Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Όλοι αυτοί, που διαπράττουν αυτού του είδους τα εγκλήματα, είναι στην πλειοψηφία τους φτωχοί και με χαμηλά όρια αντοχής. Τα όρια αυτά είναι για τον κάθε άνθρωπο διαφορετικά κι αυξάνονται ή μειώνονται ανάλογα με την παιδεία και τη φιλοσοφία, που προκύπτει απ αυτήν την παιδεία. Απ αυτήν τη φιλοσοφία εξαρτάται η άποψη για τη ζωή, είτε πρόκειται για την ίδια του τη ζωή είτε γι αυτήν των άλλων. Ένας άνθρωπος, που αγαπά τη ζωή, δε σκοτώνει εύκολα, γιατί φοβάται να βρεθεί σε συνθήκες από τις οποίες μπορεί να χάσει τη δική του. Όμως ένας άνθρωπος, που δεν έχει παιδεία, ώστε τον οδηγεί σε μία υγιή άποψη για τη ζωή και συνδέει τη ζωή μόνο με τον οικονομικό παράγοντα, είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να εγκληματήσει.

Μ
όλα αυτά στο νου θα έλεγε κάποιος ότι οι εχθροί του συστήματος είναι οι εγκληματίες, που απειλούν τους εκλεκτούς του. Αυτό είναι λάθος, γιατί αυτοί είναι οι καλύτεροι φίλοι του. Αυτοί στηρίζουν το σύστημα και τις πρακτικές του. Το σύστημα δεν έχει σε καμία περίπτωση ανάγκη τους ανθρώπους του ως πρόσωπα, παρά μόνον τα αξιώματα. Δεν ενδιαφέρεται για το ποιος είναι ο Πάπας ή ο Πατριάρχης ή ο βασιλιάς. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η ύπαρξη δομής, που το διατηρεί, ενώ τα πρόσωπα εναλλάσσονται. Όλοι αυτοί οι τυχοδιώκτες δημιουργούν συγκεκριμένους  εχθρούς στο σύνολο της κοινωνίας. Ο κλέφτης έχει περισσότερες πιθανότητες να κλέψει ένα φτωχό ή ένα λίγο πλούσιο, παρά έναν πραγματικά ισχυρό άνθρωπο. Το σύστημα μ  αυτόν τον τρόπο παίρνει την ευκαιρία και φτιάχνει, όμοια στη μορφή μ αυτό, συστήματα καταστολής κι αστυνόμευσης. Οι φτωχοί κλέφτες μ αυτόν τον τρόπο, στερούν από τους εαυτούς τους και από τους υπόλοιπους όμοιους τους, τη δυνατότητα να ζήσουν σ έναν κόσμο πραγματικά δίκαιο. Με τη δημιουργία αυτών των υποσυστημάτων το σύστημα καταφέρνει να προστατεύει πραγματικά τους εκμεταλλευτές και  τους φαύλους και να βάζει τον ίδιο το φτωχό να πληρώνει μέσω της φορολογίας τους νέους φαύλους των νέων αξιωμάτων, που προκύπτουν. Έτσι, ενώ τα μικροαδικήματα, που αφορούν τους φτωχούς, περνούν απαρατήρητα, αυτοί έχουν παγιωμένη άποψη για τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητα αυτών των υποσυστημάτων.

Όλα αυτά είναι προβλήματα, που αφορούν τις μεγαλουπόλεις και μεταδίδονται στην επαρχία σε ελάχιστο βαθμό. Ένα εκατομμύριο ανθρώπων, διασκορπισμένο στην επαρχία σε μικρές αυτοελεγχόμενες κοινότητες, χρειάζεται ελάχιστη, αν όχι μηδενική αστυνόμευση, ενώ το αντίστοιχο σε αστικό κέντρο απαιτεί πολλές εκατοντάδες ανθρώπων, που ως κύρια απασχόλησή τους θα έχουν την αστυνόμευσή του. Η εκκλησία, με τη στάση της απέναντι στον πλούτο και την εξουσία, δημιουργεί τάσεις για εγκληματικότητα στα χαμηλά στρώματα. Όταν έναν άνθρωπο για τον οποίο δεν ξέρει πού και πώς απέκτησε τον πλούτο, τον αγκαλιάζει, επειδή είναι δωρητής της, είναι σαν να τον προβάλλει ως πρότυπο. Ο νέος της μεγαλούπολης γνωρίζει ότι, αν καταφέρει και γίνει κύριος του πλούτου, έχει ταυτόχρονα την κοινωνική καταξίωση και την ανοχή ως προς την κρίση. Στην επαρχία δεν μπορεί να συμβεί αυτό, γιατί οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους. Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση ένας φτωχός, που έγινε πλούσιος μέσα σε μία νύχτα, να περάσει απαρατήρητος και να μην κριθεί. Υπάρχουν φίλοι, συγγενείς και γείτονες, που γνωρίζουν ακριβώς και τη ζωή του και τις δραστηριότητες του.


Οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων δημιουργούν γνώση κι αυτή η γνώση περνά και στην επαρχία. Όταν αυτοί παγιδευτούν και θεωρήσουν αναγκαίο κακό την αστυνόμευση, είναι αδύνατον η επαρχία να έχει διαφορετική άποψη, έστω κι αν δεν κατανοεί αυτήν την αναγκαιότητα. Έτσι ο επαρχιώτης, που ζει σε μία μικρή πόλη και δεν έχει δει ούτε ακούσει έστω για κάποια μικροκλοπή στα μέρη του, είναι σύμφωνος να πληρώνει την ύπαρξη συστημάτων των οποίων την αναγκαιότητα δεν κατανοεί μέσω  της εμπειρίας του. Μέσω αυτών των υποσυστημάτων το σύστημα καταφέρνει να ελέγχει τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία και να καταστέλλει κάθε προσπάθεια ανατροπής της ιδανικής, γι
αυτό, κατάστασης. Καταφέρνει ευφυώς να κάνει εχθρούς μεταξύ τους ανθρώπους με κοινά προβλήματα και συμφέροντα. Ο φτωχός μισεί το φτωχό και στη μεταξύ τους μάχη εξαντλούν το σύνολο της αγωνιστικής τους δυναμικότητας. Ο πολίτης μισεί το αστυνομικό όργανο που βλέπει και το οποίο δεν είναι παρά η βάση του συστήματος, που παραπέμπει στη χαμηλή υπεραξία και τη φτώχεια. Ο νεαρός αστυνομικός που χτυπά τον απεργό, είναι ελάχιστα πιο ευνοημένος απ αυτόν και το ίδιο βυθισμένος μέσα στη φτώχεια.

Όταν ερμηνεύαμε τα βήματα, διαπιστώσαμε ότι το βήμα της Βαβυλώνας σε σχέση με το τέταρτο βήμα φαίνεται
όπως και είναι απλοϊκό. Το τέταρτο βήμα στο οποίο εμείς ζούμε, έχει μέσα του το στοιχείο της απόλυτης εξουσίας, αλλά με τέτοιον τρόπο που πραγματικά παγιδεύει τον άνθρωπο. Η κοινωνία της Βαβυλώνας δημιουργείται, όταν υπάρχει γνώση κι αυτή η γνώση δε διαχέεται, αλλά μεταδίδεται ελέω πνευματικών δικαιωμάτων στους “εκλεκτούς”. Η απόλυτη κοινωνία της Βαβυλώνας υπήρξε μόνο στο χώρο της Ευρώπης και σημειώθηκε καθ όλη την περίοδο από τον εκχριστιανισμό των Ευρωπαίων μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση. Η Δυτική εκκλησία ευθύνεται για τη Δυτική Ευρώπη και το νέο κόσμο, ενώ η Ορθόδοξη για το σύνολο των χώρων που κατέλαβαν τα σλαβικά φύλα. Λέμε απόλυτη, γιατί οι χριστιανοί έχουν την απόλυτη γνώση για το Θεό, που τους δόθηκε μέσω του Υιού Του και το σύνολο της γνώσης που λεηλάτησαν και μετά έκρυψαν από την Αλεξάνδρεια. Η αυθεντική Βαβυλώνα δεν είχε ποτέ αυτήν τη γνώση, ενώ στο χώρο της, επειδή προηγήθηκε η παρουσία του Αλεξάνδρου που μετέφερε Έλληνες φιλοσόφους στην Ασία, δεν ήταν δυνατό να υπάρξουν συνθήκες αναβίωσης. Η απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργίας της είναι να μην υπάρχουν σε καμία περίπτωση άνθρωποι, που έχουν γνώση κι είναι εκτός συστήματος.

Η απόλυτη Βαβυλώνα που γνώρισαν οι χριστιανοί, είχε δύο κυρίαρχα συστήματα. Το σύστημα της εκκλησίας και το στρατιωτικό σύστημα. Αυτά τα δύο συστήματα είναι τα πιο ισχυρά κι απαραίτητα για οποιαδήποτε μορφή εξουσίας. Είναι και τα δύο χτισμένα όμοια με την κοινωνία που υπηρετούν. Δεν υπάρχει καμίας μορφής δημοκρατία μέσα σ
αυτά και η εξουσία έχει διαβάθμιση απόλυτη. Ο στρατιώτης δεν είναι περίπου ίσος με τον αξιωματικό, αλλά κατώτερος. Ο απλός κληρικός με την ίδια λογική είναι απόλυτα κατώτερος από τον επίσκοπο. Αρχηγός του πρώτου συστήματος και θεωρητικά της χώρας είναι ο βασιλιάς, ενώ της εκκλησίας ο ανώτερος επίσκοπος. Λέμε θεωρητικά, γιατί ο βασιλιάς δεν μπορεί να κυβερνήσει σε καμία περίπτωση μία κοινωνία με σκληρό καθεστώς χωρίς βοήθεια.

Οι βασιλιάδες όλων των εποχών ήταν υποχείρια της εκκλησίας κι αυτό γιατί μ
 αυτόν τον τρόπο η εκκλησία διατηρούσε την απόλυτη εξουσία χωρίς φθορά. Οι συγκρούσεις μεταξύ τους σ αυτές τις συνθήκες ήταν εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο. Η εκκλησία φοβάται σε κάθε περίπτωση τη φθορά, που δημιουργείται μέσα από την ανοιχτή εκμετάλλευση και τους πολέμους. Στο βήμα αυτό η κοινωνία βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση πολεμικής δραστηριότητας. Όταν η εκκλησία θεωρητικά απέχει από τη λήψη αποφάσεων, που έχουν κόστος σε ανθρώπινες ζωές, διασφαλίζει τα συμφέροντα της, εφόσον την ευθύνη φέρει ο βασιλιάς. Ο κόσμος μισεί το βασιλιά και αγνοεί αυτούς, που του δίνουν τη δύναμη. Αυτή η μορφή της κοινωνίας δεν παράγει απολύτως τίποτε, παρά μόνον έχει την τάση να επεκτείνει την ακτίνα της εξουσίας της. Η γνώση, που δίνεται μέσω των καναλιών της, έχει σκοπό να ενισχύσει την εξουσία και όχι να παράγει. Όταν αυτή η γνώση μοιραστεί με το χρόνο σε περισσότερους ανθρώπους από ό,τι μπορεί ν αντέξει ο χώρος, ακολουθεί πόλεμος. Αν είναι νικηφόρος, τα νέα εδάφη καλύπτουν τις ανάγκες αυτών, που ήταν εκτός συστήματος, ενώ αν ο πόλεμος επιφέρει την ήττα, υποτάσσεται η παλιά δομή σε μία άλλη και λόγω της φθοράς σε ανθρώπινο δυναμικό πάλι επέρχεται ισορροπία, εφόσον το σύστημα πάντα σέβεται τους ανθρώπους του συστήματος.

Επειδή όπου εγκαθίσταται το σύστημα δίνει γνώση, συνεπώς δύναμη στην κοινωνία, υπάρχει η τάση κατάκτησης χωρών χωρίς υποδομή συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι
στην ανθρώπινη ιστορία ήταν απόλυτα φυσιολογικό να κινείται το σύστημα με φορά από την Ανατολή προς τη Δύση. Τα συστήματα, που είχαν δημιουργηθεί από τη Δυτική εκκλησία, προτιμούσαν να κάνουν εύκολους επεκτατικούς πολέμους προς τη Δύση, παρά να αναμετρηθούν με την πανίσχυρη τότε Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που εκτεινόταν και σ ένα χώρο ήδη κουρασμένο από τη μακροχρόνια εκμετάλλευση. Μέσα απ αυτές τις συνθήκες δημιουργήθηκε η ανάγκη όταν η Ευρώπη στο σύνολο της εντάχθηκε μέσα στο σύστημα της ανεύρεσης νέων χωρών, όπως η αμερικάνικη ήπειρος. Είχε πια κουραστεί ο άνθρωπος της Ευρώπης από το καθεστώς της εκμετάλλευσης, ενώ η γνώση ήδη είχε αρχίσει να μην ελέγχεται. Η Ιερά Εξέταση είχε ως στόχο να εξοντώσει όλους αυτούς, που για οποιονδήποτε λόγο απέκτησαν γνώση κι απειλούσαν το σύστημα σε μία εποχή οριακή.

Ένα κοινωνικό μοντέλο, από το πιο απλό μέχρι και το πιο σύνθετο, απαιτεί μία συγκεκριμένη οικονομική αντίληψη και φιλοσοφία. Οι οικονομικές θεωρίες, που αναπτύχθηκαν στο χώρο της Δύσης κατά την εποχή της εκκλησιαστικής κυριαρχίας, ήταν στο σύνολο τους παραλλαγές των θεωριών του Αριστοτέλη. Από τη στιγμή που ο Αλέξανδρος έχει ως στόχο την κατάκτηση μίας συμπαγούς δομής, όπως η ασιατική αυτοκρατορία των Περσών, ο Αριστοτέλης δίνει σ
αυτόν μία οικονομική θεωρία, που οδηγεί σε διάδοχη κατάσταση και όχι σε πανανθρώπινη Λύτρωση. Η θεωρία του Αριστοτέλη σε καμία περίπτωση δεν καλύπτει κοινωνίες υψηλού επιπέδου. Η Αθήνα είχε ξεπεράσει προ πολλού τη λογική της δουλείας ως καθεστώς σχέσης μεταξύ πολιτών του αυτού συστήματος. Οι Αθηναίοι στους πολίτες αναγνώριζαν συνθήκες ισότητας, ενώ η δουλεία είχε σχέση με ανθρώπους, που ήταν απαραίτητο στοιχείο της παραγωγής, αλλά που δεν προέρχονταν από τον ίδιο χώρο. Η Αθήνα χρησιμοποιούσε τους δούλους κατά τρόπο όμοιο με τις σύγχρονες μηχανές. Η δημοκρατία λειτουργούσε άψογα για ορισμένο διάστημα,  πλην όμως ο χρόνος που χρειάζεται ένας πολίτης για να ασκήσει τα δικαιώματά του, εξασφαλιζόταν από την εργασία του δούλου.

Αν ο Αλέξανδρος έχτιζε μία αυτοκρατορία άψογη από πλευράς θεσμών, θα έπρεπε να εντάξει το σύνολο των ανθρώπων μέσα σ
 αυτή με την ιδιότητα του πολίτη. Αυτό όμως ήταν αδύνατο λόγω της τεράστιας διαφοράς επιπέδου μεταξύ των λαών του χώρου που κατέλαβε. Αυτήν τη γνώση την είχε ο Αριστοτέλης και γι αυτόν το λόγο συνέστησε στον Αλέξανδρο να μην ακολουθήσει ως φορέας εξουσίας κοινή τακτική απέναντι στο σύνολο των πολιτών του. Διαφορετική συμπεριφορά λοιπόν απέναντι στους Έλληνες απ αυτήν απέναντι στους Ασιάτες, που προέρχονταν από κοινωνίες διαφορετικών μοντέλων. Ο Αριστοτέλης δημιούργησε μ αυτόν τον τρόπο εκείνο το κοινωνικό μοντέλο, που είναι ανίκητο. Οι Έλληνες, γι αυτόν, ήταν το σύνολο των ανθρώπων, που με τη γνώση τους απειλούσαν οποιαδήποτε προσπάθεια για δημιουργία κοινωνίας τύπου Βαβυλώνας. Αυτή η ξεχωριστή μερίδα πολιτών λειτουργεί ως αποσβεστήρας των οποιωνδήποτε τάσεων κι αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο πολίτης, που λόγω γνώσεων ή προσωπικής φιλοσοφίας δε δέχεται  τον αυταρχισμό, εξασφαλίζει για τον εαυτό του και μόνο διαφορετική συμπεριφορά από το σύστημα, εντάσσοντας τον εαυτό του στην κατηγορία των Ελλήνων. Από τη στιγμή που ο Αλέξανδρος έχει τη δυνατότητα αυτής της διπλής αντιμετώπισης, έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει μία αυτοκρατορία που ελέγχεται και παράγει, χωρίς παράλληλα να δημιουργεί συσσώρευση μίσους από μέρους των λαών εξαιτίας της εκμετάλλευσης. Ο κάθε πολίτης ανάλογα με την αξία του σ ένα τέτοιο σύστημα, τοποθετεί τον εαυτό του στην κατηγορία που θέλει. Ο Αριστοτέλης οδηγεί τον Αλέξανδρο μ αυτόν τον τρόπο στη δημιουργία μίας σύνθετης κοινωνίας στην οποία η εξουσία του βασιλιά συνυπάρχει με τις δημοκρατικές ευαισθησίες των πολιτών.

Όμως όλα αυτά τα δεδομένα, που οδηγούν σ
αυτήν την κοινωνία, που είναι προθάλαμος της ιδανικής, εξέλειπαν κατά το Μεσαίωνα της παγκόσμιας εξουσίας της εκκλησίας και όχι μόνον εξέλειπαν, αλλά ο συνεχής έλεγχος εμπόδιζε τη δημιουργία τους. Η εκκλησία δεν επέτρεπε σε καμία περίπτωση τη δημιουργία της ξεχωριστής μερίδας πολιτών, που ορίζονται ως Έλληνες κι έχουν την τάση να την αμφισβητούν. Όλα αυτά συνέβαιναν μέχρι και τη Γαλλική Επανάσταση, την επομένη της οποίας άλλαξε ο Δυτικός κόσμος στο σύνολο του. Η εκκλησία, διατηρώντας τη σύνθεση της κοινωνίας στο επιθυμητό γι αυτή σημείο, είχε την ευχέρεια να χρησιμοποιεί τη θεωρία του Αριστοτέλη χωρίς τη δυνατότητα, από μέρους των πολιτών ανατροπής της. Η θεωρία αυτή εξαρτάται άμεσα από τα δεδομένα. Αν η εξουσία ελέγχει τα δεδομένα, αυτή η θεωρία παράγει το σύνολο των φαινομένων, είτε αρνητικά είτε θετικά. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι, επειδή η εξουσία έχει γνώση, διατηρεί γι αυτήν την ευνοηκότερη δυνατή κατάσταση. Αν δεν υπάρχουν μορφωμένοι εμποδίζει την εμφάνισή τους, ενώ αν υπάρχουν τους παγιδεύει.

Η θεωρία του Αριστοτέλη ήταν αρεστή στην εκκλησία για τρία βασικά στοιχεία της, που την ταυτίζουν και με την άποψη των πατέρων της: αναγνωρίζει την ατομική ιδιοκτησία, δέχεται τη δουλεία ως φυσική κατάσταση και προσδιορίζει, με την ευφυΐα ενός φιλοσόφου της αξίας του Αριστοτέλη, τις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις, ως κατάσταση που παρ
όλη την προβληματικότητά της δεν αποτελεί στόχο ανατροπής. Ο Αριστοτέλης, από τη στιγμή που εξαίρει την έννοια της “φιλανθρωπίας”, δίνει στην εκκλησία το υπόβαθρο που χρειάζεται για τον επιθυμητό, γι αυτήν, κοινωνικό ρόλο. Από τη στιγμή που ο καλός κύριος είναι αυτός, που βοηθά τους φτωχούς και αδυνάτους, η εκκλησία δίνει αυθαίρετα στον εαυτό της το ρόλο του ισχυρότερου και καλύτερου κυρίου. Ο Αριστοτέλης υπήρξε γι αυτήν το άλλοθι, για το σύνολο των κοινωνικής φύσεως εγκλημάτων  της. Η χρησιμοποίηση της θεωρίας του, πέραν των άλλων, στέρησε από τους ανθρώπους τη δυνατότητα αναζήτησης της μόνιμης κι ανθρώπινης λύσης από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Όταν η Αθήνα και το μοντέλο της έχουν καταρρεύσει κι ο Αριστοτέλης θεωρείται ο υπ αριθμόν ένα Έλληνας φιλόσοφος, οι άνθρωποι, που θέλουν να προσφέρουν στους συνανθρώπους τους, πέφτουν στην παγίδα της προσπάθειας για δημιουργία νέας γνώσης, που διαιωνίζει τ άσχημα συμπτώματα της εξουσίας. Η εκκλησία, από τη στιγμή της αναγνώρισης του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, λεηλάτησε το σύνολο των μέχρι τότε γνώσεων και στη συνέχεια το απέκρυψε.

Αν θέλει κάποιος να προσδιορίσει την έννοια της υποκρισίας σ
όλο της το μεγαλείο, πρέπει να σκεφτεί ότι: η εκκλησία θαυμάζει τους πατέρες της κι αυτός ο θαυμασμός έχει να κάνει με τη θαυμάσια κλασική παιδεία τους. Όμως αυτήν την παιδεία τη στέρησε από το σύνολο των ανθρώπων επί αιώνες. Όσοι την είχαν και την υπηρέτησαν, ήταν λαμπροί άντρες, ενώ οι υπόλοιποι εθνικοί κι ειδωλολάτρες. Η κλασική παιδεία επανεμφανίστηκε μόνο μετά τη Γαλλική Επανάσταση κι όπως θα δούμε, ήταν το μοναδικό κέρδος αυτής της επανάστασης. Αυτό που έχει εδώ σημασία είναι ότι η εκκλησία, αφού χρησιμοποίησε τη θεωρία του Αριστοτέλη, εξασφάλισε από κάθε άποψη τη θέση της μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων.

Όταν αναφερθήκαμε σ
αυτήν, είπαμε ότι στόχος της είναι το απόλυτο σκοτάδι κι επιδίωξη της είναι η κατανομή του συνόλου της εξουσίας πάνω σ ένα απόλυτα διαβαθμισμένο σύστημα. Αν γνωρίζει κάποιος την επιδίωξη του συστήματος, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει πότε αισθάνεται άνετα και ποια ακριβώς πράγματα το ερεθίζουν. Η εξουσία στηρίζει τη δύναμη της στα πνευματικά δικαιώματα.. οποιαδήποτε λειτουργία δε σέβεται την ιεραρχία,  που δημιουργείται μέσω αυτών, είναι μισητή. Απόλυτο σκοτάδι στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και πνεύματος όπως και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, είναι τα πνευματικά δικαιώματα και η ύπαρξη δουλείας. Από τη στιγμή που υπάρχουν τα πρώτα, η ευφυΐα υποτάσσεται στη μετριότητα με αποτέλεσμα να μη βρίσκει οδούς δημιουργίας, παρά μόνον αυτούς που επιτρέπονται.. επιπλέον η αυθαίρετη ισχύς της μετριότητας τείνει να την εξαφανίσει.

Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, η ύπαρξη δουλείας είναι ό,τι πιο μισητό κι απεχθές υπάρχει για το Θεό κι αυτό σημαίνει τιμωρία. (Αποκ. Ιωάν. 13.9) "Ει τις έχει ους, ακουσάτω. ει τις εις αιχμαλωσίαν, εις αιχμαλωσίαν υπάγει." (Όποιος έχει αυτιά, άς ακούση. Όποιος φέρει άλλους εις ιχμαλωσίαν, εις αιχμαλωσίαν θά μεταβή
..). Ο Θεός μισεί, αυτούς που χωρίζουν τους ανθρώπους σε κυρίους και δούλους. Οι άνθρωποι είναι για το Θεό υιοί Του και τους αγαπά, όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που ζήτησε από το Θεό-Πατέρα και δεν έλαβε.  Δεν υπάρχει άνθρωπος, που πρόσβαλλε, είτε με τις πράξεις του είτε με το λόγο του τους ανθρώπους και δεν πήρε την προσβολή του Θεού. Κάθε άνθρωπος, που έρχεται στον κόσμο, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση, το φύλο ή το χρώμα του δέρματος του, είναι για το Θεό ένας μικρός πρίγκιπας. Όποιος δε φέρεται στους ανθρώπους, όπως αρμόζει στον υιό του Θεού, γνωρίζει μόνον το μίσος Του και το θάνατο. Οι άνθρωποι της εκκλησίας, που ισχυροποιούν τη θέση τους μέσα από την κοινωνική αδικία, είναι αυτοί, που θα κατακριθούν περισσότερο.

Η εκκλησία, μέσω των λόγων του Πέτρου και Παύλου, ακολουθεί μία πρακτική στη συμπεριφορά της απέναντι στους υιούς του Θεού, που της εξασφαλίζει το βασανισμό. Από τη στιγμή που υποτίθεται ότι υπηρετεί το Θεό
και λέμε “υποτίθεται”, γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός βασίζεται στην αυθαιρεσία της δεν έχει δικαίωμα να χαρακτηρίζει ανθρώπους ως δούλους. Η φεουδαρχία του Μεσαίωνα είναι το αγαπημένο της σύστημα, εφόσον της επιτρέπει να είναι πανίσχυρη. Οι κύριοι υποτάσσονται σ αυτήν, για να μπορέσουν να διατηρούν τα σκανδαλώδη προνόμια έναντι των δούλων, επιβεβαιώνοντας  την Αποκάλυψη, εφόσον γίνονται αιχμάλωτοι της. Από τη στιγμή που η εκκλησία κατορθώνει κι εμπλέκει στην υπόθεση της δουλείας τους κύριους του πλούτου, προσπαθεί να διατηρήσει την κατάσταση στο καλύτερο γι αυτή σημείο. Η σταθερότητα που είναι το ζητούμενο, είναι δυνατό να επιτευχθεί με την εξασφάλιση και τον έλεγχο της διάδοχης κατάστασης μέσα από διαδικασίες, που έχουν ελεγχθεί και είναι αξιόπιστες. Αυτές οι διαδικασίες έχουν σχέση με τη δυνατότητα μεταβίβασης, είτε αυτή αφορά αξιώματα είτε τον πλούτο. Ελέγχει διαρκώς το κοινωνικό σύνολο κι εξασφαλίζει πάντα την ύπαρξη των ανθρώπων της, είτε στο χώρο του συστήματος είτε στο χώρο του πλούτου..  παραχωρώντας στους πρώτους τα απαραίτητα πνευματικά δικαιώματα και στους δεύτερους τους τίτλους ιδιοκτησίας.

Από τη στιγμή που αντιληφθούμε το βασικό αυτό χαρακτηριστικό, είναι εύκολο να εντοπίσουμε το σύνολο των όσων ενοχλούν την εξουσία. Είναι εύκολο να κατανοήσουμε πλέον από που πραγματικά ξεκινά το μίσος της εκκλησίας για το εμπόριο. Η εκκλησία μισεί το εμπόριο κι αυτό φαινομενικά το κάνει, για να προστατεύσει τον άνθρωπο από την αρνητική  γι
αυτόν τοκογλυφία και την ασυδοσία, που το διακρίνει, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Η αλήθεια όμως απέχει πολύ απ αυτήν τη θέση. Η εκκλησία μισεί το εμπόριο, γιατί η ικανότητα για την πραγματοποίηση του προϋποθέτει ταλέντο και όχι μεταβίβαση δικαιωμάτων. Έμπορος μπορεί να γίνει ο καθένας, άσχετα αν γεννήθηκε πλούσιος ή φτωχός, κύριος ή δούλος. Ο γιος του φεουδάρχη, αν είναι βλαξ, αργά ή γρήγορα θα χάσει το  πλεονέκτημα του πλούτου μέσα σ  αυτές τις συνθήκες. Το εμπόριο στηρίζεται αποκλειστικά στην ευφυΐα και το ταλέντο του ανθρώπου, που είναι δώρα του Θεού προς αυτόν και συνεπώς δεν ελέγχονται από το σύστημα. Τεράστιος πλούτος προκύπτει μέσω του εμπορίου, που κάνει την ιδιοκτησία γης να υστερεί, όσο μεγάλο κι αν είναι το μέγεθος της. Όταν ο έμπορος είναι άνθρωπος της χαμηλότερης κοινωνικής τάξης, δεν ελέγχεται από την εκκλησία, γιατί δεν την έχει ανάγκη. Ο φεουδάρχης έχει ανάγκη την εκκλησία, γιατί αυτή ηρεμεί τους δούλους σε κάθε περίπτωση ακραίας εκμετάλλευσης και τους παραδίδει με τα επιθυμητά χαρακτηριστικά. Οι φτωχοί, που έγιναν πλούσιοι μέσω του εμπορίου, δεν έχουν ανάγκη τους δούλους, εφόσον ο πλούτος τους δε στηρίζεται στην παραγωγή.

Ένας άλλος αρνητικός παράγοντας για το σύστημα είναι ότι το εμπόριο απαιτεί έξυπνους ανθρώπους. Ο έξυπνος έμπορος χρειάζεται έξυπνο συνεργάτη. Όταν υπάρχει αυτή η ανάγκη, σημαίνει ότι η αναζήτηση συνεργατών γίνεται από το σύνολο των ανθρώπων και όχι από τις επιμέρους τάξεις. Ο έξυπνος άνθρωπος, που γεννήθηκε μέσα στο σύστημα με την ιδιότητα του δούλου, αργά ή γρήγορα θα βρει το δρόμο προς τον πλούτο και μ
αυτόν τον τρόπο απειλεί τη σταθερότητα της δομής. Ο δούλος μισεί τους κυρίους κι αυτούς, που τους στηρίζουν κι όταν αυτό συμβαδίζει με πλούτο, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Η αστική τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών, που μπήκε ανάμεσα στους κυρίους και στους δούλους, προέρχεται από τους δεύτερους και η αύξηση της είναι αυτή, που τείνει να ανατρέψει το σύστημα.

Η αμέσως επόμενη αντιπάθεια του συστήματος αυτού του τύπου είναι ο αθλητισμός. Από την εποχή της κατάργησης των Ολυμπιακών Αγώνων ως την πρώτη σύγχρονη ολυμπιάδα της Αθήνας, πέρασαν πολλοί αιώνες και δε δικαιολογείται σε καμία περίπτωση από έλλειψη οράματος. Ο άνθρωπος είναι ον μ
ανταγωνιστικές διαθέσεις κι ο αθλητισμός είναι το μέσον ανάπτυξης του υγιούς ανταγωνισμού. Το πρόβλημα ξεκινά πάλι από την ίδια βάση. Ο γιος του φεουδάρχη δεν μπορεί, με τη  φεουδαρχική ιδιότητα ούτε να τρέχει ούτε  να πηδά περισσότερο από το γιο του δούλου. Ο αθλητισμός γκρεμίζει τα τεχνητά πρότυπα  και τις τεχνητές αξίες. Από τη στιγμή που ο Θεός προικίζει τους ανθρώπους, η αδυναμία ελέγχου είναι γεγονός. Ο γιος του φεουδάρχη με λίγες ψευδογνώσεις εύκολα παριστάνει  το σοφό στο δούλο, όμως το σάπιο κι οκνηρό κορμί του, φαίνεται κι είναι αδύναμο μπροστά στο θεϊκό κορμί του υγιούς νέου ή νέας.

Ο αθλητισμός, από την εποχή της Αθήνας, είχε μελετηθεί από τους φιλοσόφους, όσον αφορά τα κοινωνικά φαινόμενα που προκαλεί. Οι άνθρωποι λατρεύουν στην κυριολεξία τους ανθρώπους, που νικούν τους αντιπάλους τους και την ίδια τη φύση θέτοντας συνεχώς καινούρια όρια. Από την Ιλιάδα υπήρχε μία τέλεια εικόνα ηρώων, που συνδύαζαν κατά τον καλύτερο τρόπο το υγιές σώμα με το υγιές μυαλό. Οι ήρωες των Ελλήνων ήταν όμορφοι, δυνατοί, γρήγοροι σαν τον άνεμο κι αυτό έδειχνε νεότητα. Το σύστημα, που μεταφέρει τεχνητά τις αξίες, θέλει τους ανθρώπους γέρους, μίζερους και βλάκες. Το καθένα απ
αυτά τα χαρακτηριστικά είναι απαραίτητο, εφόσον η  κορυφή του συστήματος καταλαμβάνεται μέσα από αγώνα μίας ζωής και κάτω από συνθήκες υποταγής. Για να γίνει κάποιος αρχηγός, δεν πρέπει να είναι ευφυΐα και να διαθέτει ταλέντο, αλλά να είναι δούλος. Πρέπει από τη στιγμή που ξεκινά κάποιος, μέχρι το τέλος του να υπακούει. Η εκκλησία μισεί τους αθλητές, γιατί είναι νέοι και δημοφιλείς. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι ό,τι χειρότερο γι  αυτήν. Ένας νέος με τη λάμψη τού ολυμπιονίκη, στην εποχή του Μεσαίωνα, θα ήταν επικίνδυνος. Θα είχε άποψη νέου και θ αμφισβητούσε τη δουλεία, εφόσον το πιο πιθανό θα ήταν να προέρχεται από την τάξη των δούλων κι επιπλέον ως δημοφιλής νέος θα ήταν ερωτικά επιθυμητός. Αυτό το τελευταίο σε συνδυασμό με την τάση του ανθρώπου ν  αναζητά τον έρωτα, είναι ανεπιθύμητο φαινόμενο. Στην κοινωνία των ψευδών προτύπων, ο επιθυμητός φτωχός νέος είναι εχθρός του συστήματος. Ο νέος, που αναζητώντας τον έρωτα, θα έθιγε αργά ή γρήγορα και το θεσμό του γάμου ήταν υπερβολικά αγαπητός για να κριθεί αρνητικά. Η παντρεμένη με τον άθλιο πρεσβύτερο, αργά ή γρήγορα θα τον ακολουθούσε και η κοινωνία, επειδή ο κόσμος θα έκρινε ένα είδωλο, δε θα μπορούσε να παράγει το απαραίτητο φαρμάκι.

Η εκκλησία μισεί αυτούς τους νέους κι αυτό πρέπει να εξηγηθεί στο σύνολο του. Η εκκλησία είναι ένας μηχανισμός, που, για να λειτουργήσει, απαιτεί ορισμένες συνθήκες. Όμως πέραν αυτών των συνθηκών δεν πρέπει να αγνοούμε ότι την κορυφή της τήν κατέχουν πρεσβύτεροι, που ως άνθρωποι έχουν αναπτύξει ορισμένα χαρακτηριστικά. Αυτά τα χαρακτηριστικά τ
αναπτύσσει η ίδια στους  ανθρώπους της, για να εξασφαλίσει στον εαυτό της ως σύστημα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο δούλος μισεί τον ελεύθερο κι αυτός, που θυσιάζεται, αυτόν, που δεν ακολουθεί τον ίδιο δρόμο. Αυτό το μίσος είναι προσωπική υπόθεση του καθενός κι, επειδή υπάρχει από μέρους των πρεσβυτέρων, χαρακτηρίζει το σύνολο της συμπεριφοράς της εκκλησίας απέναντι  σε φαινόμενα, που απειλούν τους δούλους της. Αυτό σημαίνει ότι τα πάντα ξεκινούν από το κόμπλεξ των ανθρώπων, που αναζητούν τη δόξα, χωρίς να έχουν τ απαιτούμενα προσόντα και καταλήγουν σε μία τεράστια δεξαμενή, όπως είναι η εκκλησία. Από τη δεξαμενή αυτή, που συγκεντρώνει όλες αυτές τις ιδέες, ξεκινούν πρακτικές που δημιουργούν ανθρώπους με κόμπλεξ, που την επαναφορτίζουν.

Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, θα πρέπει ν
αναφερθεί ένα παράδειγμα, που  έχει σχέση με διαφορετικές κοινωνίες. Έστω ότι στην αρχαία Ελλάδα, όπου η δόξα του ολυμπιονίκη ήταν η μέγιστη δυνατή, ολυμπιονίκης ήταν ένας Αθηναίος. Ο Περικλής, ο Πλάτωνας, ή ο Σωκράτης δε θα είχαν κανένα πρόβλημα να τρέξουν, ν αγκαλιάσουν και να φιλήσουν έναν αθλητή, που τους έδωσε χαρά. Όλοι αυτοί ήταν αυτόφωτοι και η φήμη τους ήταν ανάλογη της αξίας τους. Ο Περικλής θ αγκάλιαζε το νέο αθλητή κι ίσως και να ζήλευε τη λάμψη του, όμως ο νέος από την άλλη πλευρά θα γνώριζε ότι αυτός, που τον αγκαλιάζει, είναι ο μεγάλος και φημισμένος Περικλής, που ναι μεν εκείνη την ώρα δεν ήταν ο πρωταγωνιστής, αλλά σίγουρα η δόξα του δεν ήταν λιγότερη. Αυτή η γνώση δημιουργεί εκατέρωθεν συνθήκες αλληλοσεβασμού κι αλληλοεκτίμησης, που κάνουν τον αθλητισμό καταλύτη στις σχέσεις μεταξύ των γενιών και άρα μία επιθυμητή κοινωνική δραστηριότητα. Στον αθλητισμό χαίρονται για το ίδιο πράγμα, με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος νέοι και πρεσβύτεροι. Αν αυτά συνέβαιναν στην Αθήνα, τι θα μπορούσε να συμβεί στο Μεσαίωνα; Θα μπορούσε ένας άνθρωπος, που θυσίασε όλη του τη ζωή υποτασσόμενος στον ένα και στον άλλο άθλιο για μερικά ψίχουλα δόξας να τρέξει και ν αγκαλιάσει ένα νέο, την ώρα που το πλήθος τον επευφημεί με πάθος; Ένας γέροντας επίσκοπος, επαγγελματίας μοιχός, θα μπορούσε ν ανεχθεί τη θέα του γυμνού, θεϊκού κορμιού του νέου; Θα μπορούσε αυτός ο άνθρωπος, ν ανεχθεί τα ερωτικά βλέμματα των γυναικών, που εντελώς φυσιολογικά θα στρέφονταν στο θεϊκό νέο; Ο Σωκράτης ή ο Πλάτωνας γνώριζαν τους ανθρώπους και όλα αυτά τα θεωρούσαν φυσιολογικές αντιδράσεις. Οι ίδιοι έζησαν τη ζωή τους με τον τρόπο που οι ίδιοι επέλεξαν και θεώρησαν τον καλύτερο. Όμως ο δούλος, που σ όλη του τη ζωή ακολουθεί επιλογές άλλων, δεν έχει τη δυνατότητα να σκέφτεται και ν αγνοεί τη θυσία του. Το νεανικό κορμί τον ερεθίζει και προκαλεί το μίσος του. Όταν ήταν νέος στην αντίστοιχη κατάσταση επέλεξε τη θυσία κι έχασε τη νιότη του αναζητώντας την ψευδοδόξα των πρεσβυτέρων. Όμως αυτή η δόξα είναι τόσο μικρή και τόσο ασήμαντη, που δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία αυθεντική δόξα, που προέρχεται από το Θεό.

Ο φιλόσοφος, ο αθλητής, κι όλοι οι ταλαντούχοι άνθρωποι είναι προικισμένοι από το Θεό και η δόξα τους είναι αναλλοίωτη κι απέραντη, εφόσον είναι προϊόν δωρεάς του Θεού. Πώς να τρέξει ο πρεσβύτερος του συστήματος ν
αγκαλιάσει έναν αθλητή, όταν δεν είναι ομοειδής του.. στοιχείο  απαραίτητο για την ανάπτυξη του αλληλοσεβασμού και της εκτίμησης; Ο Περικλής δεν κληρονόμησε από τον πατέρα του τη θέση του. Ο ίδιος έδωσε αξία στη θέση του από τη δική του προσωπικότητα. Ο Περικλής ως άτομο είχε αξία και όχι η θέση του. Ο άνθρωπος του συστήματος, δεν έχει την παραμικρή προσωπική αξία, γιατί δεν επιτρέπεται να έχει. Αξία έχει η θέση ή το αξίωμα, ενώ οι άνθρωποι, με τη δουλικότητα ως το μόνο προσόν, εναλλάσσονται. Δύο άνθρωποι με την ίδια αξία και προσόντα μέσα στο σύστημα μπορεί να έχουν τεράστια διαφορά. Ο ένας μπορεί να έγινε πρωθυπουργός κι εφόσον δεν υπάρχει άλλη αντίστοιχη θέση, ο άλλος να είναι στην αφάνεια. Όμως ο Περικλής, είτε είχε αξίωμα είτε όχι ήταν ο μεγάλος άντρας που όλοι ζήλευαν κι εκτιμούσαν. Ο αθλητής, στην ώρα της δόξας του, δεν μπορεί να σεβαστεί ως ίσον έναν άνθρωπο στον οποίο οι διαδικασίες δίνουν αξία και όχι τα ιδιαίτερα χαρίσματα του. Ένας αθλητής θα θυμόταν, αν τον αγκάλιαζε ο Γαλιλαίος ή ο Γκαίτε και θα το εκτιμούσε, εφόσον αυτοί δε γεννιούνταν κάθε μέρα. Ποιος ο λόγος να θυμάται όλους τους άθλιους δούλους του συστήματος, που συνεχώς αναπαράγονται απόλυτα όμοιοι κι απόλυτα μικροί; Ποιος θυμάται έναν υπουργό λίγα χρόνια μετά τη λήξη της θητείας του; Από τη στιγμή που υπάρχει αυτή η γνώση, που δεν είναι ικανή να δημιουργήσει τις κατάλληλες  συνθήκες, ο αθλητισμός και η δόξα του αθλητή είναι μισητή από τους ανθρώπους του συστήματος και της εκκλησίας. Το μίσος των ανθρώπων της είναι αυτό που καθορίζει τη στάση της ως σύστημα απέναντι στις ανθρώπινες εκδηλώσεις κι αυτή η στάση είναι η επιθυμητή όπως προαναφέραμε  για να διατηρείται.

Το σύστημα διατηρεί μέσω αυτής της δυναμικής τη συγκεκριμένη συμπεριφορά κι έτσι αποφεύγει δυσάρεστα φαινόμενα. Ένα τέτοιο δυσάρεστο φαινόμενο είναι το δικαίωμα του  λόγου και της άποψης ενός νέου, όπως ο ολυμπιονίκης αθλητής. Όλοι αυτοί οι νέοι θα ήταν ένα τεράστιο, αν όχι ανίκητο εμπόδιο, για τις στρατηγικές που ακολουθεί η εκκλησία ειδικότερα στην επαρχία. Η εκκλησία, κατά τη Γαλλική Επανάσταση, όπως και σε κάθε κοινωνικό αγώνα για ελευθερία, ισότητα και δικαιώματα, έχει τη δυνατότητα να ξεσηκώνει τους φτωχούς και μάλιστα τους αγροτικούς πληθυσμούς. Οι νέοι, που θα είχαν άποψη, δίνουν αδράνεια σ
αυτές τις μάζες με συνέπεια να στερούν από το σύστημα τον κύριο μοχλό πίεσης ενάντια στους λίγους, που έχουν αρχικά τις απαιτούμενες ευαισθησίες. Η δύναμη βρίσκεται στην άμεση επέμβαση και όχι στην πλειοψηφία.

Το σύστημα, σε κάθε μία απ
αυτές τις περιπτώσεις, χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί, ώστε η άμυνα του να προβλέπει το σύνολο των όσων οι άνθρωποι σκέφτονται. Δεν ενδιαφέρεται για την πλειοψηφία των ανθρώπων που ελέγχει, γιατί οι ιδέες εξαπλώνονται ανεξέλεγκτα και οι όροι εύκολα αντιστρέφονται. Ξεσηκώνει άμεσα και χωρίς χρονοτριβή μεγάλες μάζες, εξαφανίζει την υγιή σε πρώτη φάση άποψη και κατόπιν, αφού την επεξεργάζεται, την καπηλεύεται βάζοντας  ανθρώπους του να τη μετατρέψουν σε εξουσία. Οι άνθρωποι, που αρχικά ήταν ενάντια, αργότερα μπορεί να μετανοήσουν, αλλά είναι πάντα αργά, εφόσον το σύστημα, μέσω των μεγάλων κοινωνικών αναταραχών που προκαλεί, αποπροσανατολίζει τον κόσμο και παίρνει την πίστωση χρόνου που απαιτεί η αλλαγή της στρατηγικής του. Μέχρι ν αντιληφθούν οι Γάλλοι ή οι Ρώσοι χωρικοί τι ακριβώς πρότειναν οι φιλόσοφοι για την ευημερία τους, αναγκάζονταν να προσκυνήσουν το νέο δήθεν δημοκράτη ή κομμουνιστή κύριο. Η εκκλησία απεχθάνεται τον αθλητισμό κι αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό όχι τόσο για την άποψη των νέων αθλητών, αλλά για τη δυνατότητα τους να παίρνουν και να υιοθετούν δικαιότερες θέσεις απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα. Αν δει κάποιος τα όσα ισχύουν σήμερα και τη λατρεία που απολαμβάνουν οι αθλητές, εύκολα θ αμφισβητήσει τα παραπάνω. Αυτό είναι λάθος, γιατί η σημερινή παγκόσμια προβολή του αθλητισμού υπηρετεί τελείως διαφορετικούς στόχους, που στηρίζονται σε εντελώς διαφορετικά δεδομένα.

Αν το εμπόριο κι ο αθλητισμός θίγουν τα συμφέροντα της εκκλησίας, αμέσως επόμενη κατά σειρά απέχθεια της είναι η τεχνολογία. Η εκκλησία μισεί την τεχνολογία, γιατί παραμορφώνει την επιθυμητή δομή. Αν αυτήν τη στιγμή ο άνθρωπος βλέπει ένα τεχνολογικό θαύμα ασύλληπτο, που κάτω από ορισμένες συνθήκες τον υπηρετεί, πρέπει να γνωρίζει πού το οφείλει. Όλοι μαζί οι άνθρωποι του συστήματος, από την εποχή της Βαβυλώνας μέχρι σήμερα κι από το βασιλιά μέχρι τον τελευταίο δούλο, δεν έχουν προσφέρει το παραμικρό σ
αυτό το οικοδόμημα. Οι άθλιοι, ανίκανοι και ηλίθιοι άρχοντες αυτού του κόσμου είναι απόλυτα όμοιοι στο σύνολο των εποχών. Είτε ο άνθρωπος βρίσκεται στην εποχή του σιδήρου είτε στη σύγχρονη εποχή, αυτοί σκέφτονται το ίδιο βλακωδώς και με τα ίδια απόλυτα δεδομένα. Μεταφέρονται στο χρόνο υπερκείμενοι μίας ανθρώπινης μάζας, που κυριολεκτικά φλέγεται από την ευφυΐα της. Δε δημιουργούν απολύτως τίποτε κι ούτε δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για τους υπόλοιπους. Ο ηλίθιος, που στην εποχή του λίθου ήθελε να ελέγχει δυο σπηλιές, είναι ακριβώς ο ίδιος, που θέλει να ελέγχει δύο σύγχρονες πόλεις. Ο ιερέας που μιλούσε κάποτε δυνατά για ν ακούγεται, σήμερα λέει ακριβώς τα ίδια χρησιμοποιώντας το μικρόφωνο ή την τηλεόραση. Όχι μόνο δε συνέβαλε στη γέννηση και στην εξέλιξη της ιδέας, αλλά μπορεί και να χρησιμοποιεί ένα τεχνολογικό επίτευγμα,  χωρίς να γνωρίζει στοιχειωδώς τις αρχές λειτουργίας του. Ένας βασιλιάς ή ένας πρωθυπουργός έχει ακριβώς τον ίδιο λόγο μέσα στο χρόνο, είτε μετακινείται πάνω σε άλογο είτε μ ένα υπερσύγχρονο τζετ. Όταν υπήρχε μόνον το άλογο, του φαινόταν φυσικό κι ως εκ τούτου οριακό, ενώ τώρα θεωρεί με την ίδια λογική φυσικό να υπάρχει το τζετ. Η απόσταση που χωρίζει το άλογο ως μεταφορικό μέσο από το τζετ και δείχνει την τρομακτική ευφυΐα του “κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν” με το Θεό ανθρώπου, δεν τον προβληματίζει.

Αυτή η έλλειψη προβληματισμού είναι, είτε ακούσια είτε εκούσια. Ακούσια είναι, όταν λόγω της ηλιθιότητας δεν μπορεί κάποιος ν
αντιληφθεί ότι η εφεύρεση της τηλεόρασης είναι πιο σημαντική από ένα νικηφόρο πόλεμο. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι όλοι ανεξαιρέτως οι δούλοι θαυμάζουν έναν ανθρωποκτόνο όπως ο Ναπολέοντας, ενώ ελάχιστοι γνωρίζουν τον μεγαλοφυή Τζων Μπαιρντ. Εκούσια είναι, όταν ο άνθρωπος της εξουσίας φοβάται ν αναγνωρίσει μία ευφυΐα, επειδή η αναγνώριση αυτή σημαίνει.. πρώτον: δικαίωμα άποψης και δεύτερον: συμμετοχή στο προσκήνιο. Ο άνθρωπος, που δημιουργεί, οποιαδήποτε κι αν είναι η φύση της δημιουργίας, δεν έχει ανάγκη ούτε από την τεχνητή προβολή ούτε από το σύστημα, που μοιράζει αναγνώριση στους δούλους του. Η δημιουργία είναι αυτή, που του δίνει απλόχερα ό,τι ένας άνθρωπος ηθικά επιζητά. Όμως ο άνθρωπος, που δεν έχει αυτό το πρόβλημα, δεν προσκυνά ούτε δέχεται εύκολα εντολές άνωθεν. Αυτό σημαίνει ότι δεν κατευθύνεται και η αδυναμία αυτή τον κάνει εχθρό του συστήματος, πέραν του μίσους που έχουν πάντα οι δούλοι απέναντι στους ελεύθερους κι αυτόφωτους ανθρώπους.

Back to content | Back to main menu