Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Τους νέους τους συμβουλεύει να παντρεύονται και όχι μόνον αυτό, αλλά και να φέρνουν στον κόσμο πολλά παιδιά. Τα παιδιά είναι ευλογία Θεού, αλλά όταν τα φέρνει κάποιος στον κόσμο, χωρίς να μπορεί να τους προσφέρει τίποτε, βρίσκεται σίγουρα σε λάθος δρόμο. Μία οικογένεια με πολλά παιδιά στέλνει στο θάνατο τους γονείς, εφόσον η φτώχεια τους αναγκάζει να δουλεύουν μέρα νύχτα για ένα κομμάτι ψωμί και οι δυσβάσταχτες υποχρεώσεις τους στερούν τη δυνατότητα προσωπικής ζωής. Τα παιδιά τ αγαπά ο Θεός, αλλά παιδιά Του είναι κι οι γονείς, που εξοντώνονται. Η εκκλησία εκμεταλλεύεται αυτές τις οικογένειες, παριστάνοντας τη φιλάνθρωπο. Αυτοί οι γονείς, που είναι θύματα της, πέφτουν αναγκαστικά στην παγίδα της, εφόσον δεν μπορούν να επιβιώσουν.

Όλα τα συστήματα, που έχουν επιπλέον δημιουργήσει οι άνθρωποι, έχουν την τάση να σπρώξουν την κοινωνία προς τα εμπρός. Το μοναδικό σύστημα, που ωθεί συνεχώς τους ανθρώπους και την κοινωνία προς τα πίσω, είναι η εκκλησία. Όταν όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν στο Θεό κι αυτοί ελέω πνευματικών δικαιωμάτων  παίρνουν εξουσία, θεωρούν τους ανθρώπους  δούλους τους. Όταν ο αρχηγός της έχει αυτήν την άποψη, εφόσον για να γίνει αρχηγός της υποτάσσεται σ
όλη του τη ζωή, το σίγουρο είναι ότι θ αγωνίζεται  γι αυτήν την άποψη. Ο αγώνας του, για να διατηρήσει την ισχύ του, καθορίζει και τις επιλογές του. Αυτό αποκαλύπτει και τη λατρεία, που τρέφει η εκκλησία για τ απολυταρχικά καθεστώτα των σκληρών βασιλιάδων. Τέτοια καθεστώτα μόνο μπορούν να ικανοποιήσουν την τάση της για εξουσία. Τον άνθρωπο, που έχει εξουσία μέσω δημοκρατικών διαδικασιών δεν τον συμπαθεί, γιατί δεν την έχει ανάγκη και κατά συνέπεια δεν μπορεί να τον ελέγξει. Όμως ο βασιλιάς, που σε κάθε περίπτωση εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους, την έχει ανάγκη. Δεν μπορεί να κυβερνήσει χωρίς τη βοήθεια της κι αυτό σημαίνει ότι την ευνοεί και την προστατεύει απ αυτούς, που την αμφισβητούν. Αυτό δε  σημαίνει απαραίτητα βία, αλλά όταν υπάρχει ένας σκληρός κρατικός μηχανισμός, η εκκλησία έχει τη δύναμη να προωθεί τους ανθρώπους της και να αποκλείει αυτούς που δεν ελέγχει. Όταν στη βάση υπάρχει αυτή η συνεχής αλληλοκριτική μεταξύ των μελών της κοινωνίας, οι πιο άθλιοι, με το κοντάρι στον οφθαλμό,  είναι οι ευνοούμενοι της. Έτσι συνδέεται η κορυφή της πυραμίδας με τη βάση. Η εκκλησία προκαλεί άγχος τους γονείς και τους ωθεί στην άσκηση εξουσίας.

Έτσι παίρνει αξία ο λόγος του Παύλου, που λέει: (Τίτ. 1.5-1.6) "και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην, εί τις έστιν ανέγκλητος, μίας γυναικός ανήρ, τέκνα έχων πιστά, μη εν κατηγορία ασωτίας ή ανυπότακτα." (καί νά εγκαταστήσης εις κάθε πόλιν πρεσβυτέρους, όπως εγώ σε διέταξα, όποιος είναι απηλλαγμένος από κάθε κατηγορίαν, σύζυγος μιάς γυναικός, καί έχει παιδιά πιστά, τά οποία δέν κατηγορούνται δι' ασωτίαν ή είναι ανυπότακτα.). Βέβαια, το ποιος μπορεί να κατηγορήσει παιδιά κι από πού προκύπτει αυτό το δικαίωμα, το γνωρίζουν μόνον οι ίδιοι. Όμως από τη στιγμή, που η εκκλησία έχει προσβάσεις στην απολυταρχία σ
όλα τα επίπεδα κι επομένως μπορεί να ωθήσει όποιον θέλει προς τα πάνω, τότε όλοι οι άθλιοι, που έχουν φιλοδοξίες εξουσίας, γίνονται δούλοι της. Πώς γίνεται αυτό; Όταν υπακούνε στις αθλιότητες της και καταπιέζουν τα παιδιά τους. (Πέτρ. Α') "Ομοίως νεώτεροι, υποταγείτε πρεσβυτέροις" (Ομοίως οι νεώτεροι, νά υποτάσεσθε εις τούς πρεσβυτέρους,) . Ακόμα και κάποιος, που έχει γνώση των παιδιών του και διατηρεί μ αυτά σχέσεις, είναι υποχρεωμένος να περιορίσει τις εκδηλώσεις τους, αν θέλει να ελπίζει σ ένα αξίωμα. Αν μαζί μ όλα αυτά σκεφτεί κάποιος ότι ο μοιχός δεν ηρεμεί και δεν παύει ν αγωνίζεται μέχρι το τέλος του, είναι φυσικό ότι αυτός, που εξουσιάζει τα παιδιά του, από κάποια στιγμή κι έπειτα τα εκμεταλλεύεται σαν δούλους. Όταν υπάρχει πολίτευμα με δημοκρατικά στοιχεία όλα αυτά περιορίζονται αυτόματα και η δύναμη της εκκλησίας μειώνεται σημαντικά.

Πριν φτάσουμε στο σημείο στο οποίο θα δούμε γιατί η εξουσία
ακόμα κι αυτή που προέρχεται από τον άνθρωπο  έχει την ανάγκη της εκκλησίας, χρήσιμο είναι να μελετήσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος. Από τη στιγμή που, όπως υποστηρίζει η θεωρία, τα πάντα προέρχονται από τη μοιχεία κι από τον έλεγχο, που επιβάλλεται στους ανθρώπους, όσον αφορά την προσωπική τους ζωή, προκύπτουν ορισμένοι άλλοι προβληματισμοί κι αντιρρήσεις. Ο έλεγχος που είναι αναγκαίος για τη λειτουργία της κοινωνίας της εξουσίας, είναι πάντα δυνατός; Είναι πάντα εύκολο να ελέγξει η εξουσία έναν άνθρωπο, που ζει μέσα σε μία τεράστια μεγαλούπολη πολλών εκατομμυρίων; Αν ο έλεγχος στηρίζεται στον έλεγχο των ανθρώπων  μεταξύ τους μέσω της κριτικής, πώς μπορεί να γίνει αυτός, όταν ακόμα κι οι άνθρωποι, που ζουν κοντά ο ένας στον άλλο, δε γνωρίζονται; Για να γίνει ο έλεγχος, πρέπει ο φαύλος να μπει μέσα στο σπίτι του ανθρώπου, και να τον γνωρίζει. Πρέπει να γνωρίζει τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους φίλους του, κι αυτές τις σχέσεις να κρίνει. Πώς μπορεί να κατηγορήσει τα παιδιά αυτού για ασωτία από τη στιγμή που δε γνωρίζει, ποιοι είναι αυτοί που τα συναναστρέφονται; Πώς μπορεί να διαπιστώσει την απιστία, όταν ο άνθρωπος μέσα στους δρόμους μίας μεγαλούπολης χάνεται ανάμεσα στους αγνώστους;

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, μία φανταστική περίπτωση οικογένειας στη Νέα Υόρκη. Σε μία τεράστια πολυκατοικία ζούνε σ
 απόσταση αναπνοής δύο οικογένειες. Η μία οικογένεια είναι αυστηρών αρχών κι έχει την τάση να κρίνει. Παρακολουθεί την απέναντι οικογένεια μέρα και νύχτα. Ο άντρας, όπως όλοι οι εργαζόμενοι της Νέας Υόρκης, φεύγει το πρωί και γυρίζει αργά τ απόγευμα. Σ αυτήν την ώρα δεν ελέγχεται με κανέναν τρόπο. Μπορεί να είναι ληστής, βιαστής, να έχει ερωμένη και σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει δυνατότητα έγκυρης διασταύρωσης της σχετικής μ αυτόν  πληροφορίας. Η γυναίκα με τον ίδιο τρόπο όμοιο μπορεί να έχει εραστή, που τον βλέπει τις ώρες που υποτίθεται εργάζεται, και μπορεί να είναι ακόμα και πόρνη. Αυτούς τους ανθρώπους που κρίνει η άθλια οικογένεια τους βλέπει δυο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ. Αν αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι ευγενικοί, η πρώτη εικόνα είναι θετική, είναι όμως και μοναδική. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα παιδιά, όταν υπάρχουν. Βλέπει ο άθλιος στην είσοδο ένα αμάξι να τα περιμένει, αλλά εκεί σταματά η γνώση του. Δεν ξέρει ούτε σε ποιον ανήκει αυτό το αμάξι ούτε τίνος παιδί είναι αυτός, που το έχει. Αυτή η οικογένεια, που κρίνεται, έχει τη δυνατότητα να ζει τη ζωή της, όπως τη θέλει, χωρίς να έχει άγχος για το αν οι άλλοι εγκρίνουν ή όχι αυτά που κάνει.

Η αναφορά στις ιδιότητες της πόρνης και του βιαστή έγινε μόνο, για να δείξουμε ότι ακόμα και στη χειρότερη περίπτωση δεν υπάρχει γνώση. Αν μεταφέρουμε αυτό το παράδειγμα σε συνθήκες επαρχίας, τα πράγματα είναι τραγικά. Η άθλια οικογένεια γνωρίζει τα πάντα και κρίνει τα πάντα. Η κουτσομπόλα της γειτονιάς γνωρίζει ότι η γυναίκα έφυγε βιαστική το πρωί, αλλά επειδή ο κύκλος είναι μικρός, υπάρχει και μία άλλη κουτσομπόλα, που μπορεί να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει, αν πήγε εκεί όπου υποτίθεται ότι πήγαινε. Σε μία μικρή κοινωνία τα πάντα είναι γνωστά κι αυτοί, που κρίνουν, έχουν εκείνη την πληθώρα των στοιχείων, που αποδεικνύουν τα λεγόμενα τους.


Απ
αυτά τα δύο παραδείγματα προκύπτουν οι αντιρρήσεις που προαναφέραμε. Αν όλα τα άσχημα, που συμβαίνουν, προέρχονται από τον έλεγχο της προσωπικής ζωής των ανθρώπων, γιατί δεν προέκυψε κάτι θετικό από τις τεράστιες μεγαλουπόλεις; Αν η Θέωση έχει να κάνει με την αυτοδιάθεση του ανθρώπου, οι άνθρωποι τη γνώρισαν; Αν κάποιος, βλέποντας την υπάρχουσα κατάσταση, έλεγε πως δεν προέκυψε τίποτε απ αυτές, θα έλεγε ψέματα και θ αδικούσε αυτούς τους ανθρώπους. Όλες οι μεγάλες επαναστάσεις και τα κινήματα ξεκίνησαν από τα μεγάλα αστικά κέντρα και ό,τι έχει κερδίσει η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα, σ αυτούς τους ανθρώπους το οφείλει. Η ανθρωπότητα κέρδισε από τη Βαβυλώνα, την Αθήνα, τη Ρώμη, την Αλεξάνδρεια, το Παρίσι, ακόμα και από τη σύγχρονη Νέα Υόρκη, χωρίς να υστερήσει κανένα μεγάλο αστικό κέντρο. Οι έννοιες Δικαιοσύνη, Ισότητα, Ελευθερία πρώτα ακούγονται στα στενά των μεγαλουπόλεων και μετά απλώνονται στην περιφέρεια.

Όμως αυτό, που συμβαίνει επί αιώνες, είναι η απόσβεση όλων των δημιουργηθέντων τάσεων στα όρια αυτών των πόλεων. Το σύστημα, με πρωτοστάτη την εκκλησία, δεν επιτρέπει την εξάπλωση των ιδεών στην επαρχία. Στη σημερινή εποχή της τεχνολογίας και της άμεσης επικοινωνίας ένας άνθρωπος μπορεί να παρακολουθήσει ένα γεγονός και να συμμετάσχει σ
αυτό, ακόμα κι αν βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Παλαιότερα επικοινωνία δεν υπήρχε κι αυτό, που έφτανε στην επαρχία, ήταν ελεγχόμενη παραπληροφόρηση. Έγινε επανάσταση στο Παρίσι για το Δίκαιο, την Ισότητα και μερικά χιλιόμετρα μακριά η εκκλησία μιλούσε γι άθεους, αντίχριστους, που έχουν σκοπό την ανατροπή της θείας κοινωνίας. Ο Μαρξ έγραψε μία όμορφη θεωρία κι οι θρησκόληπτοι, τον θεωρούσαν αντίχριστο. Ποιοι ήταν αυτοί; Οι πλούσιοι; Οι μορφωμένοι; Ήταν οι φτωχοί άνθρωποι, που αν διάβαζαν τη θεωρία, ίσως να συμφωνούσαν. Όμως απ αυτούς, ποτέ και κανένας δεν ενημερώθηκε σωστά. Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, κάποιος φταίει κι αυτός πρέπει να έχει συμφέρον να το κάνει. Όμως ακόμα και στην ακραία περίπτωση που υπήρχε πλήρης ενημέρωση για ορισμένους τα πράγματα και πάλι θα ήταν δύσκολα.

Ποιος άνθρωπος σε μία επαρχιακή πόλη, που ελέγχεται πλήρως από την εκκλησία, θα έβλεπε ως θετικό κάτι που η εκκλησία το κρίνει και το απορρίπτει; Στην επαρχία όπου όλοι είναι γνωστοί μεταξύ τους σε μία τέτοια περίπτωση αυτό, που ακολουθεί, είναι τραγωδία. Από τη στιγμή που η εκκλησία σε θεωρεί εχθρό της, έχει τη δύναμη να σ
εξοντώσει. Ακόμα και η δουλειά, που εξασφαλίζει την επιβίωση και μόνο, γίνεται προβληματική υπόθεση. Ποιος θα έπαιρνε στη δουλειά του κάποιον, που είναι στο στόχαστρο της κοινωνίας; Ποιος θα είχε τη γενναιότητα να βοηθήσει αυτόν τον άνθρωπο, προκαλώντας την οργή των αθλίων; Μπορούσε να επιβιώσει ένας δεδηλωμένος κομμουνιστής την εποχή του “μακαρθισμού” στην αμερικανική επαρχία;

Για έναν άνθρωπο της μεγαλούπολης, οι άνθρωποι της επαρχίας είναι καθυστερημένοι. Όμως αυτό που αγνοεί είναι η αιτία για την οποία συμβαίνει αυτό. Ένας νέος της επαρχίας, δε γνωρίζει τι πρέπει να κάνει, για να ζήσει ευχάριστα; Ένας εργάτης της επαρχίας δε γνωρίζει την εις βάρος του αδικία; Όλοι οι άνθρωποι, οι “κατ
εικόνα και καθ ομοίωσιν”, αντιλαμβάνονται τα ίδια ακριβώς πράγματα. Η μεγάλη διαφορά είναι ο περιβάλλον χώρος. Ο αναρχικός, ο κομμουνιστής παλαιότερα, θα δρούσε, θα φώναζε υπέρ της ιδεολογίας του, είτε είχε δίκιο είτε άδικο και μετά θα χανόταν στη γλυκιά ανωνυμία που του εξασφάλιζαν οι μεγάλοι δρόμοι. Ο επαρχιώτης πού θα κρυβόταν; Πριν ακόμα γυρίσει στο σπίτι του, οι δικοί του θα γνώριζαν τα πάντα. Η γνώση βέβαια είναι καλή κι όταν υπάρχει και γνώση του ατόμου δεν υπάρχει πρόβλημα. Όλα αυτά όμως γίνονται αρνητικά, όταν δε μεταφέρεται γνώση, αλλά κρίση. “Ο γιος σου ήταν χθες στην τάδε πορεία και ξέρεις τι σημαίνει αυτό;”. Η μητέρα ή ο πατέρας, άνθρωποι είναι φοβούνται και συμβουλεύουν: “...γιατί παιδί μου; Κάνε υπομονή.. θα δεις ότι είναι αδύνατον αυτό που ζητάς”. “Πρέπει να διακόψουμε τις σχέσεις μας, γιατί ο πατέρας μου έμαθε στην εκκλησία ότι όσοι ήταν στην τάδε διαδήλωση ήταν ναρκομανείς ή ανώμαλοι”.

Οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων κατηγορούν τους επαρχιώτες για έλλειψη γενναιότητας, που είναι απαραίτητη για την αλλαγή της κοινωνίας. Όμως τι ακριβώς είναι η γενναιότητα; Ποιος είναι γενναίος; Είναι γενναίος αυτός, που πέφτει μπροστά στα τανκς, όταν βρίσκεται σε κατάσταση παροξυσμού και δε λειτουργεί βάση λογικής; ή αυτός, που παίρνει θέση στην επαρχία και λιώνει μέρα με την ημέρα, μέχρι να πεθάνει. Είναι γενναίος αυτός, που μισή ώρα μετά από το οποιοδήποτε τόλμημα, γυρνά στο ασφαλές περιβάλλον του ή αυτός, που βλέπει ότι οι φίλοι του τον φοβούνται κι απομακρύνονται απ
αυτόν; Ύψιστη γενναιότητα δεν είναι αυτό, που λέει ο Χριστός για τη φιλία; Ο φίλος θυσιάζεται για το φίλο. Ποιος ήρωας και ποιου πολέμου είναι γενναίος όσο ένας άνθρωπος, που απομακρύνει από τον εαυτό του φίλους του για να τους προστατέψει; Ποιος γνωρίζει αυτούς τους επαρχιώτες, που υπήρξαν και η ζωή τους ήταν ένα μεγάλο βασανιστήριο; Ο κόσμος γνωρίζει τους άθλιους κλέφτες, τους ευεργέτες, όπως λέει ο Χριστός. Όλα κατευθύνονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να επιβιώσει ο ελεύθερος άνθρωπος στην κοινωνία τύπου Βαβυλώνας της επαρχίας. Όλα αυτά τα δεδομένα, οδηγούν στην αφαίμαξη της επαρχίας από τους δυνατούς, σ όλους τους τομείς, ανθρώπους.

Ο άνθρωπος, όταν βλέπει ότι οι ιδέες του τον σκοτώνουν, μετακινείται κι αυτή η μετακίνηση τον ωθεί προς στα μεγάλα κέντρα. Αυτό είναι επιθυμητό από το σύστημα, γιατί σ
αυτά τα κέντρα εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους με τον καλύτερο τρόπο και προπαντός ανώδυνα. Για να λειτουργήσει το σύστημα χρειάζεται επαρχία απόλυτα ελεγχόμενη, που να δουλεύει, να φορολογείται και να μη διαμαρτύρεται, ενώ στο κέντρο αλλάζουν οι απαιτήσεις της από τους ανθρώπους. Οι δούλοι του συστήματος, που βρίσκονται ψηλά στην ιεραρχία, χρειάζονται τον κόσμο σε κάθε περίπτωση. Μέσα απ αυτόν τον κόσμο δημιουργούν την επιθυμητή πορνεία και μέσα σ αυτόν τον κόσμο κρύβουν τις δικές τους μοιχείες και πορνείες.

Μία κεντρική εξουσία σ
επαρχιακή πόλη, είναι ασήμαντο δέλεαρ γι  αυτούς τους άθλιους πόρνους. Πώς θα διασκεδάσουν διατηρώντας τα εξωτερικά επιθυμητά χαρακτηριστικά; Δεν υπάρχουν τα μεγάλα ξενοδοχεία ούτε οι τεράστιοι ουρανοξύστες, για ν αποφύγουν τις αποκαλύψεις. Δεν υπάρχουν οι χώροι στους οποίους ο πλούτος έχει ιδιαίτερο νόημα. Όταν μαζί μ όλα αυτά, συνδυάσει κάποιος και την ερωτική σχεδόν σχέση εξουσίας και διαφθοράς, βλέπει ότι απαιτείται κάποιο περιβάλλον, για να εξασφαλίσει στον κλέφτη υπάλληλο συνθήκες εμφάνισης του πλούτου, που προέρχεται από τη διαφθορά. Ένας υπάλληλος στην επαρχία είναι αδύνατο να μην προκαλέσει την προσοχή των ανθρώπων, όταν εμφανίζει πλούτο ανεξήγητο. Αυτή η αγεφύρωτη διαφορά ανάμεσα στην επαρχία και τα μεγάλα αστικά κέντρα, εξηγεί τους αργούς ρυθμούς με τους οποίους προχωρά η κοινωνία.

Εδώ θα μπορούσε κάποιος ν
αναρωτηθεί και ν απορήσει γιατί, εφόσον στα αστικά κέντρα υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, δεν υπήρξαν οι θεωρίες, που θα οδηγήσουν τον κόσμο προς τα εμπρός. Όλοι δεχόμαστε ότι αυτοί οι άνθρωποι παράγουν, αλλά γιατί αυτή η παραγωγή δεν είναι η καλύτερη; Εδώ τα πράγματα είναι απλά κι αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα που δημιουργεί η μοιχεία κι είναι η αιτία όλων των δεινών, είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό μόνο στην επαρχία, όπου είναι δύσκολη η οποιαδήποτε επέμβαση. Το σύστημα συγκεντρώσει την εξουσία στα αστικά κέντρα κι έτσι την απομονώνει ουσιαστικά από τη γενεσιουργό αιτία της. Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι να παρουσιάζεται η μοιχεία αποκλειστικά ως αίτιο της μιζέριας και της καθυστέρησης της επαρχίας. Ο άνθρωπος δε μπορεί να συνδέσει αυτές τις παραμέτρους μεταξύ τους και άρα, όταν μετακινείται στο αστικό κέντρο, αλλάζει οπτική γωνία και χάνει τα κύρια δεδομένα. Δε μπορεί να καταλάβει ότι, επειδή η επαρχία βρίσκεται σ αυτήν την κατάσταση, υπάρχουν τα αστικά κέντρα κι οι εξουσίες τους. Μετακινείται προς το αστικό κέντρο, αποσυνδέεται από τη μιζέρια κι αναζητά λύση με βάση τα νέα δεδομένα, που είναι δευτερογενή και σύνθετα.

Οι επαρχιώτες, που εισρέουν σ
αυτά τα μεγάλα κέντρα ξεχνούν τις συνθήκες, που τους ώθησαν σ αυτήν την μετακίνηση. Γνωρίζουν τον έρωτα, εφόσον οι συνθήκες είναι πιο εύκολες, κι από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, έστω κι αν οδηγηθούν στη μοιχεία, υπάρχουν χιλιάδες επιλογές, που δεν αφήνουν τον άνθρωπο να θεωρεί τον εαυτό του παγιδευμένο, όπως στην επαρχία. Όταν αυτός ο άνθρωπος είναι εργάτης και βλέπει τα προβλήματα του μ αυτήν την ιδιότητα, χάνει το μεγαλύτερο μέρος των δεδομένων. Δε σκέφτεται ως άνθρωπος που γεννιέται σε συνθήκες, που είναι αρνητικές γι  αυτόν. Δε βλέπει ότι θνητοί άνθρωποι αδικούν θνητούς ανθρώπους, ώστε να καταλάβει γιατί μπορεί να συμβαίνει αυτό. Αυτός βλέπει τα πράγματα ως μία πάλη τάξεων. Ο εργάτης εναντίον του βιομηχάνου και το αντίστροφο. Ακόμα και να θέλει ν αντλήσει πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη, είναι δύσκολο να τις αξιοποιήσει. Σε τι μπορεί να τον ωφελήσει η περίπτωση της μοιχαλίδας; Γιατί να στρέψει και το άλλο μάγουλο στο βασανιστή, την ώρα που δεν αντέχει τα χτυπήματα που δέχεται το ένα πίσω από το άλλο; Όλα αυτά είναι επιθυμητά από το σύστημα, γιατί μ αυτόν τον τρόπο υποτιμάται ο Λόγος του Χριστού. Αυτοί γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν και το κάνουν, οι άλλοι, που τους παλεύουν, πέφτουν θύματα των σχετικών γνώσεων τους.

Ο Χριστός όλα αυτά τα γνωρίζει. (Ματθ. 5.39-5.40)  "αλλ' όστις σε ραπίσει επί τη δεξιάν σου σιαγόνα, στρέψων αυτώ και την άλλην. και τω θέλοντί σοι κριθήναι και τον χιτώνα σου λαβείν, άφες αυτώ και το ιμάτιον. και όστις σε αγγαρεύσει μίλιον εν, ύπαγε μετ' αυτού δύο. τω αιτούντι σε δίδου και τον θέλοντα από σου δανείσασθαι μη αποστραφής." (αλλ' όποιος σέ κτυπήση εις τό δεξί σαγόνι, νά τού στρέψης καί τό άλλο. Καί εις εκείνον πού θέλει νά σέ πάη στό δικαστήριον καί νά πάρη τό υποκάμισό σου άφησέ του καί τό επανωφόρι. Καί όποιος σού επιβάλλει αγγαρείαν ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο. Δίνε εις όποιον σού ζητεί καί εις εκείνον, πού θελει νά δανεισθή από σέ, μή αρνηθής.) . Όλα αυτά τ
αναφέρει ο Χριστός, για να δώσει στον άνθρωπο τη δύναμη ν  αμυνθεί χωρίς φθορά. Ο Ίδιος ο Χριστός δεν ήταν σε καμία περίπτωση ένας άνθρωπος, που θα τα έκανε όλα αυτά. Όμως από τη στιγμή, που Αυτός προκαλεί τα ιστορικά γεγονότα και δίνει δύναμη στο σύστημα, προσπαθεί να προστατεύσει τους ανθρώπους. Ο Ίδιος βάδιζε προς τη Θυσία κι αυτή ήταν η αποστολή Του. Όταν όμως τα σκάνδαλα γεννιούνται απ  Αυτόν, έχει υποχρέωση να υποδείξει στους ανθρώπους την καλύτερη λύση. Ο άνθρωπος, και ιδιαίτερα αυτός της επαρχίας, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση ν αντισταθεί, εφόσον δεν είχε καμία πιθανότητα να επιβιώσει. Αυτός, που συστηματικά χτυπά το σαγόνι του ανθρώπου, χωρίς ούτε καν να κρατά τα προσχήματα, είναι η εκκλησία κι οι εξουσίες που στηρίζονται πάνω της. Μόνον η εξουσία έχει τη δυνατότητα να ζητήσει το ιμάτιον του ανθρώπου, να τον πάει στα δικαστήρια και να τον βάλει σε αγγαρεία.

Αντίθετα οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων, είχαν τη δυνατότητα ν
αντισταθούν κι εξαιτίας αυτής της δυνατότητας να παράγουν. Όλες οι μεγάλες θεωρίες των ανθρώπων προέρχονται από τους ανθρώπους αυτών των πόλεων, που μπορούν, έστω και δύσκολα, να βρίσκονται σε κατάσταση καλής ψυχικής υγείας. Σ αυτούς τους ανθρώπους απευθύνεται ο Χριστός, όταν λέει: (Ματθ. 7.6-7.7) "Μη δώτε το άγιον τοις κυσί μήδε βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αυτούς εν τοις ποσίν αυτών και στραφέντες ρήξωσιν υμάς." (Μή δίνετε τό άγιον εις τά σκυλιά καί μή ρίχνετε εμπρός εις τους χοίρους τά μαργαριτάρια σας, μή τυχόν τά καταπατήσουν μέ τά πόδια τους καί έπειτα στραφούν καί σάς ξεσχίσουν.). Λόγω αποστολής, ο Χριστός δείχνει την άποψη Του που ένας άνθρωπος με τη φαντασία του, μπορεί ν αντιληφθεί. Η παραπάνω άποψη αποκαλύπτεται μέσω των αριθμών, αν στη θέση του “μαργαρίτη”, που είναι ο αριθμός 50, μπουν οι λέξεις “θησαυρός”, “κλάδος ελαίας”, “αγαθή μερίδα”, “πνεύμα ζωής”, ενώ στη θέση των “χοίρων”, οι λέξεις, “εθνικοί”, “σταυρωτές κατήγοροι”, “άπιστοι”. Μ  αυτά τα δεδομένα οποιαδήποτε θεωρία ή γνώση, που παράγεται από τους ανθρώπους για τους ανθρώπους, είναι επικίνδυνο να δίνεται στους εθνικούς, γιατί αυτή η θεωρία τούς δίνει τη δυνατότητα ν ασκήσουν εξουσία.

Αν η θεωρία του Μαρξ ήταν ένας θησαυρός για τους ανθρώπους, οι εθνικοί την εκμεταλλεύτηκαν για ν
ασκήσουν εξουσία, αδιαφορώντας για τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Αν ο Στάλιν δεν ήταν εθνικός, ποιος άλλος θα μπορούσε να ήταν; Κι όμως, αυτός ο δολοφόνος στήριζε την εξουσία του και την αθλιότητα του επάνω σε μία θεωρία-θησαυρό για τους ανθρώπους. Αυτός ο άθλιος, μετέτρεψε το θησαυρό σε οστέα νεκρών κι ο Λόγος του Χριστού μας παραπέμπει στους υποκριτές, Θησαυρός = Οστέα νεκρών = Υποκριτής = Πολιτικός = 50.

Οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων είναι αυτοί που παρήγαγαν το σύνολο της γνώσης, που προέρχεται από τους ανθρώπους. Όταν λέμε “άνθρωποι των μεγαλουπόλεων”, δεν εννοούμε αυτούς, που γεννήθηκαν εκεί, αλλά αυτούς, που εξασφάλισαν εκεί την ψυχική υγεία, που απαιτείται για τη δημιουργία. Οι φιλόσοφοι όλου του κόσμου αργά η γρήγορα κατευθύνονται προς τις μεγάλες πόλεις, γιατί δεν μπορούν να νικήσουν τη νοοτροπία της επαρχίας, που υπηρετεί τυφλά το σύστημα. Όταν ο Χριστός λέει ότι: (Ματθ. 13.57-13.58) "ουκ έστι προφήτης άτιμος ει μη εν τη πατρίδι αυτού και εν τη οικία αυτού." (Δέν υπάρχει προφήτης περιφρονημένος παρά εις τήν πατρίδα του καί εις τό σπίτι του.), αναφέρεται στην επαρχία. Η ταύτιση της ιδιαίτερης πατρίδας με την οικία γίνεται μόνον, όταν υπάρχει γνώση. Η οικογένεια και το περιβάλλον έχουν αυτήν τη γνώση μόνο στην επαρχία.


Ένας άνθρωπος από τη στιγμή που ωριμάσει, είναι όμοιος με το Θεό κι αυτή η ομοιότητα έχει σχέση και με το Λόγο Του. Όταν αυτός ο άνθρωπος έχει λόγο όμοιο μ
αυτόν του Θεού, οι υπόλοιποι πρεσβύτεροι, που απειλούνται, γίνονται επικίνδυνοι. Ο Θεός είναι η Σοφία και τη Σοφία δεν τη δίνει στους ανθρώπους με το μέτρο. Όταν το σύστημα προβάλλει δούλους του ως σοφούς, επειδή έτσι λειτουργεί, αυτοί οι άθλιοι ψευδοσοφοί θίγονται, επειδή φαίνονται οι αδυναμίες τους. Ο δούλος είναι πάντα δούλος, όσες γνώσεις κι αν έχει. Ο ελεύθερος δε γίνεται ποτέ δούλος λόγω σοφίας, έστω κι αν υστερεί σε γνώσεις. Ακριβώς επειδή στην επαρχία το σύστημα λειτουργεί με προβολή προτύπων κι ο ένας έχει γνώση της ταυτότητας του άλλου, δικαιολογείται ο Λόγος του Χριστού. Αυτή η γνώση είναι, που κάνει τους υποκριτές να εκπλήσσονται και να λένε: "πόθεν τούτο η σοφία αυτή και αι δυνάμεις; ουχ ούτος εστίν ο του τέκτονος υιός; ουχί η μήτηρ αυτού λέγεται Μαριάμ;" (από  πού τού ήλθε αυτή η σοφία καί αι θαυματουργικαί δυνάμεις; Δέν είναι αυτός ο υιός τού ξυλουργού; Δέν ονομάζεται η μητέρα του Μαριάμ;). Ο δούλος δεν μπορεί να καταλάβει ότι ο γιος του εργάτη, ο γιος του φτωχού και χωρίς αξίωμα ανθρώπου, μπορεί να έχει σοφία όμοια με του Θεού. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι η Σοφία είναι δώρο από το Θεό και δίνεται σ αυτούς που τη ζητούν. Σοφία = Δώρον = Θεός = 28.

Ο άνθρωπος της μεγαλούπολης δεν έχει αυτό  το πρόβλημα, γιατί οι ανώφελες γνώσεις εξανεμίζονται. Αν είναι εργάτης και μιλά σε εργάτες, έχει σημασία αυτό που λέει και όχι το ποιος είναι, εφόσον δεν το γνωρίζει κανένας. Σε μία μεγαλούπολη μπορεί ένας ήρωας των αναρχικών, να είναι ένας πλούσιος νέος και κανένας να μην το γνωρίζει. Στην επαρχία αυτός ο νέος, εφόσον είναι γνωστός, βρίσκει μπροστά του την άρνηση, τη δυσπιστία κι είναι ανεπιθύμητος.


Με δεδομένες όλες αυτές τις διαφορές μεταξύ επαρχίας και κέντρου, εύκολα αντιλαμβανόμαστε, γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά κι ο προβληματισμός μας φτάνει σ
ένα  άλλο σημείο. Ποιο είναι το φυσικό περιβάλλον του ανθρώπου; Ποιο είναι το περιβάλλον, που έχει προετοιμαστεί από το Θεό για τους ανθρώπους της Θέωσης; Το σύνολο των παραπάνω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μεγάλες πόλεις εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες για  τους ανθρώπους κι εύκολα θα έλεγε κάποιος  ότι οι άνθρωποι έχουν προετοιμαστεί γι αυτές τις συνθήκες. Όμως ο Χριστός λέει ότι ο άνθρωπος πρέπει ν αγαπάει τον πλησίον του ως εαυτόν κι επίσης λέει ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από τη φιλία. Μ αυτόν τον τρόπο, έμμεσα αλλά σαφή, προσδιορίζει και το περιβάλλον του ανθρώπου. Ο άνθρωπος μπορεί ν  αγαπάει τον άνθρωπο, αλλά μπορεί και να τον μισήσει. Αγαπάει όμως τους ανθρώπους που γνωρίζει. Έτσι όπως παρουσιάζεται η θεωρία του Χριστού απ αυτούς που την εκμεταλλεύονται, φαντάζει ως θεωρία υπερβολής. “Αγάπα τον πλησίον σου” λέει ο Χριστός, αλλά ο άνθρωπος, που ζει σ έναν ουρανοξύστη, που φιλοξενεί χιλιάδες ανθρώπους, δεν μπορεί να το αντιληφθεί. Όταν άπειροι άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, μπαίνουν και βγαίνουν από την ίδια πόρτα, φυσικό είναι να μην αγαπά ο ένας τον άλλο, εφόσον δε γνωρίζονται. Όμως το σύνολο της θεωρίας του Χριστού είναι πιο κατανοητό για τους ανθρώπους της επαρχίας. Για τον άνθρωπο της επαρχίας ο πλησίον είναι ο αδερφός, οι γονείς, οι φίλοι και γενικά άτομα που γνωρίζει. Όμως στην επαρχία η θεωρία δε λειτουργεί, γιατί ο ένας κρίνει τον άλλο, ενώ στη μεγαλούπολη, είναι αδύνατο ν αγαπήσει κάποιος τον πλησίον που δε γνωρίζει. Ο άνθρωπος ζει ιδανικά μόνον, όταν στην κατάσταση της επαρχίας, από την άποψη συγκέντρωσης πληθυσμού, βιώνει συνθήκες μεγαλούπολης. Ο Θεός δημιούργησε μία τέλεια φύση, για να την απολαμβάνει ο άνθρωπος και να χαίρεται. Η μεγαλούπολη είναι δημιούργημα κλεφτών κι απατεώνων. Το δε περιβάλλον το δημιουργούν οι οικοπεδοφάγοι δούλοι του συστήματος.

Όταν μελετούσαμε την επαρχία, είδαμε ότι αυτό, που εξοντώνει τον άνθρωπο είναι η έλλειψη δυνατότητας αυτοδιάθεσης κι επιλογών. Όλα αυτά ισχύουν για τον άνθρωπο της μεγαλούπολης; Ο άνθρωπος της μεγαλούπολης έχει ευκαιρίες να ζήσει τον έρωτα κι όταν η μοιχεία τον βασανίζει, μπορεί να λυτρωθεί εύκολα. Όμως η καταδίκη ισχύει και γι
 αυτόν κι αυτό πάλι εξαιτίας του συστήματος. Ο άνθρωπος γεύεται πολλά πράγματα, αλλά βασανίζεται, γιατί βλέπει την αδικία σ όλο της το μεγαλείο. Ο “πονηρός οφθαλμός” στη μεγαλούπολη βασανίζει περισσότερο τον άνθρωπο. Ο πλούτος, που είναι συγκεντρωμένος εκεί, δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να βλέπουν καθαρά τα συμβαίνοντα.  Ο επαρχιώτης πρέπει να είναι ευαίσθητος, για να καταλάβει ότι η γειτόνισσα είναι μία πόρνη, που επιδιώκει να καλοπαντρευτεί.

Ο άνθρωπος της μεγαλούπολης βλέπει αυτό το πράγμα φανερά και βασανίζεται. Βλέπει ότι το αφεντικό του, που είναι γέρος και παντρεμένος, έχει τη δυνατότητα ν
απολαμβάνει το σαρκικό έρωτα της πανέμορφης  γραμματέως του. Βλέπει ότι ο συμμαθητής του, που είναι πλούσιος, αλλάζει τις γυναίκες πολύ γρήγορα, ενώ αυτός για μία απ  αυτές θα έδινε και τη ζωή του. Βλέπει επίσης, ότι υπάρχουν πόρτες ανοιχτές μόνο για “εκλεκτούς”, μόνο για ανθρώπους, που έχουν λεφτά και μπορούν να πληρώσουν. Στέκεται στην πόρτα ενός μαγαζιού που δεν του επιτρέπουν να περάσει, την ίδια ώρα που περνούν οι πλούσιοι και οι φτωχές πόρνες που ψάχνουν γαμπρό. Όλα αυτά ισχύουν από το καιρό της Βαβυλώνας. Όλα αυτά είναι, που ωθούν τον άνθρωπο στην αναζήτηση του πλούτου και της δόξας, που ανοίγουν τις κλειστές πόρτες. Στην επαρχία, είτε είναι κάποιος πλούσιος είτε φτωχός, τα ίδια πράγματα θα κάνει. Οι φτωχοί νέοι αναμειγνύονται με τους πλούσιους πολύ εύκολα και το φαινόμενο της πορνείας μειώνεται. Η μεγάλη πόλη θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μία όμορφη πόρνη, που χορεύει στους ρυθμούς των διασήμων της, αλλά φλερτάρει μ όλους. Αυτό το φλερτ σπρώχνει τους νέους προς τη θυσία. Αγωνίζονται μέρα-νύχτα για να γίνουν διάσημοι και πλούσιοι, αλλά ξεχνούν ότι είναι θνητοί. Ακόμα κι όταν πετύχουν τους στόχους τους, βασανίζονται. Ο πιο διάσημος άνθρωπος μίας πόλης, που θυσιάστηκε γι αυτό, βλέπει ότι η πόρνη χορεύει μαζί του, αλλά δεν τον θέλει, γιατί είναι γέρος. Είναι σαν να τον αποκαλεί βλάκα δείχνοντας έρωτα για τους νέους.

Όλοι αυτοί, που με θυσίες κατάφεραν να γίνουν σημαντικοί, είναι αδύνατο να επιτρέψουν στους νέους να γευτούν οτιδήποτε. Η κατάρα της μεγαλούπολης είναι η δυνατότητα της να δίνει παράταση σ
αυτούς, που βρίσκονται στο στάδιο της θυσίας και μ αυτόν τον τρόπο να τους βυθίζει όλο και πιο μέσα στο βούρκο της αμαρτίας. Ένας άνθρωπος σε μία μεγαλούπολη βλέποντας τις ανισότητες, που είναι κυρίαρχο φαινόμενο, αγωνίζεται να τις καλύψει. Στην επαρχία, όταν τα χρόνια του ανθρώπου περνούν, αγχώνεται γρήγορα και μ αυτόν τον τρόπο σταματά νέος τη θυσία κι αναζητά τον έρωτα, εφόσον περιορίζονται οι επιλογές. Στη μεγαλούπολη ο άνθρωπος, που κερδίζει υλικό πλούτο λόγω της τεράστιας πορνείας, βλέπει ότι υπάρχουν πάντα τα περιθώρια και δε σταματά.

Στο στάδιο της θυσίας συμβαίνει ο χρόνος να περνά, χωρίς ο άνθρωπος να τον ακολουθεί και μ
αυτόν τον τρόπο να περνά τις διάφορες φάσεις της ζωής του έτσι, ώστε όταν γεράσει, να έχει ζήσει πλήρως τη ζωή του και να μη φοβάται το θάνατο. Όταν ο άνθρωπος ζει σε κατάσταση θυσίας, το μυαλό του μένει στην ηλικία που ξεκίνησε τη θυσία, ενώ το σώμα του γερνά. Είναι νέος, θέλει και πλούτη και δόξα, για ν απολαύσει το σύνολο όσων του χαρίζουν αυτά τα εφόδια. Καθώς δουλεύει μέρα και νύχτα, ο άνθρωπος αυτός γερνά και δε γνωρίζει, πού πρέπει να σταματήσει. Η μεγαλούπολη εξαφανίζει από τα μάτια του την πραγματικότητα και το λίγο ακόμα, γίνεται το σύνολο της ζωής. Όμως αυτός ο άνθρωπος, που έχει την ηλικία και το σώμα των πρεσβυτέρων, είναι ακόμα στη νεότητα του, εφόσον η ψυχή δε γερνά και διψά για ό,τι στερήθηκε. Η  ψυχή αυτού του ανθρώπου είναι ακόμα στην ηλικία των αποφάσεων σχετικά με τη θυσία. Ο θάνατος γι αυτόν είναι όλεθρος  και όχι η φυσική κατάληξη του θνητού ανθρώπου.

Αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν στις μεγαλουπόλεις κι επειδή το μόνο που τους ευχαριστεί είναι η πορνεία, μόνο σ
αυτές μπορούν να επιβιώσουν. Ένας αυτοδημιούργητος μεγιστάνας σιχαίνεται την επαρχία, επειδή, λόγω του κλειστού κύκλου, η πορνεία είναι περιορισμένη. Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο παρατηρείται μετακίνηση πλουσίων της επαρχίας, προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Η εκκλησία που στηρίζει την εξουσία, όλα αυτά τα γνωρίζει. Τους ανυπάκουους ανθρώπους των μεγαλουπόλεων τους μισεί, αλλά τους θεωρεί αναγκαίο κακό. Αν ήθελε, μπορούσε ν αποτρέψει τη δημιουργία τέτοιων κέντρων, αλλά είναι αδύνατο να υπάρξει σύστημα χωρίς αυτά. Οι δούλοι έχουν ανάγκες και μόνον εκεί μπορούν να τις καλύψουν, χωρίς να δημιουργήσουν άσχημες εντυπώσεις στην επαρχία, που είναι η δύναμη της. Για τον επαρχιώτη ο αρχηγός του κράτους, ο καθηγητής του πανεπιστημίου κι όλα τα πρότυπα, είναι άριστοι οικογενειάρχες, που πηγαίνουν στην εκκλησία κι αγωνιούν για την ευημερία και το μέλλον του λαού. Όλα αυτά μεταφέρονται κι υιοθετούνται από τον κόσμο, λόγω έλλειψης δυνατότητας ελέγχου. Ένας επαρχιώτης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φανταστεί ότι ένας καθηγητής πανεπιστημίου περνά στο μάθημα του μία φοιτήτρια, που είναι διατεθειμένη να κοιμηθεί μαζί του. Ένας επαρχιώτης Αμερικανός, ήταν αδύνατο να φανταστεί ότι ο μέγας τιμωρός και άμεμπτος Hoover φορούσε γυναικεία ρούχα και συστηνόταν ως Μαίρη. Η εκκλησία τα γνωρίζει αυτά, εφόσον και μέλη της βρίσκονται στην ίδια κατάσταση. Ο επαρχιώτης, που πληροφορείται τα συμβαίνοντα από τα κέντρα του συστήματος, έχει την παραμυθένια εντύπωση ότι ο όμορφος πρίγκιπας ερωτεύεται και παντρεύεται την επίσης όμορφη πριγκίπισσα. Τα λεγόμενα ροζ σκάνδαλα είναι αυτά που το σύστημα τρέμει κι είναι ικανά να ρίξουν στην αφάνεια και τον πιο σημαντικό άνθρωπό του.

Η λογική του συστήματος είναι να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, φτάνει να μην αποκαλυφθεί. Από τη στιγμή της αποκάλυψης, ο δούλος μένει απροστάτευτος και το τέλος του είναι δεδομένο. Η υποκρισία όλων των δούλων φαίνεται στο γεγονός ότι, ενώ συναναστρέφονται μεταξύ τους και στους ίδιους χώρους, ποτέ δεν αποκαλύπτει ο ένας τον άλλο. Οι σποραδικές αποκαλύψεις γίνονται από ανθρώπους εκτός συστήματος. Μεταξύ τους υπάρχει ένα είδος fairplay, μπορούν να είναι αντίπαλοι και ν
 αλληλοβρίζονται, αλλά μερικά θέματα δεν τ αγγίζουν. Οι μισθοί και το σεξ είναι δύο απ αυτά. Σ αυτούς αναφέρεται ο Πέτρος: (Πέτρ. Β' 2.13-2.14) "σπίλοι και μώμοι, εντρυφώντες εν ταις απάταις αυτών συνευωχούμενοι υμίν, οφθαλμούς έχοντες μεστούς μοιχαλίδος και ακαταπαύστους αμαρτίας" (κηλίδες καί μολύσματα, απολαμβάνοντες τήν διαφθοράν των, όταν συντρώγουν μαζί σας.. έχουν μάτια γεμάτα μοιχείαν καί αχόρταγα δι' αμαρτίαν,) . Ο Πέτρος έχει δίκιο, αλλά δεν μπορεί να μιλά για μία παρέα νέων, που είναι ερωτευμένοι κι απολαμβάνουν τον έρωτα και τη φιλία. Αυτό μπορεί να συμβαίνει σε παντρεμένα ζευγάρια στα οποία οι μοιχοί κοιτούν αχόρταγα τις γυναίκες των άλλων. Όμως αυτό που είναι το πιο περίεργο κι ανεξήγητο, είναι από πού προέρχεται η γνώση του Πέτρου.

Ο Πέτρος τα γνωρίζει όλα αυτά, γιατί κι αυτός είναι πρεσβύτερος κι όμοιος μ
αυτούς. Κανένας δεν μπορεί να περιγράψει επαρκώς τον πόνο, αν δεν πονάει. Ο Πέτρος στο σημείο αυτό κρίνει τους ανθρώπους με τη λογική του κονταριού και της ακίδας. Απόλυτα όμοιοι μ  αυτόν είναι κι οι ιερείς της υποχρεωτικής αγαμίας, που κρίνουν με δύο μέτρα και δύο σταθμά τους ανθρώπους της επαρχίας και των αστικών κέντρων. Ο ιερέας γνωρίζει σε κάθε περίπτωση το ποιόν και τη φιλοσοφία από του βασιλιά-ευεργέτη στην κορυφή ως του αρχηγού πατέρα, λόγω μοιχείας, στη βάση. Όμως ποτέ αυτή η γνώση δεν οδηγεί στην κρίση, γιατί μ αυτόν τον τρόπο αποδιαρθρώνεται η δομή του συστήματος. Όμως με την έλλειψη κρίσης ανοίγει ο δρόμος των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων. Όταν σ ένα χώρο αυτά τα προβλήματα, που είναι προϊόντα της αδικίας και του ψεύδους, φτάσουν σ  οριακά επίπεδα, η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου. Η μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού και συνεπώς η έλλειψη επαφής και γνώσης μεταξύ των ανθρώπων, δημιουργούν τις προϋποθέσεις γι αυτό που ονομάζουμε εγκληματικότητα. Ο απελπισμένος φτωχός, όταν δει ότι το περιβάλλον του δεν τον γνωρίζει και φυσικά δεν τον ελέγχει, εύκολα παίρνει επικίνδυνες αποφάσεις. Ο κλέφτης, ο ληστής, που, για να φτάσει στο στόχο του, δε διστάζει ακόμα και να σκοτώσει, δεν είναι πλασμένος εγκληματίας. Το σύστημα τον κάνει εγκληματία, επειδή του στερεί τις διεξόδους. Όταν η δουλειά δεν εξασφαλίζει ούτε την ίδια την επιβίωση και η πρόκληση από μέρους των εκλεκτών του πλούτου ξεπεράσει τις αντοχές του ανθρώπου, η ευφυΐα του τον οδηγεί στην εύρεση άλλων λύσεων.

Back to content | Back to main menu