Κορυφή σελίδας
Το οικιστικό πρόβλημα της Ελλάδας - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Το οικιστικό πρόβλημα της Ελλάδας - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Το οικιστικό πρόβλημα της Ελλάδας

25 Μαϊου 2003

Οι πόλεις δηλαδή εκ των δεδομένων γνώριζαν και βέβαια προκαλούσαν και οι ίδιες για λόγους συμφέροντος αυτές τις μετακινήσεις. Τις προκαλούσαν και ήταν έτοιμες να τις αντιμετωπίσουν. Προκαλούσαν την ανάπτυξη του κεφαλαίου κι αναζητούσαν πληθυσμούς για να στηρίξουν αυτήν την ανάπτυξη. Πρόβλημα δεν υπήρχε, γιατί οι πόλεις ήταν "ανοικτές" και έτοιμες να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Πρόβλημα δεν υπήρχε ούτε στον οικοδομικό τομέα, ώστε ν' αλλοιωθεί η "ταυτότητα" της πόλης, αλλά ούτε και στον πολεοδομικό τομέα, ώστε να παρουσιαστεί πρόβλημα "παραλυσίας" της πόλης εξαιτίας της ανάπτυξης.

Η τοπική αυτοδιοίκηση και ο ιδιωτικός τομέας
ακόμα και σε εμβρυακή μορφή αντιμετώπιζαν επιτυχώς το πρόβλημα. Σ' ό,τι αφορά το πρώτο συνέβαινε το εξής: Οι νέοι κάτοικοι θ' αγόραζαν φτηνή γη στις παρυφές της πόλης κι απλά θα τη μεγέθυναν. Τα ίδια προβλήματα και οι ίδιες ανάγκες του χώρου θα τους ανάγκαζαν να χτίσουν κάτω υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Ο Μυκονιάτης των αρχών του αιώνα, που θα πήγαινε στην Καβάλα για δουλειά, μακεδονικό σπίτι θα έχτιζε και όχι μυκονιάτικο. Τα σπίτια των φτωχών θα μπορούσαν σε πρώτη φάση να είναι φτωχικά, αλλά δεν θ' αλλοίωναν τα δεδομένα της πολεοδόμησης. Ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμα ν' αντικατασταθούν με νέα και καλύτερα, τα οποία θα διατηρούσαν τον τοπικό χαρακτήρα.

Το ίδιο απλά ήταν τα πράγματα και στον τομέα της πολεοδομίας. Η φτηνή γη στις παρυφές της πόλης ήταν αυτή που εξασφάλιζε την "αναπνοή" στις πόλεις. Το όλο μυστικό δηλαδή ήταν αυτή η φτηνή γη, που μπορούσε να εκτονώσει τις ανάγκες μιας πόλης. Τα πάντα δηλαδή ξεκινούν από τη δυνατότητα "αποφόρτισης" των αναγκών, η οποία "αποφόρτιση" εκτονωνόταν στη φτηνή αγροτική γη. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Το αστικό κέντρο μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εξασφαλίσει τη γη που χρειαζόταν για τις ανάγκες λειτουργίας του. Αυτή ήταν η ακριβότερη περίπτωση γης και εξασφαλιζόταν από το γεγονός ότι μια πόλη μπορούσε, για να εξυπηρετήσει τις ανώτερες ανάγκες της, να εξαγοράσει γη, ακόμα κι αν αυτή η γη ήταν ήδη δομημένη για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των κατοίκων της. Γιατί μπορούσε να την αγοράσει; Γιατί μπορούσε να τους "σπρώξει" προς τα έξω. Γιατί οι πόλεις ήταν "χαμηλές" και μπορούσε η μετακίνηση λίγων νοικοκυριών να εξασφαλίσει μεγάλη ποσότητα γης για δημόσια χρήση.


Σε καμιά περίπτωση δεν υπήρχε "αδιέξοδο", γιατί γύρω από τις πόλεις υπήρχε γη διαθέσιμη. Αυτό ήταν το όλο θέμα. Η φτηνή γη που υπήρχε γύρω από τις πόλεις προσαρμοζόταν στις ανάγκες της. Από τα συμφέροντα της πόλης θα εξαρτιόταν αν αυτή η γη θα γίνει οικόπεδα για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες των πολιτών ή αν θα γίνει μια νέα πλατεία, για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς του αστικού κέντρου. Η ανώτερη ανάγκη "έσπρωχνε" την κατώτερη και τα πάντα κατέληγαν στη φτηνή γη γύρω από την πόλη. Η γη η οποία έχει αγροτική χρήση είναι πάντα φτηνή σε σχέση με την γη που καλύπτει τις ανάγκες για αστική χρήση. Πάντα δηλαδή θα είναι φτηνή μπροστά σ' αυτά που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι αστοί για να την χρησιμοποιήσουν. Πάντα οι αστικοί πληθυσμοί θα μπορούν να πληρώνουν αυτά τα οποία θα τους ζητούν οι αγρότες. Πάντα, μέσω των μισθών τους, θα έχουν τη δυνατότητα ν' αγοράζουν εκείνο το μικρό κομμάτι γης που έχουν ανάγκη για τη στέγασή τους.


Το όλο μυστικό της "ζωής" των πολεοδομικών οργανισμών βρισκόταν στο γεγονός ότι ακριβώς δίπλα στις πόλεις βρισκόταν αγροτική γη. Δίπλα στη γη με την αστική χρήση βρισκόταν γη με αγροτική χρήση. Γιατί αυτό ήταν σημαντικό; Γιατί η διαφορά στην αξία μεταξύ της διαφοράς των χρήσεων της γης έδινε διέξοδο στις πόλεις. Δεν υπήρχε γύρω από τις πόλεις μια "ζώνη" γης, που να τις περιόριζε. Δεν υπήρχε μια "ζώνη" γης, που ήταν ακριβή όσο η αστική και ταυτόχρονα να έχει αγροτική χρήση μέχρι ν' "αποδώσει" ως επένδυση. Επί αιώνες δηλαδή οι αστικοί πληθυσμοί δεν επένδυαν στη γη γύρω από τις πόλεις, γιατί απλούστατα δεν άξιζε η επένδυση. Αν για παράδειγμα η γη από τη δυτική πλευρά μιας πόλης ήταν ακριβή, επειδή κάποιοι "επένδυαν" σ' αυτήν, η ανάπτυξη θα γινόταν από την ανατολική. Κανένας δεν μπορούσε να εκβιάσει κανέναν, γιατί τα ατομικά συμφέροντα ήταν εξαιρετικά μεμονωμένα και αδύναμα για να χειραγωγήσουν τα κοινά συμφέροντα.


Σ' αυτό το σημείο μπορεί να καταλάβει κάποιος και τις πάγιες συμπεριφορές των ιδιοκτητών αυτής της γης. Όταν αυτοί οι ιδιοκτήτες χρησιμοποιούν τη γη για λόγους αγροτικούς, ευνόητα είναι δύο πράγματα. Ποια είναι αυτά; Ότι πρώτον οι αγρότες έχουν αρκετά μεγάλες εκτάσεις υπό την ιδιοκτησία τους και δεύτερον ότι τους συμφέρει να "έλξουν" την πολεοδομική ανάπτυξη προς την πλευρά τους. Ένας αγρότης δηλαδή δεν έχει μόνον τριακόσια μέτρα γης, ώστε να θίγεται από μια ενδεχόμενη απαλλοτρίωση της περιουσίας του λόγω πολεοδομικής ανάπτυξης. Αυτόν τον αγρότη τον συμφέρει ακόμα και να χαρίσει μέρος της γης του για τέτοια ανάπτυξη. Γιατί; Γιατί θα δώσει αξία στην υπόλοιπη γη, που θα παραμείνει υπό την κατοχή του. Γιατί θα μετατρέψει τη φτηνή γη σε ακριβά οικόπεδα.


Όταν όμως γύρω από τις πόλεις η γη γίνεται επένδυση, δεν υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο. Η "ζώνη" γύρω από αυτές γίνεται επενδυτικός χώρος, που τις περιορίζει στην ελεύθερη ανάπτυξη. Το πλήθος των αστών μικροϊδιοκτητών δεν μπορεί να επενδύει σε τέτοιου είδους "ανοικτή" ανάπτυξη. Δεν μπορούν οι αστοί μικροϊδιοκτήτες να φερθούν όπως οι αγρότες μεγαλοϊδιοκτήτες γης. Όλους αυτούς τους συμφέρει η σφικτή και πυκνή πολεοδόμηση, για να μην χάσουν το μικρό κεφάλαιό τους πάνω στο οποίο επένδυσαν. Αυτή η πυκνή πολεοδόμηση είναι εκείνη που δημιουργεί τις συνοικίες που "πνίγουν" τις πόλεις. Τις συνοικίες, οι οποίες είναι τόσο πυκνοκατοικημένες, που δεν μπορούν μετακινήσουν το "κέντρο" της πόλης.


Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν γιατί επί αιώνες δεν αντιμετώπιζαν οι πόλεις πρόβλημα με την ανάπτυξή τους. Υπήρχε μια ιδιωτική πολεοδόμηση, η οποία έστω και σε ένα πολύ βασικό επίπεδο αντιμετώπιζε επιτυχώς το οικιστικό πρόβλημα. Οι πόλεις διατηρούσαν μια σταθερή εικόνα, η οποία δεν αλλοιωνόταν από τις εξελίξεις και την ανάπτυξη. Διατηρούσαν έναν πυκνό οικιστικό πυρήνα στο κέντρο τους και γύρω από αυτό αναπτυσσόταν οι συνοικισμοί, που κάλυπταν τις ανάγκες στέγασης των πληθυσμών. Το κέντρο κάλυπτε τις "ανώτερες" ανάγκες μιας κοινωνίας και η περιφέρεια κάλυπτε όλες τις υπόλοιπες. Η περιφέρεια, που, όσο μεγαλύτερη ήταν η απόστασή της από το κέντρο, τόσο πιο αραιοκατοικημένη ήταν, μέχρι που "χάνονταν" μέσα στη φύση. Το κέντρο ποτέ δεν "ασφυκτιούσε", γιατί μπορούσε να "σπρώχνει"
λόγων των αναγκών του τις "κατώτερες" λειτουργίες της πόλης. Να τις "σπρώχνει" προς όλες τις διευθύνσεις χωρίς πρόβλημα.

Οι πόλεις δηλαδή ήταν ενταγμένες μέσα στο περιβάλλον με τον πιο φυσικό τρόπο. Έμοιαζαν με τεράστια "λουλούδια" που οι ρίζες τους "χάνονταν" μέσα στο περιβάλλον.  "Λουλούδια", που ανάλογα με την ανάπτυξή τους "μεγάλωναν" ή "μίκραιναν" χωρίς πρόβλημα. Όταν η ανάπτυξη ήταν μεγάλη, το κέντρο έσπρωχνε προς τα "έξω" τις υπόλοιπες συνοικίες. Το ακριβό κέντρο επεκτεινόταν εις βάρος των φτηνών περιοχών, που προοριζόταν για κατοίκιση. Όταν η ανάπτυξη ακολουθούσε πτωτική πορεία, γινόταν το ακριβώς αντίθετο. Οι συνοικίες της κατοίκισης επεκτείνονταν εις βάρος του υποβαθμισμένου κέντρου. Αυτή η φυσικότητα στην ανάπτυξη, που συνέφερε τους πάντες, σπάνια αλλοιωνόταν. Σπάνια αλλοιωνόταν, γιατί εξαρτιόταν πάντα από τη δυναμική της οικονομίας και όχι από τα ιδιωτικά συμφέροντα. Όπως ένα μεγάλο "λουλούδι" δεν μπορεί ν' αναπτυχθεί σε φτωχό έδαφος, έτσι και μια μεγάλη πόλη δεν μπορεί ν' αναπτυχθεί πάνω σε φτωχό κεφάλαιο.


Κάπως έτσι ήταν και οι ελληνικές πόλεις μέχρι να τις "αναπτύξει" η Αθήνα. Ήταν ανάγκη για την Αθήνα να επέμβει, γιατί ήθελε ν' αναπτυχθεί η ίδια, χωρίς να υπάρχουν τα δεδομένα που να της εξασφαλίζουν αυτού του είδους τη φιλοδοξία. Η Αθήνα επεδίωκε το παράδοξο. Επεδίωκε να γίνει ένα μεγάλο "λουλούδι" στην "έρημο" του Νότου. Αυτό γίνεται μόνον τεχνητά και άρα μόνον με επέμβαση. Πρέπει να υποταχθούν όλοι στη θέληση του "λουλουδιού" και να το συντηρούν εις βάρος των δικών τους συμφερόντων. Η ευκαιρία της Αθήνας ήταν την επομένη της μικρασιατικής καταστροφής. Γιατί; Γιατί μεταφέρθηκαν στη Μακεδονία τεράστιοι πληθυσμοί με διαφορετική κουλτούρα από αυτή των γηγενών και το κυριότερο γιατί αυτό έγινε υπό τη διαδικασία του επείγοντος. Πληθυσμοί, που διασκορπίστηκαν τόσο στην περιφέρεια όσο και στις πόλεις της Μακεδονίας. Αυτοί οι πληθυσμοί άλλαξαν όπως ήταν φυσικό την "εικόνα" της Μακεδονίας. Αυτό είναι απόλυτα φυσικό να συμβαίνει, γιατί οι πληθυσμοί μεταφέρουν τις δικές τους οικοδομικές "εμπειρίες", που βασίζονται στα δεδομένα του χώρου που εγκατέλειψαν.


Το πρόβλημα στην περιφέρεια δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Άλλαζε μεν την "εικόνα" της περιφέρειας, αλλά οι αλλαγές δεν ήταν τόσο μεγάλες. Τα μακεδονικά χωριά, που θα φιλοξενούσαν πλέον πρόσφυγες, αποκτούσαν ένα μικρασιατικό "χρώμα" και αυτό ήταν απόλυτα φυσικό. Οι πρόσφυγες έχτιζαν με τον τρόπο που γνώριζαν να χτίζουν κι απλά, εκεί όπου οι κλιματολογικές ιδιομορφίες της Μακεδονίας το επέβαλαν, αντέγραφαν τις πάγιες μακεδονικές λύσεις. Το πρόβλημα το μεγάλο το αντιμετώπιζαν οι πόλεις. Οι πόλεις, που δεν μπορούσαν και βέβαια δεν ήταν προετοιμασμένες να δεχθούν άμεσα ένα τεράστιο "κύμα" νέων κατοίκων. Εκεί δημιουργήθηκε το πρόβλημα και εκεί μπόρεσε και "έπαιξε" η Αθήνα με την εξουσία.


Πώς έγινε αυτό; Με τον εξής απλό τρόπο. Η κατανομή των πληθυσμών μέσα στην Ελλάδα έγινε με τον τρόπο που ευνοούσε την Αθήνα. Ένα μεγάλο μέρος του όγκου των προσφύγων το "φιλοξένησε" η ίδια η Αθήνα, γιατί είχε ανάγκη τους νέους πληθυσμούς, για να μπορέσει να "παίξει" με την παραγωγή και βέβαια για να τους εκμεταλλευτεί ως αγορά. Τους είχε ανάγκη εκείνους του πληθυσμούς, γιατί μπορούσε να διεκδικήσει την παραγωγή του δευτερογενούς τομέα. Από εκεί και πέρα τους πρόσφυγες τους χρησιμοποίησε με τον τρόπο εκείνο, που θα της επέτρεπε να "πνίξει" τις πόλεις του Βορρά, ώστε να τον ελέγχει. Ακολουθήθηκε δηλαδή ένας σχεδιασμός, που θα έδινε το πλεονέκτημα στους αστικούς πληθυσμούς των πόλεων εις βάρος των πληθυσμών της περιφέρειας. Η κεφαλαιοκρατία θα παρέμενε αποκλεισμένη στα χωριά και θα ήταν πλέον οι "χωριάτες". Θα ήταν οι φτωχοί αγρότες.


Το ζητούμενο δηλαδή ήταν να "στεγανοποιηθούν" οι πόλεις, ώστε αυτές και οι κάτοικοί τους ν' αναλάβουν την "άμυνα" της Αθήνας απέναντι στο τοπικό κεφάλαιο. Το ζητούμενο ήταν αυτές οι πόλεις ν' αναλάβουν να εκτονώσουν την απειλή του κεφαλαίου πολύ πριν αυτή φτάσει στην Αθήνα. Η Αθήνα θα αδικούσε το σύνολο της επικράτειας και οι επαρχιακές πόλεις θα αδικούσαν τους νομούς τους. Η Αθήνα θα προστάτευε αυτές τις πόλεις και αυτές θ' αναλάμβαναν την προστασία της Αθήνας. Η Αθήνα θα έπινε το ελληνικό "νερό" εις υγείαν του κοροΐδου και η κάθε πρωτεύουσα νομού θα έκανε το ίδιο στα δικά της "μέτρα". Τα πολεοδομικά "λουλούδια" θ' αναπτύσσονταν τεχνητά και άλλοι θα κόπιαζαν για να τα "ποτίσουν". Κυρίαρχοι της ελληνικής οικονομίας έγιναν οι Αθηναίοι έμποροι και μεγαλοαστοί και κυρίαρχοι της επαρχίας έγιναν οι μικροέμποροι και οι μικροαστοί.


Το σύνολο των πόλεων έγιναν κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν της Αθήνας. Ληστρικά κέντρα αστών, που θα αδικούσαν τους "χωριάτες". Μορφωμένοι αστοί και έμποροι, που θα έλεγχαν τη μικροκεφαλαιοκρατία της περιφέρειας. Οι μορφωμένοι αστοί της επαρχίας θα "δούλευαν" τους κεφαλαιοκράτες της γης, που αποτελούσε πολιτική επιλογή να παραμένουν σταθερά αμόρφωτοι. Θα τους "δούλευαν" με τον πιο συστηματικό και επαίσχυντο τρόπο. Ένα εισαγόμενο αυτοκίνητο θα κόστιζε ίσα με τριακόσια στρέμματα γης ή με την παράγωγή αυτών των στρεμμάτων για δέκα χρόνια. Μια εξέταση στο γιατρό θα ισοδυναμούσε με τη μισή ετήσια σοδειά του "χωριάτη". Μια δικηγορική παράσταση για μερικά αμφισβητούμενα μέτρα γης θα ισοδυναμούσε με το μισό χωράφι.


Ο πλούτος όμως των αστών, που δεν ασχολούνται με το κεφάλαιο, πώς και πού θα επενδυθεί; Κανένας δεν συσσωρεύει πλούτο, γιατί η συσσώρευση δεν τον προστατεύει. Άρα αναζητείται λύση για "επένδυση". Εδώ βρίσκεται το όλο μυστικό. Η επένδυση γίνεται μόνον σε κεφάλαιο, γιατί το κεφάλαιο είναι αιώνιο και παράγει κέρδος αιωνίως. Αυτή η επένδυση είναι ένα πρόβλημα των αστών, που δεν το έχει η κεφαλαιοκρατία. Η κεφαλαιοκρατία πάντα επενδύει στο κεφάλαιό της και αυτό είναι που πολλαπλασιάζει. Επενδύει εκεί όπου την συμφέρει και στα κέρδη της παρασέρνει και τους εργαζόμενους, εφόσον έχουν κοινά συμφέροντα. Ο μικροκτηματίας θα επενδύσει τα κέρδη του σε χωράφια, για να γίνει μεγαλοκτηματίας. Ο μεγαλοκτηματίας, που αδιαφορεί πλέον για τα χωράφια για λόγους επένδυσης, θα γίνει βιομήχανος. Ο βιομήχανος, για λόγους επένδυσης, θα επεκταθεί και σε άλλους τομείς της παραγωγής. Η επένδυση των κεφαλαιοκρατών δηλαδή γίνεται προς εκείνη την κατεύθυνση που ευνοεί το εργατικό δυναμικό. Οι κεφαλαιοκράτες έχουν ένα αντικείμενο και αυτό "καλλιεργούν" κι αναπτύσσουν. Η "επένδυσή" τους συνδέεται με το ίδιο το αντικείμενο της δουλειάς τους.


Αντίθετα μ' αυτούς οι αστοί δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Η δουλειά τους παράγει πλούτο, αλλά η ίδια η δουλειά τους δεν απαιτεί επένδυση για την επέκτασή της. Ο γιατρός, που γίνεται πλούσιος εξαιτίας της γνώσης του, δεν αναπτύσσεται στη δουλειά του εξαιτίας του πλούτου του. Δεν γίνεται πλουσιότερος ή παραγωγικότερος, επενδύοντας χρήματα στον "εαυτό" του. Κεφάλαιό του είναι η γνώση του και αυτή δεν αυξάνει την απόδοσή της με επενδύσεις. Αυξάνεται με μελέτη, αλλά όχι με χρήματα. Οι αστοί είναι απόλυτα όμοιοι με τους εμπόρους. Το κεφάλαιό τους είναι μέσα στο "μυαλό" τους και απλά ο πλούτος που εκφράζει την παραγωγή αυτού του κεφαλαίου δεν μπορεί να επανεπενδυθεί μέσα στο ίδιο το κεφάλαιο. Ο πλούτος
στην καλύτερη περίπτωση απλά αυξάνει τον "όγκο" της δραστηριότητάς τους, αλλά όχι το κεφάλαιό τους. Ευνόητο είναι δηλαδή ότι τόσο οι αστοί επιστήμονες όσο και οι έμποροι, όταν θα "επενδύσουν", θα το κάνουν εκτός της δουλειάς τους.  

Πού όμως θα το κάνουν; Θα αγοράσουν γη για να την καλλιεργούν και να μετατραπούν σε κεφαλαιοκράτες αγρότες; Θα αγοράσουν βιομηχανίες, για να γίνουν βιομήχανοι; Δεν τους συμφέρει κάτι τέτοιο, γιατί αν το κάνουν αυτό δεν "επενδύουν", αλλά "μεταλλάσσονται" και αυτό δεν είναι ο στόχος τους. Δεν αποτελεί στόχο τους να "επενδύσουν" εις βάρος της δουλειάς τους, που είναι και το κεφάλαιό τους. Δεν αποτελεί στόχο του γιατρού ν' αγοράσει χωράφια για να γίνει αγρότης. Τι θα κάνει λοιπόν αυτός ο γιατρός και οι όμοιοί του; Θα επενδύσουν σε ακίνητα και γη, για να σταθεροποιήσουν τη "ρευστότητα" που διακρίνει τον πλούτο. Θα επενδύσουν σε μαγαζιά και οικόπεδα. Θα επενδύσουν σε μαγαζιά, στοχεύοντας στα ενοίκια. Θα επενδύσουν στα περιαστικά οικόπεδα, ελπίζοντας να εκμεταλλευτούν τη μακροπρόθεσμη προοπτική ανάπτυξης της πόλης. Αυτοί δηλαδή δημιουργούν τις συνθήκες "ασφυξίας" μιας πόλης. Αυτοί "επενδύουν" στο μόνιμο κέντρο που δεν παρακολουθεί την εξέλιξη και αυτοί "επενδύουν" στη "ζώνη" που πνίγει τις πόλεις. Οι πολλές αστικές μικροιδιοκτησίες γύρω από τις πόλεις είναι αυτές που τις πνίγουν.

 
Επί αιώνες όλοι αυτοί δεν μπορούσαν ν' αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα πολεοδομικής ανάπτυξης, γιατί δεν τους υπολόγιζε κανένας. Επί αιώνες οι κεφαλαιοκράτες ήταν αυτοί οι οποίοι αποφάσιζαν για την ανάπτυξη μιας πόλης και οι αστοί και οι έμποροι ήταν ασήμαντοι παράγοντες της οικονομίας. Τόσο το μέγεθός τους ως ξεχωριστή κοινωνική τάξη όσο και η εξάρτησή τους από την πλούσια κεφαλαιοκρατία τους περιόριζε στις επιλογές τους. Αυτοί οι οποίοι αποφάσιζαν για την πολεοδομική ανάπτυξη μιας πόλης ήταν οι κεφαλαιοκράτες της και οι αποφάσεις τους ήταν πάντα συμφέρουσες για το εργατικό δυναμικό, εφόσον πάντα απέβλεπαν στην ανάπτυξη και άρα στην επέκταση του κεφαλαίου τους. Ανάπτυξη και επέκταση σημαίνει νέες θέσεις εργασίας και αυτό συμφέρει και τους εργάτες.


Αν συνέφερε δηλαδή τους κεφαλαιοκράτες, μετακινούσαν ή επέκτειναν το κέντρο της πόλης και δεν τους ενδιέφερε αν οι ενοικιαζόμενες "τρύπες" των αστών έχαναν την αξία τους και μετατρέπονταν σε χαλάσματα. Αν τους συνέφερε επέκτειναν τις πόλεις και παρέκαμπταν τις ασήμαντες ιδιοκτησίες των αστών. Χάριζαν δεκάδες στρέμματα για την νέα ανάπτυξη στον χώρο που τους βόλευε και τα λίγα μέτρα των αστών γίνονταν ένα ασήμαντο κεφάλαιο σ' έναν χώρο ο οποίος δεν θ' αναπτυσσόταν ποτέ. Οι κεφαλαιοκράτες δηλαδή αποφάσιζαν για το τι θα γίνει και το πώς θα γίνει. Από τα δικά τους "αποφάγια" θα ξανάτρωγαν "ψωμί" οι αστοί και οι έμποροι, που θα επένδυαν σε νέες "τρύπες" στο νέο κέντρο.


Στο σημείο αυτό χρήσιμο είναι κάνουμε και μια σύντομη ιστορική αναφορά στο θέμα της πολεοδομίας. Είναι χρήσιμο να το κάνουμε, γιατί θα μας επιτρέψει να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη στην Ελλάδα και από ποιους. Πηγαίνοντας λοιπόν πίσω στον χρόνο, διαπιστώνουμε ότι  οι πιο χαρισματικοί και βέβαια έμπειροι πολεοδόμοι στην ιστορία της ανθρωπότητας ήταν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι. Οι πρώτοι, λόγω του συνεχούς αποικισμού και οι δεύτεροι, λόγω των μεγάλων κατακτήσεων, είχαν συγκεντρώσει τρομερή εμπειρία στον τομέα της πολεοδομίας. Έχοντας το πλεονέκτημα να σχεδιάζουν νέες πόλεις σε "λευκό" χαρτί, γνώριζαν πώς να δημιουργούν τις συνθήκες, ώστε να τις οδηγήσουν σε "άνθιση". Βασική τους μέριμνα ήταν πάντα να εξασφαλίσουν πρόσβαση στο νερό και να επιβαρύνουν όσο το δυνατόν λιγότερο το κεφάλαιο πάνω στο οποίο θα τις εγκαθιστούσαν, ώστε για να μην λειτουργούν εις βάρος της οικονομίας. Προέβλεπαν ακόμα και την αστική γεωργία, ώστε να εξασφαλίζουν τουλάχιστον σε ένα βασικό επίπεδο την αυτοδυναμία της πόλης στο επίπεδο της σίτισης. Οι κήποι δηλαδή και τα μποστάνια ήταν επιθυμητά να βρίσκονται εντός του αστικού σχηματισμού.


Όλοι αυτοί οι χαρισματικοί πολεοδόμοι γνώριζαν πώς να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να κάνουν τις πόλεις τους λειτουργικές και αποδοτικές και να μην τις οδηγούν σε "ασφυξία". Το πόσο σημασία έδιναν εκείνες οι κοινωνίες στον πολεοδομικό σχεδιασμό μπορεί να το αντιληφθεί κάποιος, αν σκεφτεί ότι οι ίδιοι οι αυτοκράτορες ασχολούνταν με αυτό το θέμα. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος ασχολήθηκε προσωπικά με την πολεοδόμηση. Η ίδια η Ρώμη έλαβε την τελική της μορφή από τη μελέτη του αυτοκράτορα Τραϊανού. Οι αυτοκράτορες σχεδίαζαν τις πόλεις της αρχαιότητας και άρα στο απλό και ελλιπές οικονομικό περιβάλλον της εποχής και υπομηχανικοί της πλάκας ήταν αυτοί οι οποίοι σχεδίασαν τη σύγχρονη Αθήνα των μεγάλων απαιτήσεων και της πολυεπίπεδης οικονομίας.


Η μέθοδός όλων αυτών των ευφυών πολεοδόμων ήταν αυτή που περιγράψαμε παραπάνω. Ξεκινούσαν τον σχεδιασμό από το κέντρο της πόλης και άρα από τις ανώτερες λειτουργίες ενός οικιστικού συγκροτήματος. Το κέντρο θα φιλοξενούσε την αγορά, τους μηχανισμούς της εξουσίας, και τους χώρους οι οποίοι συνδέονται με τη θρησκευτική λατρεία και τον πολιτισμό. Ήταν θεμελιώδες για μία πόλη να ελέγχει την αγορά, γιατί μόνον με τον τρόπο αυτόν μπορούσε να προστατεύσει τους κατοίκους της από την αθλιότητα των εμπόρων. Ο έλεγχος του χώρου της αγοράς σήμαινε έλεγχο των τιμών και άρα της κερδοσκοπίας. Δεν ήταν τυχαίο δηλαδή ότι μέσα στον ίδιο χώρο συνυπήρχε η αγορά και η εξουσία. Αυτός ο χώρος ήταν το κέντρο της πόλης.


Γύρω από αυτό το κέντρο, το οποίο δεν θα προσφερόταν για κατοίκηση, άρχιζαν να χτίζονται οι "δορυφόροι" της κατοίκησης. Οι "δορυφόροι", που θα "ενσωμάτωναν" την πόλη στο περιβάλλον και τη φύση και θα συνέδεαν την αγροτική παραγωγή με την αστική παραγωγή της πόλης. Όντας αισιόδοξοι για το μέλλον της πόλης που δημιουργούσαν και μη έχοντας πρόβλημα με το κεφάλαιο, έκαναν το κέντρο της πόλης αρκετά μεγαλύτερο από τις ανάγκες που εκείνη τη στιγμή θα καλούνταν να εξυπηρετήσει. Σφάλμα σ' αυτήν την επιλογή δεν υπήρχε, γιατί ο χρόνος και οι ανάγκες θα ήταν αυτές οι οποίες θα "έσβηναν" το όποιο λάθος της επιλογής. Αν η πόλη αναπτύσσονταν όπως προέβλεπαν οι πολεοδόμοι, οι μεγάλοι χώροι του κέντρου θα κάλυπταν με άνεση τις ανάγκες της. Αν η πόλη δεν αναπτύσσονταν σύμφωνα με τις φιλοδοξίες τους, αργά η γρήγορα το κέντρο θα περιοριζόταν από τους κατοίκους της πόλης.


Το σύνολο σχεδόν των μεγάλων πόλεων της Ευρώπης που σήμερα βλέπουμε και θαυμάζουμε είναι κληρονομιά της ελληνορωμαϊκής πολεοδομικής ευφυΐας. Ακόμα και όσες δεν χτίστηκαν από τους ίδιους, αντέγραψαν τις δικές τους επινοήσεις. Πόλεις αιώνιες εγκατεστημένες πάνω σε αιώνιο κεφάλαιο. Πόλεις με ισχυρή οικονομία, την οποία ελέγχουν οι ίδιες. Πόλεις γεμάτες υγεία και έτοιμες να εξυπηρετήσουν κάθε φιλοδοξία αυτών που τις κατοικούν. Πόλεις, που εκφράζουν την ισχύ και την θέληση των λαών τους να προοδεύσουν. Πόλεις, που εκφράζουν τη δύναμη του κεφαλαίου και την επεκτατική του τάση. Πόλεις, που "αποτυπώνουν" πάνω τους τη δύναμη και τον πολιτισμό αυτών που τις κατοικούν. Πόλεις, που οι πολίτες τους χαίρονται γι' αυτές και αισθάνονται υπερήφανοι όταν οι ξένοι τις θαυμάζουν.


Στον αντίποδα αυτής της κεφαλαιοκρατικής λογικής βρίσκονται οι εμπορικές πόλεις. Πόλεις, που επί αιώνες υπήρχαν στις ερήμους της Ασίας και τις είδαμε να ξαναδημιουργούνται και στη Δύση των αποίκων του Νέου Κόσμου. Οι πόλεις των αστών και των εμπόρων. Οι πόλεις οι οποίες δεν "αποτυπώνουν" πάνω τους απολύτως τίποτε. Οι πόλεις που δεν τις αγαπά κανείς γιατί απλούστατα δεν εκφράζουν κανέναν. Ούτε καν τους ίδιους τους κατοίκους τους. Οι πόλεις που φτιάχνονται "πρόχειρα", για να εξυπηρετήσουν κάποιες πολύ συγκεκριμένες ανάγκες ενός πολύ συγκεκριμένου χώρου για κάποιο πολύ συγκεκριμένο χρόνο. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό αυτών των πόλεων. Είναι όμοιες με συνοικισμούς περιπλανώμενων "γύφτων". Γιατί; Γιατί οι πόλεις αυτές "χτίζονται" βάση των μεταβλητών αναγκών ενός χώρου. Δεν χτίζονται με βάση κάποια μόνιμη προοπτική, εξαιτίας της μονιμότητας που διακρίνει το τοπικό κεφάλαιο, αλλά χτίζονται με βάση κάποιες υπάρχουσες ανάγκες, που ανά πάσα στιγμή μπορούν ν' αλλάξουν.


Αυτό είναι απόλυτα φυσικό. Όταν μία πόλη χτίζεται στη μέση της ερήμου πάνω στο δρόμο των καραβανιών και επιβιώνει από αυτά, δεν μπορεί να έχει μακροπρόθεσμους στόχους. Αν αλλάξει κάτι στις συνθήκες που επιτρέπουν στα καραβάνια να υπάρχουν, παύουν να υπάρχουν και οι συνθήκες που κάνουν αυτού του είδους την πόλη να υπάρχει. Αν για παράδειγμα πάψει να έχει ανάγκη ένας τόπος τα προϊόντα που μεταφέρουν τα καραβάνια, παύει να έχει νόημα και η πόλη που τα εξυπηρετεί στη διαδρομή τους. Αν αλλάξει η διαδρομή των καραβανιών, εξαιτίας ενός πολέμου ή εξαιτίας ενός νέου δρόμου, παύει να έχει λόγο ύπαρξης και η πόλη. Οι πόλεις αυτές, εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών τους, δεν έχουν κανένα θετικό πολεοδομικό στοιχείο. Γιατί; Γιατί δεν ενδιαφέρει κανέναν η ίδια η πόλη ή η ζωή μέσα σ' αυτήν. Τα πάντα εκεί είναι και φαίνονται εφήμερα.


Οι πόλεις αυτές απλά έχουν ως αποστολή να παρέχουν μια εφήμερη εμπορική "στέγη" στα "παράσιτα" του εμπορίου και της "επιστήμης". Τα "παράσιτα", που ακολουθούν το θηρίο της οικονομίας, για να πιουν λίγο από το "αίμα" του. Είναι πόλεις όπου θα μαζευτούν οι έμποροι, για να αισχροκερδήσουν εις βάρος αυτών που εκείνη τη στιγμή δεν έχουν επιλογές. Οι πόλεις όπου θα μαζευτούν για τους ίδιους λόγους και οι αστοί. Έμποροι, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, παπάδες, χαρτοπαίχτες, πόρνες. Όλοι αυτοί θα "πουλήσουν" την πραμάτεια τους σ' αυτούς που την έχουν ανάγκη. Όλοι αυτοί όμως αντιπροσωπεύουν έναν πληθυσμό ο οποίος προσφέρει υπηρεσίες σε μια οικονομία που δεν ελέγχει ο ίδιος. Αν έχουν δουλειά τα "καραβάνια", οι "χρυσοθήρες" ή ο οποιοσδήποτε άλλος πρόσκαιρος "πελάτης" τους, αυτοί θα επιβιώνουν και θα πλουτίζουν. Αν πάψουν να υφίστανται αυτές οι συνθήκες, θα εγκαταλείψουν την πόλη, για να πάνε κάπου αλλού να "δουλέψουν" υπό τις ίδιες συνθήκες.


Οι πόλεις αυτές δηλαδή δεν φτιάχνονται για να κατοικηθούν μόνιμα, άσχετα αν μπορούν να υπάρχουν και να κατοικούνται για αιώνες. Εξ αρχής φτιάχνονται για να εξυπηρετήσουν κάποιους "περαστικούς" για όσο διάστημα θα υπάρχει αυτή η ανάγκη. Οι κάτοικοι τους δεν ενδιαφέρονται γι' αυτές, γιατί απλούστατα δεν τις αντιλαμβάνονται ως πόλεις -"σπίτια" τους, αλλά ως πόλεις -"μαγαζιά" τους. Όπως δεν ενδιαφέρεται κάποιος για την αισθητική του εργαστηρίου στο οποίο εργάζεται, έτσι δεν ενδιαφέρονται κι αυτοί για την πόλη τους. Η πόλη γι' αυτούς είναι ο χώρος όπου εργάζονται. Για όσο διάστημα μπορεί να τους ταΐζει, θα είναι η πόλη τους. Αν πάψει να έχει αυτήν τη δυνατότητα, θα την εγκαταλείψουν. Σ' αυτό το διάστημα όμως, που κανείς δεν γνωρίζει τη διάρκειά του, δεν εκφράζουν απαιτήσεις. Ζούνε κάτω από άθλιες συνθήκες, γιατί αυτή είναι η λογική της πόλης αυτής. Η λογική των καιροσκόπων, των τυχοδιωκτών, των "κομπογιαννιτών"  κλπ..
.

Όλοι αυτοί δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο, παρά για την "κονόμα". Όχι απλά δεν ενδιαφέρονται για τη γενικότερη ποιότητα ζωής της κοινωνίας, αλλά δεν ενδιαφέρονται ούτε καν για τη δική τους ποιότητα ζωής. Όπως ένας γύφτος δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα της ζωής του, έτσι κάνουν και οι κάτοικοι μιας τέτοιας πόλης. Οι πόλεις αυτές με τη μορφή τους και τον σχεδιασμό τους εκφράζουν την αισχροκέρδεια του εμπορίου και τη θέληση των εμπόρων να κάνουν "αρπαχτή" με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος και για όσο διάστημα οι συνθήκες το επιτρέπουν. Μοιάζουν με πόλεις, γιατί απλούστατα "φιλοξενούν" μεγάλους πληθυσμούς. Κάπου πρέπει να κατοικήσουν όλοι αυτοί για όσο διάστημα "πουλάνε" την πραμάτεια τους. Πού θα κατοικήσουν όμως και υπό ποιες συνθήκες; Όλοι αυτοί οι οποίοι δεν γνωρίζουν τι τους "ξημερώνει" μπορούν να επενδύσουν στο μέλλον; Τι είδους πόλεις θα φτιάξουν; Πόλεις φτηνές, που τα πάντα θα περιστρέφονται γύρω από τις αγορές τους. Θα φτιάξουν θέατρα, στάδια ή πάρκα; Γιατί; Κι αν αύριο πάψει να υπάρχει οικονομία, θα πάνε χαμένα τα χρήματα που πλήρωσαν οι πολίτες μιας πόλης που "πέθανε";


Για όλους αυτούς τους λόγους οι πόλεις αυτές γίνονται "παζάρια" της αθλιότητας. Πόλεις "ποντικών" της ερήμου και όχι ανθρώπων. Πόλεις, όπου το κέντρο των ανώτερων δραστηριοτήτων μιας πόλης ταυτίζεται μ' αυτό της εργασίας και της κατοίκησης. Πόλεις, όπου το δημαρχείο, το ιατρείο ή η τράπεζα βρίσκονται στην ίδια γειτονιά με το ψαράδικο, το πορνείο, το σαλούν και τους χώρους κατοίκησης. Πόλεις, όπου εκεί που παίζουν τα παιδιά ή κάνουν περίπατο οι περίοικοι, κάποιοι άλλοι "εκδίδουν" γυναίκες. Στον ίδιο χώρο κάποιος μεγαλώνει παιδιά, κάποιος άλλος αναρρώνει, κάποιος άλλος εργάζεται και κάποιος άλλος εκπορνεύεται. Αυτή είναι η λογική των πόλεων αυτών και δεν υπάρχει κάτι το παράξενο σ' αυτό.


Τα πράγματα είναι απλά. Όπως ο γύφτος κάθεται και κοιμάται πάνω στον πάγκο των εμπορευμάτων του έτσι και σ' αυτές τις πόλεις οι κάτοικοι ζουν μέσα στην αγορά. Κοιμούνται και ξυπνούν μέσα στα εργαστήρια και στους πάγκους των μαγαζιών. Όπως η πόρνη κοιμάται και "εργάζεται" στο ίδιο κρεβάτι, έτσι και αυτοί οι πληθυσμοί "κοιμούνται" και "εργάζονται" μέσα στον ίδιο χώρο. Στον ίδιο χώρο δουλεύουν, τρώνε, κοιμούνται και αποπατούν. Αυτές είναι οι πόλεις των εμπόρων και των αστών. Οι πόλεις οι οποίες δεν χτίζονται επάνω στο πραγματικό κεφάλαιο, αλλά που χτίζονται επάνω σε έναν "κόμβο" συμφερόντων τον οποίο μετατρέπουν σε κεφάλαιο.


Επί αιώνες οι κεφαλαιοκρατικές πόλεις γελούσαν με τις αστικές αθλιότητες. Γελούσαν οι Ευρωπαίοι κάθε φορά που επισκέπτονταν τις πόλεις της Ανατολής ή του Far West. Τις πόλεις των "δρόμων" του μεταξιού ή των χρυσωρύχων. Τις πόλεις των εμπόρων και των αστών. Γελούσαν, γιατί δεν γνώριζαν ότι στο τέλος θα την "πατούσαν" από αυτούς. Πώς την πάτησαν; Μετά τη βιομηχανική επανάσταση άλλαξαν τα δεδομένα στην οικονομία. Η ιδιομορφία του βιομηχανικού κεφαλαίου και η αγωνία της εξουσίας να μην χάσει τον έλεγχο της κοινωνίας ήταν αυτή που μετέφερε τους αυθεντικούς "ποντικούς" της Ασίας σε πρώτη φάση στις κεφαλαιοκρατικές πόλεις της Ευρώπης και στη συνέχεια στον Νέο Κόσμο.


Ποια ήταν αυτή η ιδιομορφία και πώς άλλαζε το σύνολο των δεδομένων; Για όσο διάστημα η γη ήταν η κυρίαρχη μορφή του κεφαλαίου τα πράγματα ήταν απλά. Οι μεγάλες πόλεις που υπήρχαν στον πλανήτη ήταν ελάχιστες και εύκολα ελέγχονταν στο πολεοδομικό επίπεδο. Οι πληθυσμοί τους ήταν ελεγχόμενοι και δεν γίνονταν "άλματα", ώστε να υπάρχει κίνδυνος μ' αυτούς που έχουν ως επάγγελμα να εκμεταλλεύονται "κινούμενους" πληθυσμούς. Μέσα δηλαδή στην κάθε πόλη ο καθαρά αστικός πληθυσμός που ασχολούνταν πραγματικά με δραστηριότητες του κέντρου ήταν ελάχιστος. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης είχαν προσανατολισμό προς τα "έξω" και όχι προς τα "μέσα". Η δουλειά τους δηλαδή δεν τους έστρεφε προς το "κέντρο", αλλά προς το κεφάλαιο, που βρισκόταν εκτός της πόλεως. Προς το "κέντρο" οι πληθυσμοί τους στρέφονταν μόνον για τα "ανώτερα" και για κάποιες "καθαρές" υπηρεσίες.


Η πόλη γι' αυτούς ήταν ό,τι ένα "σπίτι" για έναν άνθρωπο. Η πόλη γι' αυτούς ήταν το "σαλόνι" όπου συζητούσαν και προσπαθούσαν να λύσουν τα προβλήματά τους. Ήταν η "κουζίνα" μέσα στην οποία υπήρχε το "ψυγείο" και όπου έτρωγαν. Ήταν η "κρεβατοκάμαρα" όπου κοιμούνταν. Ήταν το "σπίτι" τους και χαίρονταν μ' αυτό. Μέσα σ' αυτό υπήρχε η δραστηριότητα που απλά δεν μπορούσε να γίνει σε άλλο χώρο και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ενοχλούσε την κοινωνική λειτουργία. Όλα τα υπόλοιπα επιδιωκόταν να γίνονται εκτός πόλεως. Γιατί; Γιατί η παραγωγή και άρα η εργασία από τη φύση της ενοχλεί. Σημαίνει θόρυβο, σημαίνει σκουπίδια, σημαίνει κίνηση από φορτηγά που μεταφέρουν πρώτες ύλες και προϊόντα. Όλα αυτά ενοχλούν, γιατί υποβαθμίζουν το αστικό περιβάλλον και άρα και την ποιότητα ζωής μέσα στην πόλη.


Ήταν λοιπόν λογικό όλοι αυτοί να μην επιδιώκουν να μεταφέρουν την εργασία τους στο κέντρο της πόλης. Όσο κι αν αυτό ήταν βολικό για κάποιους κατοίκους, οι υπόλοιποι δεν το επιθυμούσαν και οι τοπικές αρχές δεν το επέτρεπαν. Όπως ένας τορναδόρος, όσο κι αν θεωρεί πολύτιμη τη δουλειά του, δεν βάζει τον τόρνο στο σαλόνι του σπιτιού του, έτσι γινόταν και με τις πόλεις. Οι δραστηριότητες οι οποίες είχαν σχέση με τη δουλειά μεταφέρονταν στα απώτερα όρια της "ιδιοκτησίας", ώστε να μην προκαλούν προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της πόλης και ταυτόχρονα να μην κινδυνεύει η ασφάλειά της από τους ξένους. Τα εργαστήρια δηλαδή "ακουμπούσαν" τα εξωτερικά τείχη και όχι το "κέντρο".


Εκείνη την εποχή η χωροταξία και η πολεοδομία ήταν εύκολες στον έλεγχό τους, γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις ν' απειληθεί το περιβάλλον. Το περιβάλλον και ο άνθρωπος εύκολα συνεργάζονταν, γιατί δεν υπήρχαν οι συνθήκες να γίνει κάτι άλλο. Τα αστικά συγκροτήματα, με βάση τα σημερινά δεδομένα, ήταν μεγάλα χωριά. Χωριά, που για να επιβιώσουν επένδυαν στο "κεφάλαιό" τους. Ο καθένας επένδυε σε ένα κεφάλαιο και σ' αυτό εξειδικευόταν. Τα χωριά του κάμπου επένδυαν στη γη τους και τα χωριά του βουνού στα δάση. Όλοι οι ενδιάμεσοι επένδυαν σε ό,τι μπορούσαν, για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή των πληθυσμών τους. Άλλα χωριά επένδυαν στην κτηνοτροφία και άλλα στην εργασία της οικοδομικής. Όλοι δηλαδή μετέτρεπαν σε κεφάλαιο την όποια ιδιαιτερότητα του χώρου στον οποίο κατοικούσαν ή την όποια επιδεξιότητά τους και επιβίωναν με τον κόπο τους. Αλληλοεξυπηρετούνταν οι πόλεις μεταξύ τους, αλλά δεν επιβάρυνε ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί το περιβάλλον.

Back to content | Back to main menu