Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Με δεδομένη την περιγραφή των βημάτων προσπαθούμε να μπούμε μέσα στη λογική του Μυστικού Σχεδίου κι επομένως να κατανοήσουμε το λόγο για τον οποίο αυτό εξελίχθηκε, καθώς και το κέρδος που είναι δυνατό ν’ αποφέρει στον άνθρωπο. Αυτό που έχουμε κατ’ αρχήν στα χέρια μας, είναι δύο όρια. Υπάρχει μία άσχημη κοινωνική δομή που τη χαρακτηρίσαμε ως τύπο Βαβυλώνας και η άριστη επίσης κοινωνική δομή τύπου Αθήνας, που είναι η δημοκρατία. Μ’ αυτά τα δύο διαφορετικά πράγματα στο νου, θα λέγαμε ότι αυτό, που απομένει, είναι η αποκάλυψη του μυστηρίου, συνεπώς η Λύτρωση. Γνωρίζοντας τι είναι αρνητικό και τι θετικό, δεν έχουμε παρά να ξεκλειδώσουμε τη γνώση, που στηρίζει το σύστημα και να προτείνουμε την πολυπόθητη δημοκρατία. Είναι όμως τόσο απλό; Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι ο Χριστός ήταν αυτός ο παράγοντας και όχι ένας άλλος, έστω και με τη βοήθεια των αριθμών;

Σήμερα υπάρχουν στον κόσμο πολλές και μεγάλες θρησκείες.. η κάθε μία απ’ αυτές ορίζει το ζήτημα Λύτρωση με τρόπο διαφορετικό και κατά συνέπεια το προτεινόμενο κοινωνικό μοντέλο ακολουθεί την κάθε γνώση. Όλες οι θρησκείες έχουν γνώση που τις συνδέει με το Θεό, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι συνδέονται απαραίτητα με τον Υιό Του. Στον ισλαμισμό οι μωαμεθανοί γνωρίζουν τον Αλλάχ και τον προφήτη του το Μωάμεθ. Ποιος είναι όμως ο Αλλάχ; Ο Πατέρας ή ο Υιός; Οι χριστιανοί ελπίζουν στον Υιό, αφού έχουν την αντίστοιχη γνώση. Ένας χριστιανός πιστεύει στο Χριστό και δέχεται τη γνώση του ως γνώση του Θεού. Είναι δυνατόν όμως η Λύτρωση ν’ αφορά κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους στον κόσμο, που στην κυριολεξία έτυχε να πιστεύουν στον Υιό κι επομένως να τον δέχονται; Ο μωαμεθανός, που δεν πιστεύει στον Υιό, εφόσον δεν έχει γνώση γι’ Αυτόν, δε θα λυτρωθεί;


Βλέπουμε λοιπόν ότι δεν είναι δυνατή η προσέγγιση του Μυστικού Σχεδίου από την πλευρά του μυστηρίου. Μυστήριο ήταν η εμφάνιση των κοσμοκρατόρων, αλλά αυτό για μερικούς δε σημαίνει τίποτε. Γιατί ο μωαμεθανός να δεχτεί τη σημαντικότητα της εμφάνισης του  Χριστού από τη στιγμή που γι’ αυτόν είναι σημαντικός μόνον ο Προφήτης; Ο Χριστός είναι Κοσμοκράτορας για τους χριστιανούς, αλλά αυτό δε σημαίνει απολύτως τίποτε για κάποιους άλλους. Ο αρχαίος κόσμος αναγνώρισε τον Αλέξανδρο ως Υιό του Θεού και οι χριστιανοί, που έχτισαν το δικό τους πολιτισμό πάνω στον αρχαίο, δεν έχουν αυτήν την άποψη. Για το μέσο χριστιανό ο Αλέξανδρος δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας μεγάλος στρατηλάτης,  τυχερός κι άτυχος ταυτόχρονα, που εκμεταλλεύτηκε τις περιστάσεις κι έδωσε θεϊκή υπόσταση στη μορφή του. Βλέπουμε ότι το ν’ αναγνωρίσουμε ορισμένα πρόσωπα ή γεγονότα, δε σημαίνει ότι παίρνουμε τη δυνατότητα να θέσουμε κοινές βάσεις και κοινά δεδομένα για το σύνολο των ανθρώπων.


Είναι αξίωμα ότι για να λυθεί κάποιο πρόβλημα, σημαντικό ή ασήμαντο θα πρέπει να υπάρχουν τα δεδομένα κι από εκείνο το σημείο να ξεκινά η αναζήτηση της λύσης. Δεν είναι δυνατό ν’ αναζητούμε λύση σε κοινά προβλήματα, όταν δεν υπάρχουν κοινές παραδοχές. Δεν είναι δυνατό να ξεκινά κάποιος να προτείνει μία λύση και οι υπόλοιποι ν’ αμφισβητούν τα δεδομένα. Από την παραπάνω διαπίστωση είναι δυνατό να προσανατολιστούμε ως προς την πορεία μας, αλλά είμαστε ταυτόχρονα υποχρεωμένοι να προσεγγίσουμε απ’ άλλο σημείο την κατάσταση. Αυτό σημαίνει ότι θέτουμε δύο όρια, που είναι αναμφισβήτητα και προσεγγίζουμε το πρόβλημα από την πλευρά που αφορά τον κάθε άνθρωπο ως ξεχωριστή οντότητα. Τα όρια είναι αναμφισβήτητα και παγκοσμίως αποδεκτά. Υπάρχει ο Θεός κι ο άνθρωπος. Εξαιτίας των θρησκειών και των ποικίλων απόψεων στο θέμα Θεός, είναι αδύνατο να βρούμε έναν κοινό τόπο. Θεός είναι ο Θεός των χριστιανών και γι’ αυτούς έχει Υιό το Χριστό. Θεός είναι ο Θεός των μωαμεθανών, αλλά δεν υπάρχει γνώση για τον Υιό, εφόσον τη μεταφορά της θείας βούλησης αναλαμβάνει ο Προφήτης. Είναι δυνατό να πείσει κάποιος τους μωαμεθανούς, αφού δεν έχουν την αντίστοιχη γνώση ότι ο Αλλάχ ταυτίζεται με το Θεό των χριστιανών κι επομένως υπάρχει και Υιός, που είναι ισχυρότερος από τον Προφήτη; Αυτό είναι αδύνατον και όχι μόνον αυτό, αλλά κι ανεπιθύμητο από τον Ίδιο το Θεό.


Αυτό το τελευταίο φαντάζει αυθαίρετο, αλλά δεν είναι.. το να πει κάποιος με μόνο όπλο τη λογική τι είναι επιθυμητό για το Θεό και τι όχι, είναι στην καλύτερη περίπτωση αστείο. Όμως σ’ αυτήν την περίπτωση υπάρχει αυτή η δυνατότητα, γιατί υπάρχει ο Θεός. Ο Θεός δίνει γνώση για τον Εαυτό Του στους ανθρώπους κι αυτή η γνώση υπηρετεί την επιθυμία Του. Αυτός έδωσε γνώση για τον Υιό στους χριστιανούς κι ο Ίδιος έδωσε τον Προφήτη στους μωαμεθανούς, το Βούδα στους βουδιστές. Εφόσον η γνώση δίνεται απ’ Αυτόν, είναι αδύνατον ν’ αλλάξει κάποιος τα δεδομένα και να πείσει τους ανθρώπους για κάτι άλλο.


Αυτό το αδύνατο δεν είναι κάτι το αφηρημένο, αλλά κάτι το χειροπιαστό, εφόσον οι θρησκευτικοί πόλεμοι ακόμα μαστίζουν την ανθρωπότητα. Όπως δεν πείστηκαν αιώνες τώρα οι θρησκείες κι οι λαοί για την ορθότητα της γνώσης ο ένας του άλλου, έτσι είναι αδύνατο να πειστούν και τώρα. Η επιθυμία του Θεού σ’ αυτό το σημείο αποκαλύπτεται. Οποιαδήποτε επέμβαση πάνω σ’ ό,τι θεωρείται ιερό και συνδέεται με τον Ίδιο, πρέπει να τύχει σεβασμού, γιατί δημιουργεί τάσεις μέσα στις κοινωνίες των ανθρώπων. Αυτές οι τάσεις είναι υπεύθυνες για τις αιματοχυσίες σ’ όλους αυτούς τους αιώνες κι αυτό είναι έγκλημα εναντίον του Θεού. Ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο και δε θέλει με κανέναν τρόπο την παραμικρή θυσία. Δεν υπάρχει άνθρωπος που ο Θεός να μην τον αγαπά, όπως ένας τέλειος πατέρας το γιο του. Βλέπουμε ότι είναι επικίνδυνο να προσπαθεί κάποιος να πείσει κάποιον άλλο για κάτι για το οποίο δεν έχει προετοιμαστεί. Είναι θεομίσητη ενέργεια να ξεκινήσουμε σταυροφορίες, για να πείσουμε τους άπιστους, όπως είναι επίσης θεομίσητη ενέργεια να επιβάλλουμε τη γνώση του Προφήτη μέσω των ιερών πολέμων.


Εκατομμύρια άνθρωποι βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν σ’ αυτόν τον κόσμο, επειδή ορισμένοι ηλίθιοι είχαν την ιδέα να πείσουν ανθρώπους, που είχαν πίστη, για την ορθότητα μίας άλλης. Όλοι αυτοί οι ηλίθιοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά εγκληματίες κι αυτό γιατί ξέχασαν την πλέον βασική παραδοχή..  ότι Θεός κι αγάπη πάντα ταυτίζονται. Ο άνθρωπος μπορεί στο όνομα του Θεού ν’ αγαπά τον άνθρωπο κι, αν έχει τη δυνατότητα, να τον βοηθά. Εν ονόματι του Θεού δεν μπορεί να επιβάλλει τίποτε και σε κανέναν. Από τον πλέον θρησκόληπτο μέχρι τον πλέον άθεο, οι άνθρωποι απολαμβάνουν την ίδια πατρική στοργή, όπως επίσης γεύονται και την ίδια οργή. Το τελευταίο δεν είναι αντίφαση, με την ταύτιση που δεχτήκαμε προηγουμένως, αλλά επιβεβαίωση.


Ένας άνθρωπος απολαμβάνει την αγάπη του Θεού αλλά, όταν, είτε εξαιτίας της θρησκοληψίας του είτε της αθεΐας του, προκαλεί αρνητικά φαινόμενα στους υπόλοιπους, ξεφεύγει από την αγάπη κι έρχεται αντιμέτωπος μ’ αυτήν. Ο Θεός δίνει αγάπη σ’ όλους και στον καθένα ξεχωριστά. Η προσωπική επιλογή του καθενός να επιβάλλει στους υπόλοιπους κάτι που δεν επιθυμούν, είναι ο λόγος, που προκαλεί την οργή. Η οργή του Θεού είναι η αγάπη Του προς τους άλλους, που βλέπει ο άνθρωπος, όταν ξεφεύγει ο ίδιος από το Λόγο του Θεού. Αν ο Θεός δεν αγαπούσε τον άνθρωπο ως σύνολο, αυτό θα ήταν αδύνατον, εφόσον αυτή η αγάπη θ’ ακολουθούσε τον άνθρωπο, ανάλογα με το αν οι επιλογές του ταυτίζονται ή όχι με τη θεία θέληση. Θ’ αγαπούσε τον άνθρωπο, ακόμα κι αν αυτός προσπαθούσε να επιβάλλει κάτι ανεπιθύμητο στους υπόλοιπους, ακόμα κι αν αυτό ταυτιζόταν με τη θεία θέληση. Αυτό όμως δε συμβαίνει κι ο άνθρωπος απολαμβάνει την αγάπη μόνον, όταν λειτουργεί ως άνθρωπος γενικά και σέβεται τους υπόλοιπους. Δεν έχει καμία σχέση, ούτε με τη γνώση ούτε με το δίκιο. Ο καθένας έχει δικαίωμα να πιστεύει ό,τι θέλει, όταν σέβεται τους ανθρώπους. Ο άθεος είναι αγαπητός στο Θεό, όταν αγαπά τους φίλους του, την οικογένειά του και σέβεται τους υπόλοιπους. Είναι μισητός μόνον, όταν εξαιτίας της αθεΐας του προκαλεί άσχημα φαινόμενα, είτε επειδή προσπαθεί να πείσει τους άλλους γι’ αυτό που πιστεύει είτε επειδή προσβάλλει κάποιον για την πίστη του. Το ίδιο αφορά και το άλλο άκρο, που αντιπροσωπεύεται από το θρησκόληπτο.


Βλέπουμε λοιπόν ότι είναι αδύνατο να προσεγγίσουμε το μυστήριο από την πλευρά του Θεού και συνεπώς καταλήγουμε στον παράγοντα άνθρωπο. Σ’ αυτή και μόνον την περίπτωση είναι δυνατό να βρούμε έναν κοινό τόπο κι άρα τη δυνατότητα ν’ αντιληφθούμε τι συμβαίνει. Ο άνθρωπος-δημιούργημα που εξετάζουμε, έχει σταθερά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε ιδιομορφίες που αναπτύσσει κατά τη διάρκεια της ζωής του ή τις όποιες εξωτερικές διαφορές, που είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτές. Ο άνθρωπος είναι πάντα ο ίδιος, είτε είναι μωαμεθανός είτε είναι χριστιανός είτε ασπάζεται οποιαδήποτε άλλη θρησκεία. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν υπάρχουν ορισμένες εξωτερικές διαφορές. Είναι πάντα άνθρωπος, είτε είναι λευκός είτε μαύρος είτε ερυθρόδερμος είτε οτιδήποτε άλλο. Η βάση μας λοιπόν είναι ο άνθρωπος, που είναι ο Υιός του Θεού. Αυτός που χαίρεται τη ζωή, τον έρωτα, τη φιλία και ως ευφυές ον αναζητά την υπηρεσία της τεχνολογίας στη ζωή του.


Ο κοινός τόπος που αναζητούμε, είναι ο άνθρωπος και οι επιθυμίες του. Υπάρχει μωαμεθανός, που χαίρεται τον έρωτα λιγότερο από ένα χριστιανό, εξαιτίας της πίστης του; Υπάρχει λευκός, που αναπτύσσει ισχυρότερες φιλίες, εξαιτίας του χρώματός του; Υπάρχει άνθρωπος σ’ αυτόν τον πλανήτη, που να μην ονειρεύτηκε ένα όμορφο σπίτι ή να μην εκτίμησε την αξία ενός όμορφου αυτοκινήτου; Βλέπουμε ότι τα δεδομένα μας είναι κοινά κι αναμφισβήτητα. Προσδιορίζοντας αυτά τα άκρα, βλέπουμε μία εντελώς νέα κατάσταση στην οποία υπάρχουν ανεξάρτητες δύο διαφορετικές  οντότητες. Ο Θεός κι ο άνθρωπος. Υπάρχει ο Θεός-Δημιουργός κι ο άνθρωπος-δημιούργημα. Ο Δημιουργός ως Πατέρας κάνει δωρεά κι ο άνθρωπος ως Υιός παίρνει ό,τι είναι δυνατόν.


Σ’ αυτό το σημείο εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας κι είναι απαραίτητο να προσέξει ο αναγνώστης. Έχουμε κοινά κι αναμφισβήτητα δεδομένα για όλους κι επιπλέον ανακαλύψαμε  μία σχέση. Υπάρχει ο Θεός κι ο άνθρωπος ως ανεξάρτητες οντότητες κι από κάποια στιγμή  κι έπειτα αρχίζει ο πρώτος παράγοντας να επηρεάζει το δεύτερο μέσω της δωρεάς. Χωρίς ν’ απαιτείται ιδιαίτερη ευφυΐα, είναι δυνατό να γίνει κατανοητό ότι η έναρξη αυτής της δραστηριότητας σηματοδοτεί μία νέα φάση στη ζωή του ανθρώπου. Με μόνο εφόδιο αυτήν τη διαπίστωση είναι δυνατό ν’ αντιληφθούμε την ουσία του αμαρτήματος. Ο Ίδιος ο Θεός έδωσε ως πληροφορία στον άνθρωπο να μην αγγίζει τη γνώση, γιατί είναι αδύνατον εξαιτίας αυτής της επαφής να μην ακολουθήσει η καταδίκη. Οι δύο αυτές οντότητες αλληλοεπηρεάζονται, αλλά με γνώση των άσχημων συνεπειών. Ο Θεός έχει γνώση, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η λήψη της από τον άνθρωπο είναι λυτρωτική. Με βάση τα παραπάνω χωρίζουμε το χρόνο σε δύο υποχώρους. Ο πρώτος υποχώρος είναι αυτός στον οποίο οι δύο οντότητες συνυπάρχουν αλλά δεν αλληλοεπηρεάζονται. Αυτή η κατάσταση είναι τέλεια, γιατί ο άνθρωπος είναι τέλειος, εφόσον αντανακλά την τελειότητα του Δημιουργού. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει ο δεύτερος υποχώρος, όταν ο άνθρωπος παραλαμβάνει γνώση κι ακολουθεί μία άσχημη πορεία.


Όλα αυτά τ’ αναφέρουμε για το λόγο ότι στην προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε το Μυστικό Σχέδιο από την πλευρά του ανθρώπου, είμαστε υποχρεωμένοι να διερευνήσουμε το σύνολο των όσων προέκυψαν μετά τη λήψη της όποιας γνώσης. Αυτό που λαμβάνουμε υπόψη μας δεν είναι, ούτε η ποιότητα ούτε η ποσότητα της γνώσης που έχει στην κατοχή της η κάθε θρησκεία. Αυτό που μας ενδιαφέρει, είναι η λήψη γνώσης και μόνον. Ο άνθρωπος είναι ένα ον, που χαρακτηρίζεται ως κοινωνικό. Είναι ένα ον με ξεχωριστά χαρίσματα, τα οποία είναι αποτέλεσμα θεϊκής δωρεάς σε προσωπικό επίπεδο. Επίσης είναι ον που λειτουργεί μέσα σε κοινωνικά πλαίσια. Όταν ο άνθρωπος παίρνει γνώση από το Θεό, ευνόητο είναι ότι αλλάζει χαρακτηριστικά, εφόσον η γνώση αυτή τείνει να τον τελειοποιήσει. Η θεία ευφυΐα αυτό το φαινόμενο το μεταφέρει και στην κοινωνία του, ώστε η δωρεά ν’ αγγίζει όλους τους ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα να υπηρετεί και το Σχέδιο.


Αυτό γίνεται με το πέρασμα της δωρεάς από το προσωπικό επίπεδο στο αντίστοιχο κοινωνικό, όπου και γίνεται κοινή. Απ’ αυτήν την κοινή δωρεά ευνοούνται οι επόμενες γενιές στο σύνολό τους, επειδή ξεκινούν με μεγαλύτερη ποσότητα γνώσης. Ο προικισμένος άνθρωπος προσφέρει στον εαυτό του, αλλά προσφέρει και στην κοινωνία. Οι επόμενες γενιές θα έχουν κτήμα τους, αυτό που ένας ιδιαίτερα ικανός άνθρωπος πρόσφερε στον εαυτό του. Με την παραπάνω διαπίστωση, που είναι αναμφισβήτητη, βλέπουμε ότι: όπως ο άνθρωπος, ανεξάρτητα από ιδιαιτερότητες, έχει κοινούς στόχους κι επιθυμίες με τους υπόλοιπους, το ίδιο συμβαίνει και στις κοινωνίες. Οι ανθρώπινες κοινωνίες που βλέπουμε σήμερα ότι  αναπτύσσουν διαφορετικές φιλοσοφίες, θα πρέπει ν’ αντιμετωπιστούν ως οντότητες, που έχουν κοινούς στόχους αλλά τους προσεγγίζουν με διαφορετικό τρόπο, που είναι αποτέλεσμα διαφορετικής γνώσης. Με βάση αυτό είναι δυνατό να θεωρήσουμε ότι η χριστιανική κοινωνία διαφέρει, για παράδειγμα, από τη μωαμεθανική, όχι επειδή ο Θεός των χριστιανών δεν ταυτίζεται με τον Αλλάχ, αλλά, επειδή η γνώση που δίνει χαρακτηριστικά στην κοινωνία, προσεγγίζει τα προβλήματα του ανθρώπου με διαφορετικό τρόπο.


Χωρίς να εμβαθύνουμε ιδιαίτερα σ’ αυτό το σημείο, βλέπουμε ότι, αφού οι άνθρωποι και οι κοινωνίες έχουν όμοια χαρακτηριστικά, είναι δυνατό ν’ απομονώσουμε εκ νέου τις έννοιες, Θεός κι άνθρωπος, αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση τον άνθρωπο τον ακολουθεί και η κοινωνία του. Φτάνουμε σ’ ένα σημείο, όπου ο Θεός βρίσκεται σ’ ένα απόλυτα ξεχωριστό επίπεδο και δεν έχει καμία σημασία πώς ονομάζεται από τους πιστούς Του. Ένας Θεός που είναι ορατός απ’ όλους με τα ίδια απόλυτα χαρακτηριστικά, αλλά και ταυτόχρονα Δημιουργός πολλών και διαφορετικών θρησκειών, που με τη σειρά τους δημιουργούν πολλούς και διάφορους τύπους κοινωνιών.


Όλα αυτά έχουν μεγάλη σημασία, γιατί είναι απαραίτητο να γίνει κατανοητό ότι, ανεξάρτητα από τη θρησκεία, ο άνθρωπος βλέπει το Θεό πάντα με τα ίδια γενικά χαρακτηριστικά. Ο Θεός είναι Τέλειος, Πανάγαθος, Παντοδύναμος και Δημιουργός των πάντων στο μυαλό του κάθε ανθρώπου, άσχετα αν αυτός είναι χριστιανός, μωαμεθανός, σιντοϊστής ή οτιδήποτε άλλο. Όλα αυτά αφορούν το γενικό επίπεδο κι είναι κοινά για όλους. Τι γνωρίζει όμως ο Ιουδαίος, που πιστεύει στο Γιαχβέ και γιατί διαφέρει από το μωαμεθανό, που πιστεύει στον Αλλάχ;


Σ’ άλλο σημείο αναφέραμε ότι η γνώση για το Θεό δεν έχει απόλυτη σχέση με την ποιότητα και την ποσότητά της σ’ ό,τι αφορά το βασικό επίπεδο που χαρακτηρίσαμε ως γενικό. Για να υφίσταται αυτό το επίπεδο, απαιτείται μόνον κάποια γνώση —έστω και σχετική— και βασίζεται απόλυτα στα χαρακτηριστικά του ανθρώπου, που από τη φύση του αναζητά το Θεό. Οι θρησκείες, σ’ αυτό το επίπεδο, δεν παίζουν κανένα ρόλο κι αυτό γιατί στηρίζονται σε γνώση που έχει δοθεί σ’ αυτές από το Θεό κι εκμεταλλεύονται χαρακτηριστικά, που έχουν δοθεί στον άνθρωπο, επίσης από το Θεό. Η θρησκεία με λίγα λόγια δεν ανακάλυψε το Θεό κι ούτε έδωσε χαρακτηριστικά, που σχετίζονται με την τάση για πίστη, στον άνθρωπο.


Αφήνουμε αυτό το γενικό επίπεδο, που είναι κοινό για όλους κι εντοπίζουμε ένα νέο επίπεδο που εξαρτάται άμεσα από τη γνώση. Σ’ αυτό το επίπεδο, που δεν είναι κοινό για το σύνολο των ανθρώπων, παρά μόνο για το σύνολο των πιστών κάθε θρησκείας, πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει και η ποιότητα και η ποσότητα της γνώσης. Ο Θεός δεν έχει πλέον τα γενικά χαρακτηριστικά, που είναι κοινά για όλους, αλλά έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία αναγνωρίζει μόνον αυτός που έχει ειδική γνώση. Σ’ αυτό το σημείο εμφανίζονται οι διαφορές μεταξύ των θρησκειών. Ο Ιουδαίος λατρεύει το Θεό ως άνθρωπος, αλλά τα χαρακτηριστικά του Θεού του, που είναι χαρακτηριστικά κυρίου, τον διαφοροποιούν από τους υπόλοιπους. Ο Ιουδαίος σύμφωνα μ’ αυτήν τη λογική είναι Ιουδαίος, όχι επειδή λατρεύει κάποιον άλλο Θεό σε σχέση με τους υπόλοιπους αλλά, επειδή έχει γνώση για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Θεού, που είναι αυτά του κυρίου.


Σ’ αυτό το σημείο βλέπουμε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να έχουμε υπόψη μας τη γνώση κάθε θρησκείας, εφόσον τα ιδιαίτερα λειτουργικά χαρακτηριστικά του Θεού, που υποστηρίζει η κάθε μία απ’ αυτές, είναι εντελώς διαφορετικά απ’ αυτά των άλλων. Ενώ στο πρώτο επίπεδο ο Θεός είναι Ένας και δεν υπάρχει η παραμικρή διαφορά, σ’ αυτό το επίπεδο έχει τεράστια σημασία τ’ όνομά Του. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ποιον Θεό λατρεύει ο κάθε άνθρωπος, αφού ο Γιαχβέ είναι εντελώς διαφορετικός από τον Αλλάχ ή το Χριστό. Βλέπουμε λοιπόν ότι η δωρεά γνώσης κατά πρώτον: δημιουργεί το πρώτο επίπεδο, διαχωρίζοντας το Θεό από τον άνθρωπο, ενώ κατά δεύτερον: αποδίδει χαρακτηριστικά στο Θεό. Ενώ ο Θεός είναι Ένας, ο Γιαχβέ δεν ταυτίζεται με τον Αλλάχ. Εξαιτίας της γνώσης ο Γιαχβέ είναι Κύριος και θυσιάζει τον Υιό Του κι εξαιτίας πάλι της γνώσης ο Αλλάχ γνωστοποιεί της βουλές Του, μέσω του Προφήτη.


Ενώ ο Θεός είναι ένας, είναι ταυτόχρονα και πολλοί. Η έννοια του ονόματος του Θεού, έχει πλέον τεράστια σημασία και δε συνδέεται σε καμία περίπτωση με τις γλώσσες των ανθρώπων. Οι μωαμεθανοί λατρεύουν τον Αλλάχ, όχι επειδή στη γλώσσα τους δεν υπάρχει η λέξη “Θεός”, αλλά γιατί ο Θεός τους είναι ο Αλλάχ.  Ο Θεός αποκαλύπτει τ’ όνομά Του και δεν το ανακαλύπτουν οι άνθρωποι. Όπως έδωσε ο Θεός στους Έλληνες τ’ όνομα “Δίας”, έτσι μπορούσε να δώσει τ’ όνομα “Αλλάχ”. Ο Θεός αυτήν την αποκάλυψη την κάνει, γιατί, έχοντας γνώση του Σχεδίου, δίνει διαφορετική γνώση, ώστε να δημιουργηθεί διαφορετικός τύπος ανθρώπου, δηλαδή κοινωνίας, κι έτσι να εξελιχθεί το Σχέδιο. Ο άνθρωπος εξαρτάται άμεσα πλέον από το Θεό που λατρεύει. Ο μωαμεθανός λατρεύει τον πραγματικό Θεό και πρέπει ν’ αναζητά τη Θέωση στο λόγο του Προφήτη. Ο χριστιανός επίσης λατρεύει τον πραγματικό Θεό, αλλά είναι αναγκαίο η αναζήτησή του να στρέφεται αποκλειστικά στο Λόγο του Χριστού. Ο χριστιανός που στρέφεται προς το λόγο του Προφήτη, βρίσκεται μακριά από την υπόθεση Θέωση.


Αυτά συμβαίνουν γιατί ο Θεός δημιουργεί την επιθυμητή κοινωνία, μέσω της γνώσης και τον τύπο του ανθρώπου που αυτή παράγει. Ο Θεός δίνει την κατάλληλη γνώση στον κατάλληλο χώρο και στους κατάλληλους ανθρώπους. Τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των κοινωνιών, και κατά συνέπεια των ανθρώπων, απαιτούν διαφορετική γνώση κι επομένως αποκτά σημαντικό νόημα η ύπαρξη του Υιού, αλλά και του Προφήτη. Ο άνθρωπος που γεννιέται στην κοινωνία του Αλλάχ, ελέγχεται για την πίστη ή την απιστία του με βάση το λόγο του Προφήτη και σε καμία περίπτωση με βάση το Λόγο του Χριστού. Ο μωαμεθανός σε καμία περίπτωση δεν αποκτά χαρακτηριστικά απίστου, αν αγνοεί ή ακόμα κι αν μισεί τον Υιό του Θεού. Απλά, επειδή ο άνθρωπος έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, καμία γνώση δεν αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα. Αν ένας μωαμεθανός μισεί το Χριστό, αυτό σημαίνει ότι μισεί τους χριστιανούς, επομένως τους ανθρώπους. Δεν είναι άπιστος, επειδή μισεί το Χριστό, αλλά είναι άπιστος απέναντι στον Αλλάχ, επειδή ακριβώς κάτι δεν πάει καλά, που αναπτύχθηκε το μίσος μέσα του. Το ίδιο συμβαίνει και μ’ όλους τους ανθρώπους, όλων των θρησκειών. Η κάθε θρησκεία αποτελεί μία κοινότητα ξεχωριστή κι ο άνθρωπος πρέπει να εκμεταλλευτεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη γνώση της θρησκείας του. Αν ο βουδιστής γεννηθεί και ζει σε μία κοινωνία βουδιστών, η γνώση του Βούδα είναι ασφαλής. Αν ο βουδιστής διατηρεί την πίστη στο Βούδα και ζει σε μία χριστιανική κοινωνία, αναζητώντας τη βοήθεια και του Χριστού, είναι αδύνατο να μην παγιδευτεί. Είναι αδύνατο να μη γίνει άπιστος απέναντι στο Θεό του, εφόσον καταστρέφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Πώς είναι δυνατό να βοηθήσει αυτός ο άνθρωπος τα παιδιά του, όταν αυτά γεννιούνται και ζουν σε μία κοινωνία στην οποία η γνώση του πατέρα είναι ακατάλληλη;


Εξαιτίας αυτών των προβληματισμών φτάνουμε σε μία κατάσταση στην οποία τα δεδομένα είναι κοινά με το πρώτο επίπεδο, αλλά εξαιτίας της διαφοράς της γνώσης υπάρχουν ιδιαιτερότητες. Υπάρχει ο Θεός, ο άνθρωπος και η δωρεά του Θεού, αλλά σ’ αυτό το σημείο παίρνουν τα πάντα συγκεκριμένο όνομα. Στη θέση του Θεού υπάρχει ο Γιαχβέ, ο Χριστός, ο Αλλάχ,  ενώ στη θέση των ανθρώπων αντίστοιχα, οι Ιουδαίοι, οι χριστιανοί, μωαμεθανοί. Εξαιτίας της γνώσης και άρα της θρησκείας, από το γενικό πάμε στο ειδικό κι από την πανανθρώπινη κοινωνία στην κάθε κοινωνία, που δημιουργείται από την αντίστοιχη θρησκεία.


Όλη αυτήν την πορεία του προβληματισμού την κάναμε για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι απαιτείται να βρεθεί ένας κοινός τόπος, σ’ ό,τι αφορά τους ανθρώπους και το Θεό Πατέρα, ώστε να γίνει κατ’ αρχήν αποδεκτό ότι είναι δυνατό να υπάρξει μία γενική και πανανθρώπινη λύση. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι, εντοπίζοντας τα δεδομένα που μας χρειάζονται, είναι δυνατό να προσεγγίσουμε τις κοινωνίες αναζητώντας τη λύση, χωρίς να χρησιμοποιούμε υποκειμενικά κριτήρια, που είναι δυνατό να οδηγήσουν στην παρεξήγηση. Αυτό σημαίνει ότι, σεβόμενοι την πίστη του ανθρώπου προς το Θεό, πρέπει να εντοπίσουμε τον τύπο κοινωνίας, της οποίας η λύση των προβλημάτων να είναι ταυτόχρονα και παγκόσμια λύση.


Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να εντοπιστεί η πιο σύνθετη κοινωνία από πλευράς προβλημάτων, ώστε οι λύσεις να καλύπτουν το σύνολο των υπολοίπων. Είναι εντελώς διαφορετικό να επιλέξουμε τη χριστιανική κοινωνία με βάση τη συνθετότητα των προβλημάτων της, από το να την επιλέξουμε με βάση την ιδιότητα του Χριστού ως Υιού. Υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο που δε δέχονται το Χριστό κατά τρόπο όμοιο με τους χριστιανούς κι επομένως είναι αυθαίρετο ν’ αναζητήσουμε τη λύση στο Λόγο Του. Αν όμως εμείς αποδείξουμε ότι η χριστιανική κοινωνία είναι η πιο σύνθετη με βάση γενικά αποδεκτά κριτήρια, είναι αδύνατο ν’ αγνοηθεί ο Λόγος του Ιδρυτή της. Είτε πιστεύει ο μωαμεθανός στο Χριστό είτε όχι, η Λύτρωση των χριστιανών τον αφορά. Αν λυτρωθούν οι χριστιανοί εξαιτίας αυτού που  θεωρούν Υιό, όλοι οι υπόλοιποι, εφόσον θα γευθούν τη Λύτρωση, θ’ αναγνωρίζουν κι Αυτόν, που είναι υπεύθυνος γι’ αυτό. Ο Αλλάχ έχει  το Μωάμεθ Προφήτη, όμως εδώ κι αιώνες τα προβλήματα των μωαμεθανών όχι μόνο δε λύνονται, αλλά τείνουν να γίνουν πιο σύνθετα. Αν ο Χριστός λυτρώσει τους μωαμεθανούς, είναι αδύνατο να μην ταυτιστεί είτε με τον Αλλάχ είτε με τον άγνωστο Υιό Του.


Η απόδειξη για το ποια είναι η συνθετότερη των κοινωνιών είναι ό,τι πιο απλό υπάρχει. Εφόσον για όλους υπάρχει το δεδομένο ότι υπάρχει Θεός κι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, η κοινωνία του είναι δυνατό να επηρεάζεται από δύο παράγοντες: είτε από το Θεό είτε από τους ανθρώπους είτε και από τους δύο. Τα όρια είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος και η ενδιάμεση κατάσταση, που είναι η συνθετότερη, έχει σχέση με τη δημοκρατία που αναπτύσσεται στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων που έχουν κοινή πίστη. Οι ανθρώπινες κοινωνίες λειτουργούν είτε με βάση το Λόγο του Θεού, μ’ εντολές που μεταφέρονται μέσω δούλων του Θεού, είτε εντελώς δημοκρατικά, αγνοώντας οριακά  ακόμα και το Λόγο του Θεού. Η δημοκρατία στην περίπτωση αυτή κρίνεται, όχι για τα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα, αλλά για τη δυνατότητα παρέμβασης του ανθρώπινου παράγοντα. Δημοκρατία είναι ν’ αποφασίσουν οι άνθρωποι να φέρονται ως Θεοί και δημοκρατία είναι επίσης ν’ αποφασίσουν οι ίδιοι να φέρονται σαν ζώα.


Βλέπουμε ότι ο καθοριστικός παράγοντας, που γεννά την πολυπλοκότητα, είναι η ίδια η δημοκρατία κι αυτήν αναζητούμε. Από την εποχή του αμαρτήματος, όταν ο άνθρωπος πρωτοπήρε γνώση, η λειτουργία της κοινωνίας στηρίζεται στις εντολές που δόθηκαν σ’ εκλεκτούς. Από την κοινωνία της Βαβυλώνας μέχρι το βασικό χριστιανικό κορμό δεν υπάρχει διαφορά στα λειτουργικά χαρακτηριστικά της  κοινωνίας. Σ’ αυτό το σημείο δεν κρίνεται ούτε η ποιότητα της γνώσης ούτε η ποιότητα των δούλων. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι, που μεταφέρουν εντολές  κι υποδεικνύουν στον άνθρωπο πώς πρέπει να ζήσει. Αυτός ο τύπος κοινωνίας αγγίζει τα όρια, είτε θετικά είτε αρνητικά, κι εξαρτάται από τις παραπάνω ποιότητες, έχοντας όμως πάντα τα ίδια λειτουργικά χαρακτηριστικά. Είτε τις εντολές τις δίνει ένας τρισάθλιος δούλος είτε ο Ίδιος ο Θεός, ο τύπος της κοινωνίας δεν αλλάζει. Το σύνολο των θρησκειών που υπάρχει στον κόσμο αυτήν τη στιγμή, δημιουργεί κοινωνίες αυτού του τύπου και η μόνη εξαίρεση, που είναι κι αυτή που μας ενδιαφέρει, είναι ο χριστιανισμός.


Ο χριστιανισμός είναι η μοναδική θρησκεία στον κόσμο, στην οποία η δημοκρατία κι επομένως ο ανθρώπινος παράγοντας έχει δυνατότητες παρέμβασης. Χριστιανός είναι ο θρησκόληπτος, που τρέχει στις εκκλησίες, όπως χριστιανός είναι κι ο φιλόσοφος που έχει τη δική του άποψη για τη ζωή. Η διαφορά αυτή παρουσιάζεται στο χριστιανισμό εξαιτίας δύο  παραγόντων: ο πρώτος είναι ότι ο χριστιανισμός εδραιώθηκε σε χώρους, όπου γνώριζαν τη δημοκρατία κι ο δεύτερος είναι η τρομερή δύναμη του Λόγου του Χριστού. Ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος κι αυτό σημαίνει ότι έχει τις δυνατότητες να κινείται και στα δύο επίπεδα. Λειτουργεί ως Θεός, εφόσον δίνει εντολές σε δούλους, αλλά λειτουργεί κι ως άνθρωπος, εφόσον δίνει γνώση. Η δημοκρατία δεν είναι δυνατό ν’ απειλήσει το Λόγο του Χριστού, γιατί η ίδια στρέφεται γύρω από τον άνθρωπο, κι ο Χριστός υπήρξε άνθρωπος. Η πολυπλοκότητα που αναζητούσαμε, αποκαλύπτει σ’ αυτό το σημείο τη σπουδαιότητά της.


Δεν είναι δυνατό δίνοντας κάποιος λύση στην ισλαμική κοινωνία, να δώσει ταυτόχρονα και στην πανανθρώπινη. Το Ισλάμ έχει ένα μοντέλο ζωής, που είναι το προτεινόμενο από τον Προφήτη. Ο οποιοσδήποτε παρεμβαίνει σ’ αυτό το σημείο, είναι κατ’ αρχήν άπιστος και κατά συνέπεια αποβάλλεται. Το Ισλάμ και η δημοκρατία είναι έννοιες, που αδυνατούν να συνυπάρξουν. Ο άνθρωπος μέσα σ’ αυτήν την κοινωνία είτε ακολουθεί τον Προφήτη είτε όχι. Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο το σύνολο των μεγάλων κοσμοθεωριών προέρχεται από το χώρο του χριστιανισμού. Οι χριστιανοί δεν είναι πιο έξυπνοι από τους υπόλοιπους, ώστε να εξηγείται μ’ αυτόν τον τρόπο το φαινόμενο. Οι χριστιανοί έχουν κάτω απ’ ορισμένες συνθήκες τη δυνατότητα να σκέφτονται πιο ελεύθερα και να μη χάνουν την ιδιότητά τους. Ακόμα κι ο άθεος είναι δυνατό ν’ ακολουθεί το Χριστό. Εξαιτίας της διπλής ιδιότητας του Χριστού ένας άθεος είναι δυνατό να Τον απαλλάξει από τα στοιχεία που Τον συνδέουν με το Θεό και να Τον ακολουθεί σαν ένα χαρισματικό φιλόσοφο. Η λύση στα προβλήματα των χριστιανών είναι η πιο δύσκολη, γιατί θα πρέπει να ικανοποιούνται οι άπειρες ανθρώπινες ανησυχίες, που εκφράζονται με τη μορφή θεωριών, αλλά ταυτόχρονα η ίδια η λύση να σέβεται και την πίστη των ανθρώπων σ’ ό,τι αφορά το Θεό. Το Θεό ο άνθρωπος είτε το σέβεται είτε όχι. Δεν υπάρχει σεβασμός απέναντι στο Θεό, όταν δε σέβεται κάποιος την πίστη του άλλου.


Με δεδομένο αυτόν το σεβασμό απέναντι στο  Θεό, βλέπουμε ότι, προσπαθώντας να καλύψουμε τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλάζουν κατά πολύ τα δεδομένα. Στη νέα κατάσταση υπάρχει ο Θεός κι ένας τεράστιος αριθμός υποσυνόλων, που υποστηρίζουν κάποιο συγκεκριμένο  μοντέλο. Υπάρχει ο Θεός, οι χριστιανοί, οι μωαμεθανοί, οι βουδιστές, οι σιντοϊστές αλλά κι οι κομμουνιστές, οι σοσιαλιστές, οι υλιστές ακόμα κι ένας άνθρωπος μόνος του, που διατηρεί μία ιδιόμορφη άποψη για τη ζωή. Η ανάγκη να επιλέξουμε το χριστιανισμό βλέπουμε ότι είναι τεράστιας σημασίας, αφού αν καλυφτούν τα προβλήματά του, καλύπτονται τα πάντα.


Ένας άλλος σημαντικός λόγος για τον οποίο  θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τη μελέτη της κοινωνίας και όχι του μυστηρίου —εφόσον επιλέξουμε ως μοντέλο μελέτης τη χριστιανική κοινωνία— είναι ο τρόπος έκφρασης του Ιδρυτή της. Ο Χριστός λέει, για παράδειγμα, ότι η γενιά των συγχρόνων Του, αλλά κι αυτή που εξακολουθεί ώσπου να δοθεί το θαύμα, είναι “γενεά μοιχαλίς”. Στην Αποκάλυψη αναφέρεται μία “πόρνη”. Όλες αυτές οι έννοιες μπορούν μέσω των αριθμών να προσδιοριστούν, αλλά είναι αδύνατο ν’ αποκαλύψουν τη φύση τους. Τι θα πει πόρνη; Είναι μία συγκεκριμένη γυναίκα που κοιμάται με τους άθλιους; Όλα αυτά είναι δυνατό να γίνουν κατανοητά μόνον, αν βρούμε τις αναλογίες, που υπάρχουν μεταξύ του ανθρώπου και της κοινωνίας του..  αν βρούμε μηχανισμούς, που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία και μοιάζουν με τη γυναίκα για την οποία έγινε λόγος παραπάνω και διαπιστώσουμε το φαινόμενο της πορνείας.


Όλα αυτά όμως για να γίνουν, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τον παράγοντα άνθρωπο και μετά μέσω των αναλογιών ν’ αλλάξουμε επίπεδο. Θα πρέπει να βρούμε πότε και γιατί μία γυναίκα είναι πόρνη και ν’ ανιχνεύσουμε τη συμπεριφορά της σε μηχανισμούς που επηρεάζουν ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Είναι απαραίτητο να μπούμε πρώτα στην κοινωνία των ανθρώπων, ν’ αντιληφθούμε πώς αυτή λειτουργεί και να ελέγξουμε το σύνολο των μηχανισμών που επηρεάζουν την πορεία της, με βάση τη γνώση μας για τον άνθρωπο και για τη φύση του.


Για να συμβούν όλα αυτά, θα πρέπει να ταξιδέψουμε στο χρόνο και να βρεθούμε στο χώρο, όπου ο χριστιανισμός γεννήθηκε κατά τη στιγμή που αυτό συνέβη. Πότε γεννήθηκε ο χριστιανισμός; Όταν γεννήθηκε ο Χριστός; Όταν σταυρώθηκε ή σε κάποια άλλη στιγμή; Για να γίνει βέβαια αυτό αντιληπτό, απαιτείται ιδιαίτερη γνώση και θα το εξετάσουμε σ’ άλλο σημείο. Εδώ μας αρκεί ότι η ιουδαϊκή κοινωνία είναι μία κλειστή κοινωνία, που στηρίζει τη δομή της σε μία συγκεκριμένη γνώση. Ο Χριστός γεννήθηκε Ιουδαίος μέσα στην ιουδαϊκή  κοινωνία κι είχε τη γνώση να γίνει Μεσσίας των Ιουδαίων. Η γέννησή Του είναι καθαρά ιουδαϊκού ενδιαφέροντος και δεν αφορά τον περίγυρο. Ο Χριστός δεν λειτούργησε σαν Μεσσίας ακολουθώντας κάποια ειδική στρατηγική κι αφέθηκε να εξοντωθεί από Ιουδαίους, εξαιτίας των εξουσιών που προκύπτουν από τη θρησκεία τους. Ο υπόλοιπος κόσμος επηρεάζεται μόνον εξαιτίας μίας ιδιόμορφης ενέργειας του Χριστού. Ο Ιουδαίος Χριστός απειλεί τη σκληρή ιουδαϊκή κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα δίνει δικαιώματα σε Ιουδαίους. Οι Ιουδαίοι είναι αυτοί που Τον απειλούν, αλλά οι Ιουδαίοι είναι κι αυτοί που σκέφτονται πώς να διαχειριστούν το κεφάλαιό Του.


Ο χριστιανισμός γεννιέται, όταν ο Χριστός  παραδίδεται στην εξουσία και τα πάντα παραδίδονται σε Ιουδαίους. Η Σταύρωση του Χριστού αποτελεί την ύστατη στιγμή της πορείας Του, αλλά δεν είναι η γενεσιουργός αιτία του χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός δημιουργήθηκε κατά το Μυστικό Δείπνο, ενώ η Σταύρωση δίνει μόνιμα χαρακτηριστικά σ’ αυτά που ο Χριστός δημιούργησε, κατά τη διάρκεια της ζωής Του. Απέκοψε ένα μέρος της ιουδαϊκής κοινωνίας από τον κύριο κορμό της και το έκανε τη βάση του χριστιανικού κόσμου. Αυτή η βάση δίνει τα ιουδαϊκά χαρακτηριστικά στο χριστιανισμό και με τον εντοπισμό της είναι δυνατό ν’ ανακαλύψουμε τα πραγματικά θεμέλια μίας σκληρής κοινωνίας, που είναι υπεύθυνη για το Μεσαίωνα, αλλά και για τα σύγχρονα προβλήματα, που φαντάζουν πολυσύνθετα κι ανυπέρβλητα.


Αν αντιληφθεί ο αναγνώστης τον ιουδαϊσμό,  που στηρίζει το χριστιανισμό, είναι δυνατό να καταλάβει και να εκτιμήσει το Λόγο του Χριστού. Η δημοκρατία προστατεύει το σύνολο του συστήματος, γιατί λειτουργεί ως αποσβεστήρας. Αν επιχειρήσει κάποιος να επιτεθεί εναντίον του συστήματος σ’ οποιοδήποτε σημείο εκτός από τα θεμέλια, πέφτει στην παγίδα του. Το σύστημα κινδυνεύει μόνο με τη συντριβή των ιουδαϊκών θεμελίων του κι αυτό είναι δυνατό μόνο μέσω του Λόγου του Χριστού. Βλέπουμε ότι είναι απαραίτητο να διακρίνουμε πρώτα τα θεμέλια κι από εκείνο το σημείο κι έπειτα ν’ αντιληφθούμε πώς αυτό λειτουργεί, ώστε από μία απλή και σκληρή βάση, να έχουμε ως αποτέλεσμα την ελαστική κορυφή της ψευδοδημοκρατίας.


Η ιουδαϊκή κοινωνία είναι τύπου Βαβυλώνας κι όμοιά της είναι η βάση του χριστιανικού κόσμου. Αν αντιληφθούμε, γιατί οι Ιουδαίοι έτρεμαν το Λόγο του Χριστού, θ’ αντιληφθούμε πού υπάρχει κίνδυνος και ποιοι είναι αυτοί που θίγονται άμεσα σήμερα, σε ενδεχόμενη επαναδιατύπωση του Λόγου του Χριστού. Ο Χριστός εκτέλεσε τις εντολές του Πατέρα Του, αλλά άφησε κι ως γνώση ότι: (Ματθ. 26.24) "Ο  μεν Υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού... ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω δι' ου ο Υιός του ανθρώπου παραδίδοται.. καλόν ην αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος." (Καί ο μέν Υιός τού ανθρώπου πηγαίνει καθώς είναι γραμμένον δι' αυτόν, αλλοίμονον όμως εις τόν άνθρωπον εκείνον, διά τού οποίου ο Υιός τού ανθρώπου παραδίδεται. Θα ήτο καλύτερα διά τόν άνθρωπον εκείνον εάν δέν είχε γεννηθή.) . Αυτές οι σκέψεις στροβιλίζονταν στο μυαλό του Χριστού τη στιγμή που παραδόθηκε στην εξουσία και θα δούμε ποιοι ήταν αυτοί, που μετάνιωσαν την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκαν. Η κοινωνία τύπου Βαβυλώνας στο μεταξύ ωρύεται: “σταύρωσον Αυτόν” έκραζαν από κάτω οι κλέφτες, οι μοιχοί κι οι πόρνοι. Ένας ολόκληρος λαός μετατράπηκε σε όχλο. Έτρεχαν ανάμεσά τους οι άθλιοι και φώναζαν για να τους παρασύρουν. Ο πιο όμορφος άνθρωπος που πάτησε το πόδι Του στη Γη, άφωνος, χωρίς αντίσταση, επιτρέπει στους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους, να παρασύρουν το λαό σ’ αυτό για το οποίο είχε προετοιμαστεί. (Ματθ. 27.25) "πας ο λαός είπε.. το αίμα αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών." (Καί όλος ο λαός απεκρίθη, "Τό αίμα του άς βαρύνει εμάς καί τά παιδιά μας".).

Back to content | Back to main menu