποιήσει τις μεταγραφές που απαιτεί ο ταλαντούχος προπονητής. Αν ο προπονητής είναι άχρηστος, η καταγγελία τού ποδοσφαιριστή τον καταστρέφει, εφόσον ο πρόεδρος, για να μη χρεωθεί προσωπικά την αποτυχία, τον αντικαθιστά. Συμφέρει τον πρόεδρο να σταματά το πρόβλημα σ' αυτό το σημείο και άρα τον συμφέρει ο άχρηστος προπονητής. Αυτό όμως που συμφέρει περισσότερο είναι η γενική ανικανότητα, εφόσον ο πρόεδρος, χωρίς καμιά αντίδραση και χωρίς κανένα κόστος, λαμβάνει ενεργό μέρος στο σύνολο των δραστηριοτήτων της ομάδας, παριστάνοντας συνήθως τον παντογνώστη προπονητή.

Όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, η αξιοκρατία στο ποδόσφαιρο απειλεί το σύστημα, εφόσον αργά ή γρήγορα οι ταλαντούχοι, είτε παίκτες είτε προπονητές, θα στραφούν εναντίον της διαιτησίας, των παραγόντων και των αθλητικών οργάνων. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στο ελληνικό ποδόσφαιρο είναι μια άρρωστη κατάσταση, όπου η αναξιοκρατία καλύπτεται από μια απαράδεκτη φιλολογία περί στάθμης του ελληνικού ποδοσφαίρου. Έχει επιβληθεί ένας άγραπτος νόμος σιωπής μεταξύ παικτών και προπονητών, όπου κανένας δεν καταγγέλλει κανέναν, διατηρώντας το δικαίωμα παράτασης της όποιας καριέρας. Είναι θέμα επιβίωσης γι' αυτούς η παράταση της καριέρας. Ως γνήσιοι βάρβαροι, παίκτες και προπονητές, δεν γνωρίζουν να κάνουν τίποτε άλλο εκτός απ' αυτό που κάνουν έστω και λάθος. Τον καιρό της δόξας τους ζουν ως νεόπλουτοι, χωρίς να μεριμνούν για την επόμενη μέρα.

Όλοι αυτοί έχουν αντιληφθεί εντελώς λανθασμένα την έννοια της καριέρας και του επαγγελματισμού. Ο ποδοσφαιριστής και ο προπονητής είναι κάτι σαν τους πολιτικούς. Για όσο διάστημα δίνουν τις καλύτερες δυνατές λύσεις στα προβλήματα, υπάρχουν κι αυτοί. Αυτό το διάστημα όμως είναι ακαθόριστο και μπορεί να είναι είτε μικρό είτε μεγάλο. Επαγγελματίας σημαίνει ότι σ' αυτό το διάστημα και μόνο κάτω από τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις
που επιπλέον έχουν σχέση και με τον ανταγωνισμό, ο άνθρωπος αυτός αμείβεται και ζει με χρήματα της ομάδας, όχι επειδή δεν γνωρίζει, αλλά επειδή δεν προλαβαίνει να κάνει τίποτε άλλο. Επαγγελματίας δεν σημαίνει να παίζει κάποιος ποδόσφαιρο από τα είκοσί του χρόνια μέχρι όσο μπορεί, έχοντας απαίτηση σ' αυτό το διάστημα να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα για πάντα. Παίζεις όσο έχεις να προσφέρεις και όχι όσο μπορείς. Παίζεις όχι όσο διάστημα εσύ νομίζεις ότι έχεις να προσφέρεις, αλλά όσο διάστημα υπάρχουν κάποιοι που εκτιμούν αυτήν τη δυνατότητα και είναι διατεθειμένοι να την εξαγοράσουν. Παίκτες και προπονητές, δηλαδή, θα πρέπει να είναι πάντα έτοιμοι να συνεχίσουν τη ζωή τους, οποιαδήποτε στιγμή κι αν χρειαστεί να εγκαταλείψουν το ποδόσφαιρο. Η έννοια της καριέρας έρχεται στο τέλος ως απολογισμός και δεν είναι επιλογή στο ξεκίνημα της πορείας, όπως συμβαίνει σε άλλα επαγγέλματα. Όσο παράλογο είναι να θέλει κάποιος να γίνει επαγγελματίας και άρα καριερίστας πολιτικός, χωρίς να έχει άλλο τρόπο να επιβιώνει, άλλο τόσο είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα με τους ψευδοεπαγγελματίες αθλητές και προπονητές. Είναι τραγικό για έναν άνθρωπο σε νεαρή σχετικά ηλικία να μη γνωρίζει τίποτε άλλο να κάνει εκτός από το να φιλοδοξεί ν' ανοίξει είτε καφετέρια είτε προποτζίδικο. Είναι επίσης τραγικό ο άσχετος παίκτης, επειδή δεν γνωρίζει τίποτε άλλο, να παραμένει στο χώρο του ποδοσφαίρου, φιλοδοξώντας να γίνει προπονητής. Είναι άδικο να επιθυμεί κάποιος σ' αυτήν την ηλικία να εξασφαλίσει τη ζωή του για πάντα, τη στιγμή που στην ίδια ηλικία υπάρχουν άνθρωποι που με κόπο ολοκληρώνουν τις σπουδές τους με στόχο έναν μισθό. Εξαιτίας των παραπάνω, παίκτες και προπονητές συνυπάρχουν με ελάχιστες τριβές, έχοντας ως κοινό στόχο την καταστροφή των ταλέντων, εφόσον γνωρίζουν ότι απειλούνται άμεσα απ' αυτούς.

Σ' ό,τι αφορά την πορεία των ποδοσφαιριστών στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, τα πάντα είναι γνωστά στους φιλάθλους, εφόσον είναι επαναλαμβανόμενα. Ξεκινούν την καριέρα τους συνήθως από τις επαρχιακές πόλεις και μέσα από ένα παρακύκλωμα παραγόντων, δημοσιογράφων και πολιτικών προσπαθούν να επιβληθούν, ώστε να κάνουν καριέρα σε μια μεγάλη ομάδα. Εάν το κατορθώσουν εξασφαλίζουν την επωνυμία, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν την καριέρα τους για πολλά χρόνια. Οι μεγάλες ομάδες γίνονται κατ' αυτόν τον τρόπο ένα πέρασμα που καταστρέφει το ποδόσφαιρο. Η σταδιοδρομία των ποδοσφαιριστών είναι εύκολο να διαπιστωθεί με βάση τα όσα γνωρίζουμε. Στην αρχή της καριέρας τους
ως νέοι και ατάλαντοι εκμεταλλεύονται τις κλίκες και παίζουν στις μικρές ομάδες, καταλαμβάνοντας θέσεις, που θα έδιναν τη δυνατότητα σ' ένα ταλέντο ν' αναδειχθεί. Στη συνέχεια, λόγω δημοσίων σχέσεων, πηγαίνουν στις μεγάλες ομάδες, όπου δημιουργούν τα ίδια προβλήματα, εφόσον μόνον κατ' αυτόν τον τρόπο επιβιώνουν. Όταν αποτύχουν, όπως είναι φυσικό λόγω της ασχετοσύνης τους, επιστρέφουν ως επώνυμοι στις μικρές ομάδες, κλείνοντας τον κύκλο.

Αποτέλεσμα αυτού είναι να έχει μπλοκαριστεί το σύνολο των κατηγοριών από τη συντεχνία των ασχέτων. Ο νεαρός και ταλαντούχος ποδοσφαιριστής κατ' αυτόν τον τρόπο δεν βρίσκει χώρο να ξεκινήσει την καριέρα του, εφόσον το κλίμα είναι εχθρικό. Ο προπονητής θα τον αντιμετωπίσει σαν αιρετικό και οι άσχετοι υπερήλικες ποδοσφαιριστές θα τον δουν σαν απειλή, που, αν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα, θα τους στείλει στην εξέδρα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ταλαντούχους προπονητές, που θα βρουν τις ίδιες κλίκες μπροστά τους. Είναι θέμα χρόνου να προκαλέσουν την εχθρότητα των προπονητών, που αποτελούν το κατεστημένο στο χώρο. Ένα κατεστημένο που έχει μάθει, χωρίς να κοπιάζει, να υπόσχεται θαύματα και να μην απειλεί τους εργοδότες του. Όλοι αυτοί με όπλο τις γνωριμίες τους θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν τον ταλαντούχο, είτε κλείνοντάς του τις πόρτες των μεγάλων ομάδων, συκοφαντώντας τον, είτε πολεμώντας με όλα τα μέσα την ομάδα του. Ακόμα όμως κι αν δεν το καταφέρουν, είναι αδύνατον ένας ταλαντούχος προπονητής να επιβιώσει στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Συνήθως τον καταστρέφουν οι παίκτες, που, μόλις αντιληφθούν ότι έχει πρόθεση να δουλέψει, αισθάνονται ότι απειλούνται.

Εξαιτίας της κατάστασης που επικρατεί στις εθνικές κατηγορίες, όπου οι ελάχιστοι κάνουν πρωταθλητισμό και οι υπόλοιποι απλά συντηρούνται, έχουν μάθει να μην κοπιάζουν στις προπονήσεις. Συνήθης στόχος τους είναι να παραμείνουν στην κατηγορία κι αυτό επιτυγχάνεται εύκολα λόγω σχεδιασμού των κατηγοριών με νίκες στους εντός έδρας αγώνες. Αυτό οφείλεται στο ότι, από τον μεγάλο αριθμό των ομάδων που συνθέτουν την κάθε κατηγορία, ελάχιστες ομάδες κάνουν πρωταθλητισμό, αλλά ελάχιστες είναι και οι ομάδες που υποβιβάζονται. Αν χρειαστούν βέβαια επιπλέον βαθμοί, θα φροντίσουν οι παράγοντες. Είναι οι μόνοι εργαζόμενοι που επιτρέπουν να τους φέρονται σαν ζώα. Τους μαντρώνουν στα ξενοδοχεία και τους απαγορεύουν τη νυχτερινή ζωή, βλέποντας ότι από μόνοι τους δεν αντιλαμβάνονται τι πρέπει να κάνουν. Είναι οι μόνοι εργαζόμενοι που δεν μεριμνούν για την προσωπική βελτίωσή τους, παρά στηρίζουν την καριέρα τους στην εύνοια είτε των εργοδοτών τους είτε των προϊσταμένων τους (πρόεδροι, προπονητές).

Οι οπαδοί βλέπουν ανθρώπους
υποτίθεται επαγγελματίες να έχουν επί χρόνια τα ίδια μειονεκτήματα ως παίκτες που είχαν και στην αρχή της καριέρας τους. Όχι μόνο δεν προσθέτουν ώρες προσωπικής προπόνησης, αλλά δεν είναι συνεπείς ούτε στις κανονικές προπονήσεις. Αντί σ' αυτές τις κοινές προπονήσεις της ομάδας να μαθαίνουν συστήματα και να αυτοματοποιούν κάποιες κινήσεις, μαθαίνουν αυτά που θεωρούνται θεμελιώδη για τον ποδοσφαιριστή και έχουν σχέση με την τεχνική. Σαν να λέμε δηλαδή ότι οι παίκτες υδατοσφαίρισης στην προπόνηση μαθαίνουν κολύμβηση. Αγνοούν ότι ο μέσος εργαζόμενος εργάζεται οκτώ ώρες για να εξασφαλίσει το ταπεινό του μεροκάματο και δυσανασχετούν με τις λίγες ώρες προπόνησης. Όταν μιλάμε για παιδεία και βαρβαρότητα, στην αντίληψη των παραπάνω υποχρεώσεων αναφερόμαστε. Μπορεί ένας αθλητής του στίβου να ελπίζει σε διάκριση, τηρώντας απλά κάποια γενικά προπονητικά προγράμματα του συλλόγου που ανήκει; Μόνος του αποφασίζει να υποβληθεί σε θυσίες, προσθέτοντας ώρες προπόνησης στο πρόγραμμά του. Έχει ανάγκη αυτός ο αθλητής να του επιβάλουν να μη διασκεδάσει μέχρι το πρωί παραμονή του αγώνα; Ο ποδοσφαιριστής γιατί υποχρεούται από τους κανονισμούς; Η απάντηση είναι απλή. Γιατί μπορεί να κρύψει την αδυναμία του μέσα στον αγωνιστικό χώρο, εξαιτίας της ιδιομορφίας τού ποδοσφαίρου ως άθλημα κι εξαιτίας του σχεδιασμού των κατηγοριών. Γιατί έχει μάθει να λειτουργεί σαν υπάλληλος χωρίς φιλοδοξίες, γνωρίζοντας ότι αυτό ισχύει και για τους υπόλοιπους, είτε συμπαίκτες είτε αντιπάλους. Όταν οι παίκτες, που έχουν αυτήν την νοοτροπία, αντιληφθούν ότι ο προπονητής έχει διάθεση για δουλειά, τον αντιμετωπίζουν σαν εχθρό. Οι παίκτες μπορούν να καταστρέψουν τον προπονητή· άλλα θα τους λέει και άλλα θα κάνουν μέσα στο γήπεδο μέχρι να τον διώξουν. Άλλωστε είναι πιο φθηνό ν' αλλάξεις προπονητή παρά ομάδα.

Η συνωμοσία του ελληνικού ποδοσφαίρου σ' αυτό το σημείο βρίσκεται. Όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει, αλλά κανένας δεν μιλάει. Προστατεύονται οι κρατικοί λειτουργοί και οι πρόεδροι, ενώ οι υπόλοιποι αποδέχονται το σύνολο των ευθυνών. Το μυστικό, δηλαδή, βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ατάλαντοι δέχονται να μοιράζονται μεταξύ τους τις ευθύνες, χωρίς να επιτρέπουν να ξεφεύγει απ' αυτό το επίπεδο καμία κατηγορία εναντίον των εργοδοτών τους. Κανένας απ' αυτούς δεν είναι άξιος να ορθώσει το ανάστημά του και να καταγγείλει τα κακώς κείμενα, αποδεχόμενος τις ευθύνες, επειδή σ' ό,τι αφορά την καριέρα του ελπίζει στην τύχη κι επενδύει στη δουλικότητα. Όποιος παραβεί τον άγραφο αυτό νόμο αποβάλλεται για πάντα από το χώρο του ποδοσφαίρου. Γι' αυτόν το λόγο ο προπονητής, όσο είναι ισχυρός, ρίχνει τις ευθύνες στους παίκτες, χωρίς να φοβάται. Οι παίκτες υπακούνε, γιατί η υπακοή τους εξασφαλίζει συνέχεια, είτε στην ίδια ομάδα είτε σε άλλες ομάδες, έστω και κατωτέρων κατηγοριών. Με την ίδια λογική και οι πρόεδροι τιμωρούν χωρίς φόβο τους προπονητές, προσφέροντάς τους ως αντάλλαγμα τη δυνατότητα να συνεχίσουν την καριέρα τους σ' άλλες ομάδες. Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε κάθε Κυριακή. Άσχετοι ποδοσφαιριστές περασμένης ηλικίας, καταλαμβάνουν θέσεις που θα έπρεπε να είναι διαθέσιμες στους νεαρούς που ξεκινούν την καριέρα τους. Άσχετοι προπονητές περιφέρονται επί δεκαετίες σαν τους γύφτους από ομάδα σε ομάδα, αναπαράγοντας τα ίδια άσχημα φαινόμενα. Αναδεικνύουν με το αζημίωτο ποδοσφαιριστές στις δικές τους ομάδες και προωθούν με το αζημίωτο επίσης ποδοσφαιριστές προς τις μεγάλες ομάδες.

Όταν ξεκινήσαμε την ανάλυση περί ποδοσφαιριστών και αναξιοκρατίας, είπαμε ότι θα προχωρήσουμε στην ανάλυση με έναν όχι τόσο συμβατικό τρόπο. Βλέποντας λοιπόν τι ακριβώς συμβαίνει με τους ποδοσφαιριστές στο ανώτατο επίπεδο, που αφορά τις εθνικές κατηγορίες, θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει στη βάση παραγωγής ποδοσφαιριστών. Θα πρέπει να καταλάβουμε γιατί δεν εμφανίζονται ταλέντα, τα οποία στη συνέχεια θ' αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που δημιουργεί το κατεστημένο. Ταλέντα δεν γεννά το ελληνικό ποδόσφαιρο για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει σχέση με τον τρόπο που λειτουργούν οι ερασιτεχνικές κατηγορίες
που είναι αυτές που γεννούν τα ταλέντα, ενώ ο δεύτερος έχει σχέση με την ίδια την ελληνική κοινωνία και με τον τρόπο που αυτή αντιλαμβάνεται ορισμένα πράγματα.

Το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο στην Ελλάδα είναι μια άλλη τραγική υπόθεση που γεννά θλίψη, εφόσον μέσα στα γρανάζια του συνθλίβονται όνειρα και φιλοδοξίες νέων ανθρώπων. Όλα τα κόμπλεξ και ο ρατσισμός της ελληνικής κοινωνίας
και ιδιαίτερα της επαρχίας βρίσκουν χώρο έκφρασης μέσα σ' αυτό που ονομάζουμε ερασιτεχνικό πρωτάθλημα. Όπως αντιλαμβάνονται κάποιοι λανθασμένα την έννοια του επαγγελματισμού, έτσι αντιλαμβάνονται λανθασμένα και την έννοια του ερασιτεχνισμού. Το κύριο πρόβλημα του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν έχει σχεδιαστεί με στόχους που να υπηρετούν το ποδόσφαιρο, παρά έχει σχεδιαστεί για να εκπληρώνουν τη ματαιοδοξία τους οι διάφοροι πλούσιοι της πλάκας και να συντηρείται η αναξιοκρατία, που είναι επιθυμητή από το σύστημα. Αν είχε στόχους να παράγει ποδοσφαιριστές, θα είχε ένα όριο σ' ό,τι αφορά την ηλικία των παικτών που συμμετέχουν σ' αυτό. Για ποιόν λόγο να μεριμνά η πολιτεία για ένα πρωτάθλημα, όπου αγωνίζονται τριαντάχρονοι χωρίς καμία προοπτική και στόχο;

Αυτά που συμβαίνουν στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο είναι ταυτόχρονα για γέλια και για κλάματα. Το μόνο που δεν βλέπει κάποιος είναι ποδόσφαιρο. Το σύνηθες είναι να δει είκοσι δύο "παίκτες" να βρίζονται να κλοτσιούνται και να φτύνονται. Γύρω από τις περιφράξεις
ελλείψει εξέδρων συγκεντρώνονται δυστυχισμένοι με χιλιάδες απωθημένα, που ασχολούνται με τις μανάδες, τις γυναίκες και τη σεξουαλικότητα, είτε των αντιπάλων παιχτών είτε των διαιτητών. Οι ομάδες συνθέτονται συνήθως στις καφετέριες των χωριών. Εκεί ο "ξερόλας" του χωριού, που είναι συνήθως ένα τεμπελόσκυλο και παντελώς ανυπόληπτος, αναλαμβάνει καθήκοντα προπονητή. Ξεκινά τη σύνθεση από τους κολλητούς και ομοίους του, που παίρνουν και τις καλύτερες θέσεις. Οι πιτσιρικάδες συμπληρώνουν την ομάδα. Αυτοί είναι χρήσιμοι για να φορτωθούν τις ευθύνες της ήττας, ενώ σε περίπτωση νίκης δεν διεκδικούν τη δόξα από τους ηρωικούς καραγκιόζηδες. Αυτή η ομάδα στη συνέχεια κατεβαίνει στο γήπεδο.

Τι μπορεί να κάνει μια τέτοια ομάδα; Από το κέντρο και μπροστά όλοι είναι ποδοσφαιρικά υπερήλικες, αγύμναστοι, εγωιστές, κομπλεξικοί και "φουγάρα". Η βία είναι θέμα χρόνου να εκδηλωθεί. Ο κομπλεξικός και εγωιστής παίκτης, μόλις αντιληφθεί ότι δεν τον βαστούν τα πόδια του, αρχίζει το "κλάδεμα". Δεν προλαβαίνει να πάει πρώτος στη μπάλα, αλλά προλαβαίνει σίγουρα να κλοτσήσει αυτόν που το καταφέρνει. Αυτό είναι το σενάριο του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της ελληνικής επαρχίας, που υποτίθεται γεννά τα ταλέντα. Οι θεατές από την άλλη πλευρά δεν έχουν απαιτήσεις, γιατί πρώτον δεν έχουν δει κάτι καλύτερο και δεύτερον επιτυγχάνουν το στόχο τους, που είναι η εκτόνωση, είτε του ρατσισμού τους είτε των απωθημένων τους. Βρίζουν όσο αντέχει η φωνή τους και φεύγουν υπερήφανοι και δικαιωμένοι, που το χωριό τους απέδειξε ότι είναι "ανώτερο" από το γειτονικό.

Με βάση αυτόν τον σχεδιασμό του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου είναι αδύνατον να παραχθούν ταλέντα. Αυτό που παράγεται είναι αυτό που επιβιώνει. Αυτός είναι νόμος της φύσης. Στην έρημο βρίσκεις κάκτους και όχι οπωροφόρα δέντρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβιώνουν αυτοί που βρίζουν, που κλοτσούν και φτύνουν. Το ελληνικό ποδόσφαιρο εξαιτίας αυτών παράγει μόνον βάρβαρους αμυντικούς, έτοιμους να τσακίσουν τα πόδια των ταλαντούχων. Βλέπεις κάτι εφήβους και τρίβεις τα μάτια σου. Εφήβους χωρίς αθωότητα, χωρίς ταπεινότητα και ευγένεια. Εφήβους που νομίζεις ότι στην καλύτερη περίπτωση μεγάλωσαν στο δρόμο. Εφήβους που μόλις αντιληφθούν τον ταλαντούχο παίκτη της άλλης ομάδας θέλουν να του σπάσουν τα πόδια. Παλικαράδες της συμφοράς, που θα διηγούνται με καμάρι το πώς "εξουδετέρωσαν" τον ταλαντούχο, που είχε την ατυχή έμπνευση να κάνει επίδειξη τεχνικής στο χωριό τους.

Αυτό που πρέπει να καταλάβει ο αναγνώστης είναι το αίτιο που γεννά αυτά τα φαινόμενα. Εμείς πρέπει να βρούμε τους λόγους που όλοι αυτοί υπάρχουν. Αν σ' όλες τις ομάδες υπήρχαν ταλαντούχοι που υπέφεραν από τους άσχετους, αργά ή γρήγορα θα τους απέβαλαν από τις ομάδες. Ο λόγος του ταλαντούχου
και άρα το όποιο "veto" του είναι πάντα πιο ισχυρός απ' αυτόν του ατάλαντου. Ο ταλαντούχος υπερασπίζεται τον αντίπαλο ταλαντούχο όταν υποφέρει, γιατί συμπάσχει και υπολογίζει στην αλληλοϋποστήριξη. Το πρόβλημα σ' αυτό το σημείο εμφανίζεται. Οι ταλαντούχοι είναι ελάχιστοι και δεν μπορούν να επιβάλλουν τους κανόνες συμπεριφοράς μέσα στο γήπεδο. Η συμπεριφορά καθορίζεται απ' αυτούς, που, όπως είδαμε πιο πάνω, λόγω ηλικίας δεν έχουν δυνάμεις και αγωνίζονται αντιαθλητικά. Εξαιτίας αυτών επιβιώνουν μόνον οι νεαροί που έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Βλέπουμε λοιπόν ότι το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι να καθοριστεί ένα ανώτατο όριο ηλικίας σ' ό,τι αφορά τους παίκτες που συμμετέχουν στο ερασιτεχνικό πρωτάθλημα. Ένα τέτοιο όριο είναι η ηλικία των είκοσι ετών. Αν κάποιος έχει δυνατότητες, μπορεί να συνεχίσει στο επαγγελματικό επίπεδο. Αν δεν έχει αυτές τις δυνατότητες, δεν υπάρχει λόγος να συνεχίζει, καταλαμβάνοντας θέση πολύτιμη για κάποιον άλλο. Η πολιτεία, που θέλει να μεριμνά για την παραγωγή ταλέντων, θα πρέπει να ενδιαφέρεται γι' αυτό το πρωτάθλημα. Δεν έχει καμιά υποχρέωση απέναντι στους ατάλαντους που θέλουν να συνεχίζουν. Όποιος θέλει να "παίζει μπάλα" από εκείνο το σημείο κι έπειτα, να μαζεύει τους φίλους του και να το κάνει, χωρίς να έχει απαιτήσεις από την πλευρά της πολιτείας.

Ένας άλλος τομέας που πρέπει να υπάρξει μέριμνα είναι αυτός της παιδείας των ποδοσφαιριστών. Από τη στιγμή που η υποχρεωτική παιδεία υφίσταται σ' αυτήν τη χώρα, θα πρέπει η πολιτεία να θέσει ορισμένους περιορισμούς σ' ό,τι αφορά το οργανωμένο απ' αυτήν ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο. Αν δεν υπήρχε οργανωμένο σύστημα παιδείας, θα υπήρχε πρόβλημα, εφόσον κάποιοι θα αδικούνταν. Από τη στιγμή όμως που υπάρχει, είναι μέσα στις δυνατότητες της πολιτείας να το επιβάλλει ως απαραίτητη προϋπόθεση. Αυτό γίνεται με την ίδια λογική και μέσα στα ίδια νομικά πλαίσια που ισχύουν για τις υπηρεσίες του κράτους, όπου απαιτείται ως προϋπόθεση πρόσληψης ένα minimum επίπεδο παιδείας. Δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να επιτρέπει σ' αυτό το πρωτάθλημα τη συμμετοχή παικτών, που δεν παρακολουθούν τις βαθμίδες της εκπαίδευσης που αντιστοιχούν στις ηλικίες τους. Γιατί να το κάνει αυτό; Μήπως αυτοί που τελειώνουν το λύκειο είναι μορφωμένοι; Ή μήπως είμαστε ρατσιστές; Ο στόχος είναι σ' αυτήν την περίπτωση πολλαπλός. Ο κύριος στόχος είναι ν' αλλάξει όλη η φιλοσοφία των παικτών περί ποδοσφαίρου και περί ποδοσφαιρικής καριέρας. Θα πρέπει, όταν κάποιος εγκαταλείπει την ερασιτεχνική κατηγορία, να μπαίνει στην αγορά εργασίας κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους υπόλοιπους νέους. Δεν θα πρέπει να έχει εγκαταλείψει τα πάντα, με αποτέλεσμα να εξαρτάται η επιβίωσή του αποκλειστικά από το ποδόσφαιρο. Αν έχει δυνατότητες
και ασφαλώς τύχη να συνεχίζει την πορεία του. Αν όχι, να μην τον καταδικάζει η ποδοσφαιρική του επιλογή, παρά να είναι ότι για άλλους νέους η μουσική, τα χόμπι κλπ.. Το ποδόσφαιρο και ό,τι αυτό υπόσχεται, θα πρέπει ν' αποτελεί κίνητρο για τους νέους να μορφωθούν και όχι ν' αποτελεί άλλοθι για να εγκαταλείψουν το σύστημα εκπαίδευσης.

Ένας άλλος λόγος, εξίσου σημαντικός, αφορά την επαρχία, που είναι η κύρια πηγή ταλέντων. Στις ερασιτεχνικές κατηγορίες συμμετέχουν τα χωριά με τις ομάδες τους. Οι προδιαγραφές σ' ό,τι αφορά την ηλικία και την παιδεία των ποδοσφαιριστών θ' αποτελέσει το αίτιο αλλαγής πολλών πραγμάτων. Σήμερα τα χωριά, μικρά ή μεγάλα, μπορούν να συμμετέχουν στις ερασιτεχνικές κατηγορίες, εφόσον εύκολα ή δύσκολα συνθέτουν ομάδες στις προδιαγραφές αυτών των κατηγοριών. Με τις νέες προδιαγραφές που θέτουμε, αυτή η δυνατότητα δεν θα υπάρχει. Τα μικρά χωριά αργά ή γρήγορα δεν θα μπορούν ν' αντεπεξέλθουν. Τι θα γίνει όμως; Θα πάψουν να έχουν ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο; Θα πάψουν να ενδιαφέρονται για την ποδοσφαιρική τους αντιπροσώπευση; Όχι βέβαια. Αυτό που θα γίνει θα είναι ότι θ' αρχίσουν ν' αναζητούν παίκτες από τα γειτονικά αστικά κέντρα ή χωριά, που δεν ανήκουν στο δυναμικό των αντίστοιχων ομάδων. Αυτό θα οδηγήσει στην εξιδανίκευση της κατάστασης για τους εξής λόγους. Ο πρώτος και κυριότερος είναι ότι θα επιβάλλεται οι τοπικοί οπαδοί ν' αλλάξουν συμπεριφορά. Θα φιλοξενούν παιδιά του σχολείου, που αγωνίζονται για να τους ευχαριστήσουν. Αυτά τα παιδιά όμως δεν πρέπει να τα τρομάζουν με την ακραία συμπεριφορά, γιατί θα τους εγκαταλείψουν. Δεν είναι παιδιά τού χωριού που νιώθουν ασφάλεια λόγω των συγγενικών σχέσεων. Όταν τα απειλεί και τα βρίζει κάποιος δεν ανταποδίδουν γιατί φοβούνται. Εξαιτίας αυτού του φόβου όμως φεύγουν. Οι οπαδοί αργά ή γρήγορα θ' αντιληφθούν ότι η κόσμια παρουσία τους θα είναι απαραίτητη, αν θέλουν να ελπίζουν σ' αντιπροσώπευση. Ανάμεσα σ' αυτούς θα βρίσκονται οι γονείς των παιδιών οι οποίοι δεν "συμπάσχουν". Στο γήπεδο πηγαίνουν για να παρακολουθήσουν τα παιδιά τους ν' αγωνίζονται και όχι να τα βρίζει και να τα κτυπά ο κάθε κομπλεξικός. Δεν τους ενδιαφέρει καμία προϊστορία μεταξύ των χωριών και κατά συνέπεια δεν δικαιολογούν καταστάσεις πάθους και άρα ακρότητες.

Μια άλλη αλλαγή που θα προκύψει θα έχει σχέση και με τον προπονητικό τομέα. Τα παιδιά που πάνε σχολείο έχουν εξοικείωση με την έννοια της εκπαίδευσης και έχουν μάθει ν' αναζητούν λύσεις στα όποια προβλήματα αντιμετωπίζουν. Οι λύσεις όμως, για να δοθούν, θα πρέπει να υπάρχουν γνώσεις. Αυτό σημαίνει αυτόματα ότι ο γνωστός "ξερόλας" του χωριού θα πρέπει να εγκαταλείψει τις προπονητικές του φιλοδοξίες. Οι βρισιές, οι φωνές και τα συνθήματα δεν είναι γνώση. Είναι θέμα χρόνου, εξαιτίας της στάθμης των παιδιών, να υπάρξουν απαιτήσεις και σ' ό,τι αφορά τη στάθμη των προπονητών. Είναι θέμα χρόνου να στραφούν οι τοπικοί οπαδοί και παράγοντες προς την αναζήτηση μορφωμένων παιδιών με γνώσεις εξειδικευμένες. Θα γίνει δηλαδή αυτό που δήθεν επιθυμεί η πολιτεία σήμερα και που είναι να παράγονται προπονητές μέσα στις γυμναστικές ακαδημίες. Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι το πτυχίο, παρά οι εξειδικευμένες γνώσεις, που συνοδεύονται και από μια ευρύτερη παιδεία. Μπορεί κάλλιστα και ένας μη πτυχιούχος
αν είναι ταλαντούχος να γίνει προπονητής. Απλά αυτός θα έχει πρόβλημα αν είναι γενικότερα απροετοίμαστος ν' αντιμετωπίσει τους παίκτες του.

Back to content | Back to main menu