Κορυφή σελίδας
Τηλεόραση - πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Τηλεόραση - πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Τηλεόραση - πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι

14 Αυγούστου 2000

Ο απλός άνθρωπος, μη έχοντας τη γνώση και την ευφυΐα των διεστραμμένων και ακριβοπληρωμένων δούλων, έπεσε θύμα μιας φοβερής κατάστασης. Η τηλεόραση μπήκε σε κάθε σπίτι, εκτελώντας καθήκοντα σπιούνου. Είναι τα μάτια και τ αυτιά της εξουσίας μέσα στον πλέον προσωπικό χώρο του ανθρώπου. Υπηρέτης δύο αφεντάδων με συγκρουόμενα συμφέροντα. Υπηρετεί ταυτόχρονα και τον άνθρωπο και τους δυνάστες του. Μια παροιμία όμως λέει ότι... «το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται»... και σ αυτήν την περίπτωση είναι ιδανική στο να περιγράψει τα συμβαίνοντα.

Η μεγάλη σιγουριά του συστήματος για τη γνώση του το οδήγησε σε ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματά του. Η απληστία του για πληροφορίες και για έλεγχο των ανθρώπων, το έκαναν να καλλιεργήσει την τηλεόραση. Ήταν μέγα σφάλμα του η ανάπτυξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Θεωρητικά μπορεί να κατόρθωσε το ακατόρθωτο
που είναι η είσοδός του στο κάστρο του ανθρώπου, που είναι το σπίτι του πρακτικά όμως πλήρωσε μεγάλο τίμημα. Σ αυτό το σημείο μπαίνει ο παράγων απληστία. Οι παράλληλοι κόσμοι εύκολα ή δύσκολα ελέγχονταν. Η γνώση που είχε το σύστημα του επέτρεπε όπως αποδείχθηκε μέσα στους αιώνες να ελέγχει τον κόσμο. Μπορεί να μην γνώριζε απόλυτα τι σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο από τη στιγμή που κατορθώνει σχεδόν πάντα να επιβάλλεται. Το σύστημα, καλλιεργώντας την τηλεόραση, έχασε δύο καθοριστικές δυνατότητες για την επιβίωσή του. Στερήθηκε της δυνατότητας να δημιουργεί ανθρώπουςμύθους και έχασε τον έλεγχο της επαρχίας.

Θα δούμε τα πράγματα με τη σειρά, ώστε ν
αντιληφθούμε τι συμβαίνει. Η τηλεόραση δίνει λειτουργικά χαρακτηριστικά Θεού στους ανθρώπους που προβάλλει, αλλά ταυτόχρονα τους θέτει ενώπιον της κρίσης του κόσμου. Το σύστημα, γνωρίζοντας τις ανάγκες και τις αγωνίες των ανθρώπων, κατασκεύαζε επί αιώνες σωτήρες. Οι άνθρωποι άκουγαν γι αυτούς ό,τι τους αφηγούνταν οι δούλοι του συστήματος. Οι τελευταίοι εξωράιζαν αυτές τις μορφές και έβαζαν στο στόμα των «σωτήρων» λόγια που ήταν προϊόντα υψηλής ποιότητας και επεξεργασίας. Δημιουργούσαν με λίγα λόγια έναν μύθο γύρω από τα πρόσωπα που κάθε φορά ζητούσαν από τον κόσμο είτε την πίστη του είτε την ψήφο του. «Κατασκευάζονταν» «άγιοι θαυματοποιοί» που κανένας δεν είχε δει τα θαύματά τους, αλλά όλοι τα γνώριζαν. «Κατασκευάζονταν» «σωτήρες» πολιτικοί, που οι άνθρωποι τους λάτρευαν χωρίς να τους γνωρίζουν.

Η τηλεόραση στέρησε από το σύστημα τη δυνατότητα να δημιουργεί πρόσωπαμύθους. Όποιος ενδιαφέρει τον κόσμο εμφανίζεται στην τηλεόραση και κρίνεται. Η απομυθοποίηση είναι θέμα χρόνου να συμβεί, από τη στιγμή που τα προβλήματα είναι ανίκητα και οι σοφιστείες προκλητικές. Οι άνθρωποι βλέπουν τους πολυδιαφημισμένους δούλους να ιδρώνουν μπροστά στις κάμερες, να μπερδεύουν τα λόγια τους, να λένε ηλιθιότητες, να λένε ψέματα ή να εκνευρίζονται όταν οι ερωτήσεις δεν τους ευνοούν και στη συνέχεια κρίνουν. Η ανθρώπινη συμπεριφορά των υποτιθέμενων «σωτήρων» δεν επιτρέπει την καλλιέργεια τέτοιων μύθων. Ακόμα και ο πιο χαρισματικός άνθρωπος δεν έχει τη δυνατότητα να δείχνει πάντα τέλειος μπροστά στην κάμερα. Η μια φορά που δεν θα το καταφέρει τον περιορίζει στο επίπεδο του ανθρώπου και σ
αυτό το σημείο καταστρέφεται ο μύθος.

Το σύστημα όλα αυτά τα γνωρίζει, αλλά τα υποτίμησε. Αισθανόμενο την ασφάλεια της γνώσης, νόμισε ότι μπορεί να επωφεληθεί με άλλο τρόπο. Πόνταρε στην υπερπαραγωγή «σωτήρων», που θα καθήλωνε τους ανθρώπους στο επιθυμητό επίπεδο. Μέχρι να απομυθοποιηθεί ο ένας, κάποιος άλλος θα διεκδικούσε τη θέση του. Φαινομενικά, εκτός των άλλων, κέρδισε και έναν ευκολότερο έλεγχο απέναντι στους ίδιους τους «σωτήρες» και δημιούργησε επιπλέον έναν τεράστιο στρατό υποψηφίων «σωτήρων» με χαρακτηριστικά δουλικότητας άνευ προηγουμένου. Όλοι θέλουν να γίνουν Θεοί της μιας νύχτας και είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα γι
αυτό. Αυτό όμως που πραγματικά έχασε το σύστημα είναι ένα ισχυρό δυναμικό, που η ύπαρξή του δίνει βαρύτητα στο σύστημα και αδράνεια στην κοινωνία. Έχασε το «βαρύ πυροβολικό» του, που ήταν άνθρωποι με μεγάλο «ειδικό βάρος» και που οι άνθρωποι τους σεβόντουσαν, ανεξάρτητα από το πόσο καλά τους γνώριζαν. Αυτό το δυναμικό χρησιμοποιούσε το σύστημα για να επηρεάσει τους ανθρώπους υπέρ των συμφερόντων του. Αυτοί οι άνθρωποι αναλάμβαναν να πείσουν τον κόσμο για την ορθότητα των επιλογών του συστήματος.

Πολλοί ισχυρίζονται σήμερα, εξαιτίας της άγνοιας των παραπάνω, ότι η εποχή μας στερείται μεγάλων ανδρών. Δεν υπάρχουν οι «άγιοι» ή οι «μεγάλοι ηγέτες» άλλων εποχών. Αυτό είναι λάθος, γιατί οι άνθρωποι κινούνται πάντα στα ίδια πλαίσια και αυτό που διαφέρει είναι ο τρόπος που αυτοί παρουσιάζονται. Οι παλαιότεροι «άγιοι» ή «ηγέτες» ήταν το ίδιο άσχετοι και άχρηστοι μ
αυτούς που σήμερα αντέχουν ελάχιστες ημέρες. Απλά ήταν πιο τυχεροί, γιατί η απομυθοποίησή τους ήταν δύσκολη υπόθεση και τις περισσότερες φορές δεν γινόταν, γιατί το σύστημα έχει συμφέρον να προστατεύει τα πρόσωπα που το υπηρετούν. Εύκολα προστατεύονται άνθρωποι που ο κόσμος δεν τους γνωρίζει και στηρίζει την άποψή του γι αυτούς σε φήμες. Αν σ αυτό συνυπολογιστεί ότι οι περισσότεροι απ αυτούς ήταν και βιολογικώς νεκροί όταν γινόταν διάσημοι και άρα κρινόταν, τότε εύκολα αντιλαμβανόμαστε τη δυσκολία.

Όμως, η εσφαλμένη επιλογή της εξέλιξης της τηλεόρασης δεν περιορίζεται μόνον στα παραπάνω. Το σύστημα, εξαιτίας της τηλεόρασης, κατέστρεψε
και αυτό είναι τραγικό για το μέλλον του τον γενικότερο σχεδιασμό που του δίνει δύναμη. Από την εποχή της Βαβυλώνας ως λίγα χρόνια πριν, το σύστημα είχε αναπτύξει δύο διαφορετικούς τύπους συμπεριφορών που το ευνοούσαν απόλυτα. Γνώριζε τις διαφορές μεταξύ επαρχίας και αστικών κέντρων και τις καλλιεργούσε για λόγους συμφέροντος. Ο έλεγχος των ανθρώπων επιτυγχάνονταν με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το πού κατοικούσαν, κι αυτό απαιτούσε την ανάπτυξη διαφορετικής συμπεριφοράς. Στην επαρχία των μικρών πληθυσμιακών συγκεντρώσεων κυριαρχούσε ένας αυστηρός λόγος, που οδηγούσε σε συντηρητισμό και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το σύστημα, έχοντας δικούς του ανθρώπους στο σύνολο των θέσεων εξουσίας, έλεγχε τους ανθρώπους, ευνοώντας συστηματικά τους θρησκόληπτους και τους εθνικιστές. Καλλιεργούσε με αυστηρό τρόπο την παράδοση, πολεμούσε τις εκτός γάμου σχέσεις και επένδυε στη σεξουαλική πείνα των επαρχιωτών. Την απαιτούμενη κοινωνική συσπείρωση και τον έλεγχο των μαζών τον επιτύγχανε με τη βοήθεια του εθνικισμού, που μετατρέπει το λαό σε εύκολα ελεγχόμενο όχλο. Στην επαρχία, όπου η οικονομία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη γη, εύκολα τρομάζεις τους ανθρώπους με εχθρούς που έχουν εδαφικές διεκδικήσεις.

Από την άλλη πλευρά, ο έλεγχος των αστικών κέντρων γινόταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Τον ρόλο της παράδοσης τον αντικατέστησε με την καλλιέργεια της ταξικής συνείδησης των ανθρώπων. Ο λόγος του συστήματος δεν μπορούσε να είναι αυστηρός και ως εκ τούτου και το φαινόμενο της σεξουαλικής πείνας δεν ήταν καθοριστικός παράγοντας. Αναφερόμαστε στην σεξουαλική πείνα, γιατί επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά του ανθρώπου και ως εκ τούτου επηρεάζει τη γενικότερη κοινωνική λειτουργία. Εξαιτίας αυτών των διαφορών, ο έλεγχος των μαζών στα αστικά κέντρα επιτυγχάνονταν με διαφορετικό τρόπο και σε δύο ξεχωριστές φάσεις. Καλλιεργούνταν σε πρώτη φάση ένας ταξικός ρατσισμός, που στη συνέχεια
και άρα σε δεύτερη φάση μετατρέπονταν σε εθνικισμό. Ο λαός πρώτα χωριζόταν σε μικρούς όχλους ταξικού χαρακτήρα και στη συνέχεια σε όχλο με όμοια χαρακτηριστικά μ αυτά της επαρχίας.

Η τηλεόραση κατέστρεψε αυτόν τον σχεδιασμό, γιατί δεν ξεχωρίζει τους ανθρώπους με τα πιο πάνω κριτήρια, παρά απευθύνεται σε όλους. Η εμβέλειά της, που καλύπτει το σύνολο μιας επικράτειας, καθώς και οι κοινές εκπομπές σε επαρχία και αστικά κέντρα, δημιούργησαν μια πρωτόγνωρη όσο και επικίνδυνη για το σύστημα κατάσταση. Η τηλεόραση δίνει ομοιογένεια στους χώρους που καλύπτει και καταστρέφει τον σχεδιασμό που προκύπτει από τον διαφορετικό λόγο που χρησιμοποιεί το σύστημα για την εύρυθμη λειτουργία του. Το σύστημα εξουσίας, από τη στιγμή που αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την τηλεόραση, βρέθηκε μπροστά σ
ένα τεράστιο δίλημμα, εφόσον έπρεπε να επιλέξει τον κατάλληλο λόγο που θα χρησιμοποιούσε ως κοινό σε επαρχία και αστικά κέντρα. Έχοντας γνώση του κέρδους, που προκύπτει από την τεράστια ισχύ της τηλεόρασης, δεν δίστασε να πάρει το μεγάλο ρίσκο. Χρησιμοποίησε έναν λόγο πιο προοδευτικό απ αυτόν που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε στην επαρχία και σημαντικά πιο συντηρητικό απ αυτόν που χρησιμοποιούσε στα αστικά κέντρα.

Το ρίσκο το πήρε, χωρίς να υπολογίσει δύο καθοριστικούς παράγοντες. Ο πρώτος παράγοντας έχει σχέση με τη δύναμη της εικόνας και άρα της τηλεόρασης να μεταφέρει μηνύματα. Ο δεύτερος παράγοντας έχει σχέση με την αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας. Σ
ό,τι αφορά τον πρώτο παράγοντα πίστεψε λανθασμένα ότι ο έλεγχος της τηλεόρασης θα ήταν αποκλειστικά δικό του προνόμιο και δεν προέβλεψε ότι αργά ή γρήγορα θα εμπλεκόταν σ αυτήν την υπόθεση και το οικονομικό κεφάλαιο. Ο τηλεθεατής είναι πολίτης που το σύστημα θέλει να τον ελέγχει, αλλά ταυτόχρονα είναι και καταναλωτής που το κεφάλαιο θέλει να εκμεταλλευτεί. Η σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ κεφαλαίου και εξουσίας είναι καθοριστικής σημασίας, γιατί, έχοντας διαφορετικούς στόχους, οδηγούνται σε μια σύγκρουση με απρόβλεπτα χαρακτηριστικά και απρόβλεπτες επίσης συνέπειες. Οι διαφορετικοί στόχοι που οδήγησαν στη σύγκρουση είναι οι εξής: Το σύστημα θέλει απλά να έχει στη διάθεσή του την υποδομή να μεταφέρει την προπαγάνδα του μέσα στην κοινωνία. Το κεφάλαιο, από την άλλη πλευρά, αναζητά την υψηλότερη τηλεθέαση. Η σύγκρουση είναι αδύνατον να μην ακολουθήσει, από τη στιγμή που ο στόχος της τηλεθέασης επιτυγχάνεται με την πρόκληση του ενδιαφέροντος του τηλεθεατή.

Το σύστημα ενδιαφερόταν απλά να περάσει μέσα στο κάθε σπίτι έναν «υπηρέτη» του, που θα μετέφερε αποκλειστικά τη δική του άποψη στο σύνολο των θεμάτων που απασχολούν τον άνθρωπο και την κοινωνία του. Με τη βοήθεια της τηλεόρασης δεν ήταν ανάγκη να πηγαίνει ο άνθρωπος, είτε στην εκκλησία είτε στις κομματικές συγκεντρώσεις, για να ακούει το αντίστοιχο κήρυγμα. Οι ιερείς και οι πολιτικοί έμπαιναν μέσα στα σπίτια των ανθρώπων και προωθούσαν τα συμφέροντά τους. Η απόδοση ήταν η μέγιστη, εφόσον απευθύνονταν σ
όλη την οικογένεια και όχι στα συγκεκριμένα μέλη της, που μέχρι εκείνη την εποχή δραστηριοποιούνταν στους αντίστοιχους τομείς. Ήταν απόλυτα φυσικό τον πρώτο καιρό της τηλεόρασης ωφελημένη να είναι μόνο η επαρχία από τον στοιχειωδώς προοδευτικότερο λόγο που χρησιμοποιούσε το σύστημα μέσω της τηλεόρασης, έναντι του λόγου των τοπικών αντιπροσώπων των διαφόρων εξουσιών. Η τηλεόραση γι αυτόν τον λόγο είχε στην αρχή της πορείας της μεγαλύτερη απήχηση στην επαρχία, ενώ για τα αστικά κέντρα ήταν στην καλύτερη περίπτωση μια βαρετή υπόθεση.

Ο άνθρωπος, έχοντας την τάση ν
αναζητεί λύσεις και άρα ν αναζητεί έναν προοδευτικότερο λόγο, άρχισε να θεοποιεί την τηλεόραση. Για τους επαρχιώτες ό,τι προέρχονταν από την τηλεόραση ήταν νόμος, εφόσον δικαιολογούσε συμπεριφορές που μέχρι τότε ήταν απαγορευμένες. Άρχισε να χαλαρώνει τα ήθη και να παρακάμπτει τη μέχρι τότε παράδοση που η εξουσία χρησιμοποιούσε για τον έλεγχο των ανθρώπων. Τα όσα πρόβαλλε η τηλεόραση άρχισαν να υποκαθιστούν την παράδοση. Συνέφερε στους επαρχιώτες το προτεινόμενο απ αυτήν μοντέλο ζωής και άρχισαν να την αντιμετωπίζουν σαν μια ιδιότυπη παράδοση, όπου μέσα σ αυτήν υπήρχε το σωστό ή το λάθος, το αποδεκτό και το μη αποδεκτό. Το σύστημα εξουσίας αντιλήφθηκε τη συνήθεια αυτή των ανθρώπων, αλλά την υποτίμησε. Δεν μπόρεσε να προβλέψει τι μπορεί να προκύψει απ αυτήν την συνήθεια που είναι εκμεταλλεύσιμη και δεν αφορά μόνον τους επαρχιώτες, αλλά και τους κατοίκους των αστικών κέντρων.

Σ
αυτό το σημείο εμφανίζεται και το κεφάλαιο που διεκδικεί μερίδιο από το κέρδος. Γνωρίζοντας ότι το μέγιστο κέρδος βρίσκεται στην κατανάλωση των κατοίκων των αστικών κέντρων που είναι οικονομικώς ισχυρότεροι, προσπάθησε να τους παρασύρει. Πώς όμως μπορούσε να συμβεί αυτό; Απλά έπρεπε να μετατρέψει την τηλεόραση από μια βαρετή υπόθεση γι αυτούς σε κάτι πιο ενδιαφέρον. Για να συμβεί όμως αυτό όπως συμβαίνει πάντα με τους ανθρώπους θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένας προοδευτικότερος λόγος. Άρχισαν λοιπόν να πλειοδοτούν με στόχο την προσέλκυση του ενδιαφέροντος των ανθρώπων. Στην περίπτωση της επαρχίας τα πράγματα όπως είδαμε ήταν εύκολα, γιατί αρκούσε ένα χαρισματικό πρόσωπο, που, χωρίς να λέει τίποτε διαφορετικό από τα συνηθισμένα, προσέλκυε τους ανθρώπους. Οι επαρχιώτες δεν είχαν ξαναδεί χαρισματικούς χρήστες του λόγου, σε αντίθεση με τους κατοίκους των αστικών κέντρων. Είχαν την αίσθηση ότι ανακαλύπτουν έναν νέο κόσμο, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν ο κόσμος των μεγαλουπόλεων. Απλά έβλεπαν τους καλύτερα εκπαιδευμένους προπαγανδιστές, οι οποίοι μέχρι τότε αναλάμβαναν τους τρομερά πιο καχύποπτους και ισχυρούς στον τομέα της γνώσης πολίτες των αστικών κέντρων. Έβλεπαν με λίγα λόγια τις «σειρήνες» των μεγαλουπόλεων.

Η τηλεόραση γι
αυτόν το λόγο ήταν βαρετή στα αστικά κέντρα. Δεν είχε κανένα λόγο ένας άνθρωπος της μεγαλούπολης να βλέπει μέσα στο σπίτι του αυτούς που έβλεπε στις γειτονιές του. Οι «χαρισματικοί» μέσα στα αστικά κέντρα δεν απειλούσαν την επιθυμητή για το σύστημα κατάσταση, παρά τη συντηρούσαν. Αντιπροσώπευαν πολλές διαφορετικές κοινωνικές ομάδες που το σύστημα θεωρούσε νόμιμες και τις εκμεταλλεύονταν. Αντίθετα στην επαρχία αυτοί οι ίδιοι ήταν ανατροπείς της συντήρησης, γιατί το σύστημα μέχρι τότε καθήλωνε σ ένα κοινό επίπεδο τους πάντες, χωρίς ν ανέχεται οτιδήποτε απειλούσε αυτήν την κατάσταση. Από τη στιγμή όμως που το κεφάλαιο ενδιαφέρεται να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ανθρώπων των μεγαλουπόλεων, τα πάντα γίνονται επικίνδυνα για την εξουσία. Στο όνομα της αποδοτικής διαφήμισης άρχισαν να παίρνουν οι κεφαλαιοκράτες επικίνδυνες αποφάσεις για την εξουσία. Άρχισαν ν αναζητούν ανθρώπους που το κοινό των μεγαλουπόλεων πλέον θα έβρισκε ενδιαφέροντες. Αυτοί όλοι με τον λόγο τους και τις συνήθειές τους έκαναν το σύστημα να εκνευρίζεται. Όλοι αυτοί απειλούσαν το σύνολο του σχεδιασμού που το σύστημα είχε αναπτύξει. Έχοντας ως στόχο το σύνολο των τηλεθεατώνκαταναλωτών των αστικών κέντρων, ανέπτυξαν έναν νέο λόγο και δημιούργησαν νέα πρότυπα κοινά για όλους κι αυτό απειλούσε τους ταξικούς διαχωρισμούς που καλλιεργούσαν οι πολιτικοί και οι συνδικαλιστές στις μεγαλουπόλεις. Επειδή όμως κανένα κοινό πρότυπο δεν μπορεί να νικήσει την οικονομική ανισότητα που συντηρεί τις ταξικές διαφορές, η ζημιά του συστήματος στα αστικά κέντρα ήταν και είναι σοβαρή εξαιτίας της τηλεόρασης, αλλά όχι καθοριστική.

Στην περίπτωση της επαρχίας όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η ζημιά που υπέστη το σύστημα είναι τεράστια και καθοριστική. Η τηλεόραση στην επαρχία έφερε μια επανάσταση και άλλαξε ριζικά το σύνολο των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Αν αναλογιστούμε και το γεγονός ότι στην επαρχία τα προβλήματα δεν είναι πολυσύνθετα, όπως στα αστικά κέντρα, τότε αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο για τους πάσης φύσεως κρατούντες. Για να καταλάβει ο αναγνώστης το μέγεθος αυτού του κινδύνου, θα πρέπει να σκεφτεί τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ επαρχίας και μεγαλουπόλεων. Στην επαρχία τα μεγέθη είναι μικρά και δεν τρομάζουν. Δεν υπάρχουν τα προβλήματα (ταξικά, κοινωνικά κλπ.) σε τέτοιο βαθμό ανεπτυγμένα, που να δικαιολογείται η λογική του αναγκαίου κακού. Δεν υπάρχουν οι συνθήκες που συντηρούν τα ταξικά μίση και αποπροσανατολίζουν τους ανθρώπους. Στην επαρχία τα πράγματα είναι απλά. Από τη μια πλευρά είναι οι φορείς της εξουσίας και από την άλλη πλευρά όλοι οι υπόλοιποι. Το σύστημα εξουσίας γι
αυτόν τον λόγο ήταν αυστηρό στην επαρχία και διατηρούσε στο απυρόβλητο τους ανθρώπους του^ μια προστασία τόσο τρομερή, που δημιουργούσε ταμπού. Ήταν ταμπού για τον επαρχιώτη να κατηγορήσει τον παπά, τον αστυνομικό ή τον δάσκαλο. Στα αστικά κέντρα η προστασία των παραπάνω δεν ήταν επιβεβλημένη, γιατί δεν μπορούσε να είναι αποτελεσματική και επιπλέον οδηγούσε σε σύγκρουση τέτοια, που απειλούσε την αξιοπιστία του ίδιου του συστήματος. Γι αυτόν τον λόγο δεν μπορούσε και δεν ήθελε να προστατέψει το σύστημα τους διεφθαρμένους υπηρέτες του.

Ας δούμε τους αστυνομικούς για παράδειγμα. Στα αστικά κέντρα μπορούσε ο καθένας να μιλάει εναντίον τους, γιατί απλούστατα οι ανάγκες των μεγαλουπόλεων τους έκαναν απαραίτητους. Στη επαρχία όμως, που δεν υπάρχουν αυτές οι ανάγκες και οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται πιο απλά τα πράγματα, είναι επικίνδυνο ν
αναπτύσσουν τέτοιες απόψεις. Η αμφισβήτηση είναι ταυτόχρονα και αφορισμός με απρόβλεπτες συνέπειες. Από τη στιγμή μάλιστα που η τηλεόραση στο μυαλό του ανθρώπου είναι συνδεδεμένη με το σύστημα και τη νομιμότητα και οι άνθρωποι σε γενικές γραμμές την εμπιστεύονται, οι «χαρισματικοί» αστέρες της τηλεόρασης απειλούν τα πάντα.

Στο όνομα της υψηλής τηλεθέασης
και άρα στο όνομα της αποτελεσματικής διαφήμισης μπήκαν στην τηλεόραση και άρα στα σπίτια των ανθρώπων απόψεις αιρετικές για το σύστημα. Με τη λογική του ό,τι πουλάει το προβάλλουμε, άρχισαν να προβάλλονται άνθρωποι που το σύστημα τους είχε διατηρήσει στο περιθώριο τα προηγούμενα χρόνια. Με τις ευλογίες της τηλεόρασης άρχισε η μεγάλη απομυθοποίηση των ιερών και οσίων του συστήματος. Η επαρχία είδε τον κόσμο ν αλλάζει με τέτοια ταχύτητα που όμοιά της δεν παρατηρήθηκε σε καμία επανάσταση. Άρχισε ν απορροφά γνώση και να ευθυγραμμίζεται σε νοοτροπία και συμπεριφορά με τα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο κίνδυνος για το σύστημα έγινε τεράστιος γιατί έχασε τον κύριο μοχλό πίεσης εναντίον των κοινωνικών αγώνων, που είναι η συντηρητική επαρχία. Δεν μπορεί να χρησιμοποιεί πλέον την επαρχία για τον έλεγχο της εξουσίας και την καθήλωση της κοινωνίας στο χαμηλότερο δυνατό σημείο. Αν σ αυτό συνυπολογιστεί και η απώλεια της δυνατότητας και πάλι λόγω της τηλεόρασης να δημιουργεί ανθρώπους μύθους, τότε τα πράγματα είναι τραγικά για το ίδιο.

Η κοινωνία απέκτησε μια τρομερή ομοιογένεια που την καθιστά επικίνδυνα ευμετάβολη. Δεν ξέφυγε από τον έλεγχο του συστήματος, αλλά είναι δυνατόν να ξεφύγει πλέον, εφόσον έχασε την αδράνεια που της προσέδιδε η ύπαρξη της συντηρητικής επαρχίας και που ήταν αυτή που προστάτευε το σύστημα. Το τελικό χτύπημα το δέχτηκε η εξουσία με την ανάπτυξη της ιδιωτικής τηλεόρασης. Ακόμα και τα λίγα που μπορούσε να προστατέψει, κάποιοι τα ξεπούλησαν για να πουλήσουν περισσότερα απορρυπαντικά.


Σ
αυτό το σημείο γίνεται αντιληπτό αυτό που είπαμε πιο πάνω ότι το σύστημα υποτίμησε την αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας. Οι αποφάσεις πάρθηκαν όταν η τηλεόραση ήταν σε πρωτόγονη κατάσταση και η λειτουργία της ήταν πολυδάπανη και απαιτούσε την κρατική υποστήριξη. Η εξουσία νόμισε ότι θα ήταν για πάντα απαραίτητη και ότι το κεφάλαιο θα την είχε ανάγκη, με τον ίδιο τρόπο που την έχει ανάγκη στον τομέα των τεχνικών υποδομών. Δεν γνώριζε ότι θα φτάσει η στιγμή που η τεχνολογία θα έκανε φτηνή υπόθεση την τηλεοπτική μετάδοση και άρα θα την παρέδιδε σε ανεξέλεγκτα χέρια. Ποιος μπορούσε λίγες δεκαετίες πριν να φανταστεί τους δημοτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς; Ποιος μπορεί σήμερα να σταματήσει τον κάθε περίεργο να χρησιμοποιήσει τη δύναμη της τηλεόρασης;

Σήμερα μπορούμε να πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε στο κρισιμότερο σημείο, εφόσον ο κίνδυνος για τους πάσης φύσεως κρατούντες είναι κάτι παραπάνω από ορατός. Σήμερα οι ίδιοι, που στο όνομα της τηλεθέασης παρέβησαν τις εντολές της εξουσίας, μιλούν για αυτοπεριορισμό. Μιλούν για δεοντολογία και προσπαθούν ν
ανακαλύψουν την ιδανική ισορροπία μεταξύ υψηλής απόδοσης και της προστασίας του συστήματος. Το έργο αυτό είναι βέβαια δύσκολο, γιατί οι άνθρωποι, έχοντας απορροφήσει γνώση, έχουν αλλάξει επίπεδο και δεν είναι δυνατόν να διεκδικεί κάποιος το ενδιαφέρον τους, χωρίς να προσφέρει τις συνθήκες που έχουμε περιγράψει. Το σύστημα, άν θελήσει να υποβαθμίσει την τηλεόραση, μετατρέποντάς την και πάλι σε μια βαρετή υπόθεση, θα πρέπει να ξαναέλθει σε σύγκρουση με το κεφάλαιο. Προς το παρόν τα πάντα βρίσκονται στα χέρια του κεφαλαίου και η μόνη ασφάλεια του συστήματος βρίσκεται στην τρομερή του δυνατότητα να επεξεργάζεται στοιχεία.

Απ
αυτό το σημείο και πέρα θα δούμε πώς το σύστημα ελέγχει την κοινωνία μέσω της τηλεόρασης και μετατρέπει τη «μηχανή» τηλεόραση σ έναν υπάκουο δούλο του. Η γνώση του συστήματος μετατρέπει τη συσκευή της τηλεόρασης σε μάτια και αυτιά των κρατούντων. Πλανώνται αυτοί που νομίζουν ότι την τηλεόραση μόνον την βλέπουν και δεν τους βλέπει. Η γνώση του συστήματος μετατρέπει τη σημερινή τηλεόραση σ έναν σπιούνο άνευ προηγουμένου. Έναν σπιούνο που όχι μόνον βγάζει σε κοινή θέα τα όσα σκεφτόμαστε και τα όσα συμβαίνουν μέσα στα σπίτια μας, αλλά που ταυτόχρονα διαφθείρει τα μέλη της οικογένειάς μας. Κύριος στόχος αυτού του σπιούνου είναι τα πιο ανίσχυρα μέλη της, που είναι τα παιδιά. Όταν αυτό γίνεται κατορθωτό, το αποτέλεσμα είναι διπλό. Πρώτον εξασφαλίζεται ο έλεγχος των ανθρώπων και άρα διαιωνίζεται η κατάσταση και δεύτερον οι πολίτεςκαταναλωτές διαπλάθονται κατάλληλα στην ηλικία που δεν έχουν αντιστάσεις.

Για ν
αντιληφθούμε πώς συμβαίνει αυτό, θα πρέπει να δούμε την τηλεόραση στο γενικότερο επίπεδο λειτουργίας της και στη συνέχεια να συνδυάσουμε αυτήν την λειτουργία με τις επιδιώξεις του συστήματος. Οι τηλεοπτικές εκπομπές κινούνται σε τρεις θεματολογικούς άξονες, οι οποίοι έχουν επιλεχθεί για συγκεκριμένους λόγους και υπηρετούν την εξουσία με επίσης συγκεκριμένο τρόπο. Ο πρώτος άξονας και ο πλέον ακίνδυνος για τον άνθρωπο είναι ο άξονας της διασποράς της γνώσης. Η τηλεόραση προβάλλει ντοκιμαντέρ, κάνοντας προσιτά στους ανθρώπους θέματα που δεν θα είχαν είτε τις δυνατότητες είτε τη διάθεση να προσεγγίσουν με άλλο τρόπο. Ο άνθρωπος, καθισμένος στην πολυθρόνα του, μπορεί να ταξιδέψει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, χωρίς να μπει σε καμία άλλη διαδικασία. Μπορεί να μάθει για τις επιστημονικές ανακαλύψεις, χωρίς να κουνήσει το δάκτυλό του. Οι ίδιοι οι επιστήμονες μπαίνουν στο σπίτι του και τον ενημερώνουν. Αυτός ο άξονας είναι όπως είπαμε ο πιο ακίνδυνος και καλλιεργείται από το σύστημα για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι για να προσελκύει το κοινό προς την τηλεόραση. Συνδέει την τηλεόραση με την έννοια της παιδείας και της εξασφαλίζει επαφή με τα παιδιά, που είναι οι μελλοντικοί πολίτες. Ακόμη και ο πιο καχύποπτος γονέας επιτρέπει τη χρήση της από τα παιδιά του. Ο δεύτερος λόγος είναι, για να παρουσιάζει την τηλεόραση ως κάτι το εξαιρετικά χρήσιμο, που δικαιολογεί την επένδυση του συστήματος και άρα τα χρήματα που δαπανώνται και είναι χρήματα των φορολογουμένων.

Ο δεύτερος θεματολογικός άξονας που κινείται η τηλεόραση είναι αυτός της προπαγάνδας. Το σύστημα, με μέσον την τηλεόραση, βάζει μέσα στο κάθε σπίτι τούς ανθρώπους του, που έχουν ως στόχο να κάνουν τον άνθρωπο υποχείριο του συστήματος. Προσπαθούν να μάθουν στον άνθρωπο να σκέφτεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο και να καταλήγει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Μαθαίνουν στον άνθρωπο μια συγκεκριμένη μεθοδολογία σκέψης, την οποία γνωρίζει το σύστημα και την κάνει εκμεταλλεύσιμη. Δεν μαθαίνει, για παράδειγμα, στον άνθρωπο ν
αμφισβητεί το αλάθητο των κρατούντων και να προσπαθεί μόνος του να λύσει τα προβλήματά του. Μαθαίνει στον άνθρωπο να αισθάνεται αδύναμος και να συγκρίνει μεταξύ τους τις προτεινόμενες «σωτήριες» προτάσεις. Αυτό είναι πολύ εύκολο για το σύστημα και γίνεται με υποδειγματικό τρόπο. Βγαίνει στην τηλεόραση, για παράδειγμα, ένας υπουργός και αναφέρεται σε εξειδικευμένα θέματα. Αριθμοί, μελέτες και συμπεράσματα κάνουν παρέλαση μπροστά στα μάτια του τηλεθεατή. Δεν μπορεί να ελέγξει τίποτε απ αυτά, γιατί δεν τα γνωρίζει. Αισθάνεται αδύναμος και επενδύει σ έναν αντίπαλο του ιδίου επιπέδου εξειδίκευσης. Από εκείνο το σημείο και πέρα τα πάντα είναι εύκολα. Κανένας δεν ελέγχει κανέναν και οι τηλεθεατές επενδύουν στους υποψήφιους «σωτήρες» με τη λογική του ποδοσφαίρου.

Αγνοούν οι άνθρωποι το πιο απλό πράγμα. Τον υπουργό που ασκεί εξουσία τον κρίνεις με βάση το έργο του και όχι με βάση τη γνώση του. Κανέναν δεν ενδιαφέρει τι γνωρίζει ο κάθε πονηρός, παρά τον ενδιαφέρει τι κάνει. Ακόμη κι ένας τσαγκάρης, αν παρουσιαστεί στην τηλεόραση και μιλήσει απόλυτα εξειδικευμένα, δεν θα γίνει κατανοητός. Ποιος όμως κρίνει τον τσαγκάρη με βάση τις γνώσεις του; Ο τσαγκάρης κρίνεται με βάση τη δουλειά του και άρα με βάση αυτό που βιώνει ο άνθρωπος. Ο καλός τσαγκάρης είναι αυτός που επιδιορθώνει καλά τα παπούτσια και όχι αυτός που κάθεται με τις ώρες να εξηγεί τα άλυτα προβλήματα των παπουτσιών που υποτίθεται επιδιόρθωσε. Τα πράγματα είναι απλά. Αν δεν μπορείς να κάνεις αυτό που σου ζητάνε δεν αναλαμβάνεις. Αν πιστεύεις ότι αυτά που σου ζητάνε είναι ανέφικτα, το δηλώνεις εξ
αρχής και δεν μπαίνεις σε καμιά άλλη διαδικασία αν δεν αλλάξουν τα δεδομένα. Στην περίπτωση του υπουργού τί συμβαίνει; Λύνει τα προβλήματα; Βιώνει ο άνθρωπος καλύτερη ζωή; Από τη στιγμή που δεν συμβαίνει αυτό, γιατί κάθεται και τον βλέπει στην τηλεόραση να δίνει εξηγήσεις; Ενδιαφέρει τον άνθρωπο γιατί δεν μπόρεσαν να μειώσουν τον πληθωρισμό; Αν ήταν αδύνατη η μείωσή του, να μην αναλάμβαναν. Αυτοί υπόσχονται θαύματα για ν αποσπάσουν ψήφους. Τον άνθρωπο τον ενδιαφέρει η ταυτότητα αυτού που θα καταφέρει τα όσα υπόσχεται, ώστε αυτόν να ψηφίσει.

Σ
αυτόν τον θεματολογικό άξονα ανήκουν οι πάσης φύσεως ειδησεογραφικές εκπομπές, οι ταινίες που προβάλλει η τηλεόραση και η μετάδοση αθλητικών γεγονότων. Το σύστημα, με μέσον τις ειδήσεις, καταφέρνει και περνά την προπαγάνδα του ανεμπόδιστα. Παρουσιάζει τους ανάξιους και άχρηστους δούλους του να δικαιολογούν την απραξία τους. Δείχνει εικόνες αθλιότητας απ όλον τον κόσμο, ώστε με μέσο τη σύγκριση οι άνθρωποι να βγάζουν συγκεκριμένα συμπεράσματα. Ο άχρηστος υπουργός μπορεί να μην έχει βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του λαού, αλλά εξαιτίας των παραπάνω συγκρίσεων ο θεατής κρίνει ότι ...μάλλον έχει κάνει κάτι, από τη στιγμή που δεν είμαστε κράτος τύπου μπανανίας. Το κοινό, δηλαδή, βγάζει συμπεράσματα έμμεσα, χωρίς να τα ελέγχει. Λαμβάνει γνώση μιας άθλιας κατάστασης κι αρχίζει να εκτιμά τη μιζέρια του. Μπορεί ένας άνθρωπος να δουλεύει μέρα και νύκτα, χωρίς να βλέπει προκοπή, αλλά είναι ικανοποιημένος, βλέποντας ότι άλλοι πεινάνε. «...Δεν μπορεί...» ...σκέφτεται, «...κάτι θα επιτυγχάνει ο άχρηστος με τα νούμερα που παρουσιάζει...».

Οι ειδησεογραφικές εκπομπές καλλιεργούν το σύνολο των πρακτικών που εφαρμόζει το σύστημα. Βασικός στόχος αυτών των εκπομπών είναι να εμπεδώσει ο πολίτηςτηλεθεατής το αναγκαίο της ύπαρξης του συστήματος. Τρομάζουν τον κόσμο με κοινωνικά προβλήματα που δεν μπορούν ν
αντιμετωπιστούν σε προσωπικό επίπεδο. Το σύστημα εμφανίζεται κατ αυτόν τον τρόπο ως ο μόνος ικανός παράγοντας να τ αντιμετωπίσει και άρα να προστατεύσει τον πολίτη. Τα συμπεράσματα που ακολουθούν είναι τα επιθυμητά από το σύστημα: ...Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτή η προστασία, αν ο πολίτης δεν σέβεται και δεν υπακούει στο σύστημα; Εξαιτίας αυτών των ύπουλων επιδιώξεων του συστήματος, τα θέματα που μονοπωλούν τα δελτία των ειδήσεων είναι αυτά που αναφέρονται στην εγκληματικότητα, στους εθνικούς κινδύνους κλπ.. Σε γενικές γραμμές αυτές οι εκπομπές καλλιεργούν το ρατσισμό, τον εθνικισμό και δημιουργούν πρότυπα. Προκαταλαμβάνουν τη δικαιοσύνη και, πριν κοινοποιηθεί η κρίση της, οι κλέφτες ή οι δολοφόνοι παρουσιάζονται σαν Αλβανοί, Πακιστανοί ή τέλος πάντων σαν σκουρόχρωμοι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να τοποθετείται ο λαός αρνητικά απέναντι στους μετανάστες και να τους θεωρεί υπεύθυνους για οτιδήποτε αρνητικό συμβαίνει. Σ ό,τι αφορά τον εθνικισμό, πάντα εμείς είμαστε θύματα. Εμείς δέν παραβιάζουμε, δέν διεκδικούμε, είμαστε άγιοι σε μια γειτονιά διαβόλων. Κατ αυτόν τον τρόπο τρομάζουν τον κόσμο και τον καθηλώνουν στη μιζέρια, που την κάνουν να φαντάζει χλιδή. Μια χλιδή που αναλαμβάνουν να διατηρήσουν οι «σωτήρες». Επειδή όμως ο ρατσισμός και ο εθνικισμός καλλιεργούνται ευκολότερα με παραδείγματα που αποδεικνύουν την «ανωτερότητα» του λαού, η τηλεόραση αναλαμβάνει και τη μετάδοση των αθλητικών γεγονότων. Μετατρέπει τις αθλητικές συγκρούσεις σε εθνικές υποθέσεις και οι θρίαμβοι ή οι ήττες οδηγούν τον λαό είτε στη χαρά είτε στο πένθος. Ανάλογα δηλαδή με την έκβαση του αγώνα οι θεατές, είτε αισθάνονται δικαιωμένοι από τη απόδειξη της ανωτερότητάς τους είτε αισθάνονται προδομένοι από τους ανάξιους που τους αντιπροσώπευσαν. Σε κάθε περίπτωση η προπαγάνδα λειτουργεί άψογα.

Στον ίδιο άξονα κινούνται και οι κινηματογραφικές ταινίες που προβάλλει η τηλεόραση. Από μια τεράστια γκάμα δημιουργών προβάλλουν αυτούς που τους υπηρετούν. Οι ταινίες είναι άριστο μέσον προπαγάνδας, γιατί ο κόσμος βλέπει τα πράγματα με το μάτι τού δημιουργού της ταινίας. Η ταύτιση είναι πολύ εύκολη υπόθεση και τα συμπεράσματα είναι πάντα τα επιθυμητά. Δημιουργοί ρατσιστές, εθνικιστές, κοινοί βλάκες, μαθαίνουν στο κοινό πώς να σκέπτεται. Να αναγνωρίζει πρότυπα και να βλέπει το καλό και το κακό με το μάτι των κρατούντων.


Τελευταίο αφήσαμε τον πιο επικίνδυνο άξονα, που είναι αυτός που στην ουσία μετατρέπει την τηλεόραση σε βρομερό διαφθορέα. Είναι ο άξονας που το σύστημα επινόησε για να ελέγχει τους ανθρώπους απόλυτα, αλλά είναι και ο ίδιος άξονας που το απειλεί. Σ
αυτόν τον άξονα πραγματοποιήθηκε η μεγάλη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εξουσίας με τραγικά αποτελέσματα για την δεύτερη. Η εξουσία τον επινόησε για να περνά με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τα μηνύματά της και ν αντλεί πληροφορίες, ενώ το οικονομικό κεφάλαιο τον ενίσχυσε για την υψηλότερη τηλεθέαση. Σ αυτόν τον άξονα ανήκουν τα πάσης φύσεως σίριαλ, οι δημοσιογραφικές εκπομπές των τηλεοπτικών τετ-α-τετ και τα κάθε λογής σόου, όπου ο οικοδεσπότης συνήθως δημοσιογράφος παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων.

Αυτός ο άξονας, όπως είπαμε, είναι ο πιο επικίνδυνος για τον άνθρωπο, γιατί αλλάζει το σύνολο της φιλοσοφίας τής χρήσης της τηλεόρασης. Η τηλεόραση, εξαιτίας αυτών των εκπομπών εγκαταλείπει τον ρόλο του υπηρέτη και λαμβάνει το ρόλο του δυνάστη. Συμβαίνει πάντα με τους καλά εκπαιδευμένους υπηρέτες
όταν αντιληφθούν ότι οι κύριοί τους είναι αδύναμοι να αντιστρέφουν τους ρόλους. Αυτή η αντιστροφή οφείλεται στη δύναμη της γνώσης. Ενώ οι ρόλοι έχουν σε πρώτη φάση σχέση μόνο με την ισχύ, στη συνέχεια αντιστρέφονται. Οι κύριοι γίνονται δούλοι της γνώσης των υπηρετών, με αποτέλεσμα να ισχυροποιούνται οι δεύτεροι. Δημιουργείται μια σχέση εξάρτησης, που ενισχύει αυτούς που έχουν γνώση. Στην περίπτωση της τηλεόρασης ισχυρός είναι ο τηλεθεατής. Αυτός ψηφίζει και άρα αυτόν προσπαθούν να επηρεάσουν οι κρατούντες^ αυτός καταναλώνει και άρα αυτόν προσπαθούν να πείσουν οι κεφαλαιοκράτες. Με λίγα λόγια αυτός είναι ισχυρός και όλοι οι άνθρωποι της τηλεόρασης υποτίθεται πλειοδοτούν για να τον υπηρετήσουν.

Οι δύο πρώτοι άξονες σέβονται αυτόν τον συσχετισμό και περιορίζονται στην έννοια της υπηρεσίας. Ακόμα και η προπαγάνδα είναι υπηρεσία, έστω και κακή. Αυτοί που την ασκούν παρουσιάζονται σαν υπηρέτες του ανθρώπου, άσχετα αν τον εκμεταλλεύονται. Ποτέ δεν ξεφεύγουν από τη γραμμή αυτή, γιατί χρησιμοποιούν τη γνώση τους για το υποτιθέμενο καλό των ανθρώπων που υπηρετούν. Η τηλεόραση, από τη στιγμή που μεταδίδει την εικόνα τους και τον λόγο τους, ταυτίζεται κι αυτή σ
αυτό το σημείο με την έννοια της υπηρεσίας. Στην περίπτωση όμως του τρίτου άξονα, η έννοια της υπηρεσίας αντικαθίσταται από μια ύποπτη όσο και αγοραία έννοια της «φιλίας». Όλοι αυτοί που κινούνται σ αυτόν τον άξονα παριστάνουν τους φίλους και αυτό είναι επικίνδυνο.

Back to content | Back to main menu