Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Σ αυτό το σημείο θα μπορούσε κάποιος ν αναρωτηθεί και μάλιστα δίκαια, αν αυτοί οι πραγματικά λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να δημιουργήσουν πρόβλημα στη λειτουργία του συστήματος. Είναι δυνατό μερικές χιλιάδες ανθρώπων, που έζησαν μάλιστα και σε διαφορετικές εποχές να κλονίσουν μία παγκόσμια δομή; Αυτό εκ πρώτης όψεως είναι αδύνατον, είναι όμως δυνατόν, αν σκεφτεί κάποιος ότι η κάθε δημιουργία γεννά ορισμένες συνθήκες και μέσω αυτών των συνθηκών προκαλούνται αλυσιδωτές αντιδράσεις.  Για να γίνει κατανοητό αυτό, θ αναφερθούμε στην ανακάλυψη του ηλεκτρισμού. Ο Φαρανταίη προσέφερε στον κόσμο γνώση, που ήταν προϊόν της ευφυΐας του. Όμως δυστυχώς για το σύστημα, στην επιστήμη η γνώση δεν είναι στατική παρά εξελίσσεται. Αυτή η γνώση ανοίγει ένα δρόμο, που ακόμα και στις μέρες μας επεκτείνεται. Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος δείχνει έναν καινούριο δρόμο, αρχίζει ένας τρομερός αγώνας στον οποίο η σκυτάλη παραδίδεται από τον ένα στον άλλο. Έτσι, στην περίπτωση του ηλεκτρισμού, η εξέλιξη ήταν αυτή, που δημιούργησε νέες συνθήκες. Οι πολλές εφαρμογές του δημιουργούν, αλλά και καλύπτουν ανάγκες. Αυτή η διπλή φύση της δημιουργίας είναι, που κλονίζει το σύστημα της Βαβυλώνας. Λίγα χρόνια πριν την ανακάλυψη κανένας δε γνωρίζει τον ηλεκτρισμό, ενώ λίγα χρόνια μετά, η ζωή γίνεται δύσκολη χωρίς αυτόν κι επιπλέον απαιτείται νέα γνώση που τον κάνει πιο ασφαλή. Από τη στιγμή όμως που είναι απαραίτητος, κάποιος πρέπει να τον παράγει. Ποιοι είναι όμως αυτοί που μπορούν να τον παράγουν;

Όσο πιο πολύπλοκη είναι η μορφή της δημιουργίας, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη της εξειδίκευσης. Κάποιος πρέπει να κάνει μία δουλειά, που απαιτεί γνώση κι αυτήν είναι η Αχίλλειος φτέρνα του συστήματος. Πρέπει να δώσει γνώση κι αυτό είναι επικίνδυνο. Στο Μεσαίωνα υπήρχαν κύριοι και δούλοι και τα πράγματα ήταν απλά. Ο δούλος κάνει μία δουλειά σκληρή, αλλά χωρίς απαιτήσεις. Αυτό που κάνει, μπορεί να το κάνει ο οποιοσδήποτε. Όμως οι άνθρωποι που παράγουν ηλεκτρισμό, δεν ανήκουν ούτε στη μία ούτε στην άλλη κατηγορία. Δεν είναι κύριοι, εφόσον δεν έχουν περιουσία και δούλους, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι και δούλοι εξαιτίας της πολύτιμης εργασίας τους, που τους δίνει δικαίωμα καλύτερης διαπραγμάτευσης προς όφελος τους. Από έναν Φαρανταίη ξεπετάγονται χιλιάδες, αφού  οι εφαρμογές είναι άπειρες. Παράλληλα με τις εφαρμογές πολλαπλασιάζονται κι οι άνθρωποι, που δεν είναι δημιουργοί, αλλά έχουν γνώση.


Το σύνολο αυτών των ανθρώπων είναι μισητό  από το σύστημα, γιατί αν σ
αυτούς προστεθούν οι έμποροι που διαθέτουν πλούτο και οι αθλητές που διαθέτουν δόξα, βλέπει εύκολα κάποιος ότι ανατρέπονται θεμελιώδη δεδομένα για τη λειτουργία του συστήματος. Οι κύριοι χάνουν τη δύναμη τους, ενώ οι δούλοι εύκολα μπορούν να μπουν σ  αυτήν την τάξη με πολλαπλάσια δικαιώματα. Η εκκλησία ελέγχει τους δούλους του κατώτατου επιπέδου και μ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζει την ύπαρξή της. Οι άνθρωποι αυτής της τάξης δεν ελέγχονται σε καμία περίπτωση. Απεργεί ο δούλος και τον σκοτώνει ο κύριος για παραδειγματισμό, εφόσον δεν είναι σημαντική απώλεια. Αν όμως απεργήσει ο ειδικευμένος εργάτης, πώς μπορεί κάποιος να τον σκοτώσει, όταν δεν υπάρχει αντικαταστάτης; Αν μαζί με το παράδειγμα του ηλεκτρισμού σκεφτεί κάποιος το άπειρο των εφευρέσεων, που έχουν δημιουργήσει τις σύγχρονες ανάγκες, εύκολα μπορεί να κατανοήσει κάποιος το μέγεθος και την ισχύ αυτής της ενδιάμεσης τάξης στη σύγχρονη εποχή.

Πριν μελετήσουμε τη μεσαία τάξη, πρέπει να δούμε από που ξεκίνησαν όλα αυτά. Ξαναγυρίζουμε πίσω στο Μεσαίωνα και βλέπουμε ότι με την πάροδο του χρόνου πολλαπλασιάζονται και οι κύριοι και οι δούλοι, χωρίς όμως να υπάρχει χώρος επέκτασης. Οι άνθρωποι που είχαν γνώση, αλλά ήταν αδύνατο να εισπράξουν οποιαδήποτε μορφή υπεραξίας, είχαν δύο επιλογές: ή να χρησιμοποιήσουν τη γνώση εναντίον του συστήματος ή μέσω αυτής να δημιουργήσουν. Ο γιος ενός φεουδάρχη, που για οποιονδήποτε λόγο έχασε την περιουσία του, είχε γνώση, αλλά όχι πλούτο. Η γνώση του τον απέτρεπε να γίνει δούλος, αλλά παράλληλα δεν υπήρχε άλλη διέξοδος για επιβίωση. Όλα αυτά τα φαινόμενα οδήγησαν την κατάσταση σε ωρίμανση και προϊόν της ήταν η Γαλλική Επανάσταση. Εχθροί για το σύστημα δεν ήταν πλέον άνθρωποι με όπλα, αλλά με γνώση. Η μετάλλαξη έπρεπε να γίνει γρήγορα και με μεγάλη ακρίβεια. Ήταν απαραίτητο να εφευρεθεί ένα υποσύστημα, που σε οποιαδήποτε περίπτωση θα έλεγχε όλους αυτούς τους επικίνδυνους ανθρώπους. Το σύστημα βρέθηκε και δεν είναι άλλο από το σύστημα της Παιδείας, που γνωρίζουμε ως τις μέρες μας.


Για ν
αντιληφθεί αναγνώστης πού ακριβώς στηρίζεται η δύναμη του συστήματος και πού γεννιούνται τα προβλήματα, πρέπει να κατανοήσει τη μετάλλαξη και πού ακριβώς αποσκοπεί. Αμέσως μετά πρέπει ν αντιληφθεί ποιος είναι ο ρόλος της εκκλησίας κι από που αντλεί δύναμη, για να επιβάλλει την παρουσία της και μετά τη μετάλλαξη. Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση δύο ήταν όπως προαναφέραμε, τα υποσυστήματα. Η εκκλησία κι ο στρατός. Είδαμε πώς λειτουργεί περίπου το πρώτο, ενώ πρέπει να ερμηνεύσουμε το δεύτερο. Η ανάλυση μας οδηγεί πάλι στον άθλιο Κωνσταντίνο. Η εκκλησία παραδίδοντας τους ανθρώπους κατά το γνωστό τρόπο στο σύστημα έκανε κι ένα άλλο έγκλημα, που ίσως είναι και το μεγαλύτερο. Εντελώς αυθαίρετα εξανάγκασε τους ανθρώπους να υποταγούν  σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας μέσω του όρκου.

Ο όρκος φέρνει τον άνθρωπο σε μειονεκτική  θέση, όταν σκέφτεται λόγω της απέραντης πίστης του. Ο άνθρωπος παγιδεύεται κι έχει την εντύπωση ότι ο Θεός τον ελέγχει σε περίπτωση παράβασης. Αγνοεί ότι ο Θεός ελέγχει και τιμωρεί μόνο σε περίπτωση παράβασης του Λόγου Του και ότι αυτή η τιμωρία δεν έχει σχέση με την ανθρώπινη λογική. Αγνοεί ο άνθρωπος ότι μέσω του όρκου του υποτάσσεται στην ανθρώπινη θέληση αυτών, που τον εκμεταλλεύονται. Αν υποθέσουμε ότι οι όρκοι έχουν κάποια διαβάθμιση, τότε ο όρκος πίστης προς την πατρίδα και προς την οικογένεια είναι ο υψηλότερος. Όρκος πίστης προς το Θεό δεν υπάρχει, γιατί είναι εκτός λογικής, εφόσον η επίκληση γίνεται προς Αυτόν. Όμως ο όρκος πίστης προς την πατρίδα και την οικογένεια υποβιβάζει τον άνθρωπο πιο κάτω κι από το επίπεδο του ζώου. Όταν ένα ζώο αγωνίζεται μέχρι το θάνατο για να προστατεύσει τα βλαστάρια του, πώς μπορούμε να μιλάμε για ον “κατ
εικόνα και καθ ομοίωσιν”, όταν γι αυτό απαιτείται όρκος. Πώς είναι δυνατόν ένας υιός τού Θεού να χρειάζεται να ορκιστεί, για ν  αγωνιστεί υπέρ των παιδιών του. Είναι δυνατόν ο Χριστός να κάνει λάθος; Πώς θυσιάζεται ο φίλος για το φίλο, όταν η κοινωνία των ανθρώπων εκβιάζει αυτό, που είναι φυσικό μέσω των όρκων; Πάντα, όταν ερμηνεύουμε τις πρακτικές του συστήματος, πρέπει να είμαστε καχύποπτοι και να γνωρίζουμε ότι είναι παμπόνηρο. Άνθρωποι ευφυείς και διεστραμμένοι το υπηρέτησαν κι αυτό σημαίνει ότι τίποτε δεν είναι αφημένο στην τύχη του. Εκμεταλλεύονται φυσικά πράγματα, για ν αναγκάσουν τους ανθρώπους να υποστούν τα αφύσικα. Αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ φυσικό και δοσμένο από το Δημιουργό ο άνθρωπος να αγαπά το χώρο που τον γέννησε και να τον προστατεύει. Όταν προστατεύει το χώρο, προστατεύει αυτό που αγαπά και δεν είναι τίποτε άλλο παρά η δική του ζωή και η ζωή αυτών που  αγαπάει. Ο σύντροφος, τα παιδιά κι οι φίλοι είναι η πατρίδα και για το καθένα απ  αυτά χωριστά μπορεί ο άνθρωπος να θυσιαστεί οικειοθελώς.

Αυτό το φυσικό κι αυτονόητο εκμεταλλεύεται το σύστημα και παγιδεύει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος δε φοβάται να ορκιστεί στο Θεό γι
αυτά που αγαπά. Είναι ειλικρινής κι ο όρκος δεν τον φοβίζει. Όμως οι άθλιοι μέσα απ αυτόν τον όρκο περνούν κι άλλα πράγματα, που είναι επικίνδυνα. Ορκίζεται ο άνθρωπος να φυλάγει την πατρίδα, αλλά στη συνέχεια μαζί μ αυτό ορκίζεται να υπηρετεί και τους ηλίθιους, που τον εκμεταλλεύονται. Όταν οι άνθρωποι φτιάχνουν  τους νόμους, που εμπεριέχουν την πιθανότητα σφάλματος και μπορούν να οδηγήσουν άλλους ανθρώπους στο θάνατο, τότε είναι έγκλημα η επίκληση του Θεού. Είναι έγκλημα να ορκίζεται κάποιος στο Θεό και μέσω αυτού του όρκου να γίνεται δούλος του βασιλιά και να μετατρέπεται σε ανθρωποκτόνο, όταν εκείνος  το επιθυμεί. Η άθλια εκκλησία κράτησε για τον εαυτό της τα πνευματικά δικαιώματα του όρκου και μ αυτόν τον τρόπο ενισχύει την εξουσία και στηρίζει τη θέση της. Όρκισε κι ευλόγησε το στρατό του Κωνσταντίνου κάνοντας νέους ανθρώπους φονιάδες. Δεν υπάρχει φόνος, που να δικαιολογείται από το Θεό.. πόσο μάλλον χιλιάδες τέτοιοι, επειδή ένας ηλίθιος βασιλιάς είχε “μεγαλόπνοα” σχέδια.

Δεν υπάρχει στρατός, που να μην προκαλεί το μίσος του Θεού. Πώς όμως λειτουργεί ο στρατός; Πού ακριβώς στηρίζεται; Όλοι οι στρατοί του κόσμου και σε όλες τις εποχές έχουν τα εξής κοινά στοιχεία: τα μέλη τους ορκίζονται στο Θεό να προστατεύουν την πατρίδα. Ο στρατός από τη στιγμή που συνδέεται με το Θεό ως σύστημα είναι τύπου Βαβυλώνας. Συνεπώς υπάρχει απόλυτα διαβαθμισμένη ιεραρχία. Αυτό που στην εκκλησία εξασφαλίζει η γνώση για το Θεό, στο στρατό το εξασφαλίζει ο όρκος. Ορκίζεται ο απλός άνθρωπος στο Θεό για κάτι το φυσικό, όπως είναι η φύλαξη της πατρίδας και μέσα από αυτόν τον όρκο προκύπτει και η υπακοή στους ανωτέρους. Ένας άνθρωπος είναι επίορκος, είτε αν φερθεί χειρότερα από ζώο και δε φυλάξει τα παιδιά του είτε δεν υπακούσει σ
έναν ηλίθιο ανώτερο  του. Σ αυτό το σημείο ταυτίζεται το φυσικό με το αφύσικο. Η ανυπακοή στον αγράμματο, άθλιο, άξεστο και κομπλεξικό βαθμοφόρο παραπέμπει στον όρκο κι από εκεί στην τιμωρία. Ο όρκος δηλαδή είναι απαραίτητος για να στηθεί ένας μηχανισμός νόμων και κανόνων συμπεριφοράς, που οδηγεί στην εξουσία της κορυφής. Χρησιμοποιούν οι άθλιοι την έννοια του “Θεού” για να υποτάξουν άπειρους, “κατ εικόνα και καθ  ομοίωσιν” του Θεού, ανθρώπους κάτω από τις διαταγές τους. Αν το σύστημα έχει ανάγκη την εκκλησία για τον έλεγχο των ανθρώπων, στην περίπτωση του στρατού αυτή η ανάγκη είναι πολλαπλάσια και θεμελιώδης. Ένας άνθρωπος μπορεί ν αντέξει και τη χειρότερη εκμετάλλευση, δεν μπορεί όμως σε καμία περίπτωση ν αντέξει την ιδέα του θανάτου. Ο Γάλλος χωρικός άντεχε τους φεουδάρχες, όμως δεν πήγαινε στο ρωσικό μέτωπο σε καμία περίπτωση χωρίς την παγίδα του όρκου. Ο Ναπολέοντας χωρίς τη βοήθεια της εκκλησίας ήταν αδύνατο να σκορπίσει το θάνατο στην Ευρώπη. Οι ίδιοι οι στρατιώτες του θα τον σκότωναν, αν δεν υπήρχε ο φόβος του Θεού, που προκαλείται από τον όρκο.

Τι λέει ο Χριστός γι
αυτό το θέμα; Ποια είναι η άποψη Του για τον όρκο, που οδηγεί στο θάνατο; Αν στην περίπτωση της μοιχείας ήταν πολύπλοκος ο Λόγος Του, στην περίπτωση του όρκου δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για τους άθλιους της εκκλησίας. (Ματθ. 5.33-5.38) "Πάλιν ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ουκ επιορκήσεις, αποδώσεις δε τω Κυρίω τους όρκους σου. Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως..... έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου. το δε  περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστιν." (Πάλιν έχετε ακούσει ότι είπαν εις τούς αρχαίους,Μή παραβαίνης τόν όρκον σου, αλλά νά εκπληρώνης τούς όρκους σου πού έδωκες εις τόν Κύριον. Εγώ όμως σάς λέγω, νά μή ορκίζεσθε καθόλου.....Αλλ' ο λόγος σας άς είναι ναί ναί, όχι όχι. Τό επί πλέον από αυτά προέρχεται από τό πονηρόν.). Ο Χριστός είναι απόλυτα σαφής και απαγορεύει στο σύνολο των περιπτώσεων  τη χρήση του όρκου. Δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση, που να εξαιρείται. Η εκκλησία αγνοεί παντελώς το Χριστό και συστηματικά ωθεί τους ανθρώπους προς το θάνατο μέσω του όρκου. Η τραγική ειρωνεία για τους ανθρώπους είναι ότι οι άθλιοι, που παριστάνουν τους θεματοφύλακες του όρκου, είναι παιδιά του Πέτρου, ο οποίος ήταν καθ όλα “αξιόπιστος”. (Ματθ. 26.74-26.75) "τότε ήρξατο καταθεματίζειν και ομνύειν ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον. και ευθέως αλέκτωρ εφώνησε." (Τότε άρχισε μέ κατάρες καί όρκους νά λέγη, "Δέν γνωρίζω τόν άνθρωπον". Καί αμέσως ελάλησε ο πετείνος.). Γνήσιοι άνθρωποι “κατ  εικόνα και καθ ομοίωσιν” σκοτώθηκαν και σάπισαν στις φύλακες ακούγοντας το Χριστό κι ο άθλιος ο Πέτρος αρνήθηκε τον Ίδιο το Θεό κι έγινε άγιος της εκκλησίας.

Η εκκλησία εκμεταλλεύτηκε τον όρκο όσο τίποτε άλλο κι απ
αυτήν την εκμετάλλευση προκύπτει το σύστημα στο σύνολο του. Οι άνθρωποί της παριστάνουν τους “δούλους του Θεού” κι ερμηνεύουν το θέλημά Του. Με όρκο στηρίζουν το βασιλιά, που τους στηρίζει και με όρκο μετατρέπουν τους απλούς ανθρώπους σε δούλους. Ορκίζεται δήθεν ο βασιλιάς στο Θεό κι ορκίζονται οι άνθρωποι πίστη στο Θεό και στο βασιλιά. Ορκίζεται ο βασιλιάς στο Θεό να κυβερνά τους ανθρώπους μέσα στην ειρήνη και να τους βοηθά να ζουν όσο πιο πλούσια γίνεται κι αυτός τους σέρνει στους πολέμους και προκαλεί το Θεό.

Σ
άλλο σημείο αναφέραμε ότι η κοινωνία αυτού του τύπου είναι συνεχώς σ εμπόλεμη κατάσταση, εφόσον στηρίζεται αποκλειστικά στην αρπαγή, την ωμή βία και τη σκληρή εξουσία. Από τη στιγμή που ισχύει αυτό, είναι φυσικό ο στρατός να είναι απαραίτητο και μόνιμο στοιχείο της κοινωνικής δομής. Στη σύγχρονη κοινωνία, στην οποία ακόμα και σε καιρό ειρήνης υπάρχει στρατός, υπηρετούνται άλλοι στόχοι όχι λιγότερο επικίνδυνοι. Η κοινωνία των ανθρώπων έζησε αιώνες ολόκληρους μέσα στο σκοτάδι ανεχόμενη τους δολοφόνους, ως την εποχή που άρχισε να τρίζει ολόκληρο το άθλιο οικοδόμημα του συστήματος. Οι φιλόσοφοι, δίνοντας γνώση, άλλες φορές από αγάπη προς τον άνθρωπο κι άλλες φορές εκ του πονηρού, έγιναν επικίνδυνοι κι αυτό τρόμαζε τους επαγγελματίες  άγιους και βασιλιάδες. Επειδή όλοι αυτοί γνώριζαν το πραγματικό επίπεδο του κόσμου  στο σύνολο του, ήξεραν ότι η τότε κατάσταση δεν ήταν το τέλος τους, αλλά σίγουρα ήταν η αρχή του τέλους. Το σύνολο του αγώνα τους είχε στόχο την καθυστέρηση των εξελίξεων, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα πισωγυρίσματος.  Γνώριζαν ακριβώς τι επρόκειτο να συμβεί κι αυτή η γνώση προερχόταν από την ιστορική εξέλιξη της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου  και τον κατατεμαχισμό της σε επιμέρους βασίλεια. Ο κόσμος ήταν πλέον έτοιμος να πάρει γνώση κι αυτό θίγει πάντα τα συμφέροντα της εξουσίας. Έπρεπε φαινομενικά να δοθεί γνώση κι αυτή η γνώση να δίνεται με τέτοιον τρόπο και σε τέτοια ποιότητα, ώστε να μη θίγονται συμφέροντα ζωτικά.

Πώς όμως μπορεί να ελεγχθεί η γνώση; Η γνώση μπορεί να παρομοιαστεί με μία σπίθα φωτιάς, που μπορεί να πυρπολήσει τα πάντα. Αν σκεφτεί κάποιος ότι η κοινωνία του Μεσαίωνα ήταν απόλυτα όμοια με την κοινωνία της Βαβυλώνας που νίκησε ο Αλέξανδρος, εύκολα μπορεί από τη διαφορά των ενεργειών, που πραγματοποιήθηκαν, να καταλάβει τη διαφορά των αποτελεσμάτων. Ο Αλέξανδρος ήταν γέννημα ελληνικής φιλοσοφίας και η προσωπική του φιλοσοφία και του συνόλου της κοινωνίας που αντιπροσώπευε, είχε ξεπεράσει το στάδιο των πνευματικών δικαιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι στην καλύτερη περίπτωση, από τη στιγμή που υπάρχει γνώση και πρέπει να μοιραστεί, δίνεται το σύνολό της και καθένας αντλεί αυτό, που τον καλύπτει. Αυτό γίνεται με την ίδρυση πνευματικών κέντρων των οποίων πυρήνες είναι οι βιβλιοθήκες. Η βιβλιοθήκη λειτουργεί σαν φάρος, προσελκύοντας το πνευματικό ον “άνθρωπος”. Όλη η σοφία και η γνώση του ανθρώπου χώρεσε τότε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Το μειονέκτημα για το σύστημα βρίσκεται στο γεγονός ότι ελεύθερη διακίνηση γνώσης σημαίνει αδυναμία ελέγχου κι απόλυτη αξιοκρατία στην κατοχή της.


Αν υπάρχει μία βιβλιοθήκη, θα τραβήξει την ευφυΐα, άσχετα αν πρόκειται για κύριο ή δούλο. Οι γνήσιες ευφυίες δεν έχουν καμία απολύτως ανάγκη αναγνώρισης από το σύστημα. Ο πραγματικά έξυπνος άνθρωπος χαίρεται κι αναγνωρίζει έναν όμοιο του, γιατί είναι απαραίτητη η σύνθεσή τους, ώστε υπάρξει ένα μεγάλο επίτευγμα. Ο Πλάτωνας χαιρόταν που υπήρχε ο Σωκράτης, γιατί αντλούσε απ
 αυτόν γνώση, όπως ένα παιδί βυζαίνει τη μητέρα του, μέχρι να μεγαλώσει και να γίνει ένας ξεχωριστός άνθρωπος. Ο Πλάτωνας μόνο με την ευφυΐα του δε θα μπορούσε, αν δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες, συνεπώς ο Σωκράτης, να σκεφτεί ούτε το χιλιοστό των όσων σκέφτηκε. Όταν η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει το σύνολο της γνώσης, είναι σαν μία τεράστια δεξαμενή, που ξεδιψά έναν άνθρωπο και τον οδηγεί στο να παράγει.. πολλαπλασιάζει μ αυτόν τον τρόπο το υλικό της και δεν το μειώνει. Μέσα σ  αυτόν το χώρο διαπρέπουν οι πραγματικά προικισμένοι από το Θεό κι αυτό είδαμε σε άλλες περιπτώσεις τι σημαίνει. Μέσα στη βιβλιοθήκη δεν υπάρχει πλούσιος και φτωχός, κύριος και δούλος. Όπως ο αθλητής πρέπει να έχει δυνατό σώμα για να νικήσει έτσι κι ο άνθρωπος του πνεύματος πρέπει να έχει δυνατό μυαλό. Ο καθένας καταλαβαίνει και δημιουργεί σύμφωνα με τις δυνατότητες του και δεν υπάρχουν άλλοι παράγοντες, που να μπορούν να επηρεάσουν αυτές τις συνθήκες.

Έτσι, επανερχόμαστε στα ίδια ερωτήματα. Μπορεί ένας άθλιος ιερέας, που σ
όλη του τη ζωή παριστάνει το σοφό, ν  ανεχθεί ένα νέο, που έχει το ταλέντο από το Θεό να μιλά και να σκέφτεται όμοια μ  Αυτόν; Είναι δυνατόν ένας τέτοιος πρεσβύτερος, που όλη του τη ζωή ταπεινώνεται και παίρνει δόξα ψεύτικη αναμασώντας τα λόγια του Πέτρου και του Παύλου, ν ανεχθεί την αυθεντική ευφυΐα και τη λάμψη ενός νεαρού σοφού με άπειρη γνώση; Ακόμα κι αν το ανεχόταν, η σύγκρουση θα ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιη. Ο νεαρός σοφός προσπαθώντας να βοηθήσει τους ανθρώπους που είναι οι φίλοι του ή τα παιδιά του, αργά ή γρήγορα θα διέκρινε τα πραγματικά αιτία της δυστυχίας τους. Μπορεί κάποιος, που κινείται στο χώρο του πνεύματος, ν ανεχθεί στεγανά;  Μπορεί μία αυθεντική ευφυΐα ν αφήσει το λόγο του Πέτρου και του Παύλου, χωρίς να τον συγκρίνει μ αυτόν του Υιού του Θεού; Τι θα πει άραγε: “ομοίως νεώτεροι υποταγήται πρεσβυτέροις”; Μπορεί ο ευφυής νεαρός να υποταγεί σ ένα πρεσβύτερο, στον οποίο διακρίνει και την αμάθεια και την έλλειψη πνευματικής δύναμης; Γιατί ο Χριστός παροτρύνει τους ανθρώπους: (Ματθ. 7.7-7.8) "Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν. πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται." (Ζητάτε καί θά σάς δοθή, ερευνάτε καί θά βρήτε, κτυπάτε καί θάσάς ανοιχθή η πόρτα. Διότι καθένας πού ζητά, λαμβάνει, καί καθένας πού ερευνά, βρίσκει, καί εις εκείνον πού κτυπά, θά τού ανοιχθή η πόρτα.); Γιατί ο Χριστός λέει: “πας γαρ ο αιτών”, ενώ ο Πέτρος λέει: (Πέτρ. Β' 1.21) "ότι πάσα προφητεία γραφής ίδιας επιλύσεως ου γίνεται."(Νά έχετε πρώτα υπ' όψιν σας, ότι κανένας δέν μπωρεί νά ερμηνεύση προφητείαν γραφής μόνος του.) ; Ποιος έχει δίκιο; Λέει ο Χριστός ψέματα κι ο Πέτρος την αλήθεια; Ο Πέτρος επιδιώκει το σκοτάδι, για να μπορεί να λειτουργήσει η κοινωνία με τους πρεσβύτερους και δε θέλει τη γνώση ελεύθερη, για να μη μπορούν να ελεγχθούν όλοι αυτοί οι άθλιοι και πνευματικά ανίκανοι άνθρωποι.

Στο πνεύμα δεν ισχύει το γνωστό: “..εγώ ξέρω,  ενώ εσύ δεν ξέρεις, γιατί είσαι ακόμα νέος”. Στο πνεύμα υπάρχει η αρχή ότι όλοι ξέρουν, απλά η γνώση δίνει μία επιπλέον δυνατότητα επιβεβαίωσης κι έκφρασης. Ποιος άνθρωπος δε γνωρίζει, ποιο είναι το συμφέρον του; Ποιος δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό ή το όμορφο από το άσχημο; Αυτό σημαίνει ότι όλοι ξέρουν. Απλά η έκφραση και η σχηματοποίηση κάποιων εννοιών, που δεν είναι συγκεκριμένες, απαιτεί γνώσεις. Όλα αυτά η εκκλησία τα γνώριζε κι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έδρασε διαφορετικά από τον Αλέξανδρο. Απέφυγε να χτίσει βιβλιοθήκες κι έχτισε πανεπιστήμια. Αυτές οι έννοιες, που φαίνονται περίπου ίδιες, διαφέρουν μεταξύ τους όσο η μέρα με τη νύχτα. Το σύστημα, μέσω των πανεπιστημίων, κατόρθωσε αυτό, που φαίνεται ακατόρθωτο. Κατόρθωσε τον έλεγχο της γνώσης, διατηρώντας τα απαραίτητα στεγανά και τη διασπορά της με επιθυμητό γι
αυτήν τρόπο. Όταν ισχύουν οι παραπάνω συνθήκες στο χώρο του πνεύματος, τότε έχουμε αυτόματα τη δημιουργία δομής. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα στεγανά δημιουργούν μία κατηγορία ανθρώπων, που υποτίθεται, ότι έχει την ανώτατη γνώση, που δεν είναι προσιτή σε όλους κι επομένως δεν ελέγχονται, ενώ η διασπορά, που ελέγχεται, δημιουργεί μία αμέσως κατώτερη τάξη ανθρώπων, που δέχονται να πάρουν γνώση, χωρίς ν απαιτούν να μετέχουν στον προσδιορισμό της ποιότητας και του επιπέδου της.

Για να γίνει αυτό κατανοητό, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στις συνθήκες, που οδήγησαν στην ίδρυση των πανεπιστημίων. Η ωρίμανση των συνθηκών ώθησε τους ανθρώπους στην απαίτηση ορισμένων δικαιωμάτων, που μέχρι τότε στερούνταν. Ένα απ
αυτά τα δικαιώματα ήταν η Παιδεία, άρα η πρόσβαση στη γνώση. Ήταν κατανοητό ότι απαραίτητος παράγοντας της ευημερίας του ανθρώπου ήταν η γνώση. Το σύστημα τρόμαζε βλέποντας ανθρώπους με δυνατό μυαλό, όπως ο Βολτέρος ή ο Ζ.Ζ. Ρουσσώ να ψηλαφίζουν τις αδυναμίες του. Οι άνθρωποι μπορεί στο σύνολο τους να μην καταλάβαιναν τη σημασία της Παιδείας υπήρχαν όμως πολλοί, που έβλεπαν καθαρά ότι από εκεί μπορεί να προέλθει η λύση. Υπήρχαν τότε δύο τύποι ανθρώπων: αυτοί που είχαν τη γνώση κι αυτοί που διψούσαν γι αυτή. Από τη στιγμή που υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι, το σύστημα έχει δύο πιθανές λύσεις: ή να τους σκοτώσει πράγμα αδύνατον ή να τους παγιδεύσει. Δεν μπορεί να τους πείσει ν αλλάξουν αυτό, που έχει παγιωθεί στο μυαλό τους.

Η παγίδα στήθηκε με αριστοτεχνικό τρόπο. Όλους τους ανθρώπους, που δεν αμφισβητούσαν το σύστημα κι είχαν την απαιτούμενη γνώση, τους έκανε καθηγητές και τους υπόλοιπους τους απέκλεισε από το σύστημα παιδείας. Πήρε μ
αυτόν τον τρόπο το γιο του αποτυχημένου φεουδάρχη κι από τεμπέλη κι απένταρο κοσμικό τον μετέτρεψε σε λαμπρό καθηγητή πανεπιστημίου. Μέσω του ελέγχου της κοινής γνώμης έδωσε την απαιτούμενη αίγλη στη θέση, κι ο βλάκας ως εκ θαύματος μετατράπηκε σε πάνσοφο άντρα. Για να διασφαλίσει ακόμα περισσότερο των έλεγχο των ανθρώπων αυτών και με δεδομένο ότι η δόξα ούτε χορταίνει ούτε χτίζει σπίτια, τους έδωσε και την αντίστοιχη υπεραξία. Το σύστημα δηλαδή πήρε ένα μέρος των κλοπιμαίων και το χάρισε στη νέα κατηγορία των δούλων του. Ακόμα κι ένας ευφυής και καλοπροαίρετος άνθρωπος, αν εντασσόταν στο σύστημα παιδείας, θα έπαυε ν αμφισβητεί τις πρακτικές της εξουσίας, λόγω του μεγέθους αυτής της υπεραξίας. Αφού το σύστημα παγίδευσε αυτούς τους ανθρώπους, σειρά είχαν αυτοί που διψούσαν για γνώση. Με τη δημιουργία αυτού του ελεγχόμενου συστήματος ο κάθε άνθρωπος,  που εισερχόταν μέσα σ αυτό, ήταν υποχρεωμένος να σεβαστεί τις υπάρχουσες  συνθήκες. Ποιες ήταν αυτές; Πρόγραμμα σπουδών, συγκεκριμένο κι άκαμπτο. Πρόσβαση σε βιβλιοθήκες, που είχαν προηγουμένως ελεγχθεί και κάλυπταν τις συγκεκριμένες ανάγκες του συγκεκριμένου προγράμματος. Δεν μπορεί κάποιος, που σπούδαζε ιατρική, να έρθει σε επαφή με τη φιλοσοφία και οτιδήποτε άλλο. Οι άνθρωποι, που διψούσαν για γνώση, παγιδεύτηκαν γιατί δεν υπολόγισαν το Λόγο του Χριστού. (Λουκ. 9.62) "ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ' άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω ευθετός έστιν εις την βασιλείαν του Θεού." (Κανείς πού βάζει τό χέρι εις τό αλέτρι καί κυττάζει πρός τά πίσω, δέν είναι κατάλληλος διά τήν βασιλείαν τού Θεού.). Οι άνθρωποι αυτοί έβλεπαν προς τα πίσω και σύγκριναν. Έβλεπαν ότι λίγο καιρό πριν δεν είχαν καμία δυνατότητα, ενώ μετά τον αγώνα τους απέκτησαν έστω κι αυτήν την περιορισμένη. Το τραγικό λάθος ήταν ότι δεν απαίτησαν το σύνολο της γνώσης, μέσω της δημιουργίας βιβλιοθηκών στις οποίες θα υπήρχε πρόσβαση για τους πάντες.

Το σύστημα ήδη είχε κλονιστεί κι εξαιτίας  αυτού ίδρυσε τα πανεπιστήμια. Αν οι άνθρωποι καταλάβαιναν αυτόν τον κλονισμό και την αγωνία του συστήματος, δε θα συμβιβάζονταν. Επειδή φοβούνταν τη φαινομενικά ακλόνητη ισχύ του, δε ρίσκαραν να ζητήσουν τα πάντα. Αυτός ο φόβος ήταν, που έδωσε την απαιτούμενη πίστωση χρόνου στο σύστημα ν
 αντιδράσει, όπως αποδεικνύει η ιστορία με τον καλύτερο, γι αυτό, τρόπο. Ίδρυσε πανεπιστήμια, τα επάνδρωσε με ανθρώπους του κι άνοιξε τις πόρτες της γνώσης στους ανθρώπους, όχι για να τους βοηθήσει, αλλά για να τους μετατρέψει σε δούλους. Η μετατροπή αυτή σε δούλους έγινε με τη γνωστή για το σύστημα μέθοδο. Έδωσε πρόσβαση στην υπεραξία, στο σύνολο των ανθρώπων, που εισέρχονται στα πανεπιστήμια. Έτσι ένας άνθρωπος του οποίου η ευαισθησία τον κάνει να σκέφτεται υπέρ των ανθρώπων και κατά της αδικίας, εισερχόμενος στο πανεπιστήμιο, έχει την εντύπωση, ότι μέσα εκεί θα εμπλουτίσει τις γνώσεις του και θα γίνει ακόμα πιο χρήσιμος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι κινητοποιήσεις των φοιτητών στο σύνολο του χρόνου τρομάζουν το σύστημα.

Οι φοιτητές είναι νέοι άνθρωποι κι ως τέτοιοι δίνουν προτεραιότητα σε έννοιες όπως  έρωτας, ελευθερία και ισότητα. Επειδή έχουν ένα προβάδισμα στην ποιότητα και την ποσότητα της γνώσης, έχουν και ανάλογο λόγο, που υπερτερεί έναντι του λόγου των νέων εργατών, αγροτών κλπ. Αυτούς τους νέους το σύστημα πρέπει να τους πειθαρχήσει και στο τέλος να τους ελέγξει. Όμως πώς μπορεί κάποιος να πειθαρχήσει σκέψεις, απόψεις κι ιδέες; Στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν σχολές στις οποίες δίδασκαν οι φιλόσοφοι και μαθητές απ
όλο τον κόσμο επιζητούσαν την ένταξή τους στις υποτυπώδεις αυτές σχολές. Το Σωκράτη ακολούθησε ο Πλάτωνας κι αυτόν ο Αριστοτέλης. Υπήρξαν δηλαδή πνευματικοί άντρες των οποίων η σκέψη ερέθιζε την ευφυΐα των μαθητών τους και απ αυτόν τον ερεθισμό προέκυπτε η διάδοχη κατάσταση. Αυτό θεωρητικά γίνεται και στα πανεπιστήμια, και λέμε θεωρητικά, γιατί υπάρχουν ορισμένες διαφορές, που είναι ουσιαστικότατες.

Ο Σωκράτης δεν ήταν διορισμένος δάσκαλος  σε κάποιο σύστημα κι ούτε εισέπραττε υπεραξία. Αυτό σημαίνει, ότι ήταν ανάγκη να υπάρξει πρώτα ως πνεύμα. Η ποιότητά αυτού του πνεύματος ήταν αυτή που του έδινε την ιδιότητα του δασκάλου και στη συνέχεια προσέλκυε τους νεότερους, που αυτόβουλα έπαιρναν την ιδιότητα του μαθητή. Ο Πλάτωνας, ακόμα και στο απόγειο της πνευματικής του δραστηριότητας, δεν έπαψε να αισθάνεται περήφανος για το πνεύμα που τον δίδαξε. Ανεξάρτητα από το αν υπήρχε συμφωνία ή διαφωνία στο φιλοσοφικό έργο των δύο αντρών, η εκτίμηση του μαθητή προς το δάσκαλο ήταν δεδομένη. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι, αν δεν υπήρχε ο Σωκράτης κι οι προβληματισμοί του, ο Πλάτωνας σίγουρα θα ξεκινούσε με φτωχότερα δεδομένα κι αυτό σημαίνει διαφορετική κατάληξη. Έπρεπε να εξαντλήσει τα περιθώρια του Σωκράτης, να δώσει τα προϊόντα αυτής της προσπάθειας έτοιμα στον Πλάτωνα, ώστε να ξεκινήσει με σοβαρό πλεονέκτημα τη δική του προσπάθεια. Όλα αυτά έχουν απόλυτη σχέση με την προσωπική αξία του μαθητή. Ο Πλάτωνας ήταν ο καλύτερος μαθητής του Σωκράτη, είτε ήταν πλούσιος είτε ήταν φτωχός.


Όπως ο δάσκαλος πρέπει να είναι υψηλής πνευματικής αξίας, έτσι και ο μαθητής πρέπει να μπορεί ν
ακολουθεί. Αυτό είναι απαραίτητο σε συνθήκες ελευθερίας πνεύματος, γιατί κατ αυτόν τον τρόπο η διδασκαλία δεν φθείρει το δάσκαλο και τον βοηθά να διατηρεί το υψιλό επίπεδό του. Στην περίπτωση μας αυτό σημαίνει ότι ο Σωκράτης βοήθησε τον Πλάτωνα, αλλά αν δεν είχε μαθητές αυτού του επιπέδου ίσως και να μην έφτανε κι αυτός εκεί που ήθελε. Ο δάσκαλος είναι μία δεξαμενή γνώσης κι, όταν ο μαθητής είναι ευφυής, αυτή η δεξαμενή πολλαπλασιάζεται. Το πνεύμα σ ελεύθερη κατάσταση δεν αφήνει περιθώριο δημιουργίας όρων και θέσεων. Όταν μιλά ο Σωκράτης, είναι δάσκαλος, όταν απαντά ο Πλάτωνας, είναι επίσης δάσκαλος του δασκάλου του. Απλά το γεγονός ότι μία ευφυΐα στην αρχή της πορείας της απαιτεί γνώση, καθιστά αυτόν που δίνει την αρχική ως δάσκαλο. Μέσα από τη δυναμική από την οποία οι ρόλοι εναλλάσσονται κατά τρόπο ανεξέλεγκτο και πέραν κάθε ιεραρχίας, προκύπτει ο σεβασμός και η αλληλοεκτίμηση. Ο Πλάτωνας σέβεται το Σωκράτη, που του δίνει γνώση κι ο δεύτερος σέβεται τον πρώτο, επειδή τον προβληματίζει ωθώντας τον σε δρόμους που πιθανόν να μην είχε σκεφτεί.

Επειδή ακριβώς ο δάσκαλος διδάσκει όχι για να εισπράξει υπεραξία, αλλά για να καλύψει τις πνευματικές του ανάγκες, το σύνολο του περιβάλλοντος του ήταν μία μικρή ελεύθερη κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι οι μαθητές, που δεν ήταν της κλάσης του Πλάτωνα, δεν τον φθονούσαν, γιατί η ιδιότητα του αγαπημένου μαθητή δε σήμαινε τίποτε πέρα από μία αναγνώριση της αξίας του. Αισθάνονταν αντίθετα ικανοποίηση, επειδή είχαν τη δυνατότητα να βρίσκονται παρόντες στο χρόνο και στο χώρο, όπου φιλοξενούνται δύο πραγματικοί κολοσσοί του πνεύματος. Αυτές οι συνθήκες είναι, που δημιουργούν μεγάλους δασκάλους και προσελκύουν τους λάτρες του πνεύματος.
Στα πανεπιστήμια
και ειδικότερα των πρώτων χρόνων δεν υπήρχε καμία από τις παραπάνω συνθήκες. Ο δάσκαλος ήταν δάσκαλος και ο μαθητής μαθητής. Ποτέ ίσοι και ποτέ δεν αφέθηκε η κατάσταση εκτός ελέγχου. Η εκκλησία επάνδρωσε τα πανεπιστήμια με ανθρώπους της κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εξέλιξη μίας άσχημης κατάστασης, που εξακολουθεί να υπάρχει ως τις μέρες μας. Όταν λέμε ανθρώπους της εκκλησίας, εννοούμε πρεσβύτερους με άκαμπτες θέσεις και  αμφίβολες δυνατότητες. Δίνει αίγλη στη θέση του καθηγητή του πανεπιστημίου και δίνοντας τη σ έναν πρεσβύτερο, εξασφαλίζονται οι επιθυμητές συνθήκες. Ο πρεσβύτερος, που υπήρξε δούλος σ όλη του τη ζωή, για να διατηρήσει τη θέση, που του προσφέρει ότι επιθυμεί, ελέγχεται. Αυτός ο έλεγχος είναι, που δημιουργεί άσχημες συνθήκες μέσα στα πανεπιστήμια και σκοπό έχει τον ευνουχισμό του συνόλου των ανθρώπων, που έχουν επαφή με τη γνώση. Το σύστημα θέλει τον καθηγητή χωρίς επαφή με τους μαθητές του κι αυτό σημαίνει αυστηρότητα και δυνατότητα συζήτησης μόνο στο θέμα στο οποίο υπάρχει εξειδίκευση.

Μ
αυτές τις συνθήκες ούτε ο Σωκράτης ούτε ο Πλάτωνας μπορούν να διδάξουν σε πανεπιστήμια. Ποιοι μπορούν να διδάξουν; Οι βλάκες. Ένας άνθρωπος περιορισμένων δυνατοτήτων λατρεύει τη θέση του καθηγητή. Παίρνει κοινωνική αναγνώριση πνευματικού άντρα χωρίς τον παραμικρό κόπο. Η αυστηρότητα του ταιριάζει, γιατί ως δούλος έχει ανάγκη να δείχνει σημαντικός έχοντας δυνατότητα τιμωρίας. Η συζήτηση πάνω σε θέματα εξειδίκευσης είναι ό,τι καλύτερο, γιατί διαβάζει επί χρόνια την ίδια βιβλιογραφία κι εξασφαλίζει σ έναν τομέα γνώση, που τον κάνει να στέκεται αξιοπρεπώς μέσα σε μία αίθουσα. Ένας καθηγητής που διδάσκει υδραυλική επί χρόνια σ ένα πολυτεχνείο, μπορεί να είναι ακόμα και ηλίθιος, χωρίς ποτέ να αποκαλυφθεί. Οι δυνατότητες ενός ανθρώπου φαίνονται μόνον, αν σε ελεύθερες συνθήκες μπορεί να λειτουργήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό. Αν, για παράδειγμα, ο Σωκράτης δίδασκε υδραυλική για να ζήσει, θα μπορούσε να είναι ο αγαπημένος καθηγητής όλων των φοιτητών. Όμως θ απαιτούσε απ αυτούς προσήλωση την  ώρα που αυτός θα έπρεπε να εργαστεί. Δε θα είχε την ανάγκη να είναι αυστηρός για ν ακουστεί η φωνή του. Αντίθετα η αγάπη  των μαθητών του θα του έδινε τη δυνατότητα ν απαιτεί και να παίρνει αυτό που η απόλυτη αυστηρότητα δεν καταφέρνει.

Το σύστημα όμως δεν θέλει το Σωκράτη για καθηγητή, γιατί μ
αυτόν τον τρόπο θίγονται σημαντικά πράγματα. Οι βλάκες συνάδελφοι του δεν ανέχονται τη δόξα του, ενώ στην περίπτωση που υπάρχουν τριβές η επαφή με τους φοιτητές θα φέρνει αυτόν τον άντρα στο ίδιο στρατόπεδο μ αυτούς.  Το σύστημα διορίζει δούλους, για να εξασφαλίζει σ αυτήν τη σύγκρουση εμπροσθοφυλακή και όχι φίλους και συμμάχους των νέων. Το μεγάλο επίτευγμα με το σύστημα της παιδείας είναι ένας εκ νέου διαχωρισμός των ανθρώπων μεταξύ τους, καθώς και η σύγχυση των εννοιών γνώση, σοφία, ευφυΐα. Οι σοφοί της αρχαιότητας δεν είχαν τίτλους. Δεν υπήρχε ο αρχισοφός, ο υποσοφός και ο ανθυποσοφός και άλλα φαιδρά. Ο σοφός ήταν αυτός, που είχε μία άποψη που από τη στιγμή που την έθετε, οι υπόλοιποι, επειδή καλύπτονταν, την υιοθετούσαν. Αυτό παράλληλα σήμαινε ότι, για να υφίσταται ως τέτοιος, έπρεπε ν  αγωνίζεται και να βρίσκεται συνέχεια στους ρυθμούς της εποχής. Ο σοφός ήταν αυτός, που στα επίκαιρα προβλήματα έδινε την πιο σωστή λύση και όχι αυτός, που κάποτε είχε δώσει λύση.
Στη σύγχρονη εποχή του παραλογισμού, σοφός μπορεί να είναι και κάποιος, που όχι μόνο δε δίνει λύσεις, όχι μόνο δεν έδωσε ποτέ, αλλά το μόνο που γνωρίζει είναι οι απόψεις των αρχαίων και των νεοτέρων σοφών. Ένας άνθρωπος νεκρός, που δε σκέφτεται, έχοντας τα ίδια χαρακτηριστικά με ένα βιβλίο περνά για σοφός. Για να το κατανοήσει κάποιος αυτό, θα πρέπει να σκεφτεί ότι χιλιάδες νέοι διδάσκονται κοινωνιολογία, που σημαίνει προβληματισμό πάνω στο πιο σημαντικό θέμα που αφορά τους ανθρώπους, από ανθρώπους
που δεν έχουν ούτε είχαν ποτέ προσωπική άποψη πάνω στα προβλήματα της κοινωνίας που απλά και μόνο λόγω της υπομονής τους να περιμένουν δεκαετίες αναρριχήθηκαν στη θέση του καθηγητή. Διδάσκονται προβληματισμούς ανθρώπων που εξ αντικειμένου  έχουν αποτύχει, εφόσον η λύση σε κοινωνικής φύσης προβλήματα, αν είχε βρεθεί, δε θα υπήρχαν προβλήματα. Δεν είναι κακό να γνωρίζει κάποιος τι λέει ο Καντ ή ο Μορ, είναι όμως κακό να διδάσκει αυτός, που δεν έχει άποψη. Μ αυτήν τη λογική, αν ζούσε ο Πλάτωνας  σήμερα, θα γνώριζε τα όσα είχαν ειπωθεί, αλλά αυτή η γνώση θα ήταν βοήθημα για την άποψη του, που τελικά δίνει και την ιδιότητα του δασκάλου. Δεν είναι δάσκαλος αυτός, που αντικαθιστά το βιβλίο. Δάσκαλος είναι αυτός, που μετά το θάνατο του όχι απαραίτητα βιολογικό, θα γίνει βιβλίο.

Όταν το σύστημα δημιουργεί σύγχυση ανάμεσα στους ανθρώπους για την αξία των ανθρώπων του πνεύματος, καταφέρνει να δημιουργεί δούλους, ψευδόσοφους. Αυτούς έχει τη δυνατότητα ν
αποκαλύψει, όταν γίνονται επικίνδυνοι, ενώ τους ανθρώπους, που εισέρχονται στα πανεπιστήμια, τους ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους δημιουργώντας τη μεγαλύτερη απάτη, θεωρώντας τους μορφωμένους. Σ αυτό  το σημείο σωστά θα ρωτήσει κάποιος: “Δεν είναι απαραίτητοι όλοι αυτοί που διδάσκουν;  Δεν πρέπει κάποιος να δώσει έτοιμη γνώση στους ανθρώπους;”. Βεβαίως όλοι αυτοί είναι απαραίτητοι κι αναγκαίοι. Είναι υψηλή αποστολή να μεταφέρει κάποιος γνώση. Όλοι αυτοί, που διδάσκουν τους νέους, εκτελούν λειτούργημα. Το πρόβλημα όμως δεν είναι σ αυτό το σημείο. Το πρόβλημα είναι ότι  όλοι αυτοί εισπράττουν υπεράξια και χωρίς να έχουν την παραμικρή αξία ως άντρες του πνεύματος επεμβαίνουν αρνητικά στις ζωές  των ανθρώπων. Όταν ένας άνθρωπος διδάσκει  μηχανική σε πανεπιστήμιο, πρέπει να γίνει  κατανοητό ότι δεν τον χωρίζει τίποτε από έναν απλό εργάτη. Ούτε εφηύρε τη μηχανική ούτε βοήθησε στην εξέλιξή της. Το πνεύμα βρίσκεται σ αυτές τις δύο έννοιες. Από τη στιγμή που μεταφέρει γνώση άλλων, θα πρέπει να πληρώνεται για την εργασία της μεταφοράς και όχι του δημιουργού. Αυτό σημαίνει ότι δε δικαιούται την παραμικρή υπεραξία. Για το αν ή όχι δικαιούται υπεραξία ο δημιουργός, θα το βρούμε στο Λόγο του Χριστού και σ άλλο σημείο. Σημασία έχει ότι, όπως ένας εργάτης πληρώνεται για μία εργασία που κάνει, χωρίς να παίρνει υπεραξία, έτσι κι ο άνθρωπος που εργάζεται στο πανεπιστήμιο μεταφέροντας ξένη γνώση, δεν τη δικαιούται.

Back to content | Back to main menu