Κορυφή σελίδας
Το οικιστικό πρόβλημα της Ελλάδας - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Το οικιστικό πρόβλημα της Ελλάδας - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Το οικιστικό πρόβλημα της Ελλάδας

25 Μαϊου 2003

Το ίδιο περιορισμένα είναι τα πράγματα και στα θέματα που αφορούν τον έλεγχο σ' ό,τι αφορά και την ίδια την κατοικία κατά τη διάρκεια της κατασκευής της. Τι θα πεις στον φτωχό κατασκευαστή; Να βάλει εξωτερική πέτρα, γιατί αυτό επιβάλει το αρχιτεκτονικό ύφος της περιοχής; Αυτός δεν έχει χρήματα να το σοβατίσει κι εσύ του ζητάς διακοσμητική πέτρα; Θα του ζητήσεις να βάλει περίτεχνα ξύλινα παντζούρια, τη στιγμή που δεν έχει χρήματα να βάλει κουρτίνες στο σπίτι του; Το ίδιο συμβαίνει και με τον παράγοντα χρόνο. Τι θα του πεις; Ότι πρέπει να βιαστεί να τελειώσει, γιατί στο μεσοδιάστημα της κατασκευής το σπίτι του αποτελεί εστία κινδύνου και αίτιο υποβάθμισης της ζωής των περιοίκων; Πώς θα του πεις να ολοκληρώσει την κατασκευή σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όταν αυτός εξαρχής δεν έχει χρήματα να το ολοκληρώσει; Όταν αυτός και αν όλα πάνε κατ' ευχήν ελπίζει να τελειώσει το σπίτι του τουλάχιστον πριν πεθάνει; Πώς δεν θα είναι άσχημες οι συνοικίες των ελληνικών πόλεων; Όταν επιτέλους ο ένας φουκαράς θα τελειώνει το σπίτι του κάποιος άλλος δίπλα του θα ξεκινά το χτίσιμο. Όταν επιτέλους θα τελειώσει η κατασκευή των πεζοδρομίων, θα πρέπει να ξανασκαφτούν, για να περάσουν τα νέα δίκτυα αποχέτευσης. Η μια "πληγή" θα κλείνει και δίπλα της θ' ανοίγει άλλη.

Από αυτήν την άσχημη οικιστική πολιτική ξεκινάνε και άλλα προβλήματα, που μαστίζουν την κοινωνία, αλλά ωφελούν την εξουσία και τους εκλεκτούς της. Ποια είναι αυτά; Η άλλη μεγάλη "πληγή" στον τομέα της κατασκευής. Η υπόθεση των δημόσιων έργων, που αφορά τις υποδομές. Αν ο αναγνώστης συνδυάσει τα όσα είπαμε παραπάνω, μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει μ' αυτές. Η ατομική δραστηριοποίηση στον τομέα της οικοδομής "αναγκάζει" το κράτος ν' αναλάβει το ίδιο να κατασκευάσει το δίκτυο των δημοσίων υποδομών. Το αναγκάζει δηλαδή να γίνει "εργολάβος". Από τη στιγμή που δεν μπορούν οι κάτοικοι ν' αναλάβουν εξ αρχής να κατασκευάσουν μόνοι τους τις υποδομές που χρειάζονται, αναγκαστικά γίνεται εργολάβος το κράτος. Ένας εργολάβος όμως, που δεν έχει τη δυνατότητα και τα μέσα να κατασκευάσει τις υποδομές τι κάνει; Δημιουργεί υπεργολάβους. Αυτό είναι το μεγάλο "καρκίνωμα" της ελληνικής κατασκευαστικής πραγματικότητας. Το κράτος διαχειρίζεται τους πόρους που απαιτούν για την κατασκευή τους τα πανάκριβα δίκτυα υποδομής και με τους πόρους αυτούς κάνει πολιτική. Μια πολιτική που υπηρετεί τα συμφέροντα των διαχειριστών της εξουσίας και όχι τα συμφέροντα της κοινωνίας.


Αυτό είναι εύκολο να το κατανοήσει κάποιος. Όταν το συγκεκριμένο κράτος αντιλαμβάνεται τους κεφαλαιοκράτες σαν εχθρούς του και ταυτόχρονα επιθυμεί να ευνοήσει τους αστούς, τι θα γίνει; Η αθλιότητα. Η αθλιότητα και η διαφθορά, που καθημερινά βιώνουμε ως πολίτες. Γιατί αυτά τα φαινόμενα είναι δεδομένα; Γιατί το κράτος "μεγεθύνεται" επικίνδυνα κι αποκτά τη δυνατότητα να μοιράζει κατά βούληση τον δημόσιο πλούτο. Από αυτήν τη μεγέθυνση ρόλων γεννήθηκε το υδροκέφαλο τέρας της Αθήνας. Από αυτήν τη μεγέθυνση ρόλων το κράτος γίνεται ένας φορομπήχτης κλέφτης και μοιράζει όπου θέλει ό,τι θέλει. Από αυτήν τη φορομπηχτική του πολιτική σταμάτησε η έννοια της δωρεάς να ευνοεί τον πολεοδομικό σχεδιασμό.


Αυτό ακριβώς ήταν βέβαια και το ζητούμενο για την εξουσία. Γιατί; Γιατί με τη δυνατότητα αυτήν θα μπορούσε να ευνοήσει και πάλι τους εκλεκτούς της εις βάρος αυτών που θεωρεί εχθρούς της. Η πρακτική είναι απλή. Αναλαμβάνοντας το κράτος το σύνολο των υποδομών, αφαιρεί αρμοδιότητες από την τοπική αυτοδιοίκηση και άρα στερεί την επαφή του τοπικού κεφαλαίου με τις τοπικές ανάγκες στο επίπεδο των υποδομών. Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι απλά. Φορολογεί την κεφαλαιοκρατία και τους εργάτες μέχρις "αφαιμάξεως" και τα πάντα μοιράζονται μέσα στα κλειστά γι' αυτούς γραφεία της εξουσίας. Τις ανάγκες υποδομών της Καβάλας, για παράδειγμα, δεν θα τις καλύψουν οι τοπικοί κεφαλαιοκράτες, αναζητώντας το κέρδος και άρα με απειλή ισχυροποιήσεως. Τις ανάγκες των υποδομών της θα τις αναλάβει το ίδιο το κράτος και θα τις διαχειριστεί ένας τοπικός "διαπλεκόμενος" μηχανικός τής κεντρικής εξουσίας. Η κεφαλαιοκρατία απλά θα φορολογείται, για να συγκεντρώνει η Αθήνα τα χρήματα, μέρος των οποίων θα επιστέψουν στην Καβάλα και θα μπουν στην "τσέπη" των αστών της. Το κράτος φαινομενικά λειτουργεί ανταποδοτικά απέναντι στους φορολογούμενους, ενώ πρακτικά κλέβει και στη συνέχεια ευνοεί τους εκλεκτούς του.


Ήταν θέμα χρόνου δηλαδή τα προβλήματα και στον τομέα των δημοσίων έργων, που αφορούν τις υποδομές. Γιατί; Γιατί και πάλι οι αστοί δημιουργούν και στον τομέα των υποδομών τα ίδια προβλήματα με την οικοδομή. Γιατί τα ίδια έργα κοστίζουν πολύ πιο ακριβά στον ελληνικό λαό. Αυτό οφείλεται στα χαρακτηριστικά της τάξεως των αστών. Ποια είναι αυτά; Οι αστοί εργολήπτες είναι φτωχοί, που θέλουν να γίνουν πλούσιοι μέσω των δημοσίων έργων. Δεν είναι επενδυτές, γιατί απλούστατα δεν επενδύουν χρήματα. Δεν έχουν χρήματα για να επενδύσουν. Είναι απλοί μελετητές, που θέλουν μέσω των κρατικών χρημάτων να γίνουν πλούσιοι.


Το πρόβλημα με την ανάληψη του τομέα των υποδομών από το ίδιο το κράτος έχει αρνητικές συνέπειες σε πολλά επίπεδα. Τα κύρια προβλήματα αφορούν την κλοπή των δημοσίων χρημάτων και την κακοτεχνία των κατασκευών. Όλα αυτά συμβαίνουν, επειδή δεν μπορεί να γίνει επαρκής έλεγχος αυτών που αναλαμβάνουν τις κατασκευές. Αυτό το πρόβλημα είναι κάτι που δεν μπορεί ν' αποφευχθεί, γιατί απλούστατα έτσι είναι σχεδιασμένη η κατάσταση από το ίδιο σύστημα.


Γιατί το λέμε αυτό; Για τον εξής απλό λόγο. Όταν το κράτος μοιράζει τα δημόσια έργα στους αστούς, δεν μπορεί
ακόμα κι αν το θέλει να τους ελέγξει επαρκώς. Όταν ένας "κατασκευαστής" γίνεται εργολήπτης δημοσίων έργων, με μόνο κεφάλαιο ένα πτυχιάκι και μοναδική του περιουσία τους μύκητες των ποδιών του, δεν μπορεί να ελεγχθεί. Γιατί; Γιατί, όταν παραδώσει το έργο, το κράτος αναγκαστικά το παραλαμβάνει, εφόσον δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα. Το κράτος έχει ήδη πληρώσει το έργο και ο "ψευδοκατασκευαστής" είναι πολύ φτωχός, ώστε αυτό να στραφεί εναντίον του, απαιτώντας αποζημιώσεις. Τι θα κάνει σε περίπτωση κακοτεχνίας; Θα τον κλείσει φυλακή; Και τι θα κερδίσει το κοινωνικό σύνολο από αυτήν την ενέργεια; Το θέμα είναι να μην "φαγωθούν" τα χρήματα και όχι να πάει κάποιος φυλακή. Αν αυτός είναι απατεώνας και έχει πράγματι "φάει" τα χρήματα, δεν αρκεί η φυλακή. Γιατί; Γιατί προφανώς τα χρήματα τα έχει "εξαφανίσει" σε λογαριασμούς τρίτων και η φυλακή δεν τον πτοεί. Δεν είναι και άσχημα με λίγα χρόνια φυλακή να εξασφαλίσει κάποιος το μέλλον του. Πόσα χρόνια φυλακή μπορεί να πάει κάποιος για μια τέτοια περίπτωση;

Όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Όλα αυτά προκύπτουν από τον σχεδιασμό που έχει επιλεγεί. Ποιος είναι αυτός ο σχεδιασμός και γιατί είναι εξ αρχής προβληματικός; Ο σχεδιασμός είναι προβληματικός, γιατί θέλει το κράτος να λειτουργεί σαν φυσικό πρόσωπο, ενώ δεν είναι τέτοιο. Θέλει δηλαδή το κράτος να χρηματοδοτεί τα έργα με τον ίδιο τρόπο και την ίδια λογική που τα χρηματοδοτεί ένας ιδιώτης, ο οποίος έχει δικά του συμφέροντα να υπερασπιστεί. Το πρόβλημα εδώ είναι το εξής: Ο ιδιώτης, όταν χρηματοδοτεί ένα έργο, είναι σκληρός στον έλεγχο, γιατί απλούστατα "πονάει" την τσέπη του. Ελέγχει και γίνεται επικίνδυνος κάθε φορά που αντιλαμβάνεται ότι τον κλέβουν. Δεν μπορεί για παράδειγμα να συμβεί στον ιδιωτικό τομέα αυτό το οποίο συμβαίνει με τα δημόσια έργα. Δεν μπορεί για παράδειγμα ένας μηχανικός να "δουλεύει" έναν βιομήχανο, όπως "δουλεύει" ένας συνάδερφός του το κράτος.


Αυτό συμβαίνει σ' αυτήν την περίπτωση. Οι μηχανικοί "δουλεύουν" το κράτος, για να το κλέβουν. Αυτό δεν μπορεί να γίνει στον ιδιωτικό τομέα. Δεν μπορεί για παράδειγμα ένας μηχανικός να ξεκινήσει να κατασκευάζει ένα ιδιωτικό εργοστάσιο και να δικαιολογήσει καθυστέρηση στην παράδοση, διπλασιασμό του κόστους και κακοτεχνία. Αν το κάνει αυτό, κινδυνεύει όχι απλά να πάει φυλακή, αλλά να πέσει θύμα βίαιης συμπεριφοράς.


Όμως, αυτό το οποίο είναι αδύνατον για τον ιδιωτικό τομέα είναι το σύνηθες για τον δημόσιο. Γιατί; Γιατί έχουν δώσει σ' ένα ανεύθυνο και απρόσωπο τέρας τη δυνατότητα να λειτουργεί σαν φυσικό πρόσωπο. Έδωσαν τη δυνατότητα σ' έναν "βλάκα" να είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Γιατί του την έδωσαν; Γιατί συμφέρει τους αστούς να έχουν δοσοληψίες μ' έναν "βλάκα". Τους συμφέρει, γιατί είναι εύκολο να τον κλέψεις τον "βλάκα". Γιατί τον λέμε "βλάκα"; Όχι επειδή είναι βλάκες οι δημόσιοι υπάλληλοι που στελεχώνουν το κράτος, αλλά γιατί το πλαίσιο λειτουργίας του είναι αυτό το οποίο του δίνει αυτά τα χαρακτηριστικά.


Τον βιομήχανο, για παράδειγμα, δεν μπορείς να τον "δουλεύεις", γιατί, όταν τον κλέβεις, το καταλαβαίνει και αντιδρά. Γνωρίζει την τσέπη του και δεν μπορείς να βάζεις τα χέρια σου μέσα σ' αυτήν. Αντίθετα όμως μ' αυτόν, όταν μιλάμε για το δημόσιο, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Τα συμφέροντα του απρόσωπου δημοσίου αναλαμβάνει να τα υπερασπιστεί ένας απλός υπάλληλος. Αυτό όμως είναι επικίνδυνο. Γιατί; Γιατί ο υπάλληλος, ακόμα κι όταν δεν είναι διεφθαρμένος ή αδιάφορος, είναι ευάλωτος κι αδύναμος. Υπάρχουν μεγάλα συμφέροντα, που μπορούν να τον τρομοκρατήσουν. Αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς και διάφορους τρόπους. Από την απλή απειλή μιας δυσμενούς μετάθεσης ή ακόμα και την απειλή της σωματικής βίας, μέχρι την απειλή για μη-βόλεμα των παιδιών του. Είναι λογικό δηλαδή να υποκύπτει σε πιέσεις. Είναι λογικό από ένα σημείο κι έπειτα να μην ενδιαφέρεται να υπερασπιστεί το δημόσιο συμφέρον. Αυτός θα σώσει τον κόσμο; Όπως όλοι οι συνάδερφοί του έτσι κι αυτός θα "κρυφτεί" και οι πονηροί θ' αλωνίζουν.


Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι το κράτος εύκολα αρχίζει κι αναπτύσσει
λόγω των ιδιομορφιών του τα χαρακτηριστικά του βλάκα. Ενός βλάκα, που πληρώνει και δεν ελέγχει. Ενός βλάκα, που παραλαμβάνει ό,τι του παραδώσουν, χωρίς ν' αντιδρά. Ενός βλάκα, που ποτέ δεν παίρνει αυτό το οποίο θέλει στον χρόνο που προβλέπεται. Όλα αυτά όμως τα χαρακτηριστικά του δεν προέκυψαν εξαιτίας της άγνοιας των νομοθετών. Όλα αυτά προέκυψαν από επιλογή. Ήταν επιλογή αυτών που ήθελαν να το λεηλατούν. Ήταν επιλογή αυτών που ήθελαν μετά την αποφοίτησή τους από το Πολυτεχνείο να έχουν μια σίγουρη και πλούσια τσέπη, για να βάζουν τα χέρια μέσα και ν' αρπάζουν ό,τι βρίσκουν. Κατά μία τραγική "σύμπτωση" τόσο αυτοί οι οποίοι δημιούργησαν το νομοθετικό πλαίσιο, που αφορά την εργοληψία, όσο κι αυτοί που κλέβουν, ανήκουν όχι μόνον στην ίδια κοινωνική τάξη, αλλά και στην ίδια συντεχνία. Ανήκουν όλοι τους στην τάξη των αστών και είναι μηχανικοί. Οι αστοί νομοθέτες χωρίς αντιδράσεις κάνουν αυξησούλες στους εαυτούς τους και, για να μην υπάρξουν αντιδράσεις, δίνουν τη δυνατότητα στους όμοιούς τους να κλέβουν.

Αυτό είναι απόλυτα φυσικό. Δεν είναι δυνατόν ο βουλευτής, που νομοθετεί υπέρ των ατομικών του συμφερόντων, να βάλει με νόμους τάξη στο κράτος. Δεν είναι δυνατόν αυτός ο οποίος γίνεται πλούσιος από τις αδυναμίες του κράτους να το κάνει πανίσχυρο σε άλλες δραστηριότητές του. Δεν μπορεί αυτός, που σε μία προβληματική οικονομία κάνει αύξηση στον εαυτό του της τάξης του 80%, να ελέγξει τον γιατρό που παίρνει φακελάκια ή τον μηχανικό που κλέβει το κράτος. Απλά είναι τα πράγματα. Όταν κλέβουν αυτοί, που έχουν ως αντικείμενο της δουλειάς τους τον έλεγχο, δεν μπορούν να ελέγξουν. Όταν αυτοί επωφελούνται από την "αταξία", δεν μπορούν να επιβάλλουν την "τάξη".


Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, είναι απόλυτα φυσιολογικό αυτό το οποίο βλέπουμε να συμβαίνει στα δημόσια έργα. Τι συμβαίνει; Το αίσχος. Οι εργολήπτες των δημοσίων έργων δεν σέβονται κανέναν και τίποτε. Δεν σέβονται τα δεδομένα, που αφορούν την εργοληψία. Τρία είναι τα δεδομένα που αφορούν ένα έργο, το οποίο πρέπει να κατασκευαστεί και να παραδοθεί σ' αυτόν που το χρηματοδοτεί. Ποιότητα, κόστος και χρόνος παράδοσης. Οι εργολήπτες δεν σέβονται τίποτε από αυτά, γιατί απλούστατα, κάθε φορά που δεν σέβονται κάποιο από αυτά τα δεδομένα, γίνονται πλουσιότεροι. Το αποτέλεσμα; Τραγικό. Τα έργα παραδίδονται όταν θέλουν οι εργολήπτες, το κόστος συνήθως υπερδιπλασιάζεται και η ποιότητα αγγίζει τα όρια της αθλιότητας. Όλα αυτά γίνονται, επειδή αυτός ο οποίος πρέπει να τους ελέγχει είναι και φέρεται ως "βλάκας".


Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πρόβλημα. Είναι δεδομένο ότι, όταν δεν υπάρχει φυσικό πρόσωπο να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του, θα έχουμε φαινόμενα αυτού του είδους. Αυτό όμως είναι εκ των προτέρων γνωστό. Δεν χρειάζεται δηλαδή κάποιος να είναι μάντης, για να ξέρει τι θ' ακολουθήσει. Δεν χρειάζεται να είναι μάντης, για να καταλάβει ότι όλοι οι "κολλητοί" της εξουσίας θ' αρχίσουν να κάνουν "μπίζνες" με τον βλάκα. Δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να ξεγελάς έναν βλάκα. Είναι δεδομένο δηλαδή ότι θα γίνεις πλούσιος, όταν απέναντί σου έχεις έναν βλάκα, που είναι εξαιρετικά πλούσιος και δεν μπορεί να ελέγχει αυτούς με τους οποίους συνεργάζεται. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορεί ένας απλός δημόσιος υπάλληλος να ενσαρκώσει πραγματικά τον ρόλο του κράτους. Από αυτήν την αδυναμία προέρχεται η σπατάλη του δημοσίου χρήματος και βέβαια η διαφθορά.


Όλα αυτά θα μπορούσαν ν' αποφευχθούν με έναν σωστό σχεδιασμό. Έναν σχεδιασμό που θα σεβόταν τα δεδομένα και θα προστάτευε τα δημόσια συμφέροντα. Για να εφαρμοστεί όμως ένας σωστός σχεδιασμός, δεν αρκεί μόνον η θέληση. Πρέπει να υπάρχει και γνώση. Πρέπει δηλαδή να γνωρίζουμε τη φύση αυτού που ονομάζουμε "κατασκευαστικό έργο" και βέβαια τους ρόλους των ανθρώπων που εμπλέκονται μέσα σ' αυτό. Ρόλους, όπως αυτός του χρηματοδότη, του κατασκευαστή-εργολήπτη, του μηχανικού κλπ.. Αν όλα αυτά δεν τα έχουμε σωστά τοποθετημένα στην ανάλυσή μας, είναι βέβαιον ότι θα κάνουμε λάθος. Το κύριο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές κάποια πρόσωπα φέρουν παραπάνω από μία ιδιότητα και από εκεί προκύπτουν τα λάθη στην ανάλυση.


Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Είναι δυνατόν
ανάλογα με τα δεδομένα να υπάρχουν φορές που οι ρόλοι διαχωρίζονται με σαφήνεια και άλλες φορές να υπάρχει πλήρης ταύτιση όλων των ρόλων σε ένα πρόσωπο. Υπάρχουν φορές δηλαδή που είναι ανοιχτή η "βεντάλια" των ρόλων και αφορά πολλά και διαφορετικά πρόσωπα και υπάρχουν φορές που αυτή η "βεντάλια" είναι κλειστή και αφορά ένα και μόνο πρόσωπο. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι ακόμα και στην περίπτωση αυτήν δεν υπάρχουν ρόλοι. Θα δούμε μερικά αντιπροσωπευτικά παραδείγματα, για να καταλάβει ο αναγνώστης το τι περίπου συμβαίνει.

Θα ξεκινήσουμε από την πιο απλή περίπτωση, όπου το σύνολο των ιδιοτήτων ταυτίζεται με ένα πρόσωπο. Την περίπτωση δηλαδή όπου η "βεντάλια" είναι κλειστή. Όταν για παράδειγμα ένας μηχανικός χτίζει ο ίδιος το δικό του σπίτι, υπάρχει πλήρης ταύτιση όλων των ρόλων σε ένα πρόσωπο. Ο ίδιος είναι χρηματοδότης του έργου. Είναι κατασκευαστής και εργοδότης των εργατών που θα το κατασκευάσουν. Είναι επιστήμονας μελετητής του έργου και είναι επιστήμονας επιβλέπων του έργου. Τα πάντα δηλαδή τα ελέγχει ένα πρόσωπο και δεν υπάρχει κίνδυνος να τον ξεγελάσει κανένας. Δεν μπορεί κάποιος να ξεγελάει τον εαυτό του, εξαιτίας των διαφορετικών ρόλων που ενσαρκώνει ο ίδιος.


Το άλλο άκρο αυτής της κατάστασης είναι να έχουμε ένα κατασκευαστικό έργο, που κατασκευάζεται με στόχο την πώλησή του. Στην περίπτωση αυτήν έχουμε συνήθως πλήρη διαχωρισμό όλων των ρόλων. Χρηματοδότης του έργου
στο γενικό επίπεδο είναι αυτός ο οποίος στο τέλος θα το αγοράσει. Κατασκευαστής του έργου είναι ο ιδιώτης επιχειρηματίας, που θα το κατασκευάσει με δικά του χρήματα με στόχο να το πουλήσει. Μηχανικοί είναι αυτοί οι οποίοι θα το μελετήσουν και θα το επιβλέψουν στην κατασκευή του. Αντιλαμβανόμαστε ότι όλοι αυτοί οι ρόλοι όχι μόνον είναι απόλυτα διαχωρισμένοι, αλλά έχουν μεταξύ τους συγκρουόμενα συμφέροντα.

Συμφέρει αυτόν που ενσαρκώνει τον έναν ρόλο να είναι κουτός εκείνος που ενσαρκώνει τον άλλον, ώστε να επωφεληθεί εις βάρος του. Συμφέρει τον κατασκευαστή να είναι κουτός ο αγοραστής και το αντίστροφο. Συμφέρει τον μηχανικό να είναι κουτός ο κατασκευαστής και το αντίστροφο επίσης. Όποιος είναι κουτός αυτός θα την "πατήσει", γιατί τα δικά του χρήματα θα πάνε στην τσέπη του άλλου. Θα την πατήσει ο κουτός χρηματοδότης, αν πληρώσει ακριβά κάτι που δεν αξίζει τα χρήματά του. Θα την "πατήσει" ο κουτός κατασκευαστής, αν πληρώσει ακριβά για να κατασκευάσει κάτι, που δεν θα μπορεί στη συνέχεια να το πουλήσει. Θα την "πατήσει" ο κουτός μηχανικός, αν δουλέψει και δεν πληρωθεί.


Αυτή η περίπλοκη κατάσταση αφορά όλα τα κατασκευαστικά έργα και επομένως και τα δημόσια. Το πρόβλημα όμως στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι έντονο, γιατί απλούστατα οι ιδιώτες δεν είναι κορόιδα. Όποιον ρόλο και να ενσαρκώσουν, θα τον φέρουν σε πέρας. Ως χρηματοδότες-αγοραστές αγοράζουν ό,τι τους συμφέρει. Ως κατασκευαστές-πωλητές επιμένουν να χρηματοδοτούν μία κατασκευή μόνον όταν υπάρχει ορατό συμφέρον. Δεν μπορεί κάποιος κατώτερος ρόλος να τους δουλεύει, όταν είναι είτε χρηματοδότες είτε κατασκευαστές. Ελέγχουν τα πάντα και είναι σκληροί στον έλεγχο. Αν είναι χρηματοδότες-αγοραστές και τους προσφέρεται κάτι πολύ ακριβά, δεν το αγοράζουν. Αν είναι κατασκευαστές-πωλητές και τους κοστίζει κάτι πολύ ακριβά, δεν ξεκινάνε να το κατασκευάσουν, όταν δεν υπάρχει προοπτική να το πουλήσουν. Αν είναι μηχανικοί-υπάλληλοι και δεν τους πληρώσεις, δεν ξεκινάνε να κάνουν τη μελέτη. Τα πάντα δηλαδή είναι θέμα οικονομίας και αυτοί οι οποίοι πληρώνουν μπορούν να ελέγχουν τα πράγματα.


Έναν βιομήχανο δεν μπορεί να τον δουλέψει ο ιδιώτης εργολάβος-κατασκευαστής και αυτόν δεν μπορεί να τον δουλέψει ο μηχανικός μελετητής. Οι πάντες στην περίπτωση αυτήν ελέγχονται εύκολα από αυτόν που πληρώνει, γιατί απλούστατα αυτός ο οποίος πληρώνει είναι πανίσχυρος και είναι αυτός που τοποθετεί τον "πήχη" του κόστους, της ποιότητας και του χρόνου κάτω από τον οποίο θα πρέπει να περάσουν τα πάντα. Αυτός αντιδράει, όταν δεν γίνονται αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Στην περίπτωση του ιδιωτικού τομέα συνήθως ο χρηματοδότης είναι ο ίδιος και κατασκευαστής, γιατί αυτό τον συμφέρει περισσότερο. Τον συμφέρει, γιατί με τον τρόπο αυτόν αποσπά για λογαριασμό του τα κέρδη που θα εισέπραττε ο κατασκευαστής. Ο εργολάβος, που μπορεί να είναι και μηχανικός δηλαδή, στην περίπτωση αυτήν μεταφέρει τις οικονομικές υποχρεώσεις στον χρηματοδότη και στην ουσία χάνει τον ρόλο του κατασκευαστή, εφόσον δεν πληρώνει ο ίδιος το έργο.


Κάτι ανάλογο γίνεται και στα δημόσια έργα. Αυτό όμως είναι επικίνδυνο στο επίπεδο αυτό. Γιατί; Γιατί ο χρηματοδότης
και στην ουσία και κατασκευαστής του έργου είναι μη φυσικό πρόσωπο. Δεν μπορεί να ελέγξει με το πάθος και την ακρίβεια που το κάνει ένας ιδιώτης. Πληρώνει ό,τι κι αν του χρεώσουν. Περιμένει να του παραδώσουν το έργο όταν μπορούν και όχι στο προσυμφωνηθέν χρονικό όριο. Τέλος και αυτό είναι το χειρότερο είναι αναγκασμένος να το παραλάβει σε όποια κατάσταση κι αν του το παραδώσουν. Ακριβώς, επειδή το έχει πληρώσει ήδη και δεν το έχει ελέγξει επαρκώς κατά τη διάρκεια της κατασκευής του, δεν μπορεί στο τέλος ν' αρνηθεί την παραλαβή του. Αυτός είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο του έργου στην πορεία του και δεν μπορεί ν' αρνηθεί να παραλάβει κάτι που ήταν στην υπευθυνότητά του να ελεγχθεί και δεν ελέγχθηκε. Δεν μπορεί ν' αρνηθεί να παραλάβει κάτι που το πλήρωσε ήδη και θα πρέπει να το ξαναπληρώσει σε περίπτωση που δεν τον ικανοποιεί.

Αυτό ακριβώς γίνεται στα δημόσια έργα και γι' αυτό γίνονται τα αίσχη. Τι ακριβώς γίνεται; Το εξής απλό. Έστω ότι το κράτος αποφασίζει να κατασκευάσει ένα έργο, που, κάνοντας το ίδιο τον προϋπολογισμό του με βάση τις τρέχουσες τιμές, το υπολογίζει σε ένα δις δραχμές. Αποφασίζει δηλαδή να διαθέσει για το συγκεκριμένο έργο ένα δις κι αυτό σημαίνει ότι εξ αρχής λαμβάνει τον ρόλο του χρηματοδότη-αγοραστή του έργου. Αν δηλαδή υπήρχε το έργο έτοιμο από κάποιον ιδιώτη, θα το αγόραζε κατ' ευθείαν και εκεί θα τελείωνε η υπόθεση. Αυτό σημαίνει ο ρόλος του χρηματοδότη. Αγοράζεις αυτό το οποίο θέλεις από την αγορά. Επειδή όμως αυτό στο επίπεδο των έργων υποδομής δεν συμβαίνει ποτέ, ακολουθείται μια πάγια διαδικασία. Το κράτος, για να προστατεύσει υποτίθεται τα συμφέροντά του, κάνει μειοδοτικό διαγωνισμό. Από εκεί αρχίζουν τα αίσχη. Οι πονηροί, που έχουν σχέση με την εξουσία, κερδίζουν άνετα αυτούς τους διαγωνισμούς, γιατί εκ των προτέρων γνωρίζουν ότι μπορούν να ξεγελάσουν τον βλάκα
αθετώντας τους όρους του διαγωνισμού και ταυτόχρονα μπορούν ν' απαλλαγούν από τους ανταγωνιστές, που δεν έχουν πολιτικά "μέσα" και ως εκ τούτου δεν μπορούν να κάνουν εικονικές προσφορές.

Έτσι έχουμε ως αποτέλεσμα των διαγωνισμών μία τελείως πλασματική κατάσταση. Αυτό το οποίο έχει προϋπολογίσει το ίδιο το κράτος να κοστίσει ένα δις, το αναλαμβάνει κάποιος να το κατασκευάσει με διακόσια εκατομμύρια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως το κράτος έκανε λάθος στον δικό του υπολογισμό; Μήπως ο εργολήπτης έχει κάποιο τρομερό μυστικό, που μειώνει το κόστος; Μήπως ο εργολήπτης είναι βλάκας και δεν γνωρίζει να κάνει σωστούς προϋπολογισμούς και θα πληρώσει από την τσέπη του το όποιο λάθος; Όχι βέβαια. Υπάρχει απλή απάτη. Ο εργολήπτης γνωρίζει εκ των προτέρων ότι δεν μπορεί να κατασκευαστεί το έργο με τα χρήματα που έχει κάνει ως προσφορά και έχει κερδίσει τον διαγωνισμό. Απλά αυτός ο εργολήπτης γνωρίζει ότι δεν κινδυνεύει από τυχόν υπερβάσεις και κακοτεχνίες. Έχει "άκρες" στην εξουσία κι "αρμέγει", χωρίς να φοβάται. Αποτέλεσμα; Το έργο που προβλέφθηκε αρχικά να έχει κάποιες συγκεκριμένες προδιαγραφές, να κοστίσει ένα δις και να παραδοθεί σε έναν χρόνο, παραδίδεται κακοφτιαγμένο, έχει κοστίσει τα τριπλάσια και η παράδοση γίνεται σε τρία χρόνια.


Χωρίς να είναι κάποιος επιστήμονας, μπορεί να καταλάβει τι έγινε. Η κακή κατασκευή μείωσε το κόστος του και άρα το έργο κόστισε κάτω από το ένα δις που είχε προϋπολογίσει το κράτος. Δύο και πλέον δις μπήκαν στην τσέπη του καραγκιόζη, που έκανε την εικονική προσφορά των διακοσίων εκατομμυρίων. Από τη στιγμή που δεν ελέγχεται, πρόβλημα δεν υπάρχει. Θα πάρει μερικά εκατομμύρια από αυτά τα δις και θα "ταΐσει" τόσο αυτούς που τον προστάτευσαν όσο κι αυτούς που δεν τον έλεγξαν. Θα εισπράξουν μερικά εκατομμύρια οι πολιτικοί που μεσολάβησαν για ν' αναλάβει το έργο και να μην τιμωρηθεί για τις υπερβάσεις του και θα εισπράξουν μερικά εκατομμύρια και οι υπάλληλοι που δεν τον έλεγξαν και δεν τον σταμάτησαν όταν είδαν πλέον ότι είναι αδύνατον να παραδώσει το έργο στην τιμή, στο χρόνο και την ποιότητα που προβλέπει η σύμβαση.


Στο σημείο αυτό ξεκινάει η ανευθυνότητα του κράτους και εκεί διαφέρει από τον ιδιώτη. Το πρόβλημα δηλαδή είναι ότι το κράτος αναλαμβάνει ρόλους, που δεν μπορεί να φέρει εις πέρας. Ότι αναλαμβάνει ρόλους, που απαιτούν να παίρνει άμεσες, σκληρές, καθημερινές αποφάσεις και αυτό δεν μπορεί ή δεν τολμά να λαμβάνει τέτοιου είδους αποφάσεις. Αυτό είναι κάτι που δεν αποτελεί πρόβλημα για τον ιδιώτη, ο οποίος πάντα αποφασίζει με βάση τα συμφέροντά του. Όταν ένας ιδιώτης σε μια ανάλογη περίπτωση βλέπει ότι το έργο έχει καταναλώσει ήδη διακόσια εκατομμύρια και βρίσκεται ακόμα στα θεμέλια δεν συνεχίζει να το χρηματοδοτεί. Σταματά εκεί και κινεί τις διαδικασίες που τον προστατεύουν από τους απατεώνες.


Ακόμα κι ένα μικρό παιδί αντιδρά μ' αυτόν τον τρόπο. Όταν του υποσχεθείς ότι με ένα χιλιάρικο θα του επισκευάσεις το ποδήλατο και δεν το κάνεις, αρχίζει και νευριάζει όταν του ξοδεύεις τα χρήματα και δεν κάνεις αυτά που πρέπει. Όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να επισκευαστεί το ποδήλατο με τα χρήματα που έχει προϋπολογίσει, παύει να χρηματοδοτεί την επισκευή του. Αυτό το απλό πράγμα, που κάνει ακόμα και ένα παιδί, για να διασφαλίσει τα συμφέροντά του, δεν γίνεται από το δημόσιο και γι' αυτό κλέβουν οι εργολήπτες των δημοσίων έργων.


Η ασφάλεια δηλαδή του ιδιώτη προέρχεται από το γεγονός ότι αναλαμβάνει ρόλους τους οποίους μπορεί να φέρει εις πέρας. Είναι χρηματοδότης, αλλά, όταν αναλαμβάνει και τον ρόλο του κατασκευαστή, μπορεί να ελέγχει. Το κράτος αντίθετα δεν μπορεί να λάβει αυτόν τον ρόλο. Αυτήν την αδυναμία του την έχουν αντιληφθεί οι μηχανικοί
αυτοί άλλωστε τη "δημιούργησαν" και το εκμεταλλεύονται. Πηγαίνει ο κάθε φτωχοπρόδρομος μηχανικός και με περιουσία το σακάκι του διεκδικεί έργα πολλών δις. Επειδή δεν είναι λόγω οικονομικής αδυναμίας πραγματικός κατασκευαστής, ανοίγει εξ αρχής δοσοληψίες με το κράτος. Δώσε μου χρήματα για να ξεκινήσω. Δώσε μου χρήματα για να συνεχίσω. Δώσε μου χρήματα για να τελειώσω. Ανάληψη "δεκάτων" έχουν βαπτίσει αυτήν τη διαδικασία.

Με "βερεσέ" ξεκινάνε την όποια δραστηριότητά τους και μετά κάνουν τους κατασκευαστές με χρήματα του κράτους. Το κράτος δεν ελέγχει τίποτε και πληρώνει. Όταν στο τέλος παραδίδεται το έργο, το κράτος έχει πληρώσει άπειρα χρήματα για ένα άθλιο έργο, που το παραλαμβάνει με καθυστέρηση και ο μόνος κερδισμένος είναι ο εργολήπτης μηχανικός. Αυτός έγινε πλούσιος με μία δουλειά. Δεν μπορεί να τον τιμωρήσει το κράτος, εφόσον αυτό έχει την κύρια ευθύνη. Το κράτος είναι ο κατασκευαστής και αυτό δεν έκανε όταν έπρεπε σωστά τη δουλειά του. Ο δημόσιος υπάλληλος, που θα έπρεπε να είναι κατήγορος, γίνεται εύκολα κατηγορούμενος.


Είναι δεδομένο λοιπόν ότι δεν μπορεί να κάνει το κράτος καλά τη δουλειά τού κατασκευαστή. Είναι δεδομένο ότι ο απλός δημόσιος υπάλληλος δεν έχει το άγχος, την αγωνία και την αποφασιστικότητα του ιδιώτη κατασκευαστή. Δεν τα πληρώνει από την τσέπη του. Άρα αναγκαστικά θα πρέπει το κράτος εξ αρχής να περιορίζεται. Θα πρέπει εξ αρχής να περιορίζεται στον ρόλο που μπορεί ακόμα και ως βλάκας ν' αντεπεξέρχεται. Ποιος είναι αυτός; Ο ρόλος του απλού χρηματοδότη-αγοραστή. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Το κράτος πρέπει να εκμεταλλεύεται μόνον τους μηχανισμούς του, που είναι αξιόπιστοι και δεν απαιτούν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά για να κάνουν καλά τη δουλειά τους. Το κράτος έχει τους μηχανισμούς που του επιτρέπουν να προϋπολογίζει με απόλυτη αξιοπιστία την αξία ενός έργου. Το κράτος έχει τους μηχανισμούς που του επιτρέπουν να κρίνει με απόλυτη αξιοπιστία την ποιότητα ενός έργου. Το κράτος έχει ημερολόγια, για να ξέρει με απόλυτο τρόπο πότε πρέπει να του παραδοθεί ένα έργο. Αυτά όλα είναι απλά πράγματα. Δεν απαιτούν ούτε άγχος ούτε αποφασιστικότητα ούτε τίποτε άλλο προκειμένου να έλθουν εις πέρας.


Από αυτά θα πρέπει να ξεκινάει ως δεδομένα και σ' αυτά να περιορίζεται. Θα πρέπει δηλαδή ν' αλλάξει το σύνολο της στάσης του απέναντι σ' αυτό που λέμε "κατασκευή δημοσίων έργων". Θα πρέπει να περιοριστεί στους ρόλους που αναλαμβάνει. Από εκεί και πέρα ν' αναζητά εκείνον που θα του προσφέρει αυτό που θέλει σ' αυτήν την τιμή. Να λειτουργεί όπως ένας κοινός βλάκας, που ναι μεν έχει χρήματα για να καλύψει μια ανάγκη του, αλλά είναι αδύναμος να εκμεταλλευτεί την κατάσταση περισσότερο από τα όρια που του θέτει η ικανότητα του. Τι κάνει ένας βλάκας; Το εξής απλό. Βγαίνει στην αγορά και λέει: Θέλω ένα αυτοκίνητο και διαθέτω ένα εκατομμύριο. Όποιος έχει στη διάθεσή του αυτοκίνητο προς πώληση το πάει στον βλάκα. Μπροστά στον βλάκα θα παρουσιαστούν όλα τα αυτοκίνητα που είναι διαθέσιμα στην αγορά στην τιμή που ταυτίζεται με τον προϋπολογισμό του. Αυτός θα τα εξετάζει και, αν κάποιο από αυτά πληρεί τις προϋποθέσεις που έθεσε
πράγμα εύκολο να κριθεί τότε το αγοράζει. Αν με τα χρήματα που διαθέτει δεν καλύπτεται στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του, κηρύσσεται άγονος ο διαγωνισμός και είτε αλλάζει το ποσό που διαθέτει για να καλύψει την ανάγκη του είτε παύει να ενδιαφέρεται για την κάλυψη της συγκεκριμένης ανάγκης.

Δεν ξεκινάει ο βλάκας να γίνει κατασκευαστής αυτοκινήτου. Δεν ξεκινάει, αλλάζοντας την ιδιότητά του, ν' αποσπάσει και το κέρδος του κατασκευαστή. Δεν ξεκινάει δηλαδή να βρει μηχανολόγους, σχεδιαστές, πρώτες ύλες, μηχανήματα κλπ., για να φτιάξει μόνος του ένα αυτοκίνητο. Αυτό είναι δύσκολο και αυτός ο οποίος το επιχειρεί όχι απλά δεν πρέπει να είναι βλάκας, αλλά τρομερά ευφυής. Είναι απαραίτητο να είναι τρομερά ευφυής, γιατί στην αντίθετη περίπτωση όχι μόνον δεν θα έχει κέρδος, αλλά θα καταστραφεί από τα έξοδα που θα κάνει για να κατασκευάσει μόνος του κάτι το οποίο θα είναι αμφίβολης ποιότητας.


Αυτό ακριβώς κάνει το κράτος. Δεν φτάνει που από τη φύση του είναι αναγκασμένο να λειτουργεί ως βλάκας, αλλά έχει το θράσος κι αναλαμβάνει ακόμα και τους ανώτερους ρόλους. Είναι όμως δυνατόν αυτό το οποίο λέμε να εφαρμοστεί στο επίπεδο των δημοσίων έργων; Είναι δυνατόν αυτή η διαδικασία, που αφορά ένα προϊόν διαθέσιμο στην αγορά, όπως είναι το αυτοκίνητο, να καλύπτει και την περίπτωση ενός δρόμου; Είναι δυνατόν το κράτος να βρει έτοιμους δρόμους ή γέφυρες, για ν' αγοράσει αυτά που το βολεύουν και βέβαια στην τιμή που το συμφέρουν;


Τα πάντα είναι δυνατά, αν κάποιος γνωρίζει τι συμβαίνει και πώς να το κάνει. Οι δρόμοι και οι γέφυρες δεν υπάρχουν ετοιμοπαράδοτες στην αγορά για να τις αγοράσει, αλλά υπάρχουν τρόποι για να κάνει το ίδιο. Πώς γίνεται αυτό; Με την ανάθεση ρόλων σε τρίτα πρόσωπα. Με τη διενέργεια διαγωνισμών άλλου τύπου. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Έστω για παράδειγμα ότι έχουμε το έργο του παραπάνω παραδείγματος. Ένα έργο, που το κράτος το έχει προϋπολογίσει σε έργο της αξίας του ενός δις. Τι θα γίνει με βάση τη δική μας λογική. Το κράτος και πάλι θα κάνει μειοδοτικό διαγωνισμό. Η διαφορά όμως θα είναι η εξής: Ο διαγωνισμός θα γίνει με τέτοιον τρόπο, που δεν θα μπορεί να είναι πλασματικός. Πώς θα γίνει αυτό; Με το να περιοριστεί στον ρόλο του χρηματοδότη-αγοραστή και να περάσει τον ρόλο του κατασκευαστή-πωλητή σε κάποιον άλλον. Με το να ανοίξει το κράτος τη "βεντάλια" των ρόλων και να περιοριστεί μόνον σ' αυτόν που μπορεί ν' αντεπεξέρθει.


Αυτό σημαίνει το εξής απλό. Το κράτος στην περίπτωση αυτήν δεν θ' ανακατευτεί στο έργο σε καμία φάση του. Το κράτος θα δώσει το προσυμφωνηθέν ποσό στον προσυμφωνηθέντα χρόνο και μόνον αν το έργο πληρεί τις προσυμφωνηθείσες προδιαγραφές. Το κράτος δηλαδή θ' αγοράσει ένα "προϊόν" στον χρόνο, την τιμή και την ποιότητα που έχει συμφωνηθεί κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού. Το κράτος θα περιορίζεται μόνον σ' αυτά που δεν μπορεί εκ του Συντάγματος να κάνει ένας ιδιώτης κατασκευαστής μόνος του. Το κράτος θα απαλλοτριώνει για παράδειγμα την έκταση που απαιτεί ένας καινούριος δρόμος. Το κράτος θ' αποφασίζει για κατασκευή έργων πάνω στο δημόσιο κεφάλαιο. Ο ίδιος ο δρόμος όμως, που θα κατασκευαστεί πάνω σ' αυτήν την έκταση, θα μετατρέπεται σε ένα "προϊόν" που το κράτος θ' αγοράζει. Εδώ βρίσκεται και το όλο μυστικό. Το "προϊόν", για να υπάρξει και να διατεθεί στην αγορά, κάποιος θα πρέπει να το παράγει. Κάποιος θα πρέπει να το πληρώσει για να το κατασκευάσει.


Μπορεί ένας μηχανικός ή μία τεχνική εταιρεία να κατασκευάσει το "προϊόν" με δικά της χρήματα και σε τιμή καλύτερη των ανταγωνιστών της; Να κατασκευάσει δηλαδή το "προϊόν", που στη συνέχεια το κράτος θα κρίνει και αν το βολεύει να το αγοράσει; Αν μπορεί, ας το κατασκευάσει. Αν δεν μπορεί, τι θα κάνει; Εδώ είναι το όλο θέμα. Θα πρέπει να βρει τα χρήματα. Όμως, αυτός ο οποίος βάζει τα χρήματα είναι και αυτός ο οποίος παίρνει τα κέρδη. Αυτός ο οποίος βάζει τα περισσότερα χρήματα παίρνει τα περισσότερα κέρδη. Αυτός ο οποίος βάζει τα χρήματα όμως ελέγχει και δεν μπορείς να τον "δουλεύεις", γιατί κινδυνεύει με καταστροφή. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι σε μία τέτοια περίπτωση ανοίγει η "βεντάλια" των ρόλων που αφορά τα κατασκευαστικά έργα. Ο εφιάλτης των μηχανικών-εργοληπτών. Γιατί; Γιατί απλούστατα φεύγουν από το παιχνίδι των κερδών. Τα κέρδη μοιράζονται ανάμεσα σ' αυτούς που βάζουν χρήματα και αυτοί δεν είναι οι μηχανικοί. Οι μηχανικοί εργαζόμενοι θα περιοριστούν στην ανταμοιβή του μελετητή και επιβλέποντα του έργου.


Αυτό θα είναι το τέλος τους, γιατί απλούστατα θα πάψουν να έχουν σχέση με τα οικονομικά των δημοσίων έργων και άρα θα πάψουν να έχουν την όποια σημασία οι πολιτικές ή όποιες άλλες σχέσεις τους. Θα πάψουν να είναι υπεργολάβοι ενός άσχετου αλλά αμύθητα πλούσιου χρηματοδότη-κατασκευαστή. Με τα οικονομικά των δημοσίων έργων θα έχουν να κάνουν οι επενδυτές και άρα κατά κύριο λόγο η πλούσια κεφαλαιοκρατία. Στην περίπτωση αυτήν όμως οι οικονομοτεχνικές μελέτες των μηχανικών θα πρέπει να είναι πραγματικές και όχι πλασματικές, γιατί απλούστατα, εκτός του ότι δεν θα έχουν κέρδος από τα ψεύδη, θα κινδυνεύουν κιόλας. Γιατί; Γιατί, όταν αντλείς χρήματα από την αγορά για ένα έργο, αυτά τα χρήματα είναι πολύ συγκεκριμένα και ανήκουν σε πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Αν εσύ, εξαιτίας της ασχετοσύνης σου, κάνεις μελέτη που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αυτά τα χρήματα δεν θ' αποδώσουν τα αναμενόμενα κέρδη σ' αυτούς τους πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Αν δεν παραδώσεις το έργο στον χρόνο που πρέπει, μειώνεις αυτά τα κέρδη. Αν δεν παραδώσεις το έργο στην ποιότητα που πρέπει και το κράτος αρνείται να το παραλάβει, απειλείς με καταστροφή αυτούς που επένδυσαν σ' αυτό και σ' εμπιστεύτηκαν. Κινδυνεύεις δηλαδή να βρεθείς στα χέρια αυτών των πολύ συγκεκριμένων ανθρώπων, που θα θέλουν να σε φάνε ζωντανό.


Εδώ βρίσκεται το όλο μυστικό και γι' αυτό μιλήσαμε εξ αρχής για ρόλους. Το κράτος πρέπει να πάψει να έχει τον διπλό ρόλο του χρηματοδότη και του κατασκευαστή, γιατί το "δουλεύουν". Για να προστατεύσουμε λοιπόν το δημόσιο συμφέρον, θα πρέπει να θέσουμε όρια στους ρόλους. Θα πρέπει ανάμεσα στο κράτος και σ' αυτούς που αναλαμβάνουν να μελετήσουν και να κατασκευάσουν ένα έργο να βάλουμε ιδιώτες επενδυτές. Ιδιώτες, που θα έχουν ανάγκη το κράτος, αλλά που θα έχουν τη δυνατότητα μόνον τους εργολήπτες να πιέζουν και να ελέγχουν. Ιδιώτες, που ακόμα και η παραμικρή καθυστέρηση στην παραλαβή του έργου να τους απειλεί. Ιδιώτες, που, αν το έργο είναι κακοκατασκευασμένο, καθυστερεί ή υπερβαίνει τον αρχικό προϋπολογισμό, θα είναι οι πρώτοι που θα πιάσουν από τον λαιμό αυτούς οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για όλα αυτά. Που θ' αντιδρούν πολύ πριν το κράτος αποφασίσει να δει τι γίνεται και πώς γίνεται μέσα στο εργοτάξιο. Ιδιώτες, που θα τρέμουν μήπως και το κράτος-αγοραστής δεν ικανοποιηθεί και αρνηθεί να παραλάβει και κατά συνέπεια αρνηθεί να πληρώσει.


Σε μία τέτοια περίπτωση πώς θα γινόταν ο διαγωνισμός για την ανάληψη του δημόσιου έργου; Με τον εξής απλό τρόπο. Το κράτος θα όριζε κάποιο ποσό, που είναι διατεθειμένο να διαθέσει για την κατασκευή ενός έργου. Από εκεί και πέρα θα λάμβαναν στον διαγωνισμό μέρος οι διάφορες τεχνικές εταιρείες. Η εταιρεία που θα έκανε την καλύτερη οικονομοτεχνική προσφορά-μελέτη, με βάση τα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας, θα τον κέρδιζε. Η προσφορά θα δημοσιοποιούνταν και θα έμπαινε σε ένα "χρηματιστήριο" δημοσίων έργων, προκειμένου ν' αντληθούν τα κεφάλαια που θα απαιτούνταν για την κατασκευή του έργου. Εκεί θα μπορούσε να επενδύσει ο κάθε πολίτης που θα είχε διαθέσιμα χρήματα και δεν θα τον συνέφεραν τα τραπεζικά επιτόκια. Από τον πιο πλούσιο πολίτη μέχρι τον πιο φτωχό. Θα μετοχοποιούνταν κατά κάποιον τρόπο το έργο και ο καθένας θα έπαιρνε από τα τελικά κέρδη μερίδιο ανάλογο της επένδυσής του. Η μελέτη-προσφορά δηλαδή θα προέβλεπε και το κέρδος των επενδυτών, που αναγκαστικά θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από αυτό που προσφέρουν οι τράπεζες. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί αλλιώς δεν είναι δυνατόν ν' αντλήσεις κεφάλαια από την αγορά.

Back to content | Back to main menu