Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Όταν αναφερθήκαμε στις μοιχαλίδες, είπαμε ότι για να ελέγξουν την ευφυΐα των γιων τους, γίνονται “σάρκα μία” μ αυτούς και προβάλλουν πρότυπα. Όταν αναφερθήκαμε στα πρότυπα, που είναι ελεγχόμενα, αναφέραμε ότι υπάρχουν διάφορα κέντρα, που επηρεάζουν τον κόσμο. Όλα αυτά συμβαίνουν στην εκκλησία. Η γυναίκα, που στο σύνολο των αιώνων έμεινε έξω από την παιδεία, εμπιστευόταν τον ιερέα και υιοθετούσε τις συμβουλές του. Αυτοί οι άθλιοι περνούν στις μητέρες τις απόψεις περί παρθενίας, περί αμαρτίας, περί θυσίας των νέων. Η μητέρα χαίρεται, επειδή γεννά ένα γιο όμοιο με Θεό. Όμως φοβάται τις όμορφες ιδέες του, γιατί την τρομάζει ο επαγγελματίας μοιχός. Όταν αναφέραμε ότι η μητέρα σκοτώνει το γιο της, μπαίνοντας στην οικογένεια του ως αντιπρόσωπος του, φαινόταν σκληρό. Η μητέρα, που θυσίασε τη ζωή της για  τα παιδιά της, εγκληματεί σε βάρος τους, γιατί τη σπρώχνουν οι άθλιοι. Αυτοί της δίνουν άδεια να υπερβεί τα όρια. Αν γνώριζε η γυναίκα στο ελάχιστο πόσο πονηροί είναι όλοι αυτοί και πόσο ευθύνονται και για την προσωπική της τραγωδία και για το θάνατο των παιδιών της, θα είχε τη δύναμη να τους κατασπαράξει. Η γυναίκα δεν ξέρει ότι, αν δεν επέμβει στη ζωή του γιου της, αυτός θα τη λατρεύει και θα την προσέχει σ όλη της τη ζωή. Η γυναίκα ακούει τους ψεύτες, που της δίνουν εντολές εν ονόματι του Θεού και σκοτώνει ό,τι πιο πολύτιμο έχει. Καταπιέζει την κόρη της, επειδή την κρίνουν οι βρωμιάρηδες και την οδηγεί στη θυσία του έρωτα, έχοντας γνώση μόνο για τη χαρά που προσφέρει η τεκνοποίηση. Η γνώση αυτής της χαράς την κάνει εύκολο θύμα της εκκλησίας.

Όταν η γυναίκα, δε γνωρίζει τι κρύβεται πίσω από το προσωπείο της αγάπης και της φιλανθρωπίας του ιερέα, τον υπακούει τυφλά. Αυτός είναι, που αναλαμβάνει να της περιγράψει τις αξίες της ζωής κι επιπλέον να της παρουσιάσει όλους τους αποτυχημένους πρεσβύτερους σαν πρότυπα ζωής. Αυτός της δείχνει αυτούς, που αγαπούν τις πρωτοκαθεδρίες κι αποτυπώνει μ
αυτόν τον τρόπο μία φιλοσοφία που δεν ελέγχει. Σ αυτό το σημείο θ αναρωτηθεί κάποιος και θα πει: “όλους αυτούς τους αιώνες κατά τους οποίους οι άνθρωποι ήταν αγράμματοι στην πλειοψηφία τους, πώς θα μάθαιναν το Λόγο του Χριστού; Πώς θα έρχονταν σ  επαφή με το πνεύμα, χωρίς στοιχειώδη παιδεία;”. Μόνο στην εκκλησία μπορούσε κάποιος ν ακούσει το Λόγο του Θεού. Πράγματι μόνο στην εκκλησία υπάρχει για έναν αγράμματο η επαφή. Όμως επαφή σημαίνει ν ακούσει κάποιος το Λόγο του Χριστού όχι το λόγο των αθλίων.

Η εκκλησία δίνει το Λόγο του Θεού, αλλά ποτέ μόνον αυτόν. Το πιο επικίνδυνο πράγμα είναι το κήρυγμα της. Ο άνθρωπος έπρεπε ν
 αποφεύγει με κάθε θυσία το κήρυγμα, για να μη δηλητηριαστεί. Το Λόγο του Χριστού τον δίνει, για να παρασύρει τους ανθρώπους προς το κήρυγμα της. Η ακόμα χειρότερη Καθολική εκκλησία δεν έδινε ούτε καν αυτόν το Λόγο. Αν οι Έλληνες μπορούσαν, έστω και στοιχειωδώς, να καταλάβουν το Λόγο, οι πιστοί της Δυτικής εκκλησίας δεν είχαν ούτε αυτήν τη δυνατότητα. Πήγαιναν στην εκκλησία κι άκουγαν το Λόγο του Χριστού στα λατινικά, χωρίς να καταλαβαίνουν ούτε μία λέξη κι αυτό γινόταν επί αιώνες. Οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι, που υπήρξαν ποτέ στη Γη, ήταν αυτοί οι πιστοί της Δυτικής εκκλησίας. Στο κήρυγμα της, η εκκλησία τους τρόμαζε με δεισιδαιμονίες και προλήψεις, χωρίς να έχουν την παραμικρή δυνατότητα ελέγχου. Όλα τα τέρατα της Αποκάλυψης κυνηγούσαν μέρα νύχτα τους πιστούς  της. Το ίδιο ακριβώς πέτυχε και η Ορθόδοξη εκκλησία στους αιώνες προσηλυτισμού των Σλάβων. Υπήρξαν άνθρωποι, που δε γεύτηκαν ούτε μία σταγόνα χαράς από τη ζωή τους εξαιτίας της εκκλησίας. Το τι ακριβώς επιδίωκε η εκκλησία, θα το δούμε όταν εξετάσουμε τις Επιστολές των Πέτρου και Παύλου, σε σχέση με το Λόγο του Χριστού.

Ο Χριστός στο Λόγο Του, προσπαθεί να προστατέψει τους ανθρώπους κι αυτό με δεδομένη την αποστολή Του σημαίνει ότι δε θέλει σε καμία περίπτωση να τους φέρει σε σύγκρουση με την εκκλησία. Αυτή η προστασία έχει να κάνει με την αποφυγή της παγίδας του κηρύγματος της εκκλησίας. Δε λέει σε καμία περίπτωση να μην προσεύχονται. Όμως προτείνει να αποφεύγουν να προσεύχονται εκεί, όπου οι υποκριτές κι οι υπόλοιποι άθλιοι προσεύχονται όρθιοι. Λόγω αποστολής το μέρος το ονομάζει συναγωγή. Όμως ο άνθρωπος, ως λογικό ον, έπρεπε ν
αντιληφθεί ότι μιλά για  την εκκλησία. Αυτό που οι αριθμοί δείχνουν, το φανερώνει η πιο απλή λογική. Συναγωγή = Εκκλησία = 35. Ο Χριστός θέλει τον άνθρωπο να προσεύχεται μόνος του και στ απόκρυφα δωμάτια. Δε θέλει ούτε ψαλμωδίες ούτε ύμνους ούτε θυμιατίσματα. Εκεί που είναι ο απλός άνθρωπος, εκεί είναι ο Θεός και ο Υιός Του, που γνωρίζουν και τις ανάγκες του και τις αγωνίες του. Ακόμα και η προσευχή του Χριστού επιβεβαιώνει την τελειότητα της αποστολής Του. “τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον.”.

Ο Χριστός προτείνει σε κάθε περίπτωση τη στατικότητα. Δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση ο άνθρωπος ν αγωνίζεται και μ αυτόν τον τρόπο να χρονοτριβεί για την απόκτηση του πλούτου ή της δόξας. Τον καθημερινό άρτο προτείνει να ζητούν οι πιστοί Του και όχι τον πλούτο, που οδηγεί στην καταστροφή. Σ ό,τι προτείνει ο Χριστός, που αφορά το τυπικό της λατρείας, αυτό που κυριαρχεί είναι η μυστικότητα: (Ματθ. 6.6) "είσελθε εις το ταμιείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ," (πήγαινε εις τό πιό απόμερον δωμάτιόν σου, κλείσε τήν πόρτα καί προσευχήσου εις τόν Πατέρα σου, ο οποίος είναι παρών εκεί εις τό κρυφό μέρος,), και συνεχίζει: "τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ." ( Καί ο Πατέρας σου, πού βλέπει τί γίνεται εις τά κρυφά, θά σέ aνταμείψη εις τά φανερά.). Όλα αυτά δείχνουν την αγάπη και τη μέριμνα του Χριστού για τους ανθρώπους. Το σκάνδαλο ήταν αδύνατο ν  αποφευχθεί, αλλά ο κάθε θνητός άνθρωπος, ως ξεχωριστή οντότητα, δεν έχει κανένα λόγο να υποστηρίζει ότι αδικήθηκε. Ποιος μπορεί να υποστηρίζει μία τέτοια θέση, όταν τα πάντα έχουν ειπωθεί κι έχουν δοθεί.

Ο Λόγος του Χριστού είναι πολύ πυκνός και κλειδωμένος, αλλά αυτό αφορά μόνον θέματα, που έχουν άμεση σχέση με την αποστολή Του. Όμως ο άνθρωπος, ο “κατ
εικόνα και καθ ομοίωσιν”, που κατάφερε να περπατήσει ακόμα και στο φεγγάρι, δεν μπορούσε να καταλάβει τα απλά πράγματα; Για να λειτουργήσει η κοινωνία με τέτοιον τρόπο, ώστε να φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο τεχνολογίας, ήταν αναγκαίο να περάσει απ  αυτό το στάδιο ελέγχου. Ο έλεγχος σε παγκόσμιο επίπεδο γινόταν πάντα από την εκκλησία κι αυτό μέσω συγκεκριμένων διαδικασιών. Για να υπάρξει όμως έλεγχος κι εξουσία, έπρεπε σε κάθε περίπτωση να υπάρχουν άνθρωποι, που θα είχαν συμφέρον για ορισμένους λόγους να την υπηρετούν. Όμως ποιο συμφέρον μπορεί να δώσει σ ένα μηχανισμό αυτήν την ισχύ; Τι δίνει η εκκλησία, που είναι τόσο πολύτιμο, ώστε οι άνθρωποι να δέχονται τις εξουσίες της; Όλοι αυτοί οι πρεσβύτεροι που την ακολουθούν, ποια ευχαρίστηση αντλούν μέσω της ηθικής επιβεβαίωσης, που τους δίνεται; Ο άνθρωπος έχει κρίση κι αυτό σημαίνει ότι τις πρωτοκαθεδρίες και τ αξιώματα κάποτε θα έπρεπε ν  αρχίσει να τα θεωρεί κενά. Αγωνίζεται όμως γι αυτά μέχρι το τέλος της ζωής του και μ ένα πάθος, που δε μειώνεται. Ακουμπά το θάνατο και δε μετανοεί. Τι συμβαίνει και οι άνθρωποι δε διδάσκονται; Ακόμα και σ αυτό το σημείο, οι άνθρωποι δείχνουν ότι δε θέλουν να καταλάβουν τι συμβαίνει κι αυτό, γιατί δεν τολμούν ν αντικρίσουν την αλήθεια.

Η εκκλησία στους ανθρώπους, όλους αυτούς τους αιώνες, έχει δώσει για το θάνατο την άποψη που τη συμφέρει. Οι άνθρωποι, που αγγίζουν το βιολογικό θάνατο, έχουν την άποψη ότι αγγίζουν μία νέα ζωή. Η εκκλησία καλλιεργεί αυτήν την άποψη κι επωφελείται, καθιστώντας τον εαυτό της ως το μόνο, που μπορεί να εξασφαλίσει τις καλύτερες συνθήκες σ
 αυτήν την επόμενη ζωή. Όταν λοιπόν οι πρεσβύτεροι, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι απογοητευμένοι από τη ζωή, βλέπουν το τέλος να έρχεται, φοβούνται. Ο φόβος έχει να κάνει με την πίστη στο Θεό. Όταν ένας άνθρωπος που πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού γίνει πρεσβύτερος, δε θέλει σε καμία περίπτωση να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή που έζησε και άρα έχει ήδη καταναλώσει, είναι το σύνολο της προσφοράς του Θεού προς αυτόν.

Ο Θεός είναι Άπειρος, Πανάγαθος, κι Αθάνατος. Ο άνθρωπος που πιστεύει, τρομάζει απ
αυτήν την τεράστια διαφορά και λόγω προέλευσης και σχέσης, εθελοτυφλεί. Όταν επιπλέον διαβάζει στο Λόγο του Υιού του Θεού, περί Αναστάσεως, Αιωνίου Ζωής, παίρνει και την αντίστοιχη δύναμη. Ο Χριστός αναφέρεται πολλές φορές στην Ανάσταση και μάλιστα στα θαύματά Του υπάρχει το αντίστοιχο περιστατικό. Όμως όλα αυτά, είτε έχουν σχέση με το Λόγο Του είτε με το έργο Του, πρέπει να μας προβληματίζουν, εφόσον δεν έχουμε γνώση της αποστολής Του. Άφησε ο Χριστός γνώση για την ανάσταση των νεκρών κι αν άφησε ποια είναι; Ο Χριστός λόγω αποστολής, άφησε πίσω Του ορισμένους ανθρώπους για να συνεχίσουν το έργο Του. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι γνωστοί από την ιστορία των ανθρώπων και γνωστά επίσης είναι και τα έργα τους. Απ  αυτό ξεκινάμε τη σκέψη μας και φτάνουμε στο σημείο του Λόγου του Χριστού, που δίνει οδηγίες σ όλους αυτούς τους ανθρώπους, αλλά και σ όλους όσους τους ακολούθησαν. Λέει λοιπόν ο Χριστός: (Ματθ. 10.6-10.9) "πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. πορευόμενοι δε κηρύσσετε λέγοντες ότι ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών. ασθενούντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε, δαιμόνια εκβάλλετε.." (πηγαίνετε μάλλον εις τά χαμένα πρόβατα τής γενεάς τού Ισραήλ. Καθώς πηγαίνετε, νά κηρύττετε καί νά λέγετε ότι επλησίασε η βασιλεία τών ουρανών. Ασθενείς νά θεραπεύετε, νεκρούς νά ανασταίνετε, λεπρούς νά καθαρίζετε, δαιμόνια νά διώχνετε.).

Ο Χριστός δίνει εξουσία, αλλά πέραν αυτής δίνει και δυνατότητες σ ορισμένους να δίνουν ζωή. Όμως ποια ζωή; Έδωσε ζωή σε κανέναν ο Πέτρος ή ο Παύλος; Αυτοί όχι μόνο δεν έδωσαν ζωή σε κανέναν, αλλά και μαρτύρησαν με το χειρότερο τρόπο. Είδε ποτέ κάποιος αυτούς τους ανθρώπους ανάμεσα στους  ζωντανούς; Ο Χριστός εννοεί σίγουρα κάτι διαφορετικό κι αυτό το περιγράφει: (Ματθ. 8.21-8.22) "Κύριε, επίτρεψόν μοι πρώτον απελθείν και θάψαι τον πατέρα μου. ο δε Ιησούς είπεν αυτώ.. ακολούθει μοι, και άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς." ("Κύριε επίτρεψέ μου νά πάω πρώτα νά θάψω τόν πατέρα μου". Ο Ιησούς τού λέγει, "Ακολούθησέ με  καί άφησε τούς νεκρούς νά θάψουν τούς δικούς των νεκρούς".). Ο Χριστός σ  αυτό το σημείο του Ευαγγελίου δείχνει σαφέστατα ότι οι νεκροί υπάρχουν σ  αυτόν τον κόσμο, ακόμα κι όταν ζουν. Όταν δίνει εντολή στους Αποστόλους να ζωοποιούν νεκρούς, δίνει τη δυνατότητα να επαναφέρουν στη ζωή αυτούς τους νεκρούς, που σ  αυτήν την περίπτωση θάβουν έναν όμοιο τους, αλλά νεκρό και βιολογικά.

Οι άνθρωποι προσδοκούν από την ανάσταση την Αιώνιο Ζωή κι αυτό σημαίνει ότι η ανάσταση σύμφωνα με την άποψή τους οδηγεί τον άνθρωπο σε μία άλλη διάσταση μ
άλλα χαρακτηριστικά στην οποία θα ξαναζήσει κάνοντας μία καινούρια αρχή. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος περιμένει την Αιώνιο Ζωή, πρέπει να γνωρίζει πώς αυτή κατακτάται. Ο Χριστός απευθυνόμενος προς το νεανίσκο, ήταν πέραν αμφισβητήσεων σαφής. Την ίδια ακριβώς απάντηση δίνει και στο νομικό, που παριστάνει τον έξυπνο: (Λουκ. 10.27-10.29) "ο δε αποκριθείς είπεν.. αγαπήσεις Κύριον το Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου και τον πλησίον σου ως σεαυτόν. είπε δε αυτώ..  ορθώς απεκρίθης.. τούτο ποίει και ζήση." (Εκείνος απεκρίθη, "Να αγαπήσης  Κύριον τόν Θεόν σου μέ όλην τήν καρδιά σου καί μέ όλην τήν ψυχήν σου καί μέ όλην τήν δύναμίν σου καί μέ όλην τήν διάνοιάν σου καί τόν πλησίον σου όπως τόν εαυτόν σου". "Ορθά αποκρίθηκες", είπε ο Ιησούς, "κάνε αυτό καί θά ζήσεις".).

Ο Χριστός είναι σαφής κι αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος από τη στιγμή που σέβεται αυτό, που είναι γραμμένο στο Νόμο, ζει. Δεν υπακούει στο Νόμο, για να ζήσει σε μία άλλη διάσταση, ως ανταμοιβή αυτής της υπακοής. Απλά έχει δυνατότητα να ζήσει, από τη στιγμή που φέρεται μ αυτόν τον τρόπο. Ένας νεανίσκος, λόγω χρονικών περιθωρίων, εφόσον το αντιληφθεί, παίρνει μεγαλύτερη ζωή από έναν πρεσβύτερο, που σκόρπισε το χρόνο του κυνηγώντας τις προσωπικές του φιλοδοξίες, που ήταν δικές του επιλογές. Από τη στιγμή που υπάρχει γνώση, για το πώς κατακτάται η Αιώνιος Ζωή, τότε μόνο δικαιολογείται η δυνατότητα των Αποστόλων να ζωοποιούν νεκρούς. Ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, που μένει πιστός στο Λόγο του Χριστού, έχει τη δυνατότητα να ζωοποιεί, εφόσον έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει το Λόγο Του.

Οι πρεσβύτεροι έχουν ζήσει το μεγαλύτερο  μέρος της ζωής τους μέσα στο σκοτάδι και φοβούνται. Ακόμα κι αν αντιλαμβάνονται το Λόγο του Χριστού, τρέμουν στην ιδέα ότι ακόμα κι αν τον τηρήσουν, απέχουν ελάχιστα από το θάνατο. Σ
αυτήν την περίπτωση, οι άνθρωποι της ιεραρχίας της εκκλησίας είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα. Θύτες είναι, γιατί σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπουν στους ανθρώπους να έρθουν σ επαφή με το Λόγο του Χριστού και να τον κατανοήσουν, ενώ θύματα, γιατί ως πρεσβύτεροι και αφού έχουν σκορπίσει το σύνολο της ζωής τους υπηρετώντας την ιεραρχία, αρνούνται να παραδεχθούν ότι έσφαλαν. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος, που δεν έχει πλέον επιλογές, να παραδεχθεί ότι έσφαλε. Η τάση του ανθρώπου είναι να εθελοτυφλεί και όταν ακόμα αυτό είναι αδύνατον, προσπαθεί να παρασύρει στο σφάλμα του, όσους περισσότερους μπορεί.

Ο Χριστός εξηγεί ότι η γνώση για την Ανάσταση προέρχεται από το Μωυσή. Δεν αμφισβητεί ούτε τα περί Ανάστασης αλλά ούτε και τα περί επαφής του Μωυσή με τον Κύριο. Όταν ο Μωυσής αναφέρεται στον Κύριο, λέει ότι του είπε ότι είναι ο Θεός του Αβραάμ κι ο Θεός του Ισαάκ κι ο Θεός του Ιακώβ. Ο Θεός τού έκανε γνωστή την ταυτότητα Του και δεν την ανακάλυψε ο Μωυσής. Ο Θεός όμως λέει σε κάθε περίπτωση την αλήθεια κι αυτή η αλήθεια πρέπει να έχει μέσα της το στοιχείο της ακρίβειας. Αυτό το τελευταίο σημαίνει ότι, αν η εκκλησία στην άποψη της έχει δίκιο, ο Θεός παρασύρεται κι υπερβάλλει. Θα μπορούσε να πει ότι ήταν ο Θεός των Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ. Αυτό γιατί μετά το θάνατο τους, εφόσον μεταφέρονταν σε άλλο χώρο, ο Θεός θα ήταν Θεός όλων αυτών. Υπερβάλλει όμως ο Θεός; Από εδώ ξεκινά η άποψη του Χριστού για την πλάνη: (Ματθ. 22.29-22.30) "πλανάσθε μη ειδότες τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού." (Πλανάσθε, επειδή δέν γνωρίζετε τάς γραφάς ούτε τήν δύναμιν του Θεού.). Ο Θεός είναι Θεός ζώντων και όχι νεκρών. Ο Θεός, όταν λέει ότι είναι ο Θεός του καθενός ξεχωριστά, δεν υπερβάλλει. Ήταν ο Θεός του Αβραάμ, εφόσον εν ζωή ο Αβραάμ Τον γνώρισε. Ο Ισαάκ  γνώρισε κι αυτός το Θεό εν ζωή. Αυτό σημαίνει ότι μετά το θάνατο του δε συνυπάρχει με τον Αβραάμ, ώστε να γνωρίζουν σε κοινό χρόνο το Θεό.


Ο Θεός είναι Άπειρος και καλύπτει το σύνολο του χώρου και του χρόνου. Ο άνθρωπος που είναι θνητός, Τον γνωρίζει στο χώρο και στο χρόνο που έχει στη διάθεση του κι είναι “κατ
εικόνα και καθ ομοίωσιν” Αυτού. Ο Χριστός, όταν περιγράφει τον τρόπο προσευχής, ωθεί τον άνθρωπο προς αναζήτηση της προσωπικής επαφής με το Θεό, όταν είναι ζωντανός. Δε λέει ο Χριστός ότι η ζωή είναι μία άσχημη διαδικασία κι όποιος αντέξει και θυσιαστεί, θα βρει σε άλλη διάσταση τον Κύριο. Οι ζωντανοί είναι αυτοί, που ζητούν απ Αυτόν κι Αυτός γνωρίζει τις ανάγκες τους. Η άποψη της εκκλησίας είναι η άποψη που έχουν οι Ιουδαίοι, που πλανώνται, εφόσον την άποψη αυτήν την αντλούν από το λόγο του Παύλου και του Πέτρου, που είναι επίσης Ιουδαίοι κι από το λόγο των πατέρων της εκκλησίας. Η εκκλησία, πρέπει να τονίσουμε σ αυτό το σημείο, δεν υπάρχει από την εποχή της Δημιουργίας. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον προϋπήρξαν άλλες θρησκείες, που είχαν εμπεδώσει στους ανθρώπους μία άποψη κι εφόσον ο μηχανισμός της επανδρώθηκε με τέτοιους ανθρώπους, μεταφέρθηκε μαζί τους και η άποψη τους. Υπήρχε γνώση εκείνον τον καιρό για τον άνω και κάτω κόσμο. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι νεκροί ακολουθούν μία συγκεκριμένη πορεία μετά το θάνατό τους. Αγνοούν όμως το Λόγο του Χριστού, που, όταν μιλά φυσικά σε ζωντανούς, τους λέει ότι αυτός είναι εκ των άνω, ενώ αυτοί εκ των κάτω. Η εκκλησία δεν μπορεί να επιτρέψει να ερμηνεύουν αυτήν την άποψη του Χριστού, γιατί έχει την άποψη, στην καλύτερη περίπτωση, των αρχαίων Ελλήνων, που την άντλησαν από τη μυθολογία.

Αν υπάρχει κάτω κόσμος, πώς ο Χριστός αναφερόμενος στους Ιουδαίους προεξοφλεί ότι όλοι είναι εκ των κάτω; Ανάμεσα τους ήταν παιδιά και νεανίσκοι, που διεκδικούσαν την είσοδο τους στη Βασιλεία των Ουρανών. Κάνει λάθος ο Χριστός; Έχει δίκαιο ο Παύλος; Ο Παύλος είχε ιουδαϊκή παιδεία και το πιθανότερο ήταν να έχει την άποψη αυτών, που σύμφωνα με το Χριστό, πλανώνται. Ο Χριστός θεωρεί βασική προϋπόθεση για κάποιον, που θέλει να κατακτήσει την Αιώνιο Ζωή ή τη Βασιλεία του Θεού, την αγάπη προς το Θεό και προς τον πλησίον. Αυτό όμως και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος το κάνει εν ζωή. Εν ζωή έχει αξία η αγάπη  προς τον πλησίον. Εν ζωή οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους κι εκμεταλλεύεται ο ένας τον άλλο. Απευθείας ερώτηση για την Ανάσταση, σύμφωνα με την άποψη της εκκλησίας, που σημαίνει επαναγέννηση, κάνει ο Νικόδημος. Όμως σ
αυτόν ο Χριστός λόγω ηλικίας και γνώσης, δεν απαντά με τρόπο όμοιο με το νεανίσκο. Στο Νικόδημο που είναι πρεσβύτερος, εξηγεί, εφόσον δεν υπάρχει γι αυτόν πλέον η πιθανότητα της ένταξης στη Βασιλεία του Θεού, ότι είναι θέμα γέννησης. Σ άλλη περίπτωση θα του έλεγε ότι, εφόσον τήρησε τις βασικές εντολές, ο δρόμος είναι ανοιχτός προς το Θεό. Όμως ο Νικόδημος δεν έχει τις δυνατότητες να μπει στη Βασιλεία γιατί, όσο υπήρχαν μόνον οι Εντολές κι αυτός ήταν νέος, δεν τις τήρησε, ενώ όταν συναντήθηκε με το Χριστό, ήταν πλέον αργά, εφόσον ήταν πρεσβύτερος.

Καθώς βλέπουμε όλες αυτές τις απόψεις, που διακρίνονται από την ακρίβεια, είναι απορίας άξιον γιατί η εκκλησία έχει διαφορετική άποψη κι αυτό που πρέπει να βρούμε είναι πώς επωφελείται απ
αυτή. Ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η εκκλησία είναι ένας μηχανισμός, που είναι φτιαγμένος από το Θεό. Αυτός ο μηχανισμός είναι φτιαγμένος, ώστε να λειτουργεί ως φορέας εξουσίας. Παίρνει εξουσία και μοιράζει εξουσία. Αν ο κόσμος περιμένει τη Λύτρωση μέσω της γνώσης, η εκκλησία όλους αυτούς τους αιώνες μπορούσε να λυτρώσει τον κόσμο. Το ερώτημα είναι ποιος θα είχε τη δύναμη να το κάνει αυτό. Ένας κατώτερος ιερέας θα περνούσε Ιερά Εξέταση ως αιρετικός, ενώ οι κορυφαίοι, είτε ο Πάπας είτε ο Πατριάρχης, θα θεωρούνταν τρελοί. Μπορεί κάποιος απ αυτούς να επιτρέψει στον άνθρωπο να γευθεί την Αιώνιο Ζωή; Θα έπρεπε κατ  αρχήν να δώσει εξηγήσεις για το σύνολο της ζωής του που απέκρυπτε αυτήν τη γνώση.

Όμως το μεγάλο πρόβλημα ξεκινά από το γεγονός ότι η εκκλησία έπρεπε ν
αυτοκαταργηθεί. Έτσι, ο Πάπας θα έπρεπε να μπει πάλι ως πρεσβύτερος μέσα στην κοινωνία χωρίς καμία απολύτως ισχύ. Για τον εαυτό του δε θα μπορούσε να εξασφαλίσει τίποτε. Έστω όμως κι αν έπαιρνε μία τέτοια απόφαση .. οι υπόλοιποι, που ακολουθούν στην ιεραρχία, δε σημαίνει ότι έχουν την ίδια άποψη. Αυτό το τελευταίο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, εφόσον υπάρχει εξασφαλισμένη  διαδοχή κατάστασης, ο άνθρωπος αυτός ή θα αναγκαζόταν σε παραίτηση λόγω πνευματικής ανεπάρκειας ή θα εξοντωνόταν από το σύστημα την αμέσως επόμενη στιγμή.

Η άποψη για την Ανάσταση είναι η άποψη που εκμεταλλεύεται το σύστημα, για να εξουσιάζει τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι της εκκλησίας, θύτες και θύματα μαζί, παγιδεύουν κι αυτοπαγιδεύονται εθελοτυφλώντας. Αυτό που φοβάται το σύστημα, που χρησιμοποιεί σε κάθε περίπτωση τον τεράστιο κορμό της εκκλησίας, είναι η αναρχία. Στην περίπτωση αυτήν απειλείται το σύνολο των κεκτημένων οποιασδήποτε μορφής πλούτος, αξιώματα και κάθε είδους προνόμιο. Όταν όλα αυτά συνδέονται με την τάξη που εξασφαλίζει ο φόβος του Θεού, εύκολα διαπιστώνει κάποιος πόσο δύσκολη είναι η αυτοκατάργηση της εκκλησίας μέσω της διασποράς γνώσης, αλλά και πόσο απαραίτητη είναι για το σύστημα. Όταν συμβαίνουν όλα αυτά και οι εθνικοί ή πρεσβύτεροι στηρίζουν την εκκλησία, επειδή κατά πρώτον: προστατεύει τα κεκτημένα τους και κατά δεύτερον: καλύπτει ψευδώς τις βαθύτερες εσωτερικές ανάγκες τους, τότε βλέπουμε πώς γίνεται η πανίσχυρη εδραίωση της στην κοινωνία των ανθρώπων. Όταν αυτοί, που έχουν την εξουσία και τον πλούτο, χρειάζονται την εκκλησία, για να τους προστατεύει, η εκκλησία χρησιμοποιεί τα πνευματικά της δικαιώματα, για να ελέγχει το σύνολο των ανθρώπων. Μόνο μ
αυτόν τον τρόπο εξηγείται η ανοχή του κόσμου στην εκμετάλλευσή του επί αιώνες και μόνον μ αυτόν τον τρόπο εξηγείται ο Μεσαίωνας.

Ένας πρεσβύτερος, που ζούσε μέσα στην ανέχεια και στη φτώχεια εκείνον τον καιρό, εφόσον έβλεπε τα περιθώρια της ζωής του να στενεύουν, είχε την τάση να πιστεύει την εκκλησία και την άποψή της για τη μέλλουσα ζωή. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο πιο επικίνδυνος και ποτέ δεν έλειψε από την κοινωνία. Είναι ο άνθρωπος που, χωρίς να έχει το παραμικρό συμφέρον, λειτουργεί με τρόπο όμοιο μ
 αυτούς, που έχουν συμφέρον. Λατρεύει κι αυτός τις πρωτοκαθεδρίες, έστω κι αν δεν έχει τη δυνατότητα να τις απολαύσει και επιβάλλει στην οικογένεια του την άποψη του, που είναι άποψη της εξουσίας, έστω κι αν δεν μπορεί να την ελέγξει. Είναι ο άνθρωπος, που κυκλοφορεί ανάμεσα μας ως γείτονας, ως συνεργάτης και μας κρίνει σ όλες τις δραστηριότητες μας.

Από το σύνολο των συστημάτων, που ασκούν εξουσίες μέσα στην κοινωνία, μόνο η εκκλησία καταφέρνει κι εκτείνεται στο σύνολο του χώρου και στο σύνολο των τάξεων κι αυτό την κάνει πολύτιμη και την προστατεύει. Αρκεί να σκεφτεί κάποιος ότι σε εποχές κατά τις οποίες δεν υπήρχαν ούτε ραδιόφωνα ούτε τηλεοράσεις ούτε τηλέφωνα, η εκκλησία μπορούσε να μεταφέρει τη φωνή της από το κέντρο μέχρι την πιο απομακρυσμένη επαρχία κι αυτό μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Φυσικό είναι, η πολιτική εξουσία όλους αυτούς τους αιώνες να υποστηρίζει πάντα την εκκλησία κι αυτό για δύο λόγους: πρώτον, για να μπορέσει ν
ασκήσει εξουσία στα πλαίσια ενός κράτους και δεύτερον, για ν  αποφύγει τη φθορά, πράγμα που ήταν μέσα στις δυνατότητες της εκκλησίας να πετύχει εναντίον της πάντοτε διεφθαρμένης πολιτικής εξουσίας.

Όταν έγινε η Γαλλική Επανάσταση, ήταν θέμα χρόνου για το σύστημα να ελέγξει την κατάσταση. Έτσι, ενώ η επανάσταση ξεκίνησε εναντίον της εξουσίας του βασιλιά, των φεουδαρχών, της εκκλησίας και των συντεχνιών, κατέληξε σε μία φάρσα. Μερικές εκτελέσεις ανθρώπων του συστήματος παρέσυραν τότε τους ανθρώπους και δεν είδαν ότι η κατάσταση παρέμεινε, τουλάχιστον γι αυτούς, απολύτως ίδια. Η Γαλλία, που βρέχεται από τη Μεσόγειο κι εκτείνεται ως τη Βόρειο θάλασσα, δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να κυβερνηθεί από μία ολιγομελή τάξη φεουδαρχών, που στήριζαν το βασιλιά κι εκμεταλλεύονταν εκατομμύρια ανθρώπους. Η Γαλλία αυτών των διαστάσεων, κυβερνιόταν στην ουσία από τη γαλλική εκκλησία, που ήταν το μόνο σύστημα, που λειτουργούσε άψογα στο σύνολο της επικράτειας. Ο βασιλιάς με τη δύναμη του στρατού και των χρημάτων, που ήταν προϊόν κλοπής από το λαό, συντηρούσε την εκκλησία και η εκκλησία με τη σειρά της μετέφερε την άποψη του από τη Βρετάνη ως τη Μασσαλία. Το σύνολο της προπαγάνδας υπέρ των εθνικών συμφερόντων, εθνικών εχθρών και φίλων, το μετέφερε μ ευλαβική πιστότητα η εκκλησία απ άκρου σ άκρο. Σχεδίαζαν στο Παρίσι πάντα από κοινού εκκλησία και κράτος την πολιτική τους και μέσα σ ελάχιστο χρόνο αυτός ο σχεδιασμός γινόταν εθνική υπόθεση.

Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο προστάτευε η εκκλησία και τις συντεχνίες, εφόσον μόνον αυτή είχε τη δύναμη να προστατεύσει έναν κλέφτη από την οργή του κόσμου. Όταν ένας άνθρωπος βλέπει το παιδί του να πεθαίνει κι έναν αναίσθητο γιατρό να μην ενεργεί, όταν δεν πληρωθεί, ελάχιστοι ενδοιασμοί αποτρέπουν  τον άνθρωπο από το να τον σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια. Εκατομμύρια άνθρωποι χάθηκαν εξαιτίας της αδυναμίας τους να πληρώσουν τους γιατρούς για τη βοήθεια τους. Όλη αυτήν την οργή την άμβλυνε η εκκλησία με το κήρυγμα της, που δίδασκε ότι, όταν ο άνθρωπος βασανίζεται στη ζωή του, δοκιμάζεται από το Θεό για την ένταξη του στον Παράδεισο. Αυτό το κήρυγμα, που απόσβηνε τις τάσεις μέσα στην κοινωνία, ήταν και είναι το όπλο της εκκλησίας εναντίον του συστήματος και υπέρ των συμφερόντων της. Όπως έχει τη δυνατότητα ν
αποσβήνει τάσεις, έτσι ακριβώς έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί και μ αυτόν τον τρόπο ν απειλεί.

Όταν οι επαναστάτες μπήκαν μέσα στα παλάτια των βασιλιάδων και μέσα στη μέθη τους πανηγύριζαν τη νίκη τους, γρήγορα αντιλήφθηκαν ότι η Γαλλία είναι πολύ μεγάλη, για ν
ακουστεί η φωνή τους, ενώ το σύστημα  ήταν ακλόνητο. Όπως ένας ταύρος γρήγορα εγκαταλείπει το κόκκινο πανί, επειδή βλέπει τον ταυρομάχο να βρίσκεται σ άλλο σημείο, έτσι κι οι επαναστάτες κατάλαβαν ότι τα παλάτια, οι εκτελέσεις κι οι βανδαλισμοί ήταν χωρίς ουσία. Από εκείνο το σημείο και πέρα μπήκε σε λειτουργία η πονηριά των ανθρώπων της επανάστασης, που βλέποντας το ανώφελο της πάλης, προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν για προσωπικό τους όφελος το σύνολο της θυσίας. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε διαφορετικό, βλέποντας έναν κρατικό μηχανισμό νεκρό και ανυπάκουο, που δεν έδινε δυνατότητα εφαρμογής πολιτικής και το  χειρότερο όλων, μία απομόνωση στο Παρίσι, τη στιγμή που ο τεράστιος μηχανισμός της εκκλησίας έδινε στους ανθρώπους δηλητηριασμένη γνώση και δημιουργούσε μ  αυτόν τον τρόπο συνθήκες αντεπανάστασης.

Έτσι, όταν ένας χαμηλοβλέπων κληρικός ήρθε σε επαφή με τους αρχηγούς της επανάστασης, τα πάντα είχαν δρομολογηθεί. Η εκκλησία άφησε τους επαναστάτες τόσο καιρό, όσο αρκούσε για ν
αντιληφθούν τη δύναμη  της, κι όταν έγιναν οι διαπραγματεύσεις, εξασφαλίζοντας πάλι την ισχύ της, τους πέταξε μερικά ψωροκόμματα πλούτου και δόξας για τα μάτια του κόσμου, που πίστεψε σ  αυτούς. Τα πρόσωπα ποτέ δεν ενδιαφέρουν το σύστημα είτε πρόκειται για το Δαντών, το Ροβεσπιέρο ή τους υπόλοιπους του Διευθυντηρίου. Η εκκλησία μετά το τέλος της επανάστασης βρέθηκε σε μία νέα κατάσταση που ναι μεν ήλεγχε, αλλά ήθελε με κάθε θυσία ν  αποφύγει. Το κύριο επίτευγμα της επανάστασης ήταν η εμφάνιση για πρώτη φορά έξω από τους κόλπους της εκκλησίας και της πνευματικής της εξουσίας  ενός συστήματος εκπαίδευσης, που ήταν αυτό, που τελικά έβαλε τον κόσμο στην τελική ευθεία προς τη Θέωση.

Όλα αυτά που περιγράψαμε πιο πάνω, δείχνουν τη δυνατή επίδραση της εκκλησίας στον κόσμο, που επιτυγχάνεται μέσω του κηρύγματος. Όταν αυτή, είναι ο μόνος φορέας εξουσίας μ
αυτές τις δυνατότητες, απ αυτή πρέπει ν αρχίσουμε ν αναζητούμε τα αίτια των κακών, που κατατρέχουν τον κόσμο. Αφού κατορθώσουμε ν αντιληφθούμε αυτό, θα δούμε πώς στο συνολικό σύστημα συνυπάρχουν  τα επιμέρους υποσυστήματα και πού οδηγούν. Στην κοινωνία στην οποία ζούμε, αν τα πάντα οφείλονται στη μοιχεία πρέπει να δούμε πώς αυτή προκύπτει μέσα από την εκκλησία και ποια είναι η άποψη του Χριστού, που είναι διαφορετική. Ενώ ο Χριστός υποστηρίζει τον έρωτα, που είναι μία κατάσταση που ελέγχει και χειρίζεται ο Θεός, τι ακριβώς υποστηρίζει η εκκλησία; Η εκκλησία κρατάει τα πνευματικά δικαιώματα του γάμου και σ  αυτήν την περίπτωση υποδύεται το Θεό. Δεν ελέγχει ποτέ και κανέναν. Δε γνωρίζει αυτούς που παντρεύει κι ούτε έχει κανέναν ενδοιασμό, αν αυτοί που παντρεύονται συνάπτουν οικονομική συμφωνία ή όχι. Το μόνο που την ενδιαφέρει, είναι να γίνεται η τελετή μέσα στην εκκλησία και να εισπράξει αυτά που της οφείλονται. Ποτέ δε ρωτά ούτε για τα αισθήματα ούτε για τις προθέσεις. Μπορεί να παντρέψει έναν άθλιο πρεσβύτερο, με το πιο όμορφο και δυστυχισμένο πλάσμα. Επειδή ακριβώς αυτό συμβαίνει και πρέπει να λειτουργήσει η κοινωνία, απαιτεί οι γυναίκες να υποτάσσονται στους άντρες. Δεν κρατά ούτε καν τα προσχήματα, που θέλουν αυτοί, που αγαπιούνται, να σέβονται ο ένας τον άλλο: (Εφεσ. 5.22) "Αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν υποτάσσεσθε ως τω Κυρίω," (Αι γυναίκες, νά υποτάσσεσθε  εις τούς άνδρας σας, όπως εις τόν Κύριον,) . Ενώ ο Πέτρος λέει: (Πέτρ. Α' 3.1) "Ομοίως αι γυναίκες υποτασσόμεναι τοις ιδίοις ανδράσιν," (Ομοίως καί αι γυναίκες, νά υποτάσσεσθε εις τούς άνδρας σας,). Για την εκκλησία ισχύει πάντα ότι μέσα στη σχέση των ανθρώπων πρέπει να υπάρχει εξουσία.

Ο Χριστός στο Λόγο Του, για τον άνθρωπο και τη ζωή του στο σύνολο της, περιγράφει δύο μόνον καταστάσεις: μία στη δομή της οικογένειας και μία στη δομή της γυναίκας του. Ο Παύλος παρακάμπτει χωρίς ενδοιασμούς το Δημιουργό και το Χριστό και λέει(Κορινθ. Α' 7.1) "καλόν ανθρώπω γυναικός μη απτεσθαι
.. " (καλόν είναι γιά τόν άνθρωπον νά μή εγγίζη γυναίκα.). Ο άθλιος εγκληματίας Παύλος, δημιουργεί μ αυτόν τον τρόπο ανθρώπους, που δεν έχουν σχέση με το έργο του Δημιουργού. Αν όλα τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ξεκινούν από τις οικογένειες  της μοιχείας, ο Παύλος ενθαρρύνει ακόμα και τη μοιχεία, που συνδέεται και με την απιστία. Ενώ ο Χριστός προτείνει να χωρίζει ο άντρας τη γυναίκα και το αντίστροφο, σε κάθε περίπτωση όταν υπάρχει το φαινόμενο της πορνείας, ο Παύλος λέει: (Κορινθ. Α' 7.12) "ει τις αδελφός γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκεί οικείν μετ' αυτού, μη αφιέτω αυτήν .. και γυνή ει τις έχει άνδρα άπιστον, και αυτός συνευδοκεί οικείν μετ' αυτής, μη αφιέτω αυτόν," (Εάν ένας αδελφός έχη γυναίκα άπιστη καί αυτή συγκατανεύη νά συγκατοική μαζί του, άς μή τήν αφίνει. Καί εάν μία γυναίκα έχη άνδρα άπιστον καί αυτός συγκατανεύει νά συγκατοική μαζί της, άς μή τον αφίνει.), και συνεχίζει με αηδιαστικές απόψεις του τύπου: "ηγίασται γαρ ο ανήρ ο άπιστος εν τη γυναικί, και ηγίασται η γυνή η άπιστος εν τω ανδρί.. επεί άρα τα τέκνα υμών ακάθαρτά εστί" (Διότι ο άνδρας ο άπιστος έχει αγιασθή διά τής γυναικός καί η γυναίκα η άπιστη έχει αγιασθή διά τού ανδρός. Αλλοιώς, τά παιδιά σας θά ήσαν ακάθαρτα,). Ο Χριστός αγγίζει όλα τα παιδιά μέσα σε μία κοινωνία αμαρτωλών και λέει ότι σ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών και ο Παύλος τα χαρακτηρίζει ακάθαρτα.

Η κοινωνία της μοιχείας όλους αυτούς τους  αιώνες, που ο θάνατος των αντρών από αιματηρούς πολέμους ήταν σύνηθες φαινόμενο, φοβόταν υπερβολικά τις χήρες. Η κοινωνία φοβάται τις γυναίκες, που έζησαν μέσα στη μοιχεία και ο θάνατος του άντρα τις λυτρώνει. Οι γυναίκες αυτές είναι επικίνδυνες, γιατί έχουν άποψη λόγω εμπειρίας και δεν είναι εύκολο να κατευθυνθούν. Μία τέτοια γυναίκα δεν ξαναμπαίνει εύκολα στην παγίδα της μοιχείας κι έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει τον έρωτα και να τον προτείνει στα παιδιά της. Αυτή η άποψη είναι ενοχλητική για την εκκλησία και δε θέλει σε καμία περίπτωση να μεταδίδεται, γι
αυτό ο Παύλος λέει: (Τιμ. Α' 5.13-14) "άμα δε και αργαί μανθάνουσι περιερχόμεναι τας οικίας, ου μόνον δε αργαί, αλλά και φλύαροι και περίεργοι, λαλούσαι τα μη δέοντα." (Ταυτοχρόνως μέ τό νά περιέρχωνται τά σπίτια, μαθαίνουν νά είναι αργαί, καί όχι μόνον αργαί, αλλά καί φλύαροι καί περίεργοι καί μιλούν γιά όσα δέν πρέπει.). Όταν μία τέτοια γυναίκα λυτρωθεί από τη μοιχεία είναι και δείχνει ευτυχισμένη. Οι υπόλοιπες, που γνώριζαν τη μιζέρια της, τη ζηλεύουν κι εκεί φοβάται η εκκλησία αυτό που λέει ο Παύλος φλυαρία και “μη δέοντα”.

Η εκκλησία θέλει τους πάντες μέσα στη μιζέρια και στη φτώχεια. Ακριβώς στο ίδιο σημείο της Επιστολής ο Παύλος δείχνει τις προθέσεις του, που είναι αθλιότατες. Φαινομενικά πέφτει σε αντίθεση,  που όμως δεν υπάρχει. Ενώ τις γυναίκες, που μόλις χηρέψουν, θέλουν οι ίδιες να παντρευτούν, που σημαίνει ότι είναι ερωτευμένες, τις κατηγορεί για απιστία της αρχικής υπόσχεσης τους (Τιμ. Α
5.11 5.13) “όταν γάρ καταστρηνιάσωσι τού Χριστού, γαμείν θέλουσιν, έχουσαι κρίμα, ότι τήν πρώτην πίστιν ηθέτησαν..” (διότι όταν τά πάθη τους τάς αποσπάσουν από τόν Χριστόν θέλουν νά υπανδρευθούν, καί είναι υπό κατάκρισιν, διότι παρέβησαν τήν πρώτην υπόσχεσίν τους.), τις ίδιες γυναίκες από πλευρά ηλικίας όταν αρνούνται το νέο γάμο, ωθεί στο γάμο και την τεκνοποίηση (Τιμ. Α 5.14) “βούλομαι ούν νεωτέρας γαμείν, τεκνογονείν, οικοδεσποτείν, μηδεμίαν αφορμήν διδόναι τώ αντικειμένω λοιδορίας χάριν.” (Θέλω λοιπόν αι νεώτεραι χήραι νά υπανδρεύωνται, νά γεννούν παιδιά, νά διευθύνουν τό σπίτι τους καί νά μή δίνουν εις τόν εναντιούμενον καμμίαν αφορμήν πρός κατηγορίαν.). Αυτό που ενδιαφέρει τον Παύλο, είναι μόνον η μοιχεία του γάμου και όχι ο γάμος του έρωτα. Σ αυτό το σημείο δίνει τη δυνατότητα στην εκκλησία, να χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά ανάλογα με το συμφέρον της. Μ αυτές τις συνθήκες γάμου η εκκλησία καταφέρνει και δημιουργεί δυστυχισμένους ανθρώπους, που όταν γίνουν πρεσβύτεροι, την ακολουθούν. Όμως απ αυτούς έχει απαιτήσεις. Μπορεί να τους υπόσχεται τον Παράδεισο, πλην όμως πρέπει κι αυτοί να προσφέρουν. Όταν λέει λόγου χάρη ο Παύλος: (Τιμ. Α' 5.9) "Χήρα καταλεγέσθω μη έλαττον ετών εξήκοντα γεγονυία, ενός ανδρός γυνή, εν έργοις καλοίς μαρτυρουμένη," (Μία χήρα μπορεί νά καταγραφή εις τόν κατάλογον εάν δέν είναι κάτω τών εξήντα ετών, καί υπήρξε σύζυγος ενός ανδρός, εάν υπάρχουν μαρτυρίαι διά τά καλά της έργα,) . Ποιοι είναι αυτοί που μαρτυρούν τα καλά έργα; Ποιοι είναι αυτοί, που κρίνουν; Ο Χριστός λέει ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να κρίνει ο ένας τον άλλο. Λέει επίσης ότι ο Θεός τα βλέπει όλα “εν κρυπτώ” και μ  αυτόν τον τρόπο δίνει ή όχι την ανταμοιβή Του.

Back to content | Back to main menu