Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Όμως ο λυτρωτικός Λόγος του Χριστού, που απευθύνεται στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, έχει το μειονέκτημα για την εκκλησία ότι κάποιος άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερη σοφία, αλλά με γνώση μόνον της γλώσσας με την οποία είναι γραμμένος, μπορεί να κρίνει τις πρακτικές της. Όταν κρίνονται αυτές οι πρακτικές, που αφορούν τις εξουσίες της, τότε απαιτούνται τα πνευματικά δικαιώματα και το αλάθητο. Η εκκλησία έστειλε στο θάνατο πολλούς ανθρώπους, που την απείλησαν και μισεί τον κάθε άνθρωπο, που την αμφισβητεί ακόμα και με τη στάση του απέναντι στη ζωή.

Ο Χριστός έχει γνώση των όσων πρόκειται να συμβούν και γι
αυτόν το λόγο προσπαθεί να προστατεύσει τους ανθρώπους. Όταν μιλά για τους υποκριτές, δεν προτείνει ούτε επανάσταση ούτε αγώνα. Προτείνει απλά αποφυγή της σύγκρουσης. Η εκκλησία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επιτεθεί άμεσα σε κάποιον, που δεν ακολουθεί τους κανόνες της. Η επίθεση γίνεται μόνον, αν κάποιος, που δεν πιστεύει στις πρακτικές της, επιχειρεί να παρασύρει και τους άλλους. (Ματθαίον 23.3) "πάντα ουν όσα εάν είπωσιν υμίν τηρείν, τηρείτε και ποιείτε, κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε." (Όλα λοιπόν όσα σάς πούν νά τηρήσετε, τηρήσατέ τα, αλλά μή κάνετε σύμφωνα μέ τά έργα τους.). Ο Χριστός επιτίθεται εναντίον των υποκριτών, γιατί βαδίζει προς τη Θυσία, που είναι μέρος της αποστολής Του. Όμως δε θέλει σε καμία περίπτωση και κανένας να θυσιαστεί εξαιτίας Του.

Ο άνθρωπος που έζησε μέσα στην κοινωνία, που ελέγχεται από την εκκλησία, έπρεπε σε κάθε περίπτωση να μην την πολεμά, εφόσον είχε τη δυνατότητα να τον εξοντώσει. Όταν η εκκλησία έχει τη δυνατότητα, στην κυριολεξία να εξοντώσει τον καθένα, που την πολεμά, αυτονόητο είναι ότι το αλάθητο και τ
 απόλυτα δικαιώματα αφορούν τις λειτουργίες της. Ένας ιερέας σε κάθε περίπτωση είναι άνθρωπος κι αυτό σημαίνει ότι έχει άποψη. Όμως ο ιερέας έχει κι επιπλέον γνώση, γιατί γνωρίζει δύο πολύ βασικά πράγματα: πρώτον, το Λόγο του Χριστού και δεύτερον, την εσωτερική εικόνα της διαφθοράς και της αθλιότητας της εκκλησίας. Αυτόν τον άνθρωπο έχει ως στόχο το αλάθητο. Οι άνθρωποι της κορυφής της εκκλησίας δεν μπορούν να έχουν διαφορετική άποψη απ αυτήν των Πέτρου  και Παύλου, γιατί συγκεντρώνουν το σύνολο  της εξουσίας κι αυτό τους ευνοεί. Όταν όμως κάποιος χαμηλόβαθμος απειλεί με την άποψη του την ιεραρχία, απειλεί την κορυφή της και το αλάθητο είναι η άμυνα της.

Εκατομμύρια άνθρωποι έζησαν και πέθαναν μέσα σε πάθη, που οδήγησαν την ανθρωπότητα σε πολέμους και καταστροφές, υπηρετώντας τις διάφορες εκκλησίες και τις δήθεν απόψεις τους για το Θεό. Οι ορθόδοξοι θεωρούν τους καθολικούς υπεύθυνους για τα άσχημα χαρακτηριστικά της κοινωνίας και συμβαίνει  και το αντίθετο. Ποιος όμως έχει δίκιο; Οι μεν ή οι δε; Κανένας απολύτως. Όλοι είναι θύματα ανθρώπων, που διψούν και θυσιάζονται για να πάρουν μία εξουσία και μία εφήμερη δόξα. Άνθρωποι που είναι έτοιμοι να σκοτώσουν τον καθένα, που απειλεί αυτήν την άθλια και μίζερη εξουσία τους
.

Η εκκλησία πήρε την τελική κι απάνθρωπη μορφή που γνωρίζουν οι άνθρωποι σήμερα, μετά το πέρας της αποτύπωσης του λόγου των πατέρων της. Από τη στιγμή που τελείωσαν εκείνοι το έργο τους, η εκκλησία έκλεισε για πάντα τις πόρτες της προς τη φιλοσοφία και τους ανθρώπους της. Οι πρώτοι και τελευταίοι φιλόσοφοι που γνώρισε η εκκλησία, ήταν αυτοί οι πατέρες και η αλληλοεκμετάλλευσή τους οδήγησε στη σημερινή κατάσταση. Η εκκλησία, όσο αυτοί ζούσανε, τους έδωσε εξουσία κι αυτοί ανταπέδωσαν με μία υποτυπώδη φιλοσοφική ανάλυση του ρόλου και της εξουσίας της σε σχέση με τον Υιό, το Χριστό. Σ  εκείνο ακριβώς το σημείο έφτασε η εκκλησία στο μέγιστο ύψος της συνεργασίας της με τη φιλοσοφία. Από εκείνο το σημείο κι ύστερα, οι φιλόσοφοι μόνον κακό θα μπορούσαν να της κάνουν και κατ αυτόν τον τρόπο τους χαρακτήρισε ως εχθρούς της.

Οι άθλιοι αυτοκράτορες της τότε Κωνσταντινούπολης υιοθέτησαν τη χριστιανική πίστη εκ του πονηρού. Μετέφεραν την άποψη τους, όσο απάνθρωπη κι εγκληματική κι αν ήταν, μέσω ενός τέλειου συστήματος, όπως ήταν αυτό της εκκλησίας. Αυτή η δυνατότητα της εκκλησίας την έκανε και την κάνει απαραίτητη ακόμα και σήμερα. Για να έχουν όμως αυτήν τη δυνατότητα, έπρεπε να την προστατεύσουν κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με την απόκρυψη της γνώσης από τα μάτια των ανθρώπων. Οι φιλόσοφοι που υπήρχαν κι ήταν σύγχρονοι των πατέρων, αδιαφορούσαν για τους χριστιανούς, εφόσον κινούνταν σ
άλλους χώρους. Αυτό που έπρεπε να γίνει, ήταν η κατάργηση όλων των συνθηκών μέσα στις οποίες γεννιέται η φιλοσοφία. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον έλεγχο της γνώσης και την κατευθυνόμενη παιδεία. Από εκείνο το σημείο και πέρα οι αυτοκράτορες έδωσαν την απόλυτη εξουσία του πνεύματος στην εκκλησία, που οδηγούσε στο Μεσαίωνα. Όμως ακόμα και σ αυτήν την περίπτωση υπήρχε κίνδυνος, γιατί για να λειτουργήσει η εκκλησία ως πνευματική ηγεσία, ήταν αναγκαίο να παραδίδει γνώση τουλάχιστον στους ανθρώπους της.  Το πρόβλημα που είχε ν αντιμετωπίσει, ήταν ότι ανάμεσα σ αυτούς που αναγκαστικά προετοίμαζε από τη νεότητα τους, θα υπήρχαν σίγουρα κι ανήσυχα πνεύματα, που όπως θα δούμε κάτω από ορισμένες συνθήκες θα την απειλούσαν.

Ο άνθρωπος πλάστηκε, όπως περιγράφει ο Χριστός, από το Δημιουργό να ζει δύο φάσεις στη ζωή του. Η πρώτη είναι μέσα στη δομή της οικογένειας του και η δεύτερη μέσα στη δομή της γυναίκας του. Δεν υπάρχει καμία άλλη κατάσταση, που να έχει προβλεφθεί από το Θεό και να οδηγεί στη Θέωση. Όταν η εκκλησία παίρνει ένα νέο και του δίνει γνώση, φοβάται ότι αυτήν τη γνώση ίσως κάποτε τη χρησιμοποιήσει εναντίον της, όταν μπει στη δομή της γυναίκας του, γνωρίσει τον έρωτα και συνεπώς τη Θέωση. Αυτός ο νέος άνθρωπος που έχει και την επιπλέον γνώση της κατάστασης, που επικρατεί μέσα στην εκκλησία, είναι επικίνδυνος από την άποψη της πειθαρχίας, εφόσον ο ερωτευμένος δεν μπαίνει σε καλούπια, αλλά και λόγω της δυνατότητας του να επηρεάσει το περιβάλλον του αρνητικά προς την εκκλησία. Αυτό το δυσεπίλυτο πρόβλημα η εκκλησία το έλυσε με τον πιο άθλιο κι απάνθρωπο τρόπο, που είναι η καθιέρωση της υποχρεωτικής αγαμίας και η σύνδεσή της με όρκο. Μ
αυτό το μέτρο η εκκλησία κατορθώνει τα σημαντικά αποτελέσματα που ακολουθούν: το πρώτο και κυριότερο είναι ότι απωθεί απ  αυτή το σύνολο των υγιών ανθρώπων, που βρίσκονται στη νεότητα τους και ως νεαροί έχουν τη δυνατότητα ν απολαύσουν την Αιώνιο Ζωή. Το δεύτερο είναι ότι συνδέοντας την αγαμία με όρκο κατορθώνει κι αυτούς που την εγκαταλείπουν να τους παρουσιάζει ως επίορκους κι ως αντίχριστους στα μάτια του κόσμου.

Όταν ισχύουν αυτά, που απαιτούν σοβαρές αποφάσεις, που αφορούν τη ζωή στο σύνολο της, η εκκλησία κατορθώνει και μαζεύει μέσα από την κοινωνία το σύνολο των χειρότερων ανθρώπων. Ο οποιοσδήποτε άθλιος έχει θέση σ
αυτή. Κλέφτες, ψεύτες, μοιχοί, πόρνοι,  διεστραμμένοι, κομπλεξικοί είναι οι άνθρωποι που την υπηρετούν κι είναι στο σύνολο τους δυστυχισμένοι. Ποιος υγιής άνθρωπος θα μπορούσε ν αφήσει τις χαρές της ζωής για να υπηρετήσει την εκκλησία; Ακόμα κι αν υπάρχει σύγχυση μέσα στον άνθρωπο για τη σχέση Θεού και εκκλησίας, ένας υγιής άνθρωπος δεν παίρνει τέτοια απόφαση. Ο άνθρωπος αυτός έχει, σύμφωνα με το Χριστό, δύο πολύτιμα εφόδια: τον έρωτα και τους φίλους. Ακόμα κι αν δεν έχει γνωρίσει τον έρωτα και τον υποτιμά, όταν αυτός ο άνθρωπος είναι κοντά στο Θεό, έχει φίλους. Δεν υπάρχει πραγματικός φίλος, που να μην προσπαθήσει να εμποδίσει το φίλο του με οποιονδήποτε τρόπο να μπει στη δομή της εκκλησίας.

Έτσι η εκκλησία συγκεντρώνει όλους τους μικρούς πόρνους των οποίων τα χαρακτηριστικά περιγράψαμε. Όλους όσους είναι ανίκανοι να φτάσουν στη Θέωση και η κακία τους τούς κάνει να εμποδίζουν και τους άλλους. Αυτοί οι μικροί πόρνοι, που δεν είναι δημιουργήματα του Θεού, αλλά της κοινωνίας και της δομής της, είναι αυτοί, που παράγονται από άσχημα χαρακτηριστικά κι είναι απαραίτητοι για τη διαιώνισή τους. Όλοι αυτοί είναι γεννήματα της μοιχείας, που επικρατεί κι είναι αυτοί, που αγωνίζονται για την επικράτηση της. Μαζί μ
αυτούς συγκεντρώνει κι ένα μεγάλο πλήθος άχρηστων ανθρώπων όπως: τεμπέληδες, θρασύδειλους, μέθυσους, που είναι ανίκανοι να επιβιώσουν διαφορετικά.  Η υποχρεωτική αγαμία συνδέει όλους αυτούς τους άθλιους με την έννοια “παρθένος” κι είναι το άλλοθι της εκκλησίας για την πρακτική της. Νεανίσκος = Παρθένος = Φιλοσοφία = 48.

Η φιλοσοφία που οδηγεί τον άνθρωπο προς το Θεό, είναι προϊόν ψυχικής υγείας και θείας καταγωγής. Για ν
αγγίξει ένας άνθρωπος το Θεό, πρέπει ή να μη γνωρίζει τίποτε και ν ακολουθεί τη φύση του ή να έχει γνώση και ψυχική υγεία, ώστε να επιβεβαιώσει τη φύση του και να χαρεί. Η εκκλησία έχει ως στόχο να δηλητηριάσει τους απλούς ανθρώπους με ψευδή γνώση, που τους κάνει να αγνοούν τη φύση τους, ενώ δίνει την πραγματική γνώση στους ψυχικά άρρωστους. Ένας άνθρωπος, που έχει αρνηθεί τον έρωτα, που έχει αρνηθεί τη φιλία, που έχει ουσιαστικά αρνηθεί τους ανθρώπους στο σύνολο τους, ακόμα κι αν λάβει έτοιμη γνώση, δε θα μπορέσει να παράγει φιλοσοφία. Ενώ η ανθρωπότητα στο σύνολο της συνεχώς αγωνίζεται για βελτίωση και πρόοδο, η εκκλησία κι οι άνθρωποι της δεν έχουν μετακινηθεί ούτε ένα χιλιοστό προς τα εμπρός. Είναι τόσο ψυχικά άρρωστοι, που θίγονται προσωπικά, όταν ένας άνθρωπος χαίρεται τη ζωή του και μαζί μ αυτόν κι ο Θεός.

Τις συνθήκες που περιέγραψε ο Χριστός για  την οικογένεια και για την αποστολή Του, αυτοί τις διαφυλάγουν με κάθε θυσία. Αν μοιχός, σύμφωνα με το Χριστό, είναι ο καθένας, που  επιθυμεί μία γυναίκα, εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος πόσο οριακή γίνεται η κατάσταση για έναν επαγγελματία άγαμο. Εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος πόσο άρρωστος και διεστραμμένος είναι ένας τέτοιος επαγγελματίας, όταν επιπλέον γεράσει. Όταν απλοί άνθρωποι πρεσβύτεροι σηκώνουν το λίθο εναντίον της μοιχαλίδας, εύκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί, πόσο κτήνος μπορεί να γίνει ο παραπάνω άνθρωπος. Αν η μοιχαλίδα γυναίκα νικώντας τον έρωτα του εφήβου γιου της τον μετατρέπει σε πόρνο, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος το μέγεθος αυτής της πορνείας, όταν υπάρχει ένας αποτελεσματικός μηχανισμός, που λειτουργεί με όμοιο τρόπο.


Η μητέρα καλλιεργεί τα θηλυκά χαρακτηριστικά του γιου της και η εκκλησία των ανθρώπων της. Οι άνθρωποι της κορυφής της είναι τέλειες πόρνες γυναίκες. Αυτό συμβαίνει, γιατί λόγω ηλικίας έχουν ξεπεράσει τον έρωτα κι έχουν περάσει στο χώρο της διαστροφής. Πραγματοποιούν απάνθρωπες προσωπικές θυσίες που μόνο μία μητέρα για τα παιδιά της θα μπορούσε ν
αντέξει κι επιπλέον  έχουν ένα βρωμερό αντρικό μυαλό, που τους κάνει επικίνδυνους. Αυτοί είναι, που λόγω του αλάθητου περνούν την άποψη τους, όταν βρίσκονται στη χειρότερη δυνατή ψυχική κατάσταση προς τους κατώτερους ιεραρχικά κι από εκεί μέσω του μηχανισμού της εκκλησίας στους ανθρώπους. Αν ο κατώτατος ιερέας έχει μία στοιχειώδη ψυχική υγεία και δεν μπορεί να παράγει ο ίδιος τη βρωμιά, αναγκάζεται να μεταφέρει αυτήν της ιεραρχίας.

Σ
αυτό το σημείο χρήσιμο είναι  να κάνουμε μία παρατήρηση, που δείχνει ορισμένα χρήσιμα πράγματα. Ενώ η Καθολική εκκλησία έχει υποχρεωτική την αγαμία στο σύνολο του Σώματος της, η Ορθόδοξη εκκλησία μόνο στην ανώτερη ιεραρχία. Αυτό συμβαίνει, όχι γιατί η μία εκκλησία είναι πιο υγιής από την άλλη, άλλα εξαιτίας των λαών που αυτές ελέγχουν. Οι Έλληνες, που είναι η βάση της ορθόδοξης Κωνσταντινούπολης, για να αποκτήσουν τα εθνικά χαρακτηριστικά τους, έπρεπε λάβουν μία υποτυπώδη γνώση της φιλοσοφίας.  Αυτή η υποτυπώδης γνώση τους κάνει ευερέθιστους κι ως εκ τούτου ο έλεγχός τους είναι δύσκολος. Οι ανάγκες της εκκλησίας για ανθρώπους, θα την οδηγούσαν σε δυσλειτουργία, εφόσον οι Έλληνες δεν αρνιούνται εύκολα τον έρωτα. Από την άλλη πλευρά ένας κληρικός τύπου Καθολικής εκκλησίας κι Έλληνας θα ήταν πάντα επικίνδυνος για την εκκλησία, εφόσον δε θα ήταν εύκολο γι αυτόν να τηρήσει τους όρκους του. Αν συνέβαινε αυτό, οι Έλληνες στο σύνολο τους θα πολεμούσαν την εκκλησία για υποκρισία. Με δεδομένες τις χαμηλότερες προδιαγραφές, η Ορθόδοξη εκκλησία καταφέρνει δύο πράγματα..  πρώτον: βρίσκει ιερείς, έστω κι άθλιους συμφεροντολόγους των οποίων η ανικανότητα και η ανεπάρκεια δεν τη θίγει και δεύτερον: ενισχύεται, εφόσον αυτοί οι ιερείς χρεώνονται τα πάντα και η άθλια ιεραρχία έχει τη δυνατότητα να τους κρίνει.

Έτσι, μ
αυτό ως δεδομένο, βλέπουμε ότι οι πιο υγιείς ιερείς στο σύνολο του χριστιανικού κόσμου είναι η βάση της Ορθόδοξης εκκλησίας. Ακόμα κι ο χειρότερος, που κλέβει και προσπαθεί να επωφεληθεί με κάθε τρόπο, είναι χιλιάδες φορές καλύτερος από τον ιερέα, που έχει βλέψεις ιεραρχίας κι έχει μπει στην αγαμία. Η κορυφή της ιεραρχίας επιτίθεται σ αυτούς συνεχώς και οι άνθρωποι παγιδεύονται κι αγνοούν τα πραγματικά δεδομένα. Βλέπουν την ανεπάρκεια των ιερέων και νομίζουν ότι η ιεραρχία προσπαθεί να την καλύψει, ενώ στην ουσία προσπαθεί να χειροτερέψει την κατάσταση. Ένας ιερέας που έχει παιδιά, είναι όμοιος μ έναν οποιονδήποτε άνθρωπο, που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση μ αυτόν. Χαίρεται και λυπάται με τα ίδια πράγματα και ζει στον πραγματικό κόσμο. Έχει παιδιά και αγωνιά, όπως ο κάθε πατέρας γι  αυτά, κι εύκολα μπορεί να συναναστραφεί με ανθρώπους.

Ο ιερέας της αγαμίας, είναι εντελώς αντικοινωνικός κι απάνθρωπος. Μισεί τους ανθρώπους, που χαίρονται, όσο μπορούν τη ζωή. Τους υποτιμά, εφόσον νομίζει ότι είναι εξυπνότερος και σοφότερος απ
αυτούς. Αγνοεί τις ανησυχίες τους, εφόσον δεν τον αφορούν. Δεν τον ενδιαφέρει, αν ο άνθρωπος κυριολεκτικά πεθαίνει κάθε μέρα στη δουλειά, για να εξασφαλίσει ένα κομμάτι ψωμί γι αυτόν και τα παιδιά του. Το μόνο, που τον ενδιαφέρει, είναι η δόξα, εφόσον με τα κλοπιμαία είναι πάντα γεμάτο το τραπέζι του. Μένει σε παλάτια τη στιγμή που οι δυνατότητες του και η εργατικότητα του δε θα του επέτρεπαν να μένει ούτε σε καλύβα. Κυνηγά τη δόξα, που του δίνεται από ομοίους του, με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν τον ενδιαφέρει, αν για τα συμφέροντα της εκκλησίας πρέπει να σκοτωθούν εκατομμύρια ανθρώπων, Θεών αληθινών. Αγνοεί τον ανθρώπινο πόνο, τη φτώχεια, την απελπισία. Θεωρεί καθήκον τού κάθε ανθρώπου, να του αποδίδει τιμές αγίου και να του προσφέρει τα παιδιά του.

Τα παιδιά αυτού του κόσμου, που είναι ό,τι πιο πολύτιμο υπάρχει στον κόσμο για Θεό κι ανθρώπους, απαιτεί να τα δηλητηριάσει. Τα παιδιά των ανθρώπων και του Θεού, που μεγαλώνουν μέσα από τη φτώχεια και τις αιματηρές θυσίες, τα μετατρέπει σε δούλους. Παλεύουν μέρα και νύχτα οι γονείς, για να τα μεγαλώσουν, ανέχονται όλες τις εξουσίες και τις αθλιότητες, για να τα πάρει έτοιμα ο πόρνος και να τα οδηγήσει στο θάνατο. Σταυροφορίες, είτε σε καιρό ειρήνης είτε σε καιρό πολέμου, είναι τ
όνειρο του. Από τον καιρό της Δημιουργίας, δεν υπήρξαν χειρότεροι άνθρωποι απ αυτούς πάνω στη Γη. Ο Θεός τους μισεί και τους εγκαθιστά για πάντα στον κάτω κόσμο. Ανάμεσα τους, δεν υπάρχει ούτε ένας, που να ευχαριστήθηκε έστω και για μία στιγμή τη ζωή και τη Βασιλεία των Ουρανών. Ζουν και πεθαίνουν μέσα στην αθλιότητα, το ψέμα και την απέραντη μοιχεία. Θυσιάζουν όλη τους τη ζωή, για να πάρουν στην καλύτερη περίπτωση τη δόξα μίας αναφοράς στην ιστορία.

Εκατοντάδες χιλιάδες πόρνοι θυσιάζονται, για να γνωρίζει ο άνθρωπος μερικούς απ
αυτούς, που στο τέλος θα είναι κι αυτοί, που θα κριθούν. (Ματθ. 23.5-23.7) "πλατύνουσι γαρ τα φυλακτήρια αυτών και μεγαλύνουσι τα κράσπεδα των ιματίων αυτών, φιλούσι δε την πρωτοκλισίαν εν τοις δείπνοις και τας πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς" (Πλαταίνουν τά φυλαχτά τους καί μεγαλώνουν τά άκρα τών ενδυμάτων τους. Τους αρέσει δέ νά έχουν τήν πρώτην θέσιν εις τά δείπνα καί τά πρώτα καθίσματα εις τάς συναγωγάς). Σπαταλούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, για να ικανοποιήσουν την ηλιθιότητά τους. Γίνονται μοιχοί και πόρνοι, για να κάθονται στις πρώτες θέσεις των αστείων κοινωνικών εκδηλώσεων. Ποιος νέος κι υγιής άνθρωπος δε θα ήθελε να ζει μέσα στη χαρά του έρωτα κι ανάμεσα σε φίλους κάθε μέρα και κάθε ώρα; Ποιος υγιής άνθρωπος θ αντάλλαζε αυτήν τη χαρά μ ανείπωτες θυσίες πολλών χρόνων, για να σταθεί γέροντας κι άρρωστος μία φορά το χρόνο στις επίσημες θέσεις μίας παρέλασης; Ποιος ανταλλάσσει τη χαρά μίας ολόκληρης ζωής για τη ψευδοχαρά και ικανοποίηση μίας στιγμής, που μπορεί και να μην έρθει; Αυτός που σκέφτονται όλοι. Ένας ηλίθιος. Μόνον ένας ηλίθιος θα γνώριζε το Λόγο του Χριστού και θα προτιμούσε το Λόγο του Πέτρου. Μόνον ένας ηλίθιος θα εγκατέλειπε τη χαρά και τη Λύτρωση, για τη λύπη και τη θυσία. Αυτός ο ηλίθιος είναι, που μέρα και νύχτα κρίνει, για να υψώσει τον εαυτό του.

Ο άνθρωπος από τη στιγμή που ζει σ
 αυτήν την κοινωνία, όσο υγιής και να είναι, δεν μπορεί να εξαλείψει την αγκίδα από το μάτι του. Αυτήν την αγκίδα (που έχουν όλοι οι άνθρωποι) βλέπουν οι άθλιοι, που έχουν τα δοκάρια στα μάτια τους. Ακόμα κι ένας νέος, όμορφος, υγιής, όταν ζει σε μία κοινωνία, όπου κυριαρχεί η σεξουαλική πείνα, αναγκάζεται να γίνει μοιχός. Αυτήν τη μικρή κι ασήμαντη μοιχεία κρίνουν οι άθλιοι επαγγελματίες μοιχοί κι αγνοούν ότι το σύνολο της ζωής τους είναι βυθισμένο στην πιο αισχρή μορφή της μοιχείας. Σ αυτούς αναφέρεται ο Χριστός όταν λέει: (Ματθαίον 23.13) "Ουαί δε υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κατεσθίετε τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι.. " (Αλλοίμονον σ' εσάς γραμματείς καί Φαρισαίοι υποκριταί, διότι κατατρώγετε τάς περιουσίας τών χηρών καί γιά πρόφαση κάνετε μακρές προσευχές.).

Σ αυτό το σημείο γίνεται και μία επιβεβαίωση για την ταυτότητα των εθνικών. Πέραν του ότι αποδεικνύεται από τη διασταύρωση των Ευαγγελίων αυτή η ταυτότητα, όταν ο Χριστός αποκαλύπτει αυτούς στους οποίους θα παραδοθεί ο Υιός του Ανθρώπου. Σ αυτό το σημείο δείχνει ακριβώς ποιοι είναι. Η απόδειξη βρίσκεται στο Λόγο του Χριστού: (Ματθ. 6.7-6.8) "Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε ώσπερ οι εθνικοί .. δοκούσι γαρ ότι εν τη πολυλογία  αυτών εισακουσθήσονται." (Όταν δέ προσεύχεσθε, μή λέγετε πολλά καί ανόητα, όπως κάνουν οι εθνικοί, που νομίζουν ότι μέ τήν πολυλογίαν τους θα εισακουσθούν.). Η πολυλογία είναι αυτή, που κάνει τις προσευχές μακρές και η πολυλογία είναι, που αποκαλύπτει τους εθνικούς. Οι εθνικοί είναι η άθλια ιεραρχία της εκκλησίας, που, ενώ κατακλέβει τον κόσμο, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί, προσεύχεται. Στους ανθρώπους που αγαπά ο Χριστός, λέει ακριβώς παρακάτω: (Ματθ. 6.8) "μη ουν ομοιωθήτε αυτοίς.. οίδε γαρ ο πατήρ υμων ων χρείαν έχετε προ του υμάς αιτήσαι αυτόν." (Μή γίνετε λοιπόν όμοιοι μ' αυτούς,  διότι ο Πατέρας σας γνωρίζει καλά εκείνα πού έχετε ανάγκην, πρίν τού τά ζητήσετε.) .

Ο Χριστός σε καμία περίπτωση δε θέλει οι άνθρωποι να γίνουν όμοιοι μ  αυτούς τους υποκριτές, που είναι εχθροί Του. Επειδή έχει γνώση τι θα συνέβαινε, προσπαθεί με κάθε τρόπο να σώσει όσους μένουν σε επαφή μαζί Του κι αυτό γίνεται μέσω του Λόγου Του. Γνωρίζει πόσο τεράστιες δυνάμεις θα πάρουν οι εθνικοί μέσω της εκκλησίας και δε θέλει σε καμία περίπτωση να γίνει Αυτός αιτία κακών για τους ανθρώπους. Αυτή ακριβώς η πρόθεση Του αποκαλύπτεται, όταν, ενώ προτείνει να μην εξομοιωθούν οι άνθρωποι με τους εθνικούς, τους προτείνει να φέρονται υπάκουα όσον αφορά τους τύπους, αλλά να μην κάνουν τα ίδια. “πάντα ουν όσα εάν είπωσιν υμίν τηρείν, τηρείτε και ποιείτε, κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε.”.

Από το σύνολο των παραπάνω βλέπουμε ότι προκύπτουν τρεις μεγάλες ομάδες ανθρώπων μέσα στην κοινωνία. Πρώτη είναι αυτή της εξουσίας, της εκκλησίας, που είναι οι εθνικοί. Δεύτερη μία μεγάλη μερίδα του κόσμου, που επηρεάζεται απ αυτούς και όχι μόνον τηρεί αυτά που της προτείνουν οι εθνικοί, αλλά προχωρούν ακόμα περισσότερο και δρουν απολύτως όμοια. Και τρίτη είναι η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, που είτε λόγω επαφής με το Λόγο του Χριστού είτε λόγω προσωπικής φιλοσοφίας, τηρούν τα προτεινόμενα, αλλά δε γίνονται όμοιοι, σύμφωνα με τις δυνατότητές τους. Η δύναμη της εκκλησίας στηρίζεται στη δεύτερη μερίδα, που εκτελεί όλα όσα της προτείνουν οι εθνικοί με ιδιαίτερο ζήλο. Η εκκλησία μόνη της ως δομή δε θα μπορούσε να υπάρξει σε καμία περίπτωση, αν δεν εξασφάλιζε ερείσματα μέσα στην κοινωνία.

Όταν ο Χριστός ρωτά επίμονα τον Πέτρο, αν Τον αγαπά, συνεχίζει και του δίνει την εντολή να βόσκει τα πρόβατα Του. Η ύπαρξη της εκκλησίας οφείλεται στο ότι προσφέρει θεωρητικά ποιμένες σ
ένα ποίμνιο, που έχει αυτήν την ανάγκη. Αν θεωρήσουμε την ανθρωπότητα ως ένα ποίμνιο, βλέπουμε μία ανομοιογένεια, που δεν εξηγείται σύμφωνα με τα παραπάνω. Βλέπουμε ότι μερικά πρόβατα έχουν μεγάλη ανάγκη από ποιμένα, ενώ άλλα επιθυμούν την ελευθερία. Αν η δομή της εκκλησίας υπάρχει συμπαγής λόγω των πνευματικών δικαιωμάτων των ηγετών της, εμείς πρέπει ν ανιχνεύσουμε την επαφή με το σύνολο των ανθρώπων και τις μεθόδους μέσα από τις οποίες περνά την άποψη της σ αυτούς. Δεν υπάρχει μηχανισμός εξουσίας, που να έχει την αποτελεσματικότητα και τις δυνάμεις της εκκλησίας. Σαν δομή τύπου Βαβυλώνας έχει μία άποψη, αυτή του ηγέτη κι αυτή η άποψη φτάνει χωρίς καμία φθορά ή μεταποίηση στη βάση, που είναι οι απλοί ιερείς. Οποιοσδήποτε λειτουργήσει με πνεύμα διαφορετικό, αποβάλλεται και συνθλίβεται. Την άποψη που έχει ο Πατριάρχης ή ο Πάπας, είναι υποχρεωμένος να την υιοθετήσει κι ο ιερέας του πιο απομακρυσμένου χωριού ατόφια και χωρίς καμία προσωπική επεξεργασία.

Όταν υπάρχει μία απόφαση, που έχει ληφθεί στο υψηλότερο σημείο της ιεραρχίας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καλύπτει ιδιομορφίες, που αφορούν τον καθένα ξεχωριστά. Ένα παράδειγμα θα ήταν χρήσιμο σ
 αυτό το σημείο. Είπαμε ότι ο γάμος είναι το πιο επιθυμητό στοιχείο για την κοινωνία της εξουσίας. Ο Πάπας το γνωρίζει αυτό και το αλάθητό του τού δίνει τη δυνατότητα να πάρει μία απόφαση με την οποία απαγορεύει σε κάθε περίπτωση το διαζύγιο. Έχει γνώση του επιθυμητού κι επιπλέον έχει δυνατότητα να επιβάλλει την άποψη του. Αυτή η άποψη υιοθετείται από το σύνολο των ιερέων της Καθολικής εκκλησίας. Όμως ιερέας δεν είναι μόνον ο Πάπας ή οι καρδινάλιοι, ιερέας είναι κι αυτός, που υποτίθεται ιερουργεί σ  ένα μικρό χωριό της Σικελίας. Ο τελευταίος ζει ανάμεσα σ ανθρώπους κι αυτή η επαφή τον φέρνει κοντά στον πόνο τους και τα προβλήματα τους. Αν αυτός ο ιερέας διαπιστώσει ότι ένας σύζυγος είναι όμοιος μ ένα κτήνος και φέρεται βάναυσα και κακοποιεί τη γυναίκα του και το παιδί του, βλέπει τη δυνατότητα χωρισμού ως Λύτρωση για τους ανθρώπους, που δυστυχούν. Έχει προσωπική άποψη κι αυτό του δίνει το δικαίωμα να σκεφτεί ως άνθρωπος. Όμως πόσο μπορεί να σκεφτεί κάποιος, όταν υποχρεούται να υιοθετήσει μία άποψη, που δεν αλλάζει σε καμία περίπτωση; Ο ιερέας αυτός είναι αναγκασμένος να μην προτείνει και να μη βοηθήσει στη Λύτρωση αυτών των ανθρώπων σε καμία περίπτωση. Το αυθαίρετο του Πάπα και η τεράστια δύναμή του μέσα στη Δυτική εκκλησία ήταν αυτά που επέβαλαν την υποχρεωτική αγαμία και στη βάση της. Ο Πάπας επέβαλε την αγαμία, επειδή γνώριζε ότι ένας ιερέας με γνώση ανθρώπινων προβλημάτων θα δυσανασχετούσε στην ακαμψία του νόμου. Πρέπει ο ιερέας της Δύσης να βασανίζεται τόσο πολύ, που να μένει πρακτικά αναίσθητος κι ως εκ τούτου να υπακούει σ οτιδήποτε.

Αυτό στην Ορθόδοξη εκκλησία είναι αδύνατο να συμβεί, γιατί υπάρχουν οι Έλληνες, που έχουν πάρει ορισμένα χαρακτηριστικά. Έναν ιερέα της βάσης, που εθελοτυφλεί στα προσωπικά προβλήματα των ανθρώπων, τον μισούν και δε φοβούνται να τον πολεμήσουν. Αν έβλεπαν τον άνθρωπο-κτήνος να φερόταν μ
 αυτόν τον τρόπο, θα βοηθούσαν σε κάθε περίπτωση τη γυναίκα του να χωρίσει κι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να μείνει εκτεθειμένη η εκκλησία. Η ιεραρχία της Ορθόδοξης εκκλησίας είναι απόλυτα όμοια μ αυτή της Δυτικής και θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ζηλεύει σε κάθε περίπτωση τη δύναμη και την αποτελεσματικότητα της. Ο τέλειος και διευρυμένος οργανισμός της εκκλησίας μ αυτόν τον τρόπο περνά μία άποψη, που  είναι η άποψη του κέντρου στην περιφέρεια  και μ αυτόν τον τρόπο εκτείνεται στο σύνολο της βάσης. Έτσι η εκκλησία δημιουργεί έναν τεράστιο ιστό, που ενώνει τη Ρώμη ή την Κωνσταντινούπολη με το τελευταίο χωριό του χώρου που ελέγχει. Η πολιτική και η στρατιωτική εξουσία είναι πολύ αδύναμες, για να μπορέσουν να συγκριθούν μ  αυτό το κολοσσιαίο κατασκεύασμα, που ελέγχει το σύνολο του χώρου, αδιαφορώντας ακόμα και γι αυτά τα εθνικά σύνορα. Η άποψη του Πάπα μεταφέρεται με την ίδια πιστότητα σ όλο το Δυτικό κόσμο και όχι μόνο στους Ιταλούς. Η εκκλησία μ αυτόν τον ιστό, εδράζεται στο σύνολο της κοινωνίας.

Όμως ποιοι είναι οι άνθρωποι της; Σε ποιους στηρίζεται; Ιστορικά, αν εξετάσει κάποιος την πορεία της εκκλησίας, θα δει ότι η δύναμη της είναι αντιστρόφως ανάλογη του πνευματικού επιπέδου της ανθρωπότητας. Η περίοδος κατά την οποία ήταν η εκκλησία πανίσχυρη, ήταν ο Μεσαίωνας, που ήταν και η χειρότερη για τους ανθρώπους περίοδος. Κατά το Μεσαίωνα επικρατούσε πλήρως το σκοτάδι και η πνευματική κίνηση ήταν μηδαμινή. Οι άνθρωποι τότε δεν ήταν σε καμία περίπτωση κατώτεροι, ούτε σε σχέση με τους μεγάλους φιλοσόφους της Αθήνας ούτε με τους σύγχρονους. Η αιτία για την οποία υπήρχε αυτή η πνευματική καθυστέρηση, ήταν ο απόλυτος έλεγχος των ανθρώπων και η απόκρυψη από μέρους της εκκλησίας της γνώσης. Άνθρωποι, σαν το Σωκράτη και τον Πλάτωνα, γεννήθηκαν άπειροι στη Δυτική Ευρώπη του Μεσαίωνα, αλλά η εκκλησία άλλες φορές τους τρόμαζε κι άλλες φορές τους σκότωνε. Ο αντίστοιχος Μεσαίωνας της Ορθόδοξης εκκλησίας ήταν η άθλια απ
 όλες τις απόψεις Βυζαντινή εποχή. Απόλυτο σκοτάδι δεν μπορούσε να επιβληθεί λόγω του χώρου, όπου δεν ελεγχόταν η γνώση, αλλά η εκμετάλλευση και η αθλιότητα ήταν ίδιες. Στο κέντρο υπήρχε κάποια πνευματική δραστηριότητα, αλλά στην περιφέρεια η εκκλησία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βυθίσει στο σκοτάδι τον άνθρωπο, που στην πλειοψηφία του ζούσε μέσα στην αθλιότητα και τη φτώχεια.

Μ
όλα αυτά στο μυαλό μας, βλέπουμε ότι η εκκλησία είναι δυνατή, όταν υπάρχει σκοτάδι και φτώχεια. Η φτώχεια είναι ένας παράγοντας, που δεν ξεπεράστηκε ακόμα, ενώ το σκοτάδι είναι προσωπική υπόθεση του καθενός. Απ αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι η εκκλησία στηρίζεται στους φτωχούς και τους κατώτερους, από πλευράς παιδείας, ανθρώπους. Αυτό είναι το πιο φυσικό, γιατί η εκκλησία προσπαθεί να επιβάλλει ένα μοντέλο ζωής, που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Μπορεί να πάει ο Ράιχ στην εκκλησία και να δεχτεί υποδείξεις, που αφορούν τη ζωή του, από έναν αγράμματο και αστοιχείωτο ιερέα; Μπορεί ένας άνθρωπος με άποψη, που είναι προϊόν παιδείας, ν ανεχθεί την κριτική των άλλων; Ο άνθρωπος, που έχει επαφή με το πνεύμα κι ως εκ τούτου με το Θεό, δεν μπορεί ν ακολουθήσει ένα δόγμα σκληρό και άκαμπτο. Προσπαθεί να ερμηνεύσει το σύνολο των ερεθισμάτων κι αυτό τον φέρνει σ αντίθεση με την εκκλησία και τους ανθρώπους της.

Όταν αναφερθήκαμε στην κοινωνία ως σύνολο, είδαμε αυτό, που αποδείχθηκε και στην περίπτωση του Χριστού, ότι υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν ακόμα και τη φτώχεια από το φως, που τους εκμηδενίζει. Οι πρεσβύτεροι, που άρχισαν να διαλύονται πρώτοι στην περίπτωση της μοιχαλίδας, όπως κι οι πρεσβύτεροι, που προσπαθούσαν να ξεσηκώσουν τον όχλο εναντίον του Χριστού, ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν. Όλοι αυτοί, που απέτυχαν στη ζωή τους, στηρίζουν τους μηχανισμούς, που τους βαστούν στο προσκήνιο. Όταν ο άνθρωπος αγνοεί το Θεό κι αγωνίζεται μέχρι το θάνατο του, είτε για τον πλούτο είτε για τη δόξα, δεν μπορεί παρά να στηρίζει το σύστημα. Αν οι άνθρωποι αρχίσουν στη νεότητα τους κι ερωτεύονται, αρνούμενοι να υποταχθούν, οι πρεσβύτεροι δε διαφέρουν καθόλου από τους πραγματικά νεκρούς. Τι αξία και τι σημασία μπορεί να δώσει ένας νέος, που ζει ευτυχισμένος με τους φίλους τους και τον έρωτα του, σ
 έναν άνθρωπο, που απέχει λίγες στιγμές από το θάνατο και σ όλη του τη ζωή αγωνίστηκε για να πάρει ένα αστείο αξίωμα;

Οι πρεσβύτεροι στρέφονται προς την εκκλησία, γιατί εκεί βρίσκουν όμοιους τους και με την ίδια αγωνία. Ο ένας αναλαμβάνει να παρηγορήσει τον άλλο αποδίδοντας του τιμές. Ο Χριστός τα γνωρίζει όλα αυτά και γι
 αυτό, όταν αναφέρεται στους υποκριτές γραμματείς και Φαρισαίους, αναφέρει την τάση τους για πρωτοκαθεδρία στις συναγωγές και στα δείπνα. Όταν ένας άνθρωπος γεράσει και δε βρει την ευτυχία, μόνο με τέτοιες ηλιθιότητες ικανοποιείται. Αν δεν υπήρχαν οι συναγωγές, πώς θα μπορούσαν να ψευδοϊκανοποιούνται στην αυτοκριτική τους; Ένας πρεσβύτερος, που ζει με μία γυναίκα που ποτέ δεν αγάπησε και του οποίου τα παιδιά, όταν έγιναν όμοια μ αυτόν, τον εγκατέλειψαν, δεν έχει επιλογές. Ο άνθρωπος έχει την τάση ν ακούει και να βλέπει αυτά, που καλύπτουν τις εσωτερικές του ανάγκες. Ένας νέος δεν μπορεί ν ακούει έναν πρεσβύτερο, ακριβώς γιατί ο λόγος του δεν καλύπτει καμία του ανάγκη. Ο πρεσβύτερος όμως ακούει τον πρεσβύτερο κι ειδικά αν αυτά που λέει μετριάζουν τη μιζέρια του. Ένας τέτοιος πρεσβύτερος ακούει με χαρά έναν ιερέα, που είναι ακόμα χειρότερος απ  αυτόν, αν του δίνει συγχαρητήρια για την αντοχή του στη μοιχεία.

Ο ιερέας δεν ερμηνεύει τη μοιχεία σύμφωνα  με το Χριστό, αλλά σύμφωνα με τον Πέτρο και τον Παύλο. Μοιχός, γι
αυτόν, είναι εκείνος, που χωρίς να ξεφεύγει από το πλαίσιο του γάμου, είχε εξωσυζυγική σχέση. Όταν ο ιερέας λέει ότι είναι αμαρτία η μοιχεία κι αμαρτωλός ο μοιχός, με την παραπάνω ερμηνεία δικαιώνει το μίζερο πρεσβύτερο, που εγκλωβίστηκε μέσα στη μοιχεία. Οι πρεσβύτεροι στο σύνολο τους έρχονται σε σύγκρουση με τα παιδιά τους κι αυτό, γιατί αδυνατούν να σκεφτούν με τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι νέοι. Αυτό τους κάνει να προσπαθούν να επιβάλλουν την άποψη τους με την εξουσία που τους δίνει η εκκλησία. Ο πρεσβύτερος χαίρεται κι επιβεβαιώνει τη φιλοσοφία του μέσα στην εκκλησία. Όταν ο ιερέας κατηγορεί τους νέους και μιλά για διάβρωση και παρακμή της νεολαίας, δικαιώνει τον πρεσβύτερο. Όταν αυτός ο πρεσβύτερος είναι ταυτόχρονα  και του κατώτερου πνευματικού επιπέδου, νομίζει ότι δικαιώνεται απόλυτα, εφόσον η άθλια ζωή του μοιάζει με τη ζωή που υποτίθεται ότι επιθυμεί ο Θεός για τους ανθρώπους και την αντιλαμβάνεται σαν προσωπική θυσία  υπέρ Αυτού.

Αν σταθεί κάποιος έξω από μία εκκλησία, θα δει ότι εκτός από τους πρεσβύτερους, είτε επιτυχημένους είτε αποτυχημένους
με τα μέτρα περί κοινωνικής επιτυχίας όπως τ αντιλαμβάνεται η κοινωνία στην εκκλησία πηγαίνει και το σύνολο σχεδόν των γυναικών. Γυναίκες όλων των ηλικιών και τάξεων δίνουν το παρόν. Ενώ από τους άντρες μόνον οι πρεσβύτεροι ασχολούνται με την εκκλησία, οι γυναίκες συμμετέχουν στο σύνολο τους. Τι συμβαίνει και παρουσιάζεται αυτή η διαφορά; Η διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι η γυναίκα είναι πλασμένη με διαφορετικά χαρακτηριστικά από το Δημιουργό. Η γυναίκα είναι συστηματικά κοντά στο Θεό είτε η κοινωνία είναι φωτεινή, είτε όχι. Η γυναίκα πιστεύει στο Θεό και στη δύναμη Του. Αυτό όμως, που την ωθεί στην εκκλησία, είναι το μητρικό της ένστικτο. Η γυναίκα, που είναι μητέρα, φοβάται. Φοβάται για την τύχη των παιδιών της κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θυσιάζεται. Ως άνθρωπος κι αυτή πηγαίνει εκεί, όπου ακούει και βλέπει αυτό, που την ευχαριστεί και τη δικαιώνει. Η νεαρή γυναίκα σε σχέση με το νεαρό άντρα αιώνες τώρα στερούνταν τη δυνατότητα παιδείας .. αυτό σε συνδυασμό με την έλλειψη γνώσης για το αντίθετο φύλο, αφού δεν της επιτρεπόταν να έχει εμπειρίες, της στερεί κάθε δυνατότητα ελέγχου των καταστάσεων.

Ένας νεαρός άντρας καταλαβαίνει ότι ο ιερέας υπερβάλλει. Ο νεαρός άντρας, είτε έχει γνώση του Λόγου του Χριστού είτε όχι, σκέφτεται σαν κι Αυτόν. Ο νεανίσκος καταλαβαίνει ότι: (Ματθ. 23.4) "δεσμεύουσι γαρ φορτία βαρέα και δυσβάστακτα και επιτιθέασιν επί τους ώμους των ανθρώπων, τω δε δακτύλω αυτών ου θέλουσι κινήσαι αυτά. πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσι προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις." (Δένουν φορτία βαρειά καί δυσβάστακτα καί τά βάζουν εις τούς ώμους τών ανθρώπων, αλλ' αυτοί οι ίδιοι δέν θέλουν ούτε μέ τό δάκτυλο τους νά τά κινήσουν. Όλα τους τά έργα τά κάνουν, διά νά φανούν εις τούς ανθρώπους.) . Ο νεαρός άντρας βλέπει όλους αυτούς, που συχνάζουν στις εκκλησίες και τους αμφισβητεί. Όταν το αφεντικό του είναι πρεσβύτερος και βλέπει ότι, ενώ τον κρίνει συνεχώς κι αυστηρά, ο ίδιος είναι χειρότερος, σχηματίζει μία εικόνα για το σύνολο των πρεσβυτέρων και άρα και των ιερέων.

Η γυναίκα, που θυσιάζεται για τα παιδιά της και όχι μόνο δεν το βλέπει σαν βάρος αλλά κι ως υποχρέωση, αντλεί χαρά από τη θυσία. Δε γνωρίζει τη φύση του άντρα και παρεξηγεί. Εμπιστεύεται τον ιερέα, χωρίς να της περνά από το μυαλό ότι είναι όμοιος με τον άντρα της, που ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τη σεξουαλική του πείνα. Η γυναίκα δεν παρασύρεται από το ερωτικό της ένστικτο, ώστε να βασανίζεται. Μία γυναίκα που έχει άντρα, δεν διαφέρει πολύ από κάποια που δεν έχει. Όλες οι γυναίκες είναι όμοιες μεταξύ τους. Ο άντρας, που δεν έχει γυναίκα, είναι σε κάθε περίπτωση επικίνδυνος. Αντίθετα μία γυναίκα, που έμεινε ανύπαντρη ή χήρεψε νέα, δε χάνει την αυτοκυριαρχία και την αξιοπρέπεια της. Ο άντρας φτάνει στην τρέλα και στη διαστροφή, όταν δεν μπορεί να εκτονώσει τις ορμές του. Οι άντρες κρίνοντας από τους εαυτούς τους έβαλαν στο στόχαστρο της κοινωνίας τις χήρες και τις ανύπαντρες. Όπως οι άντρες έβγαλαν αυτό το εσφαλμένο συμπέρασμα για τις γυναίκες για τον ίδιο ακριβώς λόγο, που είναι η άγνοια, οι γυναίκες εμπιστεύονται τους ιερείς. Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, η εκκλησία λειτουργεί τέλεια.

Back to content | Back to main menu