Κορυφή σελίδας
Τηλεόραση - πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Τηλεόραση - πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Τηλεόραση - πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι

14 Αυγούστου 2000

Ο κίνδυνος προέρχεται από δύο παράγοντες. Ο πρώτος είναι το κίνητρο του συμφέροντος και ο δεύτερος η κακόβουλη χρήση της γνώσης. Θα δούμε τα πράγματα από την αρχή, έτσι ώστε να καταλάβουμε πλήρως τα όσα συμβαίνουν. Η κοινωνία στην οποία ζούμε για λόγους που όλοι γνωρίζουμε οδηγεί στην απομόνωση. Οι άνθρωποι, εξαιτίας του άγχους των καθημερινών υποχρεώσεων και της έλλειψης χρόνου, θυσίασαν έναν μεγάλο αριθμό σημαντικών για τον άνθρωπο πραγμάτων. Θυσίασαν τα χόμπι, θυσίασαν την ενασχόληση με τα κοινά, αλλά το πιο τραγικό είναι ότι θυσίασαν τον χρόνο που απαιτείται για την ανάπτυξη και την καλλιέργεια της φιλίας. Η έννοια του συμφέροντος και της καριέρας που οδηγεί δήθεν στην επιτυχία μπήκε πάνω από τη φιλία και απομόνωσε τον άνθρωπο από το περιβάλλον του. Οι ψευδοφιλίες, που αναπτύσσει σήμερα ο άνθρωπος με ωφελιμιστικά κριτήρια, δεν είναι φιλίες που καλύπτουν τον συναισθηματικό του κόσμο και ως εκ τούτου ο άνθρωπος αισθάνεται και είναι πραγματικά μόνος. Πάνω σ αυτήν την ανάγκη στηρίζονται οι άνθρωποι της τηλεόρασης που μας ενδιαφέρουν και στη διαιώνιση αυτής της κατάστασης επενδύουν για το μέλλον τους. Η τηλεόραση σ αυτό το επίπεδο, δηλαδή, στηρίζεται σε μια προβληματική κατάσταση και όχι μόνο δεν βοηθά τον άνθρωπο, παρά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί αυτήν την προβληματικότητα, κάνοντάς την χειρότερη.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι, αν ο τηλεθεατής
και άρα ο μέσος άνθρωπος είχε μια φυσιολογική ζωή και άρα φίλους, δεν θα έβλεπε καμία απ αυτές τις εκπομπές. Δεν έχει κανένα λόγο να παρακολουθεί συζητήσεις, που αφορούν προβλήματά του, από επαγγελματίες συζητητές ούτε έχει κανέναν λόγο να βλέπει σίριαλ και να βιώνει μια παράλληλη ψευδοζωή. Ο υγιής άνθρωπος όλα αυτά τα κάνει με τους φίλους του. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι υγιής και αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Δεν θέλει να επωμισθεί κανένα κόστος από αυτά που συνεπάγεται η φιλία. Θέλει φίλους πάντα κεφάτους και πάντα έτοιμους να τον διασκεδάσουν και να του λύσουν τα προβλήματά του, χωρίς αυτός να κάνει τίποτε. Θέλει φίλους που θα εμφανίζονται όταν θέλει αυτός και θα φεύγουν όταν επίσης αυτό είναι η επιθυμία του. Αυτό το γνωρίζει το σύστημα και αυτό του προσφέρει. Με το πάτημα ενός κουμπιού ο σύγχρονος μονόχνοτος και κακομαθημένος άνθρωπος καλεί και διώχνει τους «φίλους» του όποτε το επιθυμεί. Πόσο φουκαράς πρέπει να είναι κάποιος που περιμένει να γελάσει με τ ανέκδοτα των επαγγελματιών;

Αυτό που πρέπει να δούμε τώρα είναι η ποιότητα αυτών των «φίλων» και οι στόχοι τους. Να δούμε πώς από τις συγκεκριμένες εκπομπές αναπτύσσεται αυτή η σχέση και πώς μετατρέπεται η τηλεόραση από υπηρέτη σε δυνάστη. Θα εξετάσουμε πρώτα τη φύση των εκπομπών αυτού του είδους, ώστε να καταλάβουμε αρχικά πώς αναπτύσσεται αυτή η ιδιόμορφη φιλία μέσα απ
αυτές. Όλες οι εκπομπές, όπως είπαμε, του τύπου: “ο δημοσιογράφος «ανακρίνει» τον «Χ» ισχυρό άνθρωπο”, καλλιεργούν την ανάπτυξη της «φιλίας». Ο δημοσιογράφος δεν διεκδικεί υποτίθεται τη δόξα του ξεχωριστού ή του δημιουργού, παρά προσκολλάται στο επίπεδο του μέσου ανθρώπου. Αντιμετωπίζει υποτίθεται τα ίδια προβλήματα με τον μέσο άνθρωπο και αναλαμβάνει εργολαβικά να θέσει στον άνθρωπο της εξουσίας τα ερωτήματα που θα του έθετε ο μέσος άνθρωπος. Είναι ο καλός και σοβαρός φίλος που όλοι υποτίθεται θέλουν να έχουν και που αγωνιά για τα προβλήματα των φίλων. Στην πλειοψηφία τους όλοι αυτοί είναι εκφωνητές ειδήσεων παντελώς άσχετοι και αστοιχείωτοι που εσχάτως έχουν γίνει τιμητές των πάντων. Έχουν αποθρασυνθεί τελείως και ως άνθρωποι αστοιχείωτοι μπέρδεψαν και τους αρχικούς τους ρόλους.

Προς αποφυγή κάθε παρεξηγήσεως πρέπει να διευκρινίσουμε το εξής: Οι «μεγάλοι» άνθρωποι είναι «μεγάλοι» εξαιτίας του έργου τους. Το έργο τους τούς δίνει τη δυνατότητα να κρίνουν και πολύ περισσότερο να προτείνουν λύσεις. Το έργο είναι απαραίτητο, γιατί μέσω αυτού κρίνονται οι κριτές. Το έργο δίνει τη δυνατότητα στον απλό άνθρωπο να ελέγξει την ταυτότητα αυτού που μιλάει. Επειδή ακριβώς οι δημιουργοί έχουν έργο, μπαίνουν στη διαδικασία της κρίσης^ κρίνουν αυτά που βλέπουν και δεν συμφωνούν, αλλά το έργο τους επιτρέπει στον απλό άνθρωπο να μπορεί να συγκρίνει. Συγκρίνει αυτά που προτείνουν μ
αυτά που κατηγορούν. Όλοι οι υπόλοιποι, που δεν έχουν έργο, απλά θορυβούν. Δεν έχουν ούτε αρχή ούτε τέλος. Λένε αυτά που θέλει ν ακούσει ο κόσμος και είναι εξασφαλισμένοι. Το αν αυτά που προτείνουν είναι εφικτά ή όχι δεν τους απασχολεί καθόλου. Οι δημοσιογράφοι σ αυτό το σημείο εμφανίζονται. Στερούνται γνώσης και από το λόγο τους ο άνθρωπος όχι μόνο δεν κερδίζει, αλλά χάνει κι αυτά που ξέρει. Εξαιτίας της ασχετοσύνης τους, και για να κερδίσουν τη συμπάθεια του κοινού, ζητάνε εν ονόματι των φτωχών τα πάντα, χωρίς να γνωρίζουν τα στοιχειώδη. Ζητάνε ταυτόχρονα οικονομική ανάπτυξη, μείωση του πληθωρισμού, μείωση της ανεργίας, ενίσχυση του κοινωνικού κράτους^ ζητάνε πολεμικές κατακτήσεις με ειρηνικά μέσα και ότι άλλο μπορεί να γεννηθεί στο απαίδευτο μυαλό τους. Νομίζουν ότι απευθύνουν τα ερωτήματά τους σε «μάγους» για ν ακούν οι «ιθαγενείς». Λειτουργούν με τέτοιο τρόπο που καπελώνουν τους δημιουργούς, οι οποίοι, φέροντας το βάρος του έργου τους, αδυνατούν να τους παρακολουθήσουν στην αερολογία.

Συμπερασματικά αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι δημιουργοί, εξαιτίας του έργου τους, γίνονται διάσημοι και ο κόσμος τους αναγνωρίζει καί ως αξίες καί ως φυσιογνωμίες. Ένας δημοσιογράφος, που έγινε φυσιογνωμικά γνωστός επειδή έλεγε το δελτίο καιρού, δεν μπορεί ξαφνικά ν
ανέβει στο επίπεδο των ανθρώπων που περιγράψαμε πιο πάνω. Επειδή ακριβώς το επιχειρεί χαρακτηρίζεται ως αστοιχείωτος και αγράμματος. Δεν είναι δυνατόν μια καθαρίστρια του θεάτρου, επειδή ανεβαίνει στη σκηνή για την εκτέλεση της εργασίας της, να ζητά τη δόξα των ηθοποιών. Δεν είναι δυνατόν αυτός, που η δουλειά του είναι να καταγράφει τις απόψεις αυτών που έχουν τις απαραίτητες γνώσεις, να προσπαθεί να διαδώσει τη δική του άποψη. Άποψη έχουν όλοι. Ο κόσμος όμως πληρώνει τους δημοσιογράφους για να του προσφέρουν την άποψη αυτών, που το έργο τους δίνει αξία στην άποψή τους. Άπειρος κόπος και θυσίες απαιτούνται για να μπορεί κάποιος να ξεκινά δημόσια το λόγο του με τη λέξη «Εγώ». «Εγώ» πιστεύω..., «Εγώ» διαφωνώ... κλπ.. Ακόμα κι ένα πτυχίο ανώτατης σχολής δεν αποτελεί εχέγγυο για το επίπεδο στο οποίο αναφερόμαστε. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χιλιάδες παιδιά με ανάλογα πτυχία βρίσκονται στη βιοπάλη.

Η προστασία όλων αυτών των ψευδοσοφών από τις άγριες διαθέσεις των πραγματικών δημιουργών εξασφαλίζεται από την ισχύ που δίνει η μηχανήτηλεόραση στους χειριστές της. Έχοντας εξουσία στον τηλεοπτικό χρόνο που διαχειρίζονται, προβάλλουν όποιον συμπλέει μαζί τους. Στην πραγματικότητα χρησιμοποιούν τους ανθρώπους που έχουν γνώσεις, για να τεκμηριώσουν τη δική τους άποψη. Οι καθαρίστριες του παραδείγματός μας επιτρέπουν ν
ανέβουν στη σκηνή μόνον εκείνοι από τους ηθοποιούς που αναγνωρίζουν και το δικό τους υποκριτικό ταλέντο. Οι δημιουργοί, οι επιστήμονες και οι πολιτικοί, έχοντας γνώση του κέρδους που τους προσφέρει η τηλεόραση, αποφεύγουν την απευθείας σύγκρουση μαζί τους. Δεν τολμάει κανένας να ξεφτιλίσει τους αυτοδίδακτους νομομαθείς και επιστήμονες, από τη στιγμή που φοβάται τον αποκλεισμό από τα ΜΜΕ. Ο αποκλεισμός αυτός είναι γενικός, εφόσον είναι μόνιμη πρακτική των ανάξιων να λειτουργούν σαν συντεχνίες και να αλληλοπροστατεύονται. Αν προσβάλλει κάποιος έναν «εκλεκτό συνάδελφο δημοσιογράφο», πρέπει να το πάρει απόφαση ότι δεν θα ξανακληθεί σε καμιά εκπομπή. Αυτή τη στιγμή είμαστε υπό το καθεστώς ενός ιδιότυπου τηλεοπτικού φασισμού, εφόσον κάποιοι (δημοσιογράφοι, και αφεντικά) αποφασίζουν, με βάση τα συμφέροντά τους, ποιοι θα προβληθούν και ποιοι όχι. Ο φασισμός αυτός είναι υπέρεπικίνδυνος αν αναλογιστεί κάποιος ότι οι πολίτες ενημερώνονται σχεδόν αποκλειστικά από την τηλεόραση. Οι «εκλεκτοί δημοσιογράφοι», έχοντας επίγνωση της ισχύος τους και με το θράσος χιλίων πιθήκων, αναλαμβάνουν εργολαβικά ν αγωνιστούν για το δίκιο του λαού και να διεκδικήσουν τη δόξα που τους αντιστοιχεί.

Όλοι αυτοί, οι διάσημοι φυσιογνωμικά και παντελώς άσημοι σ
ό,τι αφορά το έργο τους, λειτουργούν στις εκπομπές τους μ έναν συγκεκριμένο τρόπο. Κατ αρχήν επιλέγουν ένα επίκαιρο θέμα, για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του τηλεθεατή. Έχοντας ως στόχο να παραστήσουν τους «ήρωες» που δρουν υπέρ των συμφερόντων του φτωχού λαού, προτιμούν θέματα που προκύπτουν από αντιλαϊκά μέτρα της εκάστοτε κυβέρνησης. Τοποθετούνται αρνητικά απέναντι στο σύστημα και, κατηγορώντας την κρατική μηχανή, επιτυγχάνουν εύκολα την ταύτιση με τον τηλεθεατή. Από εκεί και πέρα αναλαμβάνουν υποτίθεται να μεταφέρουν στην τέλεια μορφή τα ερωτήματα που έχει ο κόσμος και σ αυτό το σημείο εξαντλούν την ευφυΐα τους και τη γνώση τους. Είναι παντελώς ακίνδυνοι για το σύστημα, γιατί το σημαντικό δεν είναι οι έξυπνες ερωτήσεις, αλλά ο έλεγχος των απαντήσεων. Αυτός ο έλεγχος απαιτεί γνώση και ευφυΐα και αυτοί στερούνται και των δύο.

Το σημαντικό δηλαδή δεν είναι να έχει κάποιος άποψη. Το σημαντικό είναι να έχει κάποιος γνώσεις για να στηρίξει την άποψή του και να πολεμήσει την άποψη του αντιπάλου. Σημαντικό δεν είναι να έχει κάποιος την άποψη ότι πρέπει να υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο. Αυτήν την άποψη την έχουν εκατομμύρια άνθρωποι. Σημαντικό είναι να έχει κάποιος τις γνώσεις να πολεμήσει αυτούς που με τις εξουσίες τους απειλούν τα δικαιώματα του πολίτη.


Για να καταλάβει ο αναγνώστης πόσο ασήμαντοι και ακίνδυνοι είναι για το σύστημα αυτοί οι δημοσιογράφοι, αρκεί να σκεφτεί το εξής: Ένας εργάτης, χωρίς καθόλου γνώση, μπορεί να ρωτήσει έναν πολιτικό, ...γιατί ενώ ο ίδιος δουλεύει ασταμάτητα και δεν απολαμβάνει τίποτε, οι αξιωματούχοι του κράτους με μέσον επίσης την εργασία απολαμβάνουν τα πάντα; Υπάρχει πιο απλή ερώτηση; Απαιτεί ξεχωριστά προσόντα για να τεθεί; Το δύσκολο είναι να ελέγξεις την απάντηση. Να καταλάβεις τα ψέματα που θα αραδιάσει ο πολιτικός. Οι παραπάνω δημοσιογράφοι θέτουν ερωτήσεις, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν τις απαντήσεις. Δίνουν το δικαίωμα στον κάθε πολιτικό να κάνει εκ του ασφαλούς επίδειξη γνώσης. Για την ταμπακέρα λόγος ουδείς, γιατί στο θέμα της αμοιβής είναι όμοιοι μεταξύ τους. Οι εκπομπές αυτού του είδους, με λίγα λόγια, είναι άχρηστες και δεν προσφέρουν τίποτε. Όλοι ευλογούν τα γένια τους και παριστάνουν τους φιλάνθρωπους εκ του ασφαλούς και με παχυλές αμοιβές.


Τελευταίο επίτευγμα των «φίλων» αυτού του τύπου είναι τα ”reality shows”, όπου η αναισχυντία η υποκρισία και η ημιμάθεια αγγίζουν τα απόλυτα όρια. Οι βολεμένοι «φίλοι» εισάγουν στα σπίτια μας ό,τι άσχημο, άρρωστο και αναξιοπαθές υπάρχει στην κοινωνία και μπορεί να προσελκύσει την περιέργεια του απλού ανθρώπου. Υποκρίνονται ότι συμπάσχουν οι «φίλοι» με τους δυστυχισμένους καλεσμένους τους, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα νούμερα της τηλεθέασης. Η τηλεθέαση είναι εξασφαλισμένη γιατί η κοινωνία νοσεί βαρύτατα. Υπάρχει μεγάλη δυστυχία στην κοινωνία και είναι σύνηθες φαινόμενο οι δυστυχείς να παρηγοριούνται βλέποντας τη δυστυχία των άλλων. Τα ευρήματα μέσα από τον κοινωνικό «βόθρο» ερεθίζουν την αρρώστια των τηλεθεατών, δημιουργώντας μέσα στην κοινωνία μια μερίδα ανθρώπων εξίσου άρρωστων, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «δυστυχολάγνοι». Επωφελούμενοι οι «φίλοι» από τη δυστυχία αυτών των καλεσμένων και από τη φυσιολογική άγνοια των ανύποπτων τηλεθεατών, παριστάνουν τους δικαστές, τους ντετέκτιβ, τους κοινωνιολόγους, τους ψυχιάτρους και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Το τραγικό είναι ότι όλοι αυτοί οι άσχετοι συμπαρασύρουν την κοινωνία στις ίδιες πρακτικές. Δεν ωθούν την κοινωνία προς την άντληση γνώσης, παρά «νομιμοποιούν» τον κάθε άσχετο ν
ασχολείται με το διπλανό του και να παριστάνει το δικαστή. Ξεθάβουν μέσα από τον απλό άνθρωπο ένα τεράστιο και άρρωστο «Εγώ», που επηρεάζει το σύνολο της κοινωνικής του συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι έμαθαν να μη ντρέπονται για την άγνοιά τους. Ανοίγουν το στόμα τους και όποιον πάρει ο Χάρος. Όλοι αυτοί είναι άσχημα κι επικίνδυνα πρότυπα, γιατί κερδίζουν από την ισχύ του μέσου που λέγεται τηλεόραση δόξα πνευματικού ανδρός, τη στιγμή που επιλέχθηκαν να κάνουν μια δουλειά με απαιτούμενα προσόντα την ορθοφωνία, την εμφάνιση κλπ.. Ο νέος, που έχει αυτούς ως πρότυπα, δεν στρέφεται προς την άντληση γνώσης, παρά ελπίζει σε καριέρα στηριζόμενος στην εμφάνιση και στις δημόσιες σχέσεις. Το θράσος των «φίλων» και η αμάθειά τους, επειδή οδήγησαν πολλούς ανθρώπους στην τραγωδία, ανάγκασε μέχρι και το χοντρόπετσο σύστημα να τους επιτεθεί.

Δεύτερες στη σειρά εκπομπές αυτού του άξονα είναι τα σίριαλ της τηλεόρασης. Η διαφορά τους με τις κινηματογραφικές ταινίες είναι τεράστια κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν είναι «χτισμένες» πάνω σε έναν πρωταγωνιστή^ η υπόθεση δεν είναι συγκεκριμένη και επίσης δεν εκτυλίσσεται σε κάποιο περιορισμένο χρόνο, ώστε ο θεατής να βγάλει κάποια συμπεράσματα μακριά από τον αρχικό ερεθισμό. Το σίριαλ περιγράφει μια γενική κατάσταση, που βάζει τον τηλεθεατή να συμμετέχει σ
αυτήν με τα δικά του χαρακτηριστικά. Δεν βλέπει την κατάσταση μέσα από τα μάτια κάποιου πρωταγωνιστή, παρά συμμετέχει και ο ίδιος, αγαπώντας ή μισώντας τους χαρακτήρες που βλέπει, με τον ίδιο τρόπο που βλέπονται και οι χαρακτήρες μεταξύ τους. Ζει δηλαδή μια κατάσταση όμοια μ αυτήν που βιώνει ο φυσιολογικός άνθρωπος στο περιβάλλον του. Βλέπει τους χαρακτήρες, τους κρίνει, τους αγαπά, τους μισεί, προβλέπει τις ενέργειές τους ή και αιφνιδιάζεται. Δεν ταυτίζεται με τον ψυχισμό κάποιου ήρωα, ώστε να κρίνει τα φαινόμενα με βάση αυτόν τον ψυχισμό έχοντας πλήρη γνώση του τι σκέφτεται ή τι αισθάνεται ο ήρωας όπως συμβαίνει στα κινηματογραφικά έργα. Το σίριαλ είναι στημένο με τέτοιον τρόπο, ώστε ο θεατής να γνωρίζει τα συμβαίνοντα στο μέτρο που απαιτείται για να παρακολουθεί και να διατηρούνται ταυτόχρονα οι ισορροπίες που έχει επιλέξει ο δημιουργός τού σίριαλ. Αυτό το τελευταίο είναι επικίνδυνο, γιατί είναι δυνατόν να οδηγήσει σε άσχημες καταστάσεις.

Όπως συμβαίνει στην πραγματική ζωή, έτσι και στην ψευδοζωή που προσφέρουν τα σίριαλ, υπάρχει μια κατάστασηπλαίσιο, που μέσα σ
αυτήν λειτουργούν οι πρωταγωνιστές. Μέσα σ αυτό το πλαίσιο οι πρωταγωνιστές αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πλήθος προβλημάτων, που είναι όμοια με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι άνθρωποι. Απλά, για να προκληθεί το ενδιαφέρον του τηλεθεατή, αυτά τα προβλήματα παρουσιάζονται «τραβηγμένα» στα όρια. Όπως συμβαίνει στην πραγματική ζωή έτσι και στο σίριαλ όλοι οι άνθρωποι δεν δρουν με τον ίδιο τρόπο^ άλλοι εμφανίζονται σαν καλοί και άλλοι σαν κακοί. Οι πρώτοι είναι φίλοι και οι δεύτεροι εχθροί. Ο θεατής αντιλαμβάνεται σε γενικές γραμμές τους καλούς ή τους κακούς με βάση τα γενικώς ισχύοντα πρότυπα. Αυτήν την ισορροπία προστατεύει ο δημιουργός του σίριαλ και από εκεί και πέρα αυτοσχεδιάζει με βάση την προσωπική του φιλοσοφία. Ο «καλός», που είναι φίλος του θεατή, αν ο δημιουργός είναι ρατσιστής ή εθνικιστής, είναι όμοιός του. Παρουσιάζεται σε γενικές γραμμές ως φιλότιμος, τίμιος, ειλικρινής, αλλά σε κάποια στιγμή με τον πιο ανώδυνο τρόπο θα περάσει την αρρώστια του δημιουργού του. Ένα σίριαλ δηλαδή είναι δυνατόν, αν είναι πετυχημένο και άρα καλοδουλεμένο, να μετατρέψει μια ολόκληρη κοινωνία σε ρατσιστική ή οτιδήποτε άλλο, αν ο ήρωας που οι τηλεθεατές έχουν επιλέξει ως φίλο είναι ρατσιστής. Επειδή οι τηλεοπτικοί «φίλοι» γίνονται εύκολα πρότυπα, το σύστημα παρακολουθεί στενά τα σίριαλ που παίζονται στην τηλεόραση. Ένα σίριαλ, που οι τηλεοπτικοί «φίλοι» δεν ακολουθούν τα πρότυπα που το σύστημα θεωρεί ιδανικά, μπορεί να του κάνει μεγαλύτερη ζημιά απ ότι θα του έκαναν όλοι μαζί οι επαναστάτες αν μιλούσαν στην τηλεόραση. Απόδειξη αυτού του ελέγχου είναι το θέμα που δημιουργήθηκε στην Αμερική με το σίριαλ “Murphy Brown”. Σ αυτό το σίριαλ η ηρωίδαπρωταγωνίστριαφίλη και τελικά πρότυπο είναι μια ανύπαντρη μητέρα. Το σύστημα δεν θέλει να εξοικειωθεί ο κόσμος με την ιδέα ότι μια μητέρα μπορεί να είναι ανύπαντρη. Το πρόβλημα όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης είναι ιδιαίτερα σοβαρό και δικαιολογεί την ανησυχία των κρατούντων. Δεν είναι τυχαίο το ότι σ αυτήν την υπόθεση ενεπλάκη μέχρι και ο αντιπρόεδρος των Η.Π.Α.. Μπορεί ο αναγνώστης να φανταστεί τι ζημιά μπορεί να κάνει στο σύστημα ο τηλεοπτικός χαρακτήρας της ανύπαντρης μητέρας, όταν αυτή κερδίζει τη συμπάθεια των επαρχιωτών; Το σύστημα, θέλοντας να χειραγωγήσει την ανθρώπινη κοινωνία, εκμεταλλεύεται τα σίριαλ. Αναζητά πάντα την ιδανική για τα συμφέροντά του ποιότητα των «φίλων». Αυτοί πρέπει να είναι τόσο προοδευτικοί ώστε να έχουν απήχηση και ταυτόχρονα να είναι πιο συντηρητικοί του μέσου ανθρώπου, ώστε να μην ωθούν την κοινωνία προς τα εμπρός, παρά να λειτουργούν ως τροχοπέδη. Ο «φίλος» πρέπει να δείχνει προοδευτικός, αλλά πάντα οι τελικές αποφάσεις που αφορούν τη ζωή του πρέπει να είναι σύμφωνες με τα όσα προτείνει το σύστημα. Το σύστημα θέλει να περιορίζεται η κοινωνία μέσα από τα σίριαλ και όχι να απελευθερώνεται. Συμπερασματικά δηλαδή, ενώ στα κινηματογραφικά έργα ο θεατής ταυτίζεται με τον πρωταγωνιστή, στα σίριαλ ο θεατής είναι φίλος με κάποιον από τους πρωταγωνιστές.

Ένα άλλο πρόβλημα που δημιουργείται με τα σίριαλ έχει σχέση με τη μεταφορά των εικόνων. Η τηλεόραση δεν μεταφέρει μόνο τη γνώση περί της ψυχοσύνθεσης των ηρώων
όπως ένα βιβλίο, αλλά και την εικόνα τους. Τα πρότυπα έχουν ταυτόχρονα και εικόνα και το σύστημα παρεμβαίνει και σ αυτό το σημείο επίσης. Υπάρχουν και στον τομέα της εικόνας στερεότυπα. Ένα έμπειρο μάτι μπορεί μόνο από την εικόνα των πρωταγωνιστών να καταλάβει χωρίς καν να παρακολουθήσει το σίριαλ ποιοι είναι οι «καλοί» και ποιοι οι «κακοί». Ο «καλός» ντύνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο και κουρεύεται με έναν επίσης συγκεκριμένο τρόπο. Όταν στα σίριαλ αυτός που παρουσιάζεται σαν χαρακτήρας κακός κι επικίνδυνος έχει πάντα μακριά μαλλιά και φοράει σκουλαρίκι, εννοείται ότι αυτό επηρεάζει την κοινωνία. Με τη βοήθεια της εικόνας καλλιεργείται ένας τρομερός ρατσισμός, εφόσον ο τηλεθεατής μεταφέρει τα συμπεράσματα που έβγαλε από το σίριαλ και στην πραγματική του ζωή. Πώς θ αντιδράσει αυτός ο άνθρωπος, όταν ο γιος του κάνει παρέα μ έναν μακρυμάλλη που φοράει σκουλαρίκι, τη στιγμή που αυτή η εικόνα συνδέεται στο μυαλό του με άσχημα πράγματα; Ο ρατσισμός που δημιουργεί η εικόνα είναι τρομερός, γιατί δεν είναι συνειδητός, παρά μέσω της εικόνας αναπτύσσεται στο υποσυνείδητο του ανθρώπου. Χωρίς να καταλαβαίνει ο άνθρωπος τι συμβαίνει, γίνεται ρατσιστής. Βλέπει εικόνες και βγάζει αυτόματα συμπεράσματα. Κρίνει τους ανθρώπους χωρίς να τους γνωρίζει κι αυτό είναι τρομερό.

Τελευταία αφήσαμε τα τηλεοπτικά σόου, όπου η «φιλία» μεταξύ παρουσιαστή και τηλεθεατή είναι θεμελιώδης για τη λειτουργία της ίδιας της εκπομπής. Ο «φίλος» θα πει στο θεατή πώς θα ντυθεί, πώς θα διασκεδάσει, πώς θ
αδυνατίσει, τι λένε τα άστρα για το μέλλον του και ένα σωρό αστεία και σοβαρά πράγματα που λέγονται μεταξύ φίλων. Δεν πρέπει να αγνοήσουμε βέβαια και ένα από τα κυρίαρχα προβλήματα της κοινωνίας μας που είναι το κουτσομπολιό και που σ αυτές τις εκπομπές έχει την τιμητική του.

Όπως βλέπει ο αναγνώστης, οι εκπομπές που κινούνται στον τρίτο θεματολογικό άξονα αλλάζουν τα αρχικά δεδομένα της λειτουργίας της τηλεόρασης και απειλούν τον άνθρωπο. Οι άνθρωποι της τηλεόρασης που κινούνται σ
αυτόν τον άξονα εγκαταλείπουν την έστω και υποκριτική ταπεινότητα του υπηρέτη και μπαίνουν στο σπίτι του ανθρώπου με το θάρρος του φίλου. Ένα θάρρος που μετατρέπεται γρήγορα σε θράσος και σ αυτό το σημείο εμφανίζεται αυτό που αναφέραμε πιο πάνω ως κακόβουλη χρήση της γνώσης αυτών των ανθρώπων. Όλοι αυτοί χρησιμοποιούν τη γνώση τους θεωρητικά σαν φίλοι και όχι ως υπηρέτες. Ο πραγματικός φίλος, όταν έχει γνώση και εξαιτίας της αγάπης του, είναι δυνατόν να προσπαθεί να επιβάλλει ορισμένα πράγματα στον φίλο του. Οι αγνές προθέσεις του είναι αυτές που του δίνουν αυτό το δικαίωμα και οι ίδιες προθέσεις είναι αυτές που διώχνουν το φόβο από την άλλη πλευρά. Ο φίλος θα επιμείνει μέχρι τέλους ότι το «Χ» αυτοκίνητο είναι καλύτερη επιλογή από το «Ψ». Γιατί μπορεί να το κάνει αυτό; Από αγάπη και μόνο, εφόσον δεν υπάρχει κάποιο άλλο κίνητρο. Τι γίνεται όμως όταν αυτός ο φίλος εμπορεύεται το αυτοκίνητο που προτείνει; Σ αυτήν την περίπτωση όπως είναι φυσικό υπάρχει πρόβλημα αξιοπιστίας.

Σ
αυτό το σημείο εμφανίζεται και το πρόβλημα που δημιουργείται από τον τρίτο θεματολογικό άξονα της τηλεόρασης. Όλοι αυτοί που παριστάνουν τους φίλους είναι συνδεδεμένοι με οικονομικά συμφέροντα. Παριστάνουν τους φίλους και συμβουλεύουν τους τηλεθεατές να αγοράσουν συγκεκριμένα προϊόντα, που είναι κατά σύμπτωση τα προϊόντα που εμπορεύονται οι εργοδότες τους. Αυτό γίνεται είτε άμεσα είτε έμμεσα. Άμεσα, όταν οι ίδιοι οι «φίλοιπρότυπα» προτείνουν, φορούν, οδηγούν ή καταναλώνουν στις εκπομπές τους επώνυμα προϊόντα, που κατ αυτόν τον τρόπο διαφημίζονται. Έμμεσα, όταν σταματά η ροή της εκπομπής που παρακολουθεί ο θεατής για να μεταδοθεί ένα διαφημιστικό μήνυμα. Ο διαφημιζόμενος εκείνη την ώρα είναι ο εργοδότης του «φίλου», εφόσον αυτός πληρώνει στην πραγματικότητα την εκπομπή και άρα και τον μισθό του. Οι «φίλοι» διαπραγματεύονται τους μισθούς τους με βάση την ειδική τους ικανότητα να πείθουν τους θεατές για τα φιλικά τους αισθήματα. Αυτά τα «φιλικά» αισθήματα καθηλώνουν τον άνθρωπο στην πολυθρόνα και τον παγιδεύουν μπροστά στην τηλεόραση.

Οι θεατές από την άλλη πλευρά φέρονται σαν να είναι οι πιο κουτοί άνθρωποι του πλανήτη. Χαίρονται και κολακεύονται από τα «φιλικά» αισθήματα των επώνυμων και επαγγελματιών «φίλων» και δεν σκέφτονται με τον πλέον βασικό τρόπο, όπως κάνουν στην καθημερινή τους ζωή. Υπάρχει λογικός άνθρωπος που να νομίζει ότι ο περιφερόμενος πλασιέ είναι γλυκομίλητος και φιλικός μόνο προς το άτομό του; Υπάρχει άνδρας που να κολακεύτηκε, επειδή η πόρνη του πεζοδρομίου τον αποκάλεσε «ομορφόπαιδο»; Γιατί δεν συμβαίνει αυτό; Γιατί απλούστατα όλοι γνωρίζουν ότι οι επαγγελματίες αυτού του είδους συμπεριφέρονται κατ
αυτόν τον τρόπο. Γιατί λοιπόν αναπτύσσουν φιλικά αισθήματα απέναντι στους ανθρώπους της τηλεόρασης, εφόσον είναι γνωστό ότι και αυτοί είναι πλασιέ προϊόντων; Απορρυπαντικά, σερβιέτες και lifestyle πουλάνε όλοι αυτοί. Χαμογελάνε, γιατί επιβάλλεται στη δουλειά που κάνουν. Συμπάσχουν δήθεν με τον μέσο τηλεθεατή που είναι βυθισμένος στη φτώχεια, αλλά αυτοί υποτίθεται σαν γνήσιοι φίλοι βρίσκουν το κουράγιο να τον διασκεδάσουν. Βρίσκουν το κουράγιο να του πουν ότι... η φτώχεια θέλει καλοπέραση. Αυτοί, που, όταν απολυθούν από το κανάλι όπου εργάζονται, τρέχουν κλαίγοντας από τη μία πόρτα στην άλλη μέχρι να ξαναβολευτούν. Οι γενναίοι της συμφοράς, που γλείφουν εκεί όπου ο μέσος τηλεθεατής σιχαίνεται να πατήσει.

Έχοντας ο αναγνώστης γνώση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η τηλεόραση, καθώς επίσης και γνώση των θεματολογικών αξόνων της, θα δούμε πώς το σύστημα μετατρέπει την τηλεόραση από μια άψυχη μηχανή σε έναν τρομερό σπιούνο και διαφθορέα. Θα εξετάσουμε έναν προς έναν τους άξονες και θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι είναι δυνατόν να επιδιώκει το σύστημα και πώς το καταφέρνει. Το σύστημα πάντα επιδιώκει να περάσει την άποψή του μέσα στην κοινωνία. Πολεμά οτιδήποτε δεν ελέγχει και μισεί τη διασπορά γνώσης μέσα στην κοινωνία. Πάντα ενδιαφέρεται να κάνει την προπαγάνδα που το συμφέρει και ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται η κοινωνία ελέγχει τη ροή της γνώσης ανάμεσα στους ανθρώπους. Στη διάρκεια του Μεσαίωνα μπλόκαρε τα πάντα και αυτό συνέβαινε μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση. Μετά απ
αυτήν την επανάσταση το γενικό μπλοκάρισμα της γνώσης ήταν προβληματικό και η γνώση παραδόθηκε στους ανθρώπους, έστω και στο εύρος που επιθυμούσε το σύστημα.

Στην κατάσταση που μόλις περιγράψαμε λειτουργούν οι δύο πρώτοι άξονες της τηλεόρασης. Η τηλεόραση βάζει μέσα στα σπίτια των ανθρώπων τις βιβλιοθήκες και άρα την εγκυκλοπαίδεια, καθώς και τους ανθρώπους του συστήματος που κάνουν προπαγάνδα. Η τηλεόραση, με λίγα λόγια, όταν περιορίζεται σ
αυτούς τους δύο άξονες λειτουργώντας σαν υπηρέτης, δεν αλλάζει δραματικά την κατάσταση με την παρουσία της. Απλά αυξάνει την αποδοτικότητα των ήδη εφαρμοσμένων μεθόδων του συστήματος. Υψηλή αποδοτικότητα όμως δεν σημαίνει πλήρη γνώση του τι συμβαίνει στην κοινωνία. Το άπληστο για πληροφορίες σύστημα δεν μπορούσε με τη βοήθεια αυτών των αξόνων να γνωρίζει τι σκέπτεται και τι απασχολεί τον κόσμο. Υψηλή απόδοση απλά σημαίνει ότι η προπαγάνδα φτάνει σίγουρα στ αυτιά ενός μεγάλου ποσοστού των ανθρώπων που συνθέτουν μια κοινωνία. Η γνώση όμως, που το σύστημα αναζητά, έχει σχέση με το πόσο αποτελεσματική είναι η προπαγάνδα. Το σύστημα έπρεπε να βρει μια μέθοδο για να ελέγχει τον κόσμο, αξιοποιώντας ταυτόχρονα και την ισχύ της τηλεόρασης. Τι κάνεις σ αυτήν την περίπτωση; Πώς μπορείς να εκμεταλλευτείς μια συσκευή που βρίσκεται στο σύνολο σχεδόν των σπιτιών;

Για να καταλάβουμε τι έκανε το σύστημα, θα σκεφτούμε, χρησιμοποιώντας τη γνώση των παλαιοτέρων πρακτικών του. Το σύστημα πάντα ήθελε να παρακολουθεί τους ανθρώπους και πάντα τους παρακολουθούσε. Η τάση του αυτή ούτε αυξήθηκε ούτε μειώθηκε εξαιτίας της τηλεόρασης. Η τηλεόραση μπορεί απλά, ως μηχανή,
αν βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος ν αντικαταστήσει τους ανθρώπους που μέχρι τότε αναλάμβαναν το έργο της παρακολούθησης των πολιτών. Πώς παρακολουθούσε το σύστημα τους ανθρώπους; Χρησιμοποιούσε σπιούνους. Οι σπιούνοι έμπαιναν μέσα στις παρέες και στα σπίτια των ανθρώπων και μετέφεραν στους κρατούντες τα όσα συζητάνε. Όταν αυτή η διείσδυση ήταν αδύνατη, το σύστημα έβγαζε τα συμπεράσματά του μ έναν έμμεσο αλλά εξίσου αποδοτικό τρόπο. Όταν γνωρίζει την ιδεολογική ταυτότητα κάποιου, έχει τη δυνατότητα σύμφωνα και με τα όσα είπαμε πιο πάνω περί φίλων που έχουν γνώσεις να βγάζει κάποια συμπεράσματα. Οι φίλοι επηρεάζονται από τους φίλους και η γνώση για το ποιόν του ενός γίνεται εύκολα συμπέρασμα για τους υπόλοιπους. Δεν έχει σημασία αν οι φίλοι ταυτίζονται ή όχι μεταξύ τους ιδεολογικά. Σημασία έχει τι συζητάνε μεταξύ τους. Το σύστημα ενδιαφέρεται πάνω απ όλα για το αν κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους μια άποψη διαφορετική απ αυτήν που πρεσβεύει το ίδιο.

Απ
αυτό το σημείο ξεκινάει τον πόλεμο και σ αυτό το σημείο επιχειρείται η τρομοκράτηση των ανθρώπων. Πρώτος και κύριος στόχος, δηλαδή, είναι η απομόνωση των ανθρώπων που είναι φορείς γνώσης που το σύστημα έχει χαρακτηρίσει εχθρική. Ποιος τολμούσε τη δεκαετία του 50 να συναναστρέφεται με κομμουνιστές στην εύκολα ελεγχόμενη επαρχία; Αυτό που πρέπει να καταλάβει ο αναγνώστης είναι ότι, αν το σύστημα γνωρίζει την ταυτότητα του φίλου, έχει ενδείξεις για την ταυτότητα αυτού που δεν γνωρίζει. Αν τώρα αυτός ο φίλος λειτουργήσει σαν σπιούνος κι αποκαλύψει τι συζητά σαν φίλος και τι ενδιαφέρει τον φίλο, τότε το σύστημα έχει πλήρη γνώση. Δεν χρειάζεται δηλαδή να δηλώσει κάποιος μια ταυτότητα, για να καταλάβει το σύστημα ποιος είναι. Αρκεί να ξέρει τι τον απασχολεί και τι τον ενδιαφέρει να συζητά και άρα ν ακούει. Με βάση αυτές τις γνώσεις το σύστημα μπορεί να καταλάβει τι είναι αυτός ο άνθρωπος, ακόμα και πριν συνειδητοποιήσει ο ίδιος τι είναι. Το ρόλο του σπιούνου φίλου αναλαμβάνει η τηλεόραση και αυτό γίνεται με τη βοήθεια του τρίτου άξονα. Αυτό που κάνει το σύστημα είναι όμοιο μ αυτό που κάνει ένας διαρρήκτης. Ο τελευταίος, όταν πρέπει να ξεκλειδώσει μια κλειδαριά, δοκιμάζει έναένα τα κλειδιά του μέχρι να το καταφέρει. Αυτό ακριβώς κάνει και το σύστημα. Θεωρεί κάθε άνθρωπο όμοιο με κλειδαριά και δοκιμάζει τους προκατασκευασμένους «φίλους» ένανέναν. Δημιουργεί τηλεοπτικούς «φίλους» όλου του φάσματος και παρακολουθεί την τηλεθέαση. Έχει δηλαδή τα δύο στοιχεία που αναζητά. Τον άνθρωπο που μπαίνει στο σπίτι τού υπό έλεγχο ανθρώπου σαν φίλος, καθώς και την υποτιθέμενη συζήτηση. Ο τηλεθεατής παρακολουθεί αυτό που τον ενδιαφέρει ως θέμα και προτιμά τον «φίλο» του σ ό,τι αφορά την παρουσίαση. Αν για παράδειγμα το θέμα είναι ο εθνικισμός, από την τηλεθέαση μπορεί να καταλάβει το σύστημα αν αυτό το θέμα απασχολεί ή όχι την κοινωνία. Αν τώρα αυτό το θέμα αναλαμβάνουν να το παρουσιάσουν σε διαφορετικές εκπομπές ένας αριστερός και ένας δεξιός, η τηλεθέαση δείχνει το πώς τοποθετείται το κοινό απέναντι στο θέμα. Αντιλαμβάνεται δηλαδή την προδιάθεση και άρα την τάση που επικρατεί. Αν διαθέτει αυτή τη γνώση, προσαρμόζει και τη δική του προπαγάνδα με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην του ξεφεύγει ο έλεγχος. Προστατεύει, δηλαδή, τα ισχυρά του ατού και δεν τα καταστρέφει, χρησιμοποιώντας τα άκαιρα. Προστατεύει και τον εαυτό του, εφόσον πάντα είναι στην επικαιρότητα και δεν εμφανίζεται όπως σε άλλες εποχές εκτός τόπου και χρόνου.

Πληροφορίες, για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία, αντλεί το σύστημα και από τα σίριαλ. Υψηλή τηλεθέαση σημαίνει ότι τα προτεινόμενα πρότυπα επιτυγχάνουν τους στόχους τους. Αν οι προτεινόμενοι ως «φίλοι» και άρα οι «καλοί» είναι αντιπαθείς ή αδιάφοροι, το σίριαλ δεν έχει απήχηση στο κοινό. Για να καταλάβει ο αναγνώστης πόσες πληροφορίες δίνουν τα σίριαλ για την κατάσταση της κοινωνίας, αρκεί να δει ένα σίριαλ περασμένης δεκαετίας. Οι ήρωεςπρότυπα του σίριαλ αυτού θα του φανούν εξωφρενικά βλάκες, ρατσιστές, πουριτανοί και κομπλεξικοί. Μ
αυτά τα πρότυπα ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει φίλος. Ποιος μπορεί να γίνει σήμερα φίλος με κάποιο μέλος της πολύτεκνης ανέραστης και κομπλεξικής οικογένειας των “Waltons”. Ποιος νέος μπορεί να έχει τηλεοπτικό «φίλο» έναν νέο που κυνηγά το φίλο της αδερφής του για να προστατέψει δήθεν την τιμή της οικογένειάς του; Γιατί όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει «φίλος» με το τηλεοπτικό πρότυπο της περασμένης δεκαετίας; Γιατί απλούστατα είναι διαφορετικοί. Τους ενδιαφέρουν διαφορετικά πράγματα. Τον «φίλο» του παραδείγματός μας δεν τον ενδιαφέρει τόσο η επαγγελματική του επιτυχία, όσο τον ενδιαφέρει η «τιμή» της οικογένειας. Το «καθαρό κούτελο» που έλεγαν οι παλαιότεροι. Δεν τον ενδιαφέρουν τα φιλικά αισθήματα της αδερφής του προς αυτόν, όσο τον ενδιαφέρει να είναι υπάκουη και να μην προκαλεί δήθεν την κοινωνία. Ο σύγχρονος άνδρας ενδιαφέρεται για την καριέρα του, όπως επίσης ενδιαφέρεται ν απολαύσει και τη φιλία της αδερφής του. Σε ότι αφορά το θέμα της «τιμής», η άποψή του είναι κατά πολύ πιο εξελιγμένη και άρα διαφορετική. Όπως βλέπει ο αναγνώστης, όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν πληροφορίες. Αυτές οι πληροφορίες αποκαλύπτουν στο σύστημα τι συμβαίνει μέσα στα σπίτια των ανθρώπων.

Αν αναλογιστεί τώρα ο αναγνώστης ότι το σύστημα επεξεργάζεται τα στοιχεία της τηλεθέασης, χρησιμοποιώντας άψογα τα επιτεύγματα της στατιστικής επιστήμης, τότε αντιλαμβάνεται πόσο παγιδευμένος είναι ο τηλεθεατής. Το σύστημα γνωρίζει τι τηλεθέαση έχουν οι εκπομπές της τηλεόρασης σ
όλο το φάσμα των ηλικιών, των εισοδημάτων και των μορφωτικών επιπέδων. Γνωρίζει επίσης την τηλεθέαση σ όλη την επικράτεια, που σημαίνει καί στην επαρχία καί στα αστικά κέντρα. Γνωρίζει με ασφάλεια, δηλαδή, τι σκέφτεται και τι απασχολεί για παράδειγμα έναν νεαρό μορφωμένο επαρχιώτη χαμηλής εισοδηματικής στάθμης. Από τη στιγμή που τα γνωρίζει όλα αυτά, τα πάντα είναι εύκολα. Οι δούλοι του συστήματος, είτε ιερείς είτε πολιτικοί, ξέρουν καλά τι πρέπει να υποσχεθούν, για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Ο πολιτικός βγαίνει στην τηλεόραση και επιλέγει από το κοινό αυτούς που θα κολακεύσει και αυτούς που θα πολεμήσει. Γνωρίζει τι σκέπτεται και τι απασχολεί την εκλογική του πελατεία. Τα πάντα είναι στημένα από τη στιγμή που ό,τι αφήνει ο πρώτος το διεκδικεί ο δεύτερος και ούτω καθ εξής.

Η τηλεόραση, με τον τρόπο που τη χρησιμοποιεί το σύστημα, είναι μια παγίδα θανάτου για τον τηλεθεατή και μια τρομερή απειλή για τη δημοκρατία. Αυτό έγινε κατορθωτό με τη χρήση των τριών θεματολογικών αξόνων. Ο πρώτος άξονας προσελκύει την προσοχή του ανθρώπου, ο δεύτερος άξονας του δίνει εντολές για το πώς πρέπει να ζει και ο τρίτος άξονας αποκαλύπτει στην εξουσία αν ο άνθρωπος ενεργεί ή όχι με τον προτεινόμενο τρόπο, ώστε να λάβει τα μέτρα της. Η πραγματικότητα ξεπέρασε τη φαντασία σ
ό,τι αφορά τον έλεγχο του ανθρώπου από το «μεγάλο αδερφό».

Εκτός από τα κόμματα και τους υπόλοιπους φορείς της εξουσίας, με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και οι μεγάλες επιχειρήσεις. Χρησιμοποιούν την τηλεόραση για να εκμεταλλεύονται τον άνθρωπο με τον πιο απόλυτο τρόπο. Πρώτα επεξεργάζονται τα στοιχεία που αφορούν την τηλεθέαση και μετά κάνουν τις κινήσεις τους. Όταν η τηλεόραση προβάλλει μια ταινία με θέμα το σεξ και η τηλεθέαση αγγίζει τα ανώτατα όρια, οι διαφημιστές καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Καταλαβαίνουν τη σεξουαλική πείνα του κοινού και προσαρμόζουν τις διαφημίσεις σ
αυτήν τη γνώση. Γνωρίζοντας ότι απευθύνονται σε σεξουαλικά πεινασμένους ανθρώπους, διαφημίζουν γιαούρτι, βάζοντας μια καλλονή να φλερτάρει το κοινό. Αν δεν συνέβαινε αυτό και οι άνθρωποι ήταν υγιείς, η διαφήμιση θα ήταν αποτυχία. Θ άρχιζαν όλοι ν αναρωτιούνται για το αν η εν λόγω καλλονή είναι ηλίθια ή απλώς βρίσκεται κάτω από την επήρεια ναρκωτικών. Η διαφήμιση κατ αυτόν τον τρόπο γίνεται αποτελεσματική κι επικίνδυνη. Αποτελεσματική, γιατί, γνωρίζοντας οι μεγάλες εταιρείες τι σκέφτεται το κοινό, το παγιδεύουν εύκολα. Περνάνε συμβολισμούς μέσα από τη διαφήμιση και μετατρέπουν τα προϊόντα σε σύμβολα. Ένα αυτοκίνητο δεν διαφημίζεται με βάση τα τεχνικά του χαρακτηριστικά, αλλά με βάση την ισχύ του σαν σύμβολο. Η εικόνα βοηθά αυτόν τον τύπο της διαφήμισης και η συνέχεια είναι τραγική. Παίρνουν ό,τι άσχημο υποβόσκει στην κοινωνία, το εξωραΐζουν και το επιστρέφουν ενισχυμένο διαιωνίζοντας την άσχημη κατάσταση.

Back to content | Back to main menu