Κορυφή σελίδας
Το οικιστικό πρόβλημα της Ελλάδας - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Το οικιστικό πρόβλημα της Ελλάδας - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Το οικιστικό πρόβλημα της Ελλάδας

25 Μαϊου 2003

Η Ελλάδα σε καθημερινή βάση κατορθώνει και όχι απλά μας "πληγώνει", όπως θα έλεγε ο ποιητής, αλλά κάνει κάτι πολύ χειρότερο. Μας μειώνει ως ανθρώπους. Μας προσβάλει. Προσβάλει την αισθητική μας. Προσβάλει την αίσθησή μας περί ωραίου. Μας κάνει να ντρεπόμαστε για τη χώρα όπου κατοικούμε και  κατ' επέκτασιν για τους εαυτούς μας. Μας κάνει να ενοχλούμαστε μ' αυτό το οποίο βλέπουμε. Τον τελευταίο μισό αιώνα έχει μετατραπεί σε ένα ατέλειωτο "γιαπί", που δεν λέει κι ούτε πρόκειται ποτέ να τελειώσει. Ένα πραγματικό χάος, που μας παραπέμπει στη βαρβαρότητα. Ένα οικοδομικό χάος άστοχων αισθητικών επιλογών, οικοδομικών παραβάσεων, μισοτελειωμένων και ευτελών κατασκευών. Ένα πολεοδομικό χάος, που θυμίζει περισσότερο τριτοκοσμικό κράτος, παρά ένα οργανωμένο κράτος το οποίο θέλει να λέγεται πολιτισμένο. Ένα κράτος, που όποτε "θυμάται" επιμένει να δηλώνει ότι θέλει να "κοιτάζει" στα μάτια την τρίτη χιλιετία.

Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες νέων οικοδομικών εγκλημάτων, που επιβαρύνουν διαρκώς μια εξόχως άσχημη κατάσταση. Οι άσχημες ελληνικές πόλεις διαρκώς γίνονται ασχημότερες. Τα άσχημα ελληνικά χωριά διαρκώς γίνονται ασχημότερα. Ό,τι ωραίο έχει απομείνει στην Ελλάδα έχει απομείνει από τύχη και τίποτε άλλο. Ωραίο πλέον απέμεινε ό,τι δεν συνέφερε παλαιότερα ν' "αναπτυχθεί". Ό,τι δεν συνέφερε μέχρι τώρα να γίνει "ξενοδοχείο" ή "καφετέρια". Ό,τι δεν προσήλκυσε τους "επενδυτές" να το αναπτύξουν με βάση τη βαρβαρική τους λογική. Ευτυχώς που αυτοί οι "επενδυτές" δεν μπόρεσαν
λόγω οικονομικής αδυναμίας να κάνουν επεμβάσεις μεγάλης κλίμακας και μας απέμεινε ένα φυσικό περιβάλλον, που διατηρεί την ικμάδα του, παρ' όλα τα τερατουργήματα που έχουν αναπτυχθεί μέσα του.

Ένα περιβάλλον, που σήμερα, λόγω της ένταξής μας στην Ε.Ε. και του πακτωλού των χρημάτων των οικονομικών "πακέτων", κινδυνεύει όσο ποτέ άλλοτε. Οι ίδιοι βάρβαροι, που κατέστρεψαν τις πόλεις και τα νησιά μας, θα είναι αυτοί οι οποίοι θα επιχειρήσουν να διαχειριστούν στο άμεσο μέλλον και το φυσικό περιβάλλον. Οι ίδιοι βάρβαροι, που μετέτρεψαν σε κόλαση τις πόλεις μας, θα επιχειρήσουν να επέμβουν και στο ευρύτερο περιβάλλον. Είναι δυνατόν να περιμένουμε το οτιδήποτε καλό απ' αυτούς; Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί απλούστατα για τους ίδιους λόγους που κατέστρεψαν τις πόλεις μας, θα καταστρέψουν και το περιβάλλον. Για την "κονόμα" μετέτρεψαν πόλεις και χωριά σε πολεοδομικά "εκτρώματα" και για τον ίδιο λόγο είναι επικίνδυνοι σε περίπτωση που θ' ασχοληθούν και με το περιβάλλον.


Θα εξετάσουμε τα πράγματα με τη σειρά, για να καταλάβει ο αναγνώστης σε τι περίπου αναφερόμαστε. Η Ελλάδα δεν ήταν πάντα άσχημη. Η Ελλάδα από την απελευθέρωσή της και μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ήταν μια φτωχή χώρα κι απλά δεν μπορούσε να είναι εντυπωσιακά όμορφη, λόγω της φτώχειας της. Προπολεμικά δηλαδή υπήρχε μια κατάσταση φτώχειας, που δεν επέτρεπε στη χώρα ν' αναπτύξει ένα όμορφο πρόσωπο. Αυτή όμως η ασχήμια δεν ήταν απειλητική, γιατί μπορούσε να "παρακολουθεί" τη γενικότερη κατάσταση και να ευθυγραμμίζεται με τις εξελίξεις. Υπήρχαν δηλαδή προβλήματα, αλλά δεν υπήρχαν "αναπηρίες". Οι ελληνικές πόλεις και τα χωριά δεν βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με τα αντίστοιχα οικιστικά συγκροτήματα της Γαλλίας ή της Γερμανίας, αλλά δεν είχαν "αναπηρία".


Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Οι τοπικές κοινωνίες εκείνης της εποχής έκαναν ενστικτωδώς αυτά τα οποία στην ανεπτυγμένη Δύση γίνονταν εξαιτίας ενσυνείδητης επιλογής. Τόσο οι κατασκευές όσο και τα οικιστικά συγκροτήματα είχαν "χαρακτήρα" και ήταν προσαρμοσμένα σε μια τοπική αισθητική, που είχε "φιλτραριστεί" μέσα στους αιώνες. Μια αισθητική, που δεν ήταν τυχαία. Μια αισθητική, που αποτελούσε την καλύτερη "άποψη" για τις δεδομένες ανάγκες του κάθε τόπου. Οι μακεδονικές πόλεις και τα μακεδονικά σπίτια "ακολουθούσαν" τα δεδομένα της Μακεδονίας. Οι νησιωτικές πόλεις και τα νησιωτικά σπίτια "ακολουθούσαν" τα δεδομένα των νησιών. Το ίδιο γινόταν στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία κλπ..


Θα εξετάσουμε δύο ακραίες καταστάσεις, για ν' αντιληφθεί ο αναγνώστης πώς ακριβώς διαμορφώνεται ένας οικοδομικός ή οικιστικός "χαρακτήρας". Τα μακεδονικά σπίτια δεν ήταν αποτέλεσμα μιας τυχαίας αρχιτεκτονικής άποψης. Δεν ήταν αποτέλεσμα της σκέψης κάποιου ιδιοφυούς αρχιτεκτονικού μυαλού, το οποίο στη συνέχεια οι υπόλοιποι το αντέγραψαν. Ήταν κατασκευές οι οποίες συγκέντρωναν επάνω τους οικοδομική "εμπειρία" αιώνων. Χιλιάδες μυαλά επί πολλούς αιώνες "παρήγαγαν" λύσεις, οι οποίες έτειναν προς το ιδανικό για τις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούσαν στη Μακεδονία. Οι κεραμοσκεπές εκείνων των σπιτιών, η εσωτερική τους δομή κλπ. "ακολουθούσαν" τις ιδιομορφίες της Μακεδονίας. Το ίδιο γινόταν και με τα οικιστικά συγκροτήματα μέσα στα οποία αναπτύσσονταν αυτές οι κατασκευές. Αυτός ο χαρακτήρας συνδεόταν με δύο βασικούς παράγοντες, που είναι καθοριστικοί γι' αυτού του είδους τις κατασκευές με την ευρύτερη έννοια. Ποιοι είναι αυτοί; Το κλίμα και η οικονομία.


Οι δύο αυτοί παράγοντες είναι οι πλέον καθοριστικοί στην ανάπτυξη τόσο των κατοικιών όσο και των οικιστικών συγκροτημάτων. Το κλίμα ήταν αυτό το οποίο έδινε στην κάθε κατασκευή το τελικό της σχήμα. Γιατί; Γιατί οι ιδιομορφίες αυτού του κλίματος ήταν εκείνες που απαιτούσαν ιδιόμορφους τρόπους στην αντιμετώπισή τους. Η κεραμοσκεπή, για παράδειγμα, δεν ήταν επιλογή που είχε σχέση αποκλειστικά με την αισθητική των Μακεδόνων. Απλά σπίτι χωρίς κεραμοσκεπή δεν μπορούσε ν' αντέξει έναν μακεδονικό χειμώνα, με δεδομένο το επίπεδο της τεχνογνωσίας περί δομικών υλικών εκείνης της εποχής. Η αναγκαιότητα δηλαδή της κεραμοσκεπής έδωσε χώρο στη συνέχεια, ώστε ν' αναπτυχθεί και η αισθητική της. Από ανάγκη δηλαδή γινόταν μια επιλογή και στη συνέχεια την επιλογή αυτήν τη βελτίωνε η αισθητική αντίληψη του τοπικού πληθυσμού.


Κάτι ανάλογο γινόταν και στα νησιά. Οι ανάγκες των νησιών ήταν αυτές οι οποίες καθόριζαν τη μορφή των κατασκευών σ' αυτά. Η λειψυδρία και ο ελαφρύς χειμώνας ήταν τα δεδομένα που έδωσαν σ' αυτές τις κατασκευές τη μορφή που σήμερα βλέπουμε και θαυμάζουμε. Οι ανάγκες και πάλι έδωσαν "γραμμή" και στη συνέχεια οι κάτοικοι έκαναν όμορφη μια δεδομένη κατάσταση.


Εξίσου σημαντικός παράγοντας με τις τοπικές κλιματολογικές ιδιομορφίες ήταν και ο παράγοντας οικονομία. Οι Έλληνες επί αιώνες προσπαθούσαν όχι απλά ν' αντιμετωπίσουν τις καιρικές συνθήκες, αλλά να το κάνουν με το λιγότερο δυνατό κόστος. Δεν τους αρκούσε, για παράδειγμα, ν' αντέξουν τον βαρύ μακεδονικό χειμώνα, αλλά ήθελαν να το κάνουν με το ελάχιστο δυνατό κόστος. Ειλικρινά
.

Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Δεν αρκούσε στους φτωχούς ανθρώπους να μπορούν να κατοικούν σε κατασκευές που θα άντεχαν τις τοπικές ιδιομορφίες. Αυτό προσπαθούσαν να το κάνουν με το ελάχιστο δυνατό κόστος. Πώς είναι δυνατόν αυτό; Με το να εντάσσουν τις κατασκευές τους στο περιβάλλον με τον πιο ιδανικό τρόπο. Παρακολουθούσαν το περιβάλλον και προσαρμόζονταν σ' αυτό. Δεν το πολεμούσαν, γιατί αυτό έχει κόστος δυσβάστακτο. Είναι ακριβή υπόθεση να πολεμάς τη φύση. Αυτός είναι κι ο λόγος που οι πόλεις και τα χωριά της βορείου Ελλάδος μοιάζουν στη χωροθέτησή τους με ηλιακούς "συλλέκτες". Ήταν υποχρεωμένοι οι κάτοικοι να το κάνουν αυτό, γιατί ήταν απλά θέμα οικονομίας. Ένα σπίτι με σωστό προσανατολισμό μπορούσε να απαιτεί τα μισά έξοδα για ν' αντιμετωπίσει τον χειμώνα. Ένα σπίτι με σωστό εξωτερικό και εσωτερικό σχεδιασμό και στιβαρή κατασκευή είχε τον ίδιο στόχο. Οι σκεπές, τα ανοίγματα των παραθύρων, ο προσανατολισμός κλπ., δεν ήταν τυχαία. Όλα ήταν σχεδιασμένα και φτιαγμένα για να επιτύχουν έναν στόχο. Τον στόχο ν' αντεπεξέλθουν στις καιρικές συνθήκες με το ελάχιστο δυνατό κόστος. Αυτές οι επιλογές ήταν που μετέφεραν την "εμπειρία" των αιώνων.


Αυτά ήταν τα δεδομένα που στη συνέχεια κάποιοι θα τα βελτίωναν αισθητικά. Αυτά τα στοιχεία έδιναν τον "χαρακτήρα" στις κατασκευές. Αυτά τα στοιχεία έκαναν μια μακεδονική κατασκευή να διαφέρει από μια θεσσαλική ή μια νησιώτικη κατασκευή. Αυτά είναι που "προβάλλουν" πάνω τους την ευφυΐα των τοπικών κατοίκων και την αισθητική τους. Αυτά είναι που "προβάλλουν" πάνω τους το πολιτισμικό επίπεδο της κάθε κοινωνίας. Ένα επίπεδο, που δεν καθιστά κάποιους ανθρώπους ανταγωνιστές κάποιων άλλων. Κανένας δεν ανταγωνίζεται κανέναν. Το περιβάλλον είναι ο παράγοντας ο οποίος πρέπει ν' αντιμετωπιστεί και από την επιτυχία στην αντιμετώπιση αυτήν κρίνεται ο καθένας. Δεν τίθεται δηλαδή θέμα σύγκρισης μεταξύ διαφορετικών αισθητικών, ώστε να προκύψει θέμα σύγκρισης πολιτισμικού επιπέδου. Δεν συγκρίνεται η μακεδονική κατασκευή με μια νησιώτικη, ώστε να καταλάβουμε ποιος από τους δύο είναι πιο πολιτισμένος ή πιο έξυπνος.


Η κάθε κατασκευή κρίνεται μόνον από το πόσο επιτυχώς αντιμετωπίζει ένα δεδομένο περιβάλλον. Όποια κατασκευή το κάνει με τον καλύτερο τρόπο και με το ελάχιστο κόστος, αποτελεί απόδειξη πολιτισμού και εξυπνάδας. Διαφορετικές επιλογές σε διαφορετικές συνθήκες μπορούν να τοποθετούν τους εμπνευστές τους στο ίδιο επίπεδο πολιτισμού και βέβαια εξυπνάδας. Η "βαριά" μακεδονική κατασκευή ήταν εξίσου "έξυπνη" με την "ελαφριά" αιγαιοπελαγίτικη. Γιατί; Γιατί απλούστατα καλούνταν ν' αντιμετωπίσουν διαφορετικές ανάγκες. Η μακεδονίτικη κατασκευή ήταν υποχρεωτικό να είναι "βαριά" και μεγάλη. Γιατί; Γιατί μόνον έτσι καλύπτονταν οι τοπικές ανάγκες που καλούνταν ν' αντιμετωπίσει.


Οι Μακεδόνες έμεναν για πολλούς μήνες το χρόνο μέσα στα σπίτια τους. Από τη στιγμή που η παραμονή αυτή ήταν μεγάλη, θα έπρεπε να μπορεί ο χώρος ν' αντεπεξέλθει στις ανάγκες των δραστηριοτήτων τους, που υποχρεωτικά θα γινόταν μέσα στα σπίτια. Ήταν υποχρεωμένοι να έχουν μεγάλους αποθηκευτικούς χώρους, εφόσον η επιβίωσή τους εξαρτιόταν από τα αποθέματα τροφής τα οποία συντηρούσαν μέσα στους χώρους αυτούς. Επιπλέον, ήταν υποχρεωμένοι όχι μόνον να ζουν, αλλά και να εργάζονται μέσα σ' αυτά. Μέσα στα σπίτια παρασκεύαζαν κι αποθήκευαν τα όσα είχαν ανάγκη για να "βγάλουν" τον χειμώνα και τα οποία δεν μπορούσαν να τα κάνουν σε εξωτερικούς χώρους. Εκεί γινόταν η μεταποίηση των προϊόντων, προκειμένου ν' αντέξουν στη μακρόχρονη αποθήκευση. Μέσα στα σπίτια αναπτύσσονταν η παραγωγή του δευτερογενή τομέα με τη μορφή της οικοτεχνίας.


Τέτοιες ανάγκες δεν είχαν ν' αντιμετωπίσουν οι Έλληνες του Νότου. Ο χρόνος παραμονής τους μέσα στο σπίτι ήταν ελάχιστος. Η γη τους δεν παρέμενε "ανενεργή" για μεγάλο διάστημα. Δεν είχαν ανάγκη να μετατρέψουν τα σπίτια τους σε εργαστήρια, εφόσον το διάστημα κατά το οποίο δεν είχαν επαφή με τα φρέσκα προϊόντα ήταν ελάχιστο. Δεν είχαν ανάγκη να μετατρέψουν τα σπίτια τους σε αποθήκες, γιατί δεν υπήρχε λόγος. Δεν είχαν παγωνιές, ώστε η ανάγκη της ασφαλούς αποθήκευσης τροφίμων και άλλων προϊόντων να είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή τους. Γι' αυτούς το σπίτι είχε διαφορετικές ανάγκες να καλύψει και λειτουργούσε πολύ πιο κοντά στην έννοια του σπιτιού όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Ήταν πιο κοντά στην έννοια της σύγχρονης αστικής κατοικίας. Γι' αυτούς ήταν περιττή η ανάγκη μεγάλης αποθηκευτικής ικανότητας του σπιτιού, όπως ήταν περιττή και η παράλληλη χρήση του ως χώρου εργασίας.


Κάτι ανάλογο γινόταν και στον γενικότερο σχεδιασμό, που αφορούσε τα ίδια τα οικιστικά συγκροτήματα, είτε αυτά ήταν πόλεις είτε χωριά. Το κάθε οικιστικό συγκρότημα δηλαδή αναπτυσσόταν βάση κάποιων αναγκών. Αναπτυσσόταν με βάση κάποια δεδομένα, τα οποία συνδέονταν με τις ανάγκες που προκύπτουν βάση των κλιματολογικών συνθηκών και βέβαια των τοπικών οικονομικών και κοινωνικών αναγκών που καλούνται να καλύψουν. Και πάλι δηλαδή έχουμε τους ίδιους καθοριστικούς παράγοντες να επηρεάζουν τον σχεδιασμό. Το κλίμα και την οικονομία.


Άλλου είδους σχεδιασμό έχει ένα οικιστικό συγκρότημα, που καλείται ν' αντιμετωπίσει έναν βαρύ χειμώνα με πολλές βροχές και χιόνια και άλλον σχεδιασμό έχει ένα αντίστοιχο συγκρότημα, που καλείται ν' αντιμετωπίσει ένα τρομερά ζεστό καλοκαίρι και έναν χειμώνα που το χαρακτηρίζει η έντονη δραστηριότητα του ανέμου. Εκ των δεδομένων δηλαδή στην Ελλάδα ο ιδιόμορφος "χαρακτήρας" της κάθε περιοχής δεν περιοριζόταν μόνον στις κατασκευές, αλλά και στον γενικότερο οικιστικό σχεδιασμό. Εκ των δεδομένων δηλαδή οι πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας είχαν διαφορετική μορφή από τα αντίστοιχα του Νότου, είτε της ηπειρωτικής είτε της νησιωτικής Ελλάδας. Δεν ήταν δυνατόν να είναι όμοια. Γιατί; Γιατί στη βόρεια Ελλάδα, για παράδειγμα, οι ανάγκες που θα έπρεπε ν' αντιμετωπιστούν ήταν διαφορετικές. Εκεί έπρεπε ν' αντιμετωπιστούν περιοδικές ισχυρές πλημμύρες κι αυτό περιόριζε τις επιλογές του χώρου όπου θα επιχειρούνταν η οικοδομική δραστηριότητα. Εκεί έπρεπε, λόγω του πλούτου του εγγείου κεφαλαίου, να προβλέψουν την έντονη δραστηριότητα που συνεπάγεται το κεφάλαιο αυτό και να καλύψουν ανάγκες του.


Οι κάτοικοι δεν περίμεναν από την πολιτεία να τους πει πού θα χτίσουν. Δεν περίμεναν αποζημίωση σε περίπτωση πλημμύρας. Η πλημμύρα σήμαινε καταστροφή κι αυτό σημαίνει ότι έπρεπε ν' αποφευχθεί πάση θυσία. Δεν είχαν ανάγκη δηλαδή να τους υποχρεώσουν με τον νόμο να μην χτίζουν στα "ρέματα". Δεν είχαν ανάγκη να τους υποχρεώσουν να σεβαστούν ένα σχέδιο πόλεως, για να μην δημιουργούνται προβλήματα. Μόνοι τους έκαναν τις επιλογές τους, γιατί οι ίδιοι θα πλήρωναν το κόστος των όποιων λάθος επιλογών τους. Οι τοπικοί παράγοντες ήταν υπεύθυνοι για τις επιλογές αυτές και σπάνια έσφαλαν, γιατί κι αυτοί ζούσαν μέσα σ' εκείνα τα συγκροτήματα. Αν επέλεγαν να κάνουν σε μακεδονικό χωριό μυκονιάτικα σοκάκια, οι ίδιοι θα το πλήρωναν. Οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν να φτάσουν στα σπίτια-εργαστήριά τους με τα άλογα και τα κάρα τους, τα οποία κάλυπταν τις ανάγκες λειτουργίας της τοπικής κοινωνίας και βέβαια του τοπικού κεφαλαίου.


Οι άνθρωποι σέβονταν το περιβάλλον και δεν προκαλούσαν την τύχη τους. Σέβονταν αυτό το οποίο τους απειλούσε και αυτό προϋποθέτει να το γνωρίζεις. Γνώριζαν δηλαδή ανά πάσα στιγμή πού μπορούσαν και πού δεν μπορούσαν να χτίσουν. Γνώριζαν ανά πάσα στιγμή πώς έπρεπε να χτίσουν. Γνώριζαν ανά πάσα στιγμή να προσδιορίζουν τα μεγέθη των κοινόχρηστων χώρων. Γι' αυτόν τον λόγο υπήρχαν οι ιδιομορφίες στην οικιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Άλλου είδους ανάγκες κάλυπταν τα "έξυπνα" αιγαιοπελαγίτικα χωριά και άλλου είδους τα εξίσου "έξυπνα" μακεδονίτικα χωριά. Ήταν "έξυπνα" τα πρώτα, όταν ήταν πυκνοδομημένα και έκαναν "πλάτη" στον άνεμο. Ήταν "έξυπνα", γιατί μετέφεραν τη δραστηριότητά τους στο καλά προστατευμένο και σχεδόν "ανεμοστεγές" εσωτερικό τους. Ήταν "έξυπνα", γιατί σε έναν φτωχό χώρο δεν καταλάμβαναν μεγάλες ποσότητες κεφαλαίου, πράγμα το οποίο θα επιβάρυνε την επιβίωσή των τοπικών κοινωνιών.


Από την άλλη πλευρά ήταν εξίσου "έξυπνα" και τα μακεδονικά χωριά. Ήταν "έξυπνα", όταν "στρέφονταν" προς τον ήλιο. Ήταν "έξυπνα", όταν ήταν αραιοδομημένα και άφηναν το εσωτερικό τους "ανοικτό", για να μην αντιστέκεται στις πλημμύρες. Ήταν "έξυπνα", όταν είχαν μεγάλους δρόμους πρόσβασης προς το εσωτερικό τους. Πρόβλημα στην Μακεδονία δεν υπήρχε με το κεφάλαιο, ώστε η πυκνή δόμηση να είναι οικιστικός μονόδρομος. Εκεί τους ενδιέφερε πρωτίστως να μην καταστρέφονται από τα καιρικά φαινόμενα, έχοντας ως δεδομένο ότι το κεφάλαιο αρκούσε να τους θρέψει και αυτό το οποίο έπρεπε ν' αντιμετωπίσουν ήταν η προστασία των προϊόντων του κεφαλαίου αυτού. Η επιβίωσή τους δηλαδή απειλούνταν όταν καταστρέφονταν τα προϊόντα και όχι όταν περιοριζόταν το ήδη μεγάλο κεφάλαιο.


Ήταν "έξυπνα" όλα τα ελληνικά χωριά, γιατί απλούστατα ήταν έξυπνοι αυτοί οι οποίοι τα σχεδίαζαν και παρακολουθούσαν το περιβάλλον. Ήταν "έξυπνα" γι' αυτό που καλούνταν ν' αντιμετωπίσουν. Ένα μυκονιάτικο χωριό δεν θα ήταν "έξυπνο", αν μεταφερόταν στη Μακεδονία. Έναν χειμώνα δεν θα άντεχε. Στην πρώτη πλημμύρα θα καταστρέφονταν οι κάτοικοί του. Οι αποθηκευτικοί του χώροι δεν θα μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες των κατοίκων του για το απαραίτητο διάστημα. Επιπλέον, λόγω σχεδιασμού και κατασκευής, θα είχε τα διπλά έξοδα για ν' αντιμετωπίσει τον χειμώνα. Θα ήταν "ενεργοβόρα" δηλαδή αυτά τα σπίτια για ν' αντέξουν τον μακεδονικό χειμώνα. Λόγω προσανατολισμού και κατασκευής δύσκολα θα ζεσταίνονταν και εύκολα θα έχαναν τη θερμοκρασία τους. Αυτό σημαίνει υψηλό κόστος λειτουργίας. Σημαίνει διπλά καύσιμα, σημαίνει διπλάσιους χώρους αποθήκευσης των καυσίμων αυτών. Σημαίνει ότι δεν θα επιβίωνε κανένας κάτοικός τους μετά από έναν βαρύ χειμώνα.


Το ίδιο θα συνέβαινε και με κάτι ανάλογο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένα μακεδονικό χωριό θα ήταν "ηλίθιο" στη Μύκονο. Γιατί; Γιατί δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει στοιχειωδώς ικανοποιητικά. Κατ' αρχήν θα ήταν υπερβολικά ακριβό στη δόμησή του και ουσιαστικά άχρηστο για να εκτελέσει την αποστολή του. Δεν θα προστάτευε τους κατοίκους του από τον ήλιο ή τον άνεμο και θα καταλάμβανε
εις βάρος της οικονομίας υπερβολικό χώρο για τις ανάγκες που θα είχε να καλύψει. Οι τεράστιοι αποθηκευτικοί χώροι του θα ήταν αστείοι και μόνον που θα υπήρχαν. Γιατί; Γιατί δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης. Γιατί δεν υπάρχει λόγος να έχει κάποιος τέτοιους χώρους για δύο ή τρεις μήνες ελαφρού χειμώνα. Γιατί δεν υπάρχει λόγος τέτοιας ακριβής προστασίας, όταν την ίδια προστασία την εξασφαλίζει ακόμα και ένα υπόστεγο της πλάκας. Δεν υπάρχει λόγος δημιουργίας κλειστού και άρα ακριβού χώρου εργασίας, όταν στο σύνολο του έτους ελάχιστος είναι ο χρόνος όπου οι εξωτερικές εργασίες είναι απαγορευτικές. Είναι κουτός αυτός ο οποίος πληρώνει ακριβά αυτά που ο γείτονάς του τα κάνει τζάμπα.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι τίποτε δεν έγινε χωρίς λόγο στη Ελλάδα, που, παρά το μικρό της μέγεθος, παρουσιάζει τρομερή κλιματολογική και οικονομική ανομοιογένεια. Τα πάντα ήταν διαφορετικά, γιατί οι συνθήκες ήταν διαφορετικές τόσο στο κλίμα όσο και στην οικονομία. Επί αιώνες ήταν διαφορετικά. Σήμερα βλέπουμε να συμβαίνουν πράγματα, που δεν έχουν σχέση με την παραπάνω λογική. Σήμερα βλέπουμε να υπάρχει μια ομοιογένεια τόσο στην οικοδομική όσο και στην οικιστική εικόνα που παρουσιάζουν οι ελληνικές πόλεις. Βλέπουμε για παράδειγμα τη μακεδονική Φλώρινα να μην διαφέρει σε "χαρακτήρα" από την πελοποννησιακή Κόρινθο. Βλέπουμε τη θρακιώτικη Ξάνθη να μην διαφέρει σε "χαρακτήρα" από το κρητικό Ηράκλειο.


Το ακόμα χειρότερο είναι ότι, εκτός του ότι δεν διαφέρουν μεταξύ τους, είναι εξίσου άσχημες όλες οι πόλεις. Πόλεις από μπετόν, όπου οι άνθρωποι στριμώχνονται να ζήσουν μέσα σε "κουτάκια" και αυτό μέσα σε πυκνοδομημένα οικιστικά συγκροτήματα. Συγκροτήματα, που δεν μπορούν ν' αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς τα καιρικά φαινόμενα. Που όχι μόνον δεν το κάνουν αυτό επιτυχώς και με το ελάχιστο κόστος
όπως συνέβαινε επί αιώνες, αλλά που δεν μπορούν να το κάνουν καθόλου. Κάθε χειμώνα πλημμυρίζουν αυτά τα συγκροτήματα και οι κάτοικοί τους φτάνουν στα όρια της απελπισίας. Κάθε χειμώνα γινόμαστε μάρτυρες τις ίδιας κατάστασης. Βλέπουμε ανθρώπους να καταστρέφονται και να απαιτούν από την πολιτεία να πάρει μέτρα και να καταβάλει βέβαια τις αποζημιώσεις που συνεπάγονται οι καταστροφές. Καταστροφές, που οφείλονται αποκλειστικά και μόνον στον κακό σχεδιασμό των πόλεων.

Αυτές λοιπόν οι άσχημες πόλεις ταλαιπωρούν τους κατοίκους τους σε καθημερινή βάση. Αν δηλαδή αυτή η γενική καταστροφή είναι περιοδική το ακόμα χειρότερο είναι η καθημερινή ταλαιπωρία που υφίστανται οι κάτοικοι αυτών των πόλεων. Όλες οι σύγχρονες ελληνικές πόλεις είναι ανεπτυγμένες με τον ίδιο άκαμπτο τρόπο, χωρίς να συνυπολογίζεται στον σχεδιασμό αυτόν η τοπική οικονομία και οι ανάγκες που αυτή συνεπάγεται. Τα ίδια πολεοδομικά χαρακτηριστικά διακρίνουν πόλεις με τεράστια οικονομία και πόλεις με ανύπαρκτη οικονομία. Υπάρχουν πόλεις οι οποίες δεν μπορούν με τους δρόμους τους ν' "ανασάνουν" και πόλεις που οι ίδιοι δρόμοι τους "περισσεύουν". Υπάρχουν πόλεις οι οποίες δεν μπορούν ν' απαλλαγούν από το κυκλοφοριακό πρόβλημα και πόλεις των οποίων οι δρόμοι "γεμίζουν" μόνον στις παρελάσεις. Οι πρώτες "ασφυκτιούν" κάτω από το βάρος των αναγκών τους και οι δεύτερες παραμένουν "κρύες" κι "αφιλόξενες" σαν ημιεγκαταλειμμένες πόλεις χρυσοθήρων. Όλα αυτά εξαιτίας ενός κοινού και άστοχου σχεδιασμού, που προφανώς εξυπηρετεί τα συμφέροντα κάποιων. Ενός σχεδιασμού, που προκαλεί "αναπηρία" στις πόλεις.


Γι' αυτόν τον λόγο διαχωρίσαμε στην αρχή του κειμένου την έννοια της φτώχειας από αυτήν της αναπηρίας. Μέχρι κάποιο διάστημα οι ελληνικές πόλεις ήταν φτωχές και μπορεί, εξαιτίας της φτώχειας τους, να ήταν και άσχημες. Δεν ήταν όμως "ανάπηρες". Ήταν σχεδιασμένες με τρόπο τέτοιο, που να παρακολουθούν τις εξελίξεις. Ένα μικρό κι ασφυκτικό κέντρο εγκαταλείπονταν, όταν η οικονομική ανάπτυξη το έκανε ανεπαρκές. Η παλιά κεντρική πλατεία γινόταν εξαιτίας των αναγκών της πόλης μια περιφερειακή πλατεία, χωρίς να υπάρχει αντίδραση ή δεύτερη σκέψη από τους κατοίκους της. Η "γεωγραφία" της πόλης παρακολουθούσε την οικονομία της. Οι ανάγκες ήταν αυτές οι οποίες διαμόρφωναν την εικόνα της και ακριβώς, επειδή αυτές οι ανάγκες διαμόρφωναν τις πολεοδομικές εξελίξεις, δεν υπήρχαν αντιδράσεις.


Το ίδιο γινόταν και στον οικοδομικό τομέα. Ένα άσχημο λόγω φτώχειας σπίτι αντικαθιστούνταν από ένα όμορφο ιδίου "χαρακτήρα", όταν ο πλούτος το επέτρεπε. Για τους ίδιους λόγους που επέλεγαν μία τοποθεσία για να χτίσουν ένα φτωχό αλλά ασφαλές σπίτι, επέλεγαν να κάνουν το ίδιο και για το πλούσιο. Τίποτε δεν άλλαζε δηλαδή σ' ό,τι αφορά τις επιλογές που δίνουν σε μια κατασκευή αυτό που λέμε οικοδομικό "χαρακτήρα". Ο πλούτος δεν προκαλούσε το φυσικό περιβάλλον και βέβαια δεν αλλοίωνε τη συνολική εικόνα της πόλης. Ο πλούσιος Μακεδόνας δεν πήγαινε να χτίσει στο "ρέμα", γιατί ήθελε ντε και καλά να έχει σπίτι στην κεντρική "πλατεία" κι ούτε έφτιαχνε μυκονιάτικο σπίτι, επειδή ήταν πλούσιος. Ούτε καν η "πλατεία" ήταν μόνιμη. Η "πλατεία" θα ήταν κεντρική μόνον για όσο διάστημα θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της κοινωνίας και δεν θα συνέφερε οικονομικά η αλλαγή της. Τα πάντα δηλαδή ακολουθούσαν μια δυναμική, που έδινε "ζωή" στην πόλη και την έκανε ενεργητική.


Αντίθετα σήμερα βλέπουμε στοιχεία "παραλυσίας". Το σύνολο των ελληνικών πόλεων είναι "παράλυτες". Δεν μπορούν ν' ακολουθήσουν τις ανάγκες τους και να φερθούν σαν ζώντες οργανισμοί. Γιατί; Γιατί δεν έχουν κανένα στοιχείο που να τους δίνει την απαιτούμενη ζωή. Δεν έχουν εκείνη την ομοιομορφία που να τις καθιστά "ανοικτές" και έτοιμες ν' αντιμετωπίσουν την ανάπτυξη. Αναπτύσσονται, χωρίς να υπολογίζουν τα δεδομένα. Η ίδια πλατεία που εξυπηρετούσε μια πόλη, που πριν από πενήντα χρόνια είχε 10.000 κατοίκους, την εξυπηρετεί και σήμερα, που μπορεί λόγω ανάπτυξης να έχει 50.000 κατοίκους. Γιατί συμβαίνει αυτό; Για πολλούς λόγους. Κάποιους τους συνέφερε να "παγώσουν" τις πόλεις. Γιατί; Γιατί αυτοί είχαν τα οικόπεδα στην κεντρική "πλατεία". Γιατί δεν αντιδρούν οι υπόλοιποι; Γιατί απλούστατα είναι κι αυτοί συνένοχοι και επιπλέον μισούν τις δικές τους επιλογές.


Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Όταν για παράδειγμα στο όνομα της ανάπτυξης δεν ελέγχεις τις επιλογές σου, είναι βέβαιον ότι θα κάνεις λάθη. Όταν αναπτύσσεσαι χωρίς πρόγραμμα και την ανάπτυξη αυτήν προσπαθείς να την εκμεταλλευτείς ασύστολα, δεν βλέπεις τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των επιλογών σου. Κουβαλάς στην πόλη νέους κατοίκους και τους στριμώχνεις σε "κουτάκια", για να τους εκμεταλλεύεσαι με τον πιο άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο. Χτίζεις "κουτιά" δίπλα σε "κουτιά" και δημιουργείς απρόσωπες συνοικίες. Συνοικίες, που έχουν σχεδιαστεί να φιλοξενούν μαζικά φτωχούς και όχι να λειτουργούν ως ενεργό μέρος της ίδιας της πόλης. Συνοικίες, που σταδιακά "περικυκλώνουν" την πόλη και τις οποίες δεν θέλεις να τις βλέπεις, γιατί σε ενοχλούν. Συνοικίες, που είναι απρόσωπες και δεν μπορούν σταδιακά να μετακινήσουν το κέντρο βάρους των δραστηριοτήτων της πόλης που εξελίσσεται και λόγω της ανάπτυξης αναζητά διεξόδους.


Αργά ή γρήγορα δηλαδή το παλιό "κέντρο" της πόλης το αποκλείεις εξαιτίας των επιλογών σου. Οι νέες και άσχημες συνοικίες σταδιακά "κλείνουν" την πόλη. Επειδή δεν σέβονται τον τοπικό χαρακτήρα, είναι ομοιογενώς ανομοιόμορφες με τον βασικό πυρήνα της πόλης. Καταστρέφουν δηλαδή την προηγούμενη ομοιογένεια της πόλης και δεν της επιτρέπουν να διατηρεί το δικαίωμα να μεταλλάσσεται, χωρίς ν' αλλάζει "χαρακτήρα". Δεν της επιτρέπουν ν' αλλάζει, χωρίς να παραμορφώνεται. Επειδή αυτό το "κέντρο" είναι το μόνο που διατηρεί τον "χαρακτήρα" της πόλης
και άρα μέρος του δικού σου χαρακτήρα αποκτά μια μοναδική αξία, αλλά ταυτόχρονα γίνεται μόνιμη πληγή.

Το αποτέλεσμα είναι τρομερό. Μια ολόκληρη πόλη προσπαθεί να λειτουργήσει με βάση έναν σχεδιασμό που πλέον δεν την αφορά, εφόσον τον έχουν ξεπεράσει οι ανάγκες της. Μια Ξάνθη, που πρέπει πλέον να φορά 45 νούμερο "παπούτσι", προσπαθεί να περπατήσει με "παπούτσι" νούμερο 32. Μια Ξάνθη, με ανάγκες που καθημερινά αυξάνονται, προσπαθεί να λειτουργήσει με βάση δεδομένα που αφορούν άλλες εποχές. Μια Ξάνθη ανίκανη να παρακολουθήσει τις ανάγκες της και βέβαια ν' "απολαύσει" την πρόοδό της. Γιατί; Γιατί είναι πλέον "παράλυτη". Γιατί δεν μπορεί ως ζων πολεοδομικός οργανισμός να παρακολουθήσει τις ανάγκες της. Έχει περικυκλώσει το ιστορικό θρακιώτικο κέντρο της με μια "θάλασσα" από μπετόν, το οποίο δεν τις επιτρέπει ν' αλλάξει τον σχεδιασμό της. Οι Ξανθιώτες έχουν παγιδευτεί στο ασφυκτικό κέντρο της, γιατί αυτό είναι το κέντρο που αγαπούν, εφόσον αυτό είναι το τμήμα της πόλης που έχει στοιχεία του δικού τους χαρακτήρα.   


Την ίδια αθλιότητα βλέπει κανείς να χαρακτηρίζει το σύνολο των ελληνικών πόλεων. Ένας ιστορικός πολεοδομικός πυρήνας, που διατηρεί έναν τοπικό "χαρακτήρα" και γύρω από αυτόν μια αθλιότητα από μπετόν. Ένα μακεδονικό κέντρο και γύρω-γύρω μια αθλιότητα από μπετόν. Ένα ηπειρώτικο ή πελοποννησιακό κέντρο και γύρω-γύρω το ίδιο άσχημο σκηνικό. Μόνον στο κέντρο μιας ελληνικής πόλης μπορείς να καταλάβεις πού περίπου βρίσκεσαι. Το σύνολο των ελληνικών πόλεων φαίνονται από αεροφωτογραφίες το ίδιο άθλιες και το ίδιο απρόσωπες. Ακριβώς, επειδή αυτές οι πόλεις είναι απρόσωπες και άθλιες, οι κάτοικοί τους αγωνιούν για μια στοιχειώδη προστασία όσων θετικών και όμορφων στοιχείων τους έχουν απομείνει.


Αναπαλαιώνουν ό,τι μπορούν να "σώσουν", νομίζοντας ότι έτσι διαφυλάττουν την κληρονομιά τους. Αυτό το οποίο εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν είναι το τι είδους κληρονομιά θ' αφήσουν οι ίδιοι πίσω τους. Αυτοί κληρονόμησαν από τους προγόνους τους κάποια "στοιχεία",  αλλά οι ίδιοι ως κληροδότες θ' αφήσουν πίσω τους "κουτιά" από μπετόν και μερικά αναπαλαιωμένα σπίτια, που δεν αποτελούν δικά τους έργα. Αυτοί κληρονόμησαν πραγματικές πόλεις και θα κληροδοτήσουν αναπαλαιωμένα σπίτια στο μέσον του μπετονένιου χάους. Σπίτια, που δεν θα "θυμίζουν" στους επόμενους τη δική τους ευαισθησία, αλλά την ανικανότητά τους να μιμηθούν τους προγόνους τους. Οι επόμενοι θα σε κρίνουν από τις πόλεις στις οποίες τους καταδίκασες να κατοικούν και όχι από τα λίγα παραδοσιακά σπίτια που διατήρησες, για να πάρουν μια "γεύση" της ευφυΐας και της αισθητικής των μακρινών κοινών προγόνων.


Το θέμα λοιπόν είναι να δούμε πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Δεν είναι δηλαδή δυνατόν να πιστέψουμε ότι έτσι ξαφνικά και ως δια μαγείας οι Έλληνες έχασαν την αίσθηση του χώρου όπου κατοικούν και των αναγκών τους. Δεν είναι δυνατόν να πιστέψουμε ότι έτσι ξαφνικά άλλαξαν οι καιρικές ή οι οικονομικές συνθήκες που επί αιώνες χαρακτήριζαν τον κάθε ελληνικό υποχώρο. Πώς δηλαδή ξαφνικά έγινε όμοια η Κόρινθος με τη Φλώρινα; Πώς ξαφνικά τα σπίτια των Κορίνθιων απέκτησαν την ίδια όψη με αυτά των Φλωρινιωτών; Άλλαξε το κλίμα στην Ελλάδα ή άλλαξε το κεφάλαιο θέση; Από τη στιγμή που αυτό δεν έγινε, κάτι άλλο θα πρέπει να έχει συμβεί και αυτό θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε.


Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι που συνετέλεσαν στη σημερινή αθλιότητα, που χαρακτηρίζει την οικιστική και οικοδομική κατάσταση την οποία βλέπουμε. Ο ένας λόγος είναι καθαρά πολιτικός και ο άλλος έχει σχέση με την εξέλιξη της τεχνογνωσίας σ' ό,τι αφορά την κατασκευή. Ο πρώτος λόγος είναι αυτός ο οποίος μας ενδιαφέρει, εφόσον ο δεύτερος είναι προφανές ότι μπορεί να επηρεάσει μόνον σε πολύ συγκεκριμένα επίπεδα. Μας ενδιαφέρει δηλαδή να δούμε από πού ξεκινάνε οι λάθος οικοδομικές και πολεοδομικές επιλογές και όχι αν αυτές οι λάθος επιλογές γίνονται από μπετόν. Ο πρώτος λόγος λοιπόν που μας ενδιαφέρει είναι πολυσύνθετος και έχει πολλές παραμέτρους. Παραμέτρους τόσο εθνικές όσο και ταξικές. Κάποιοι, στο όνομα κάποιων συγκεκριμένων αναγκών
που κατά τη γνώμη τους ήταν πολύ μεγάλες παρέβλεψαν τις ανάγκες εκείνες που μέχρι τώρα αναλύσαμε. Ανάγκες, που κάνουν τις υπόλοιπες να ωχριούν μπροστά τους. Αυτές τις ανάγκες θεώρησαν ως άμεση προτεραιότητα να καλύψουν και αυτές είναι το αίτιο της σημερινής αθλιότητας.

Το κύριο πρόβλημα ξεκινάει από την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θράκης. Την απελευθέρωση ενός γίγαντα της οικονομίας στο χώρο της βαλκανικής. Γιατί αυτό ήταν πρόβλημα; Γιατί η Ελλάδα εκείνης της εποχής προσπαθούσε να "καταπιεί" έναν νέο χώρο, ο οποίος εντάχθηκε στην επικράτειά της. Γιατί ήταν πρόβλημα; Γιατί είναι πρόβλημα για ένα "ποντίκι" να καταπιεί έναν "ελέφαντα". Η φτωχή, αραιοκατοικημένη και υπανάπτυκτη νότια Ελλάδα έπρεπε, χωρίς να χάσει τα πρωτεία της, να "καταπιεί" τη Μακεδονία με τα ακριβώς αντίθετα χαρακτηριστικά. Η νότια Ελλάδα, με πρωτεύουσα το χωριό της Αθήνας, έπρεπε να καταπιεί χωρίς αντιδράσεις έναν χώρο ανεπτυγμένο σε όλους τους τομείς με πόλεις γιγαντιαίες σε σχέση μ' αυτές του νότου.


Πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Βέροια, η Καβάλα ή η Ξάνθη ήταν πολλαπλάσια πιο ισχυρές κοινωνικά και οικονομικά ακόμα και από την ίδια την πρωτεύουσα. Όταν υπήρχε για παράδειγμα εργατικό κίνημα στη Βέροια, στην Αθήνα μάλωναν οι τσομπάνηδες πίσω από τη Σταδίου για τα βοσκοτόπια. Όταν η Θεσσαλονίκη είχε κυκλοφοριακό πρόβλημα, οι Αθηναίοι πήγαιναν στο Μαρούσι ν' απολαύσουν την άγρια φύση. Όταν στη Θεσσαλονίκη συνέβαιναν κοσμικά "χάπενινγκ", στην Αθήνα θεωρούνταν "χάπενινγκ" να μοιράσει ο βασιλιάς ψωμί στους υπηκόους του για τη γέννηση τους διαδόχου του. Όταν στη βόρεια Ελλάδα κάποιοι συνδικαλιστές μάχονταν για συλλογικές συμβάσεις εργασίας, πολλοί εξαθλιωμένοι πληθυσμοί στο Νότο ονειρεύονταν γενικές επιστρατεύσεις και πολέμους, για να επιβιώσουν από τα συσσίτια του στρατού.


Όλα αυτά συνέβαιναν, γιατί η οικονομία του Νότου ήταν υπανάπτυκτη. Ο Νότος δεν διέθετε ισχυρό πρωτογενές κεφάλαιο, που θα του επέτρεπε ν' αναπτυχθεί επαρκώς. Δεν διέθετε κεφάλαιο, για να δημιουργήσει κεφάλαιο ανώτερης μορφής.  Εκείνη την εποχή ακόμα και οι ίδιοι οι Αθηναίοι αγνοούσαν την έννοια του μισθού. Μισθό στην Αθήνα εκείνης της εποχής απολάμβαναν μόνον οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι στρατιωτικοί. Οι υπόλοιποι ήταν καθηλωμένοι στο επίπεδο του δουλοπάροικου. Έδιναν κότα για να πάρουν σιτάρι. Μιλάμε δηλαδή για έναν οικονομικό μεσαίωνα. Στην Αθήνα ανακάλυπταν την οικονομία τη στιγμή που στη Μακεδονία και τη Θράκη υπήρχαν βιομηχανίες και τράπεζες από τις ισχυρότερες της Ευρώπης.


Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι η κατάσταση δεν ήταν ευχάριστη για την πρωτεύουσα, που έπρεπε να πάρει άμεσες και γρήγορες αποφάσεις, για να μη βγει από το "παιχνίδι" της εξουσίας. Ήταν δύσκολο για την κεντρική εξουσία ν' αποφασίσει για μια φυσική ανάπτυξη χωρίς παρεμβάσεις. Γιατί; Γιατί ήταν θέμα χρόνου να χάσει την πρωτοκαθεδρία στον νέο πλέον ελλαδικό χώρο. Ήταν θέμα χρόνου η βόρεια Ελλάδα ν' ανατρέψει την υφιστάμενη κατάσταση και ν' αφήσει "πίσω" της τον Νότο. Ήταν θέμα χρόνου να γίνει η Θεσσαλονίκη ένα νέο "Μιλάνο" της οικονομίας, που θα άφηνε πίσω του τη "Ρώμη" του Νότου. Όλα αυτά γιατί; Γιατί το πρωτογενές και δευτερογενές κεφάλαιο της Μακεδονίας ήταν τερατωδώς μεγάλο και την ίδια στιγμή η Θεσσαλονίκη διέθετε το τραπεζικό σύστημα να στηρίξει τη βιομηχανική ανάπτυξη. Επιπλέον η βόρεια Ελλάδα διέθετε τους πληθυσμούς με τη βιομηχανική εμπειρία, για να στηρίξει την ήδη υπάρχουσα υποδομή της.

Back to content | Back to main menu