Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Το δεύτερο σκέλος και το πιο επικίνδυνο είναι αυτό της επέμβασης στη ζωή των ανθρώπων. Με την ένταξη όλων αυτών των αμφίβολης ποιότητας ανθρώπων μέσα σε μία ειδική κι εξέχουσα από άποψης κοινωνικής αναγνώρισης τάξη,  που είναι αυτή του πνευματικού κόσμου, καταφέρνει το σύστημα κι ελέγχει το σύνολο των ανθρώπων, που έχουν άποψη. Οι άνθρωποι από την εποχή της πρώτης οργανωμένης κοινωνίας, ανέπτυσσαν τους προβληματισμούς τους  κι αυτοί οι προβληματισμοί στρέφονταν πάντα εναντίον της εξουσίας και της αδικίας. Το σύνολο αυτών των απόψεων πηγάζει μέσα από τους απλούς ανθρώπους. Άνθρωποι μ  ευαισθησίες και δυνατότητες αναλάμβαναν να μορφοποιήσουν τις ανθρώπινες ανησυχίες στο βέλτιστο επίπεδο τους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι, που συνθέτουν την πάντα υπάρχουσα τάξη του πνεύματος. Όταν το σύστημα ελέγχει μέσω υπεραξιών ανθρώπους που αυθαίρετα επιβάλλει ως πνευματικό κόσμο, καταφέρνει και προκαλεί σύγχυση. Έχει πείσει τους ανθρώπους στο σύνολό τους ότι οι μορφωμένοι μέσω του πανεπιστημίου είναι σοφοί και οι καθηγητές ακόμα σοφότεροι. Αυτό σημαίνει ότι κι αν ακόμα γεννηθεί ένας εξαιρετικός άντρας, ο κόσμος έχει μάθει να αναζητά τα εχέγγυα που αποδεικνύουν την ποιότητά του.  Για το μέσο άνθρωπο ένας φιλόσοφος, που δεν έχει πανεπιστημιακό τίτλο, είναι περίπου απατεώνας. Μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε ανοησία, αν είναι άποψη ενός καθηγητή πανεπιστημίου, ενώ αμφισβητεί την τελειότητα ενός γνήσιου φιλοσόφου.

Το σύστημα περνά μ
αυτόν τον τρόπο στον κόσμο τις πρακτικές του, εφόσον για να είναι σύμφωνοι κι οι δήθεν πνευματικοί άντρες, σημαίνει ότι είναι η καλύτερη δυνατή προσέγγιση των προβλημάτων. Βγαίνουν οι εργάτες για διαμαρτυρία στους δρόμους κι οι καθηγητές αναφέρονται στο κόστος της απεργίας και την έλλειψη εθνικής ευαισθησίας. Αγνοεί ο κόσμος ότι και αυτοί, που έχουν όλες αυτές τις ανώτερες ευαισθησίες, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους κλέφτες. Όσο κλέβει ένας πολιτικός, τόσο κλέβει κι ένας “πνευματικός άντρας”. Όσο θίγονται τα συμφέροντα του συστήματος εξουσίας από τις κινητοποιήσεις, άλλο τόσο θίγονται και τα συμφέροντα των δούλων του συστήματος της παιδείας. Όμως ο άνθρωπος αυτά δεν τα καταλαβαίνει, γιατί δεν μπορεί να τα ελέγξει. Βλέπει το σοβαρό κι αγέλαστο καθηγητή και νομίζει ότι είναι σε ανώτερη κατάσταση, επειδή καταλαβαίνει τα πάντα. Δε γνωρίζει ότι είναι αμίλητος κι αγέλαστος, επειδή είναι βλάκας κι όχι μόνο δεν έχει τίποτε να πει, άλλα το πιο πιθανό είναι και να μην καταλαβαίνει αυτά που είναι κοινώς κατανοητά. Ο βλάκας πάντα φοβάται να μιλήσει, γιατί ο λόγος ελέγχεται, ενώ η σιωπή είναι μυστήριο. Οι δούλοι χαίρονται τη σιωπή τους, γιατί μ  αυτόν τον τρόπο επιβιώνουν. Ένας σιωπηλός βλάκας, που κάπου-κάπου ανοίγει το στόμα του και χρησιμοποιεί αποφθέγματα μεγάλων αντρών, περνά στον κόσμο ως σοφός. Ακριβώς μετά τα αποφθέγματα, αρχίζει μία γλώσσα που μόνον τα γνωστά μαύρα πουλιά, οι κόρακες, είναι σε θέση ν αντιληφθούν και να κατανοήσουν. Με το στήσιμο όλου αυτού του υπερσυστήματος ο έλεγχος των ανθρώπων είναι ευκολότερος. Όπως η εκκλησία είχε τη δυνατότητα μέσω του αλάθητου να ελέγχει το σύνολο των απόψεων, που δεν τη συνέφεραν, έτσι κι αυτή η τάξη των δούλων ελέγχει αυτό που η εκκλησία δεν μπορεί.

Μετά τη Γαλλική Επανάσταση και τη διασπορά της γνώσης, πλήθος νέων ανθρώπων εξέφραζαν με τη βοήθεια των νέων δεδομένων τις ιδέες τους. Η εκκλησία έχοντας χάσει την απόλυτη ισχύ της, εύκολα θα γινόταν στόχος επικρίσεων. Όμως με τον έλεγχο του συστήματος παιδείας ό,τι δεν μπορούσε να το θεωρήσει αιρετικό το υποβάθμιζε κι, όποτε μπορούσε, το εξαφάνιζε. Έστω ότι έβγαινε ένας σοφός κι ανέπτυσσε μία θεωρία, που μπορεί άμεσα να μην έθιγε την εκκλησία, αλλά έθιγε τα θεμελιώδη δεδομένα της ύπαρξης της. Οποιαδήποτε επέμβαση της θα μπορούσε να δημιουργήσει υποψίες και θα ωθούσε κάποιους ανθρώπους να βρουν και να εξηγήσουν τα αίτια της αντίδρασης. Θα μπορούσε κάποιος να πει λόγου χάρη ότι δίκαιο είναι οι υπάλληλοι να αμείβονται μ
ένα συγκεκριμένο μισθό ανεξάρτητα από το βαθμό τους. Το επιχείρημα θα είχε σχέση με την εργασία και μόνον. Ο νέος έχει τη δυνατότητα να είναι πιο παραγωγικός, ενώ ο πρεσβύτερος αυτήν την αδυναμία την καλύπτει μέσω της πείρας. Όμως το σύστημα, που θέλει να σπρώχνει τους ανθρώπους στη θυσία, θίγεται. Δεν μπορεί η εκκλησία να επέμβει, χωρίς να αιτιολογήσει την επέμβασή της. Έχοντας δημιουργήσει ένα σύστημα στο χώρο  του πνεύματος όμοιο μ αυτήν, καταφέρνει κι έχει συμμάχους της όλους τους δούλους του, που έχουν κοινά μ αυτή συμφέροντα. Έτσι η επέμβαση γίνεται από άλλο χώρο, που δεν μπορεί να ελεγχθεί για τις προθέσεις του.

Βγαίνουν οι δούλοι οι καθηγητές κι επιτίθενται στο φιλόσοφο για θέματα, που δεν έχουν σχέση με τη θεωρία. “Ποιος είναι αυτός; Αυτός δεν έχει καν σπουδάσει. Τέτοιες θεωρίες υπάρχουν άπειρες κι είναι αδύνατο να λειτουργήσουν.”. Ο κόσμος, που είναι ο άμεσα ενδιαφερόμενος, βλέπει αλλά δεν καταλαβαίνει.  Δεν μπορεί να γνωρίζει, αν υπάρχουν άλλες τέτοιες θεωρίες κι αν πράγματι δε λειτουργούν. Νομίζει ότι οι καθηγητές είναι αυθεντίες και υποτιμά τον πραγματικό φιλόσοφο. Αν είναι τόσο έξυπνος, γιατί δε σπούδασε; Γιατί δεν έγινε καθηγητής; Δε γνωρίζει ότι για να γίνει κάποιος καθηγητής, πρέπει να περιμένει, να προσκυνά και να γλείφει όποιον είναι μπροστά του. Αγνοεί το Λόγο του Χριστού, που αναφέρεται στις τιμές μεταξύ των ανθρώπων. Έχοντας αυτόν τον πολύτιμο σύμμαχο, το σύστημα έχει τη δυνατότητα να λογοκρίνει με ασφάλεια και κατόπιν να κλέβει.


Το πανεπιστήμιο έτσι όπως είναι οργανωμένο είναι συνώνυμο της κλοπής. Πέραν της κλοπής των ανθρώπων του, μέσω της υπεραξίας κλέβει ανεξέλεγκτα και τα πνευματικά δημιουργήματα των ανθρώπων. Αυτό γίνεται από την πρώτη στιγμή που υπήρξαν και δεν αφορά μόνον τις μεγαλοφυείς ιδέες, αλλά ακόμα και απλά ευφυολογήματα. Η κλοπή αυτή γίνεται πάντα με συγκεκριμένο τρόπο. Ο καθηγητής είναι από τα δεδομένα μία μετριότητα του πνεύματος
.. αυτό δεν είναι υπερβολή, γιατί αν ίσχυε το αντίθετο, θ  ακολουθούσε το δρόμο της έρευνας ή της ελευθερίας της σκέψης, που είναι ασυμβίβαστος με το επάγγελμα. Μία ευφυΐα δεν έχει χρόνο σε καμία περίπτωση να διδάσκει συνεχώς κι επί πολλές ώρες την ημέρα μία συγκεκριμένη ύλη. Όσο σημαντικό κι αν είναι αυτό για τις γενιές που ακολουθούν, είναι κατώτερη εργασία κι επειδή είναι χρονοβόρο, είναι ταυτόχρονα και απαγορευτικό.

Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στις σχολές και στη φύση τους. Υπάρχουν σχολές, όπως το πολυτεχνείο, που ασχολούνται με την έρευνα και την τεχνολογία και σχολές που ασχολούνται με τον άνθρωπο και την κοινωνία. Αυτός ο διαχωρισμός γίνεται, γιατί κάποιος, που αμφισβητεί τα παραπάνω όσον αφορά την αξία αυτής καθ
αυτής της διδασκαλίας, πρέπει να γνωρίζει τι συμβαίνει. Ο Σωκράτης ήταν δάσκαλος και θεωρητικά δε διαφέρει πολύ από έναν καθηγητή που διδάσκει φιλοσοφία, συνεπώς και την άποψη του Σωκράτη. Η διδασκαλία του γέννησε τον Πλάτωνα και κατ αναλογία Πλάτωνες γεννιούνται και στα πανεπιστήμια. Αυτή η πολύ λογική σχέση μεταξύ των περιπτώσεων, φαντάζει σαν αντίφαση με τα όσα αναφέραμε περί δημιουργίας και διδασκαλίας. Δεν είναι αντίφαση όμως, γιατί υπάρχουν διαφορετικά δεδομένα. Ο Σωκράτης λειτουργούσε με τη διδασκαλία κι αυτό ήταν, που τον διαχωρίζει από τον καθηγητή. Ο καθηγητής δε λειτουργεί. Λειτουργία σημαίνει δημιουργία κι αυτό απαιτεί απόλυτη ελευθερία. Ο Σωκράτης, για παράδειγμα, θα μπορούσε τη μία μέρα να έχει, με βάση το σύνολο της φιλοσοφίας του, την άποψη για την αναγκαιότητα των δούλων και μέσα σε λίγες ώρες μετά από έντονο προβληματισμό, που γεννήθηκε κατά στην ώρα της διδασκαλίας κι από ένα μαθητή ν αλλάξει το σύνολό της. Ο γνήσιος φιλόσοφος μέσα από τη διδασκαλία παίρνει στοιχεία που χρειάζεται μέσω των συνθηκών που ο ίδιος δημιουργεί. Ερεθίζει κι ερεθίζεται. Ερεθίζει τους μαθητές με ερωτήματα, που τον προβληματίζουν κι ερεθίζεται με τις απαντήσεις. Ρωτά: “είναι σωστό για έναν άνθρωπο να ζει σαν δούλος, επειδή οι γονείς του ήταν δούλοι;”. Αν  η κοινωνία δέχεται τη δουλεία, αυτός ως γνήσιος φιλόσοφος θα έχει, αν όχι την τέλεια άποψη σίγουρα καλύτερη. Αυτό σημαίνει ότι, αν ο μαθητής απαντήσει θετικά, δεν υπάρχει ερεθισμός, άρα η άποψη δίνεται έτοιμη κι είναι αυτή που κάνει το φιλόσοφο μεγάλο. Αν όμως ο μαθητής απαντήσει κάτι άλλο, που είναι πιο προχωρημένο από την άποψη του φιλοσόφου, τότε έρχεται ο ερεθισμός. Άμεση συνέπεια είναι οι συνεχείς ερωτήσεις κι ο έντονος προβληματισμός. Παίρνει από το μαθητή ακατέργαστο υλικό, που το οργανωμένο μυαλό του αναλαμβάνει και να επεξεργαστεί. Όμως αυτό σημαίνει επανεξέταση και των δικών του απόψεων άρα δυνατότητα εξέλιξης.

Αυτή η λειτουργία προϋποθέτει ελευθερία,  πράγμα που δεν μπορεί να συμβαίνει στο πανεπιστήμιο. Δεν μπορεί ένας καθηγητής, που ακούει την άποψη του μαθητή του, να αλλάζει τη φιλοσοφία του, η οποία υπηρετεί το σύστημα. Μπορεί ένας καθηγητής να είναι εναντίον της υπεραξίας, τη στιγμή που αυτός κι οι συνάδελφοί του απολαμβάνουν κι αγωνίζονται  να την αυξήσουν; Αν αυτό συμβεί, θα πρέπει να έρθει σε σύγκρουση με το σύστημα και να παραιτηθεί. Επειδή όμως αυτό δε συμβαίνει εύκολα, μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι δεν υπάρχει η επιθυμητή λειτουργία. Διδάσκει επί ώρες το λόγο του Σωκράτη κι αυτό στο τέλος εξετάζει. Δεν αναφέρει τη γνώμη του κι ούτε ενδιαφέρεται για τη γνώμη κανενός άλλου. Διδάσκει επί ένα μήνα κι απαιτεί να πληρωθεί ένα μήνα με βάση τα συμφωνηθέντα, που είναι μερίδιο στην κλοπή.


Από την άλλη πλευρά στις σχολές όπου η τεχνολογία είναι αντικείμενο της διδασκαλίας, χωρίς να υπάρχει καμία αμφιβολία, ο καθηγητής είναι απόλυτη μετριότητα με περισσότερες πιθανότητες να βρίσκεται ακόμα πιο χαμηλά. Ο λόγος είναι προφανής. Αν ήταν ευφυΐα, θα δημιουργούσε
.. αυτό σημαίνει με τα ισχύοντα στο σύστημα ότι θα μπορούσε να απολαύσει  πραγματικό πλούτο και όχι απλά την υπεραξία των πανεπιστημίων. Με τα πνευματικά δικαιώματα θα εξασφάλιζε το χώρο και το χρόνο που απαιτούν οι δραστηριότητες του. Οι λίγες ευφυίες, που εντάχθηκαν στο δυναμικό των πανεπιστημίων, εντάχθηκαν με κίνητρο τους ν αυξήσουν την αίγλη τους και τίποτε άλλο. Δίνουν σ ένα διάσημο επιστήμονα, όσα απαιτούνται για την εργασία του και δεν έχουν απαίτηση, ούτε να διδάξει ούτε να ελεγχθεί. Ενώνουν τα συμφέροντα τους κι απλά συνυπάρχουν. Εξασφαλίζει ο επιστήμονας εργαστήρια κι οικονομικούς  πόρους και οι άλλοι την αίγλη του σοβαρού ιδρύματος. Αυτό είναι βέβαια αδύνατο να γίνει στις θεωρητικές σχολές, γιατί ένας διάσημος φιλόσοφος είναι βέβαιο ότι είναι ανεπιθύμητος, αν όχι εχθρικός. Όλες αυτές οι συνθήκες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όλοι αυτοί, που κατέχουν θέσεις και αξιώματα σ αυτόν το χώρο, είναι δούλοι. Όπου υπάρχει δούλος, υπάρχει και κλοπή. Ο καθηγητής κλέβει την εργασία του ευφυούς φοιτητή κι όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, την παρουσιάζει ως δική του.

Ο χώρος του πνεύματος είναι ένας χώρος μέσα στον οποίο βασανίζονται όλοι, όσοι τον εκμεταλλεύονται. Είναι ένας χώρος, που στην κυριολεξία στέλνει στο θάνατο τους ανθρώπους που δεν έχουν τ
απαραίτητα εφόδια. Η μετριότητα πληγώνεται, όταν καταφέρνει με δυσκολία και κόπο αυτό που η ευφυΐα κάνει σε μία στιγμή με ευχαρίστηση. Ο καθηγητής, που ερευνά χρόνια ένα πρόβλημα, πεθαίνει, όταν ο ευφυής μαθητής δίνει τη λύση με την ευχέρεια με την οποία κάποιος λέει καλημέρα. Ακόμα κι αν κλέψει τη λύση, μέχρι να πεθάνει, θα φοβάται μήπως αποκαλυφθεί. Θα φοβάται μήπως κάποιος τον σταματήσει στο δρόμο και του αναφέρει για την κλοπή. Βραβεύεται εν μέσω χειροκροτημάτων κι ιδρώνει και μόνο στη σκέψη μήπως κάποιος σηκωθεί και τον αποκαλύψει.

Ο Θεός προικίζει τους ανθρώπους κι Αυτός δίνει τις λύσεις μέσω της έμπνευσης. Όταν ο δούλος κλέβει, υποτιμά το Θεό. Δε ζητάει απ
Αυτόν, παρά προσπαθεί ν αρπάξει από τους άλλους. Η τιμωρία έρχεται ως φυσικό αποτέλεσμα αυτής της πράξης. Αγωνιά όχι μόνο για τα όσα συμβούν εν ζωή στον κλέφτη, αλλά και τα όσα μπορεί να συμβούν ακόμα και μετά το βιολογικό θάνατο. Ποιος κλέφτης δε φοβάται μήπως μετά το θάνατο του, όταν δε θα ελέγχει τις καταστάσεις, αποκαλυφθεί η κλοπή του; Ποιος δε φοβάται μήπως οι επόμενες γενιές γελούν σε βάρος του; Το σύστημα με τη δημιουργία του υποσυστήματος της παιδείας κατόρθωσε να ελέγξει το πνεύμα και μ αυτόν τον τρόπο να κατασκευάσει ένα τεράστιο φίλτρο που το διαπερνούν μόνον οι επιθυμητοί για το σύστημα άνθρωποι. Το πρόβλημα ξεκινά από την υποκρισία των ανθρώπων, που το διαπερνούν και από την αδυναμία των υπολοίπων να τους ελέγξουν, εξαιτίας της άγνοιάς τους. Υπάρχει η διάχυτη άποψη ανάμεσα στους ανθρώπους, που είναι τεχνητό δημιούργημα, ότι ο άνθρωπος, που τελείωσε το πανεπιστήμιο, είναι πνευματικά ανώτερος. Αυτό είναι ψέμα και φανερώνει υποκρισία. Ο άνθρωπος, που τελείωσε το πολυτεχνείο, έχει ειδικές γνώσεις και τίποτε παραπάνω. Όπως ο τεχνίτης έχει ειδικές γνώσεις, έτσι κι ο πολιτικός μηχανικός έχει τέτοιου είδους γνώσεις. Αν σκεφτεί κάποιος πώς ξεκίνησαν όλες αυτές οι σχολές, εύκολα βγάζει το σωστό συμπέρασμα. Το σύστημα από τη στιγμή που αναγκάστηκε να δώσει γνώση, σκέφτηκε πονηρά κι έδρασε άμεσα. Συντεχνίες τεχνιτών υπήρχαν πάντα και η τέχνη μεταδιδόταν από τον τεχνίτη στο μαθητή. Για να μη δώσει το σύστημα από τη δική του γνώση, έκλεψε των άλλων. Έτσι πήρε ένα μάστορα της εποχής και περιέγραψε σ ένα βιβλίο τα μυστικά της δόμησης. Παρέδωσε το βιβλίο σ  ένα δούλο για να το διδάξει κι έτσι έγινε η πρώτη πανεπιστημιακή έδρα της οικοδομικής. Αντί ο μαθητής να πηγαίνει στον τεχνίτη, από τη στιγμή εκείνη πήγαινε στο πανεπιστήμιο. Με την πάροδο του χρόνου και τη συνεχή εξέλιξη φτάσαμε στο σημερινό πολυδαίδαλο πολυτεχνείο. Όμως αυτή η γνώση από μόνη της δεν έφτανε κι αυτό απαιτούσε εμπλουτισμό. Σ όλους αυτούς τους μαθητές δίνεται στοιχειώδης γνώση της φιλοσοφίας, που έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Προστατεύει το μηχανικό από τον απλό εργάτη δημιουργώντας μία ψευδαίσθηση πνεύματος, που δικαιολογεί την υπεραξία.

Αυτή η φιλοσοφία έχει το αδύνατο σημείο ότι από τη στιγμή που δίνεται σε κάποιον, που είναι εκτός υπεραξίας είναι επικίνδυνη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι φοιτητές, όταν δεν έχουν μπει μέσα σ
αυτήν, είναι ευαίσθητοι κι απειλητικοί. Όμως από τη στιγμή που αρχίζουν και κλέβουν, οι ίδιοι οι άνθρωποι κατεβάζουν τους τόνους, μέχρι να φτάσουν να υπηρετούν σαν δούλοι το σύστημα. Η φιλοσοφία, που τους δίνεται, γίνεται απαραίτητο στοιχείο, για να διαμορφωθεί στον κόσμο η εικόνα του επιστήμονα, που δικαιωματικά απολαμβάνει μεγαλύτερο μισθό.  Η εκκλησία δρα και σ αυτό το υποσύστημα με τον ίδιο άθλιο τρόπο, που την κάνει απαραίτητη. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που να έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο και να μην έχει ορκιστεί. Ακόμα κι αν αγνοήσουμε τα περί όρκου του Χριστού, είναι απορίας άξιον γιατί πρέπει να ορκίζεται στο Θεό ένας δασολόγος. Ο πραγματικός λόγος που υπάρχει ο όρκος, πρέπει ν αναζητηθεί αλλού.

Ο άνθρωπος με οτιδήποτε κι αν ασχολείται, πότε δεν μπορεί να δηλώσει ότι έφτασε στα όρια, γιατί όρια δεν υπάρχουν στο πνεύμα. Το πανεπιστήμιο είναι φτιαγμένο με τέτοιον τρόπο, ώστε μέσα από ποικίλες διαδικασίες να ισοπεδώνει τους ανθρώπους, που είναι μέσα σ
αυτό και να δίνει στο τέλος πνευματικά δικαιώματα διαχωρίζοντας τους ανθρώπους μεταξύ τους μέσα στην κοινωνία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταδίδεται η γνώση, ο χρόνος, ο ρυθμός, δεν εξαιρεί τους ανθρώπους των οποίων οι δυνατότητες είναι μεγαλύτερες. Αυτό το κάνει για έναν και μόνο λόγο. Ευνοεί συστηματικά τους δούλους. Ο δούλος χρειάζεται χρόνο και πολλή δουλειά, για να πραγματοποιήσει ορισμένα βήματα. Τα πανεπιστήμια δεν είναι φτιαγμένα για τις ευφυίες, αλλά για το σύνολο των ανθρώπων. Όταν βάζει στον ίδιο ρυθμό μία ευφυΐα μ ένα δούλο, τον πρώτο τον εξαντλεί και τον κουράζει, ενώ το δεύτερο τον επιβραβεύει, εξομοιώνοντας τον με τον πρώτο. Σε μία βιβλιοθήκη η ευφυΐα πραγματοποιεί τεράστια άλματα, μέχρι να εξαντλήσει τις δυνατότητες της. Όμως ο δούλος μειονεκτεί κι αυτό είναι οφθαλμοφανές, όταν στον ίδιο χρόνο έχουμε ασύγκριτες διαφορές αποτελεσμάτων.

Το πανεπιστήμιο ελέγχει τους ρυθμούς και  όχι μόνον αυτό, αλλά βαθμολογεί. Η βαθμολογία από τη στιγμή που υπάρχει και κρίνει την εξέλιξη, είναι ένα όπλο, που στρέφεται κατά βούληση. Αν το σύστημα θέλει δούλους, βαθμολογεί τη δουλεία. Ένας φοιτητής, που κοιτά με δέος ένα βλάκα καθηγητή και θαυμάζει την ασημαντότητά του, έχει περισσότερες πιθανότητες να βαθμολογηθεί άριστα και μ
αυτόν τον τρόπο να εξελιχθεί ανάλογα. Ένας φοιτητής, που αμφισβητεί και πολεμά την ανελευθερία και το δογματισμό, αργά ή γρήγορα ή θα συμβιβαστεί ή θα εξοντωθεί μέσω της βαθμολογίας από τους καθηγητές. Με την προώθηση δούλων το σύστημα φτάνει στο οριακό σημείο της ορκωμοσίας. Δεν ενδιαφέρει κανέναν και πώς μπορεί να ελεγχθεί άλλωστε η ποιότητα της γνώσης.

Στις οργανωμένες κοινωνίες σημασία έχει το πτυχίο. Όποιος έχει πτυχίο, εργάζεται, ενώ το αντίθετο αποκλείεται. Ο δούλος που αγκομαχώντας τελείωσε το πανεπιστήμιο έχει ανάγκη από την προστασία που του προσφέρει το πτυχίο. Χωρίς αυτό είναι αδύναμος και βλαξ να πείσει τους υπόλοιπους ότι δικαιούται την υπεραξία. Ένας πτυχιούχος χημικός, που θα πάει σ
ένα εργοστάσιο να εργαστεί, γρήγορα θα διαπιστώσει ότι οι εμπειρικοί τεχνίτες γνωρίζουν περισσότερα πράγματα απ αυτόν. Αυτό, που τον σώζει, είναι μία νεφελώδης κατάσταση που δημιουργεί μέσω ορολογίας και σιωπής με ταυτόχρονη υπενθύμιση των πανεπιστημιακών του χρόνων. Ο όρκος, που δίνεται στα πανεπιστήμια, έχει ακριβώς αυτόν το σκοπό. Δίνει το δικαίωμα σε κάποιον να θεωρεί τον εαυτό του γνώστη σε σχέση με κάποιον άλλο, ανεξάρτητα από τη γνώση του. Εντελώς αυθαίρετα χωρίζονται άνθρωποι, που ανήκουν στον ίδιο χώρο, σε εκλεκτούς και μη. Ο πραγματικά ευφυής επιστήμονας δεν έχει ανάγκη αυτής της προστασίας, αφού μόνος του προσελκύει την προσοχή των άλλων δίνοντας λύσεις εκεί όπου χρειάζονται. Όμως με τον όρκο όλοι οι πτυχιούχοι μπαίνουν στο χώρο της υπεραξίας και σ έναν κόσμο, όπου ο πλούτος αποτελεί το μέτρο της ευτυχίας. Αυτό σημαίνει, αν όχι πλήρη υποταγή τουλάχιστον ανοχή μέσω της ένοχης σιωπής. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που να βγήκε από το πανεπιστήμιο και να υποστήριξε ότι είναι άδικη η εισπραττόμενη υπεραξία. Δεν υπάρχει “επιστήμων”, που να δούλεψε εισπράττοντας το μισθό του εργάτη, όταν οι συνθήκες του επιτρέπουν να κλέψει.

Όλα αυτά είναι δημιουργήματα του συστήματος της παιδείας κι αυτής που το ελέγχει, της εκκλησίας. Όλοι αυτοί ως γνήσιοι υποκριτές αγωνίζονται με πάθος, όταν θίγονται τα δικαιώματα τους, είτε εκ των κάτω είτε εκ των άνω. Έτσι, γίνονται ένα με το σύστημα, όταν οι  άνθρωποι δυσανασχετούν για τα δικαιώματα τους, ενώ ταυτίζονται μ
αυτούς, όταν πρόκειται να διεκδικήσουν από το σύστημα. Έτσι ένας άθλιος και φουκαράς μηχανικός, όταν ένας εργάτης αμφισβητεί την υπεραξία που εισπράττει, επικαλείται δικαιώματα που προέρχονται από γνώσεις όρκους και συστήματα, ενώ, όταν ο ίδιος διεκδικεί, αμφισβητεί τα ίδια δεδομένα που επικαλείται ο βασιλιάς. Όταν διεκδικεί, θυμάται τα ανθρώπινα δικαιώματα, ταυτίζεται με τους φτωχούς και τους εργάτες για να πιέσει και μόλις το καταφέρνει ξεχνά τα πάντα. Απ  αυτήν την αθλιότητα και υποκρισία είναι γεννημένο το τέταρτο και πιο πρόσφατο υποσύστημα.

Το σύστημα της πολιτικής εξουσίας με ψευδοδημοκρατικά στοιχεία είναι γέννημα της ενδιάμεσης τάξης, που αφού χόρτασε την πείνα της μέσω της κλοπής, θέλησε να πάρει κι εξουσία. Ό,τι ισχύει για τους ανθρώπους, που υπηρετούν το σύστημα, ισχύει και γι
 αυτούς. Είναι ανάξιο να λέγονται άνθρωποι, εφόσον προτιμούν τη δουλεία από την ελευθερία. Περιμένουν τη σειρά τους, για να παραστήσουν για ελάχιστο χρονικό διάστημα ο καθένας το σωτήρα, και πεθαίνουν εξασφαλίζοντας κηδεία με δημόσια δαπάνη. Από τη στιγμή που άρχισε να δίνεται παιδεία, άνθρωποι από τα χαμηλά στρώματα ανακάλυψαν θεωρίες  και ιδέες, που όχι μόνον έδιναν ικανοποίηση σε προσωπικό επίπεδο, αλλά άφηναν και περιθώρια εκμετάλλευσης. Ο γιατρός κι ο μηχανικός και τα μέλη των άλλων συντεχνιών, αφού έλυσαν τα οικονομικά τους προβλήματα μέσω της υπεραξίας, γρήγορα ανακάλυψαν ότι η φιλοσοφία που διδάχθηκαν στα πανεπιστήμια ήταν αρκετή για να τους δώσει κι εξουσία. Ακόμα κι αυτή η στοιχειώδης γνώση οδηγεί σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Η εκκλησία και το στρατιωτικό κατεστημένο, που στηρίζει παραδοσιακά το βασιλιά, είδαν ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν επικίνδυνοι. Το μεγάλο προτέρημα τους, που τους διαφοροποιούσε από τα δύο πρώτα συστήματα, ήταν η καταγωγή τους και η ιδιότητα, που αποκτήθηκε με προσωπικό μόχθο. Ο μηχανικός σπούδασε και μόχθησε σε αντίθεση με τον ιερέα η τον αριστοκράτη, που έγινε ελέω πνευματικών δικαιωμάτων. Αυτός ο μόχθος σε συνδυασμό με την ταπεινή καταγωγή κάνει τον άνθρωπο συμπαθή κι αυτή η συμπάθεια είναι εκμεταλλεύσιμη. Ο γιος του αγρότη, που μετά από χιλιάδες δυσκολίες πέτυχε να σπουδάσει και να γίνει σπουδαίος “επιστήμων”, για το σύνολο των αγροτών είναι πιο αξιόπιστος από έναν αριστοκράτη.

Σίγουρα υπήρξαν μερικοί πολιτικοί, το σύνολο των προσπαθειών των οποίων είχαν ως στόχο τη βελτίωση του κοινωνικού επιπέδου των κατώτερων τάξεων. Όμως αυτό σε καμία περίπτωση δε δίνει στους πολιτικούς το δικαίωμα να υποστηρίζουν ότι αγωνίζονται εναντίον της αδικίας. Για να καταλάβει κάποιος πώς σκέφτεται ένας πολιτικός, πρέπει να βρεθεί στην αντίστοιχη θέση. Πρέπει, να είναι γνώστης της φτώχειας και, χωρίς να αλλάξει κανένα απολύτως δεδομένο, να βελτιωθεί το προσωπικό του επίπεδο στο μέγιστο βαθμό. Ένας φτωχός δηλαδή ξαφνικά αμείβεται ως πλούσιος και συναναστρέφεται με πλούσιους. Ο γιος του αγρότη σίγουρα είναι συμπαθής φιγούρα, αλλά αυτό που αγνοεί ο κόσμος, είναι το πάθος του να μην επιστρέψει στην αρχική κατάσταση. Αυτός ο άνθρωπος είναι πιο επικίνδυνος κι από τον πιο αυταρχικό αριστοκράτη. Επειδή έχει γνώση της μιζέριας, ελέγχεται απ
αυτούς που κατευθύνουν τις τύχες των ανθρώπων. Είναι αδύνατο να διαφωνήσει με τις πρακτικές του συστήματος, όταν σε κάθε στιγμή απειλούνται τα κεκτημένα δικαιώματά του.

Οι πολιτικοί είναι η πληγή της σύγχρονης ανθρωπότητας. Είναι πληγή, γιατί στερούν από τον κόσμο την ελπίδα. Ό,τι δημιούργησε το ανθρώπινο πνεύμα, για να βελτιώσει τη ζωή του ανθρώπου, χρησιμοποιείται απ
 αυτούς, για να ξεγελάσουν τους ανθρώπους. Μιλούν σαν φιλόσοφοι κι απειλούν μπροστά στα μάτια των ανθρώπων τους άθλιους, που τους εκμεταλλεύονται. Γνωρίζουν το λόγο των φιλοσόφων και η καταγωγή τους τούς κάνει γνώστες των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι. Όμως όλα αυτά ισχύουν, μέχρι ν αποσπάσουν την πολυπόθητη ψήφο του λαού. Την αμέσως επόμενη μέρα αλλάζουν ύφος, συμπεριφορά και συνήθειες. Την επόμενη μέρα είναι αξιωματούχοι, που πρέπει να εξηγήσουν στο λαό την αναγκαιότητα της θυσίας για το καλό των επόμενων γενιών. Για τη γενιά που ζει και υπάρχει, “ουδείς λόγος”. Τα σχέδια είναι μακροπρόθεσμα. Ο κόσμος υποφέρει, πονάει και πεθαίνει στα εργοστάσια κάθε μέρα κι αυτοί αισθάνονται υπερήφανοι για ένα επίτευγμα που θα βελτιώσει ορισμένες συνθήκες μετά από το “μικρό” διάστημα των τριακοσίων χρόνων.

Η ενασχόληση των πολιτικών με θέματα, που αφορούν το μέλλον, είναι η ασφάλεια τους. Όταν μιλά κάποιος για το μέλλον, αποφεύγει τον έλεγχο. Αν ένας πολιτικός μιλά για ένα σχέδιο που απαιτεί δέκα χρόνια μέχρι την υλοποίησή του, εξασφαλίζει ψήφο την ίδια μέρα, ενώ ο έλεγχος θα έρθει, όταν αυτός μπορεί και να έχει εγκαταλείψει την πολιτική. Οι πολιτικοί στηρίζονται στη λογική ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, αλλά μερικοί, που είναι οι ίδιοι, είναι πιο ίσοι από τους υπόλοιπους. Δεν ανέχονται εξουσίες που δεν μπορούν οι ίδιοι να καταλάβουν, αλλά θεωρούν τις δικές τους απαραίτητες. Η εξουσία του βασιλιά γι
αυτούς είναι απαράδεκτη, αλλά το σύνολο της είναι πρόθυμοι να το διαχειρίζονται. Οι πολιτικοί, που προέκυψαν απ αυτό το σύστημα της παιδείας, είναι αυτοί που ο Αριστοτέλης ονομάζει Έλληνες και μαζί με το σύνολο των μορφωμένων κλέβουν δικαιώματα κι υπεραξίες σε βάρος των ανθρώπων.

Ο χώρος δεν επιτρέπει μία μελέτη σε μεγαλύτερο βάθος των πολιτικών, που έτσι κι αλλιώς στην εποχή που ζούμε, είναι λίγο πολύ γνωστή η φύση τους. Πνευματικώς μετριότητες και κλέφτες ανάλογα με τις συνθήκες που θεωρεί ο καθένας ξεχωριστά ως ασφαλείς. Αυτό το υποσύστημα είναι το τελευταίο στη σειρά δημιουργίας κι είναι αυτό, που έβαλε την ανθρωπότητα στο τελευταίο στάδιο εξέλιξης. Απ
αυτό το σημείο και πέρα πρέπει να δούμε πώς λειτουργούν και συνυπάρχουν με η χωρίς τριβές μεταξύ τους. Το σύστημα της Βαβυλώνας έχει δύο υποσυστήματα και η λειτουργία τους είναι γνωστή. Η εκκλησία ελέγχει τις ανθρώπινες μάζες και μ  αυτόν τον τρόπο το βασιλιά. Ο βασιλιάς αναλαμβάνει το κόστος και τη φθορά εξαιτίας αναγκαίων για την ύπαρξη του συστήματος αποφάσεων, που οδηγούν στη θυσία. Η εκκλησία αναλαμβάνει να ξεσηκώσει τους ανθρώπους για θυσία και κατόπιν απέχει, μέχρι να εμφανιστεί στο τέλος του δράματος ως αρωγός και μοιρολόγος. Όμως το βήμα στο οποίο συνυπάρχουν τα υποσυστήματα σε τέλεια μορφή κι ανεξάρτητα, είναι πιο περίπλοκο κι έχει την τάση να μεταμορφώνεται προσαρμοζόμενο στις  ανάγκες των καιρών.

Για να ξεκινήσουμε τη μελέτη πάνω στη λειτουργία αυτής της σύνθεσης, πρέπει να ορίσουμε ένα αξίωμα. Από τη στιγμή που υπάρχει “εξουσία” ως έννοια, όλοι, όσοι κατέχουν τη μερική, αγωνίζονται πάντα για την κατάκτηση του συνόλου της. Αυτό σημαίνει ότι ο βασιλιάς θέλει να κυβερνά μόνος του, ο Πατριάρχης, ο πολιτικός και κάπου-κάπου ο στρατηγός επίσης. Ποτέ δε θα θεωρήσει κάποιος απ
 αυτούς την εξουσία του άλλου ως δεδομένη και ως δικαίωμα του. Όλοι αγωνίζονται για την απόλυτη εξουσία κι αυτό σημαίνει ότι το κάθε υποσύστημα ανέχεται το άλλο, γιατί είναι αναγκαία συνθήκη για τη δική του ύπαρξη. Εμείς πρέπει να βρούμε γιατί υπάρχει αυτή η αναγκαιότητα και πού βρίσκεται η “αχίλλειος πτέρνα” του. Από τη στιγμή που θεωρούμε οριακό σημείο τη Γαλλική Επανάσταση, εκεί πρέπει να βρούμε τους λόγους συνύπαρξης. Ο φτωχός Γάλλος, που επαναστάτησε, παραμονές της επανάστασης, αντιλαμβανόταν τους εχθρούς του. Ο βασιλιάς με τους άθλιους αριστοκράτες και η εκκλησία ήταν αυτοί που έκλεβαν τον κόπο του. Το βασιλιά τον εξόντωσε, ενώ η εκκλησία φαινομενικά προσαρμόστηκε  στις νέες συνθήκες. Το μέγα σφάλμα των επαναστατών ήταν η ταύτιση του πραγματικού Θεού με την εκκλησία. Όταν αρνήθηκαν την εκκλησία, αρνήθηκαν το Λόγο Του. Αυτό έδωσε δύναμη στην εκκλησία να ξεσηκώσει τους θρησκόληπτους Γάλλους στην επαρχία και να καταφέρει να δημιουργήσει μίσος εναντίον των Γάλλων σ όλη την Ευρώπη. Ενώ οι Ευρωπαίοι στο σύνολο τους έπρεπε να ελπίζουν σ αυτήν την επανάσταση, έγιναν θύματα εκμετάλλευσης και μίσησαν αυτούς, που δημιουργούσαν την ελπίδα. Το σφάλμα αυτών των επαναστατών έδωσε την ευκαιρία σ όλα τα ανθρωποειδή, όπως, για παράδειγμα, στην ανθρωποκτόνο βασίλισσα της Ρωσίας, να μιλούν και να υπερασπίζονται το Θεό. Αυτό το μίσος σε συνδυασμό με την αγωνία του συστήματος για επιβίωση, έκανε τη θέση των Γάλλων δυσμενή απ όλες τις πλευρές. Οι Ευρωπαίοι μισούσαν τους Γάλλους για τη στάση τους προς το Θεό και οι βασιλιάδες, για να διατηρήσουν τις εξουσίες τους, επιδίωκαν να τους εξοντώσουν. Αν δεν υπήρχε αυτό το εχθρικό κλίμα, η εκκλησία δύσκολα θα διαπραγματευόταν τη θέση της χωρίς τεράστιες απώλειες.

Η πονηριά των δούλων της φάνηκε στην περίπτωση του Ναπολέοντα. Ο άνθρωπος, όσο θρησκόληπτος κι αν είναι, βλέπει πάντα το θετικό, που προκύπτει μέσα από τα σημαντικά γεγονότα. Αν οι Γάλλοι βελτίωναν τη ζωή τους, αργά ή γρήγορα αυτό θα γινόταν γνωστό και θα προκαλούσε νέες εξελίξεις. Η εκκλησία αρχικά από δυσμενή θέση εκμεταλλεύτηκε τη ματαιοδοξία και την αθλιότητα του Ναπολέοντα κι έθεσε το μηχανισμό της στη διάθεση του. Έδωσε τη δυνατότητα στον ηλίθιο να σκορπίσει το θάνατο στην Ευρώπη, ώστε τα συναισθήματα των Γερμανών και των Ρώσων να έχουν σίγουρη κατάληξη το μίσος εναντίον των Γάλλων. Δεν υπήρχε περίπτωση σε μία Ευρώπη, που είχε ιστορική μνήμη, να επιτύχουν τα σχέδια του Ναπολέοντα. Αν δεν υπήρχε το Βατερλό, θα υπήρχε μία άλλη ήττα, που θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα. Κοσμοκρατορία διά της βίας σε χώρους, όπου προϋπάρχουν συστήματα εκτός της περίπτωσης του Αλεξάνδρου, είναι αδύνατο να στηθεί. Η εκκλησία παγίδευσε το Ναπολέοντα και το γαλλικό λαό κι έφερε ένα έθνος στην τραγικότερη δυνατή κατάσταση. Ένα έθνος διαλυμένο, ταλαιπωρημένο και προπάντων απελπισμένο δεν κυβερνάται. Όποιος κι αν αναλάμβανε τις τύχες του, θα έπρεπε να διαπραγματευτεί με το κύριο σύστημα, που το διατηρεί συμπαγές και δεν είναι άλλο από την εκκλησία.


Αυτή είναι η ήττα της επανάστασης. Ο επαναστάτης, που έγινε πολιτικός, είναι υποχρεωμένος πλέον να ξεχάσει τα συνθήματα εναντίον της και να την ανεχθεί ως δύναμη, που συνυπάρχει. Οι εχθρικές διαθέσεις των εθνών γύρω από τη Γαλλία δημιούργησαν ανάγκες, που πάλι ήταν αδύνατο να λυθούν χωρίς τη βοήθεια της εκκλησίας. Ενώ η φιλοσοφία της επανάστασης θέλει να οδηγήσει την ανθρωπότητα  στο σύνολο της προς τη Λύτρωση, που σημαίνει όχι πολέμους, όχι θανάτους, καθίσταται αναγκαία η ύπαρξη στρατού. Το στρατιωτικό κατεστημένο έχει τάση πάντα προς τον αυταρχισμό και τη δύναμη την παίρνει μέσω του όρκου προς το Θεό. Από τη στιγμή που είναι αναγκαίος ο όρκος η εκκλησία έχει τεράστια δύναμη.


Τα μέχρι στιγμής δεδομένα εμφανίζουν τα υποσυστήματα που μελετήσαμε. Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι οι πολιτικοί, που εκλέγονται σε αντίθεση με τους βασιλιάδες, δεν μπορούν να παίρνουν αυθαίρετες αποφάσεις χωρίς κίνδυνο. Ένας βασιλιάς για λόγους προσωπικούς μπορεί να σύρει ένα έθνος στον πόλεμο, ενώ ένας πολιτικός αδυνατεί, εφόσον οι άλλοι πολιτικοί θα τον φθείρουν για να πάρουν την εξουσία του. Επειδή υπάρχει αυτή η αδυναμία στη λήψη των αποφάσεων, εφευρέθηκε ο εθνικισμός, που είναι το μεγάλο πρόβλημα της σύγχρονης εποχής. Δεν προσβάλλεται πλέον ο βασιλιάς, προσβάλλεται  το έθνος. Μέσω του εθνικισμού περνούν στην αφάνεια τα σημαντικά προβλήματα και δίνονται προτεραιότητες, που δεν έχουν σχέση με τη λογική. Εθνικισμός μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο στη Γαλλία κι αυτό λόγω της επανάστασης. Οι Γάλλοι ήταν υπερήφανοι για την επανάσταση κι έμαθαν να θεωρούν τους εαυτούς τους ανωτέρους, έστω κι, αν δεν εξασφάλισαν για τους εαυτούς τους τίποτε απολύτως, έστω κι αν αυτή η επανάσταση είχε καπελωθεί από το σύστημα. Με τον εθνικισμό κατορθώνει το σύστημα και παρασύρει τους ανθρώπους ακόμα κι εναντίον των συμφερόντων τους. Μετατρέπει τα έθνη σε όχλους κι ο πιο άθλιος παρασύρει τους υπόλοιπους. Μέσω του εθνικισμού οι άνθρωποι ακολουθούν πορείες αυτόβουλα και με πάθος, που αν τους επιβάλλονταν, θ
αντιδρούσαν. Οι πολιτικοί γρήγορα αντιλήφθηκαν τη δύναμη του και τις εξουσίες που προσφέρει και τον καλλιέργησαν.

Αν τα πανεπιστήμια είναι εφεύρημα του συστήματος εναντίον των ανθρώπων, που διψούν για γνώση, το σύστημα της υποχρεωτικής παιδείας είναι εφεύρημα των πολιτικών, για να δώσουν ομοιογένεια στους λαούς που κυβερνούν και μ
αυτόν τον τρόπο να ελέγχουν. Η υποχρεωτική παιδεία υπηρετεί συγκεκριμένους στόχους και δεν έχει καμία σχέση με το πνεύμα. Οι φτωχοί πιστεύουν ότι η παιδεία είναι προσφορά του συστήματος προς  τους ανθρώπους, παρ όλο που δε γνωρίζουν τους σκοπούς του. Μέσω της υποχρεωτικής παιδείας περνά στην ανθρώπινη μάζα όλη η αθλιότητα του συστήματος. Κύριο μέλημα είναι η διάδοση της εθνικής ιστορίας από εντελώς υποκειμενική σκοπιά και η άποψη περί Θεού της εκκλησίας. Οι ιστορικοί, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά πληρωμένοι δούλοι, γράφουν κατά παραγγελία την ιστορία, που τους ζητείται. Έτσι το ίδιο γεγονός τα έθνη το βλέπουν από διαφορετική σκοπιά, που δεν υπηρετεί την υπόθεση της ειρήνης παρά την εξουσία. Οι Γάλλοι μαθαίνουν να είναι υπερήφανοι για τους ομοεθνείς δολοφόνους τους, που μέσα από τις σελίδες της ιστορίας ωραιοποιούνται κι εξαφανίζονται όλα τα αρνητικά στοιχεία τους και το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους λαούς, που ακολούθησαν την ίδια πρακτική. Όλοι ζουν με την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας ανεχόμενοι την κλοπή του συστήματος. Ο φτωχός Γερμανός αισθάνεται ανώτερος από έναν Τούρκο, που μπορεί να ζει μέσα στη χλιδή, που τόσο λείπει από ένα φτωχό.

Αμέσως επόμενη προτεραιότητα του συστήματος παιδείας είναι  η διδαχή της άποψης της εκκλησίας. Τα παιδιά στο σύνολο του χριστιανικού κόσμου διδάσκονται πέραν του Λόγου του Χριστού, που μένει ανερμήνευτος, την Παλαιά Διαθήκη και τους λόγους των Αποστόλων. Αυτά τα δύο έχουν τη δύναμη να δημιουργούν φόβο Θεού και να ευνοούν τη δουλεία. Σ
άλλο σημείο θα δούμε ποια είναι ακριβώς τα αποτελέσματα τους. Σημασία έχει ότι μέσα απ  αυτήν την παιδεία το κάθε έθνος δημιουργεί τα δικά του ψευδοπρότυπα και συνθήκες αναπαραγωγής τους. Ένας άλλος στόχος, που υπηρετείται μέσα απ αυτόν το μηχανισμό, είναι ο έλεγχος των νέων. Το σύστημα καθορίζει τους ρυθμούς και το εύρος της γνώσης, που δίνεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να εξασφαλίζει δύο απαραίτητες γι αυτό συνθήκες: πρώτο και βασικότερο, οι μεγαλύτερες δυνατές απαιτήσεις απ αυτό βρίσκουν τον άνθρωπο στην περίοδο της εφηβείας και δεύτερο, το εύρος της φύσης των μαθημάτων είναι τεράστιο, ώστε να ευνοούνται οι θυσιαζόμενοι και να εξοντώνονται  τα ταλέντα. Το πρώτο έχει να κάνει με το φόβο του συστήματος απέναντι στον εφηβικό έρωτα, που για λόγους που εξηγήσαμε κάνουν δύσκολο τον έλεγχο των νέων. Το δεύτερο έχει σκοπό να ευνοήσει όλους όσους για λόγους που έχουν εξηγηθεί, θυσιάζουν τον έρωτα κι αναζητούν την υπεραξία του συστήματος, ανεξάρτητα από την πνευματική τους αξία. Το τεράστιο εύρος που αναφέραμε ευνοεί τη μετριότητα. Ο νέος, που έχει ένα ταλέντο στα μαθηματικά αδιαφορεί συνήθως για τα άλλα μαθήματα. Ο νέος, που δεν έχει κανένα ταλέντο, δίνει την απαραίτητη προσοχή στο σύνολο των μαθημάτων και μ αυτόν τον τρόπο υπερτερεί έναντι του πρώτου. Έτσι με τον έλεγχο της ποιότητας των ανθρώπων, που εισέρχονται στις δομές του, το σύστημα καταφέρνει και τυφλώνει τους ανθρώπους, αφού θεωρητικά δίνει γνώση σε όλους. Οι φτωχοί παραμένουν φτωχοί κι οι πλούσιοι τείνουν να γίνουν πλουσιότεροι. Όμως όλα αυτά για να υλοποιηθούν με ασφάλεια από το πολιτικό σύστημα, είναι αναγκαίο να υπάρχει η εκκλησία. Η εκκλησία τους ορκίζει όλους και η κλοπή γίνεται με ασφάλεια. Κλέβει ο κληρικός, κλέβει ο στρατηγός, ο επιστήμονας κι ο πολιτικός.

Back to content | Back to main menu