Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Όταν μελετούσαμε το θεσμό του γάμου αναφέραμε ότι κύρια επιδίωξη του συστήματος είναι η δημιουργία πόρνων και πορνών. Οι πόρνοι είναι άντρες, που περιορίζουν την ευφυΐα τους μέσα σε πλαίσια δοσμένα από τη μοιχαλίδα μητέρα τους. Όλα αυτά τα υποσυστήματα στην κορυφή τους ελέγχονται από πρεσβύτερους, ενώ στη βάση προσπαθούν να έλξουν τους νέους. Επειδή είναι αδύνατο να δοθεί υπεραξία στο σύνολο των ανθρώπων, που την επιδιώκουν, τα υποσυστήματα αναζητούν θύματα ανάμεσα στους ανθρώπους, που χωρίς κέρδος θα τα υπηρετήσουν. Στην περίπτωση της εκκλησίας  είδαμε ότι ήταν οι πρεσβύτεροι που, ζηλεύοντας τους νέους κι έχοντας εσφαλμένη άποψη περί Αιωνίου Ζωής, γίνονται πιόνια της και δηλητηριάζουν την κοινωνία με την κριτική τους. Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και τα αλλά υποσυστήματα. Στο στράτευμα εχθρός του στρατιώτη δεν είναι η εξουσία του στρατηγού, αλλά η εξουσία του λοχία. Εντελώς αυθαίρετα μέσα στο στράτευμα δίνεται εξουσία σ ανθρώπους, που δε διαφέρουν σε τίποτε από τους υπόλοιπους. Ο άνθρωπος, που πάντα γοητεύεται από την εξουσία, τη χρησιμοποιεί πάντα στα όρια. Έτσι ο στρατηγός, που είναι αδύνατο να ελέγξει τους στρατιώτες του, έχει δούλους, που χωρίς καμία σημαντική διαφορά στην αμοιβή τους τρέχουν να εκτελέσουν τις διαταγές του. Ο κομπλεξικός λοχίας υποτάσσεται στον αξιωματικό, για να αναγκάσει τους στρατιώτες να υποταχθούν  σ αυτόν. Ο στρατηγός βέβαια πληρώνεται την υπεραξία του, ενώ ο ηλίθιος λοχίας εισπράττει συγχαρητήρια και χαμόγελα.  Έτσι λειτουργούν οι στρατοί όλου του κόσμου δημιουργώντας ανθρώπους εχθρούς μεταξύ τους χωρίς το παραμικρό κόστος. Ο λοχίας του συστήματος της παιδείας είναι ο βλάκας μαθητής, που σκουπίζει τους πίνακες ελπίζοντας σε βαθμολογική εύνοια, ενώ στο σύστημα πολιτικής εξουσίας είναι ο αφισοκολλητής, που κι αυτός ελπίζει με τη σειρά του ότι θα γίνει στο μέλλον μεγάλος πολιτικός.

Όλοι αυτοί, που είναι απαραίτητοι στο σύστημα, μπορούν να προέλθουν μόνον από τους πόρνους που δημιουργεί η μοιχεία και η αμοιβή τους θα προέλθει από την πορνεία, που δημιουργεί πάλι η μοιχεία. Επειδή όμως το άκαμπτο πλαίσιο του γάμου
που προσφέρει τα παραπάνω διασφαλίζεται από την εκκλησία, όλοι είναι υποχρεωμένοι να τηρούν τα τυπικά της, για να μην προκαλούν την κρίση της. Έτσι ο πολιτικός, ο επιστήμονας ή ο στρατιωτικός πρέπει να δείχνουν ευτυχισμένοι οικογενειάρχες, αν θέλουν να διατηρήσουν τα δικαιώματα τους. Αυτοί οι θαυμάσιοι πελάτες των πορνείων έχουν τις πιο όμορφες οικογενειακές φωτογραφίες. Η δύναμη αυτών των υποσυστημάτων βρίσκεται στο γεγονός ότι, μέσω των όρκων, πραγματοποιούν όργιο αυθαιρεσίας. Ό,τι πιο όμορφο σκέφτεται ο άνθρωπος, εντελώς αυθαίρετα το καπηλεύεται το σύστημα. Η άπειρη αγάπη του ανθρώπου προς το Θεό πρέπει να συμβιβαστεί με το σύστημα της εκκλησίας. Η αγάπη για τους συνανθρώπους, που αποτελούν το ιδιαίτερο περιβάλλον του κάθε ανθρώπου, πρέπει να συμβιβαστεί με το στρατιωτικό κατεστημένο. Η αγάπη του ανθρώπου για το πνεύμα πρέπει να συμβιβαστεί με το σύστημα παιδείας και η αγάπη επίσης του ανθρώπου για πρόοδο κι ευημερία με το πολιτικό σύστημα.

Έτσι σε μία ερώτηση της οποίας η απάντηση είναι κοινή για όλους, αφού όλοι οι άνθρωποι έχουν τις ίδιες απόψεις πάνω σ
 αυτά τα θέματα, προκύπτουν άνθρωποι, που υπερέχουν. Ποιος αγαπά το Θεό πιο πολύ; “Εμείς” λένε οι παπάδες εντελώς αυθαίρετα κι υπογραμμίζουν τη θυσία τους, που προκύπτει καθαρά από την παρανόηση και την πνευματική τους φτώχεια. Ποιος αγωνίζεται περισσότερο για την πατρίδα, που περιλαμβάνει ό,τι αγαπά ο άνθρωπος; “Εμείς” λένε οι στρατιωτικοί εντελώς αυθαίρετα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους επαγγελματίες ανθρώπους του πνεύματος και με τους πολιτικούς. Όλη αυτή η αυθαιρεσία προκύπτει από την αρχική αυθαιρεσία των ανθρώπων της εκκλησίας και μεταβιβάζεται μέσω των όρκων. Εκμεταλλεύονται οι άθλιοι πράγματα ιερά για τον άνθρωπο και στήνουν συστήματα στα οποία στην καλύτερη περίπτωση μπορούν να μπουν όλοι οι άνθρωποι, αλλά απαιτούν τέτοιες θυσίες, που σκοτώνουν τους ανθρώπους. Ο έξυπνος άνθρωπος, που έχει ιδέες για την ευημερία των ανθρώπων, δεν μπορεί να περιμένει να γεράσει, για να έχει δικαίωμα στην έκφραση. Από τη στιγμή που υπάρχει το τεράστιο αυτό κόστος, προκύπτει το τεράστιο δίλημμα μεταξύ της όψιμης δόξας και της απόλαυσης της νεότητας. Ακριβώς επειδή υπάρχει η εξυπνάδα και η νεότητα, ο άνθρωπος εγκαταλείπει τις ιδέες του και αφήνει τους δούλους ανενόχλητους ανεχόμενος αυτά τα υποσυστήματα. Όμως το κύριο μειονέκτημα αυτού του σύνθετου υπερσυστήματος είναι η μεγάλη διασπορά της υπεραξίας, που είναι δυσβάστακτη για τους ανθρώπους. Όταν πάνω στο μόχθο του λαού βασίζονται όλοι αυτοί οι δούλοι, φυσικό είναι οι οικονομικές κρίσεις να οδηγούν σε ακραίες καταστάσεις. Είναι απαραίτητη η οικονομική άνθηση, για να μη γίνεται οφθαλμοφανής η πρόκληση.

Τι γίνεται σε περίπτωση οικονομικής κρίσης; Ποια μέτρα λαμβάνονται, ώστε ν
 αποφευχθεί η κατάρρευση; Από τη μελέτη της ιστορίας των ανθρώπων διαπιστώνει κάποιος ότι η κύρια μάστιγα, που πλήττει το ανθρώπινο είδος, είναι οι πόλεμοι. Εκατομμύρια ανθρώπων έχουν σκοτωθεί σ αυτούς και πολλαπλάσιοι τους βασανίστηκαν από τις συνέπειες τους. Οι άνθρωποι φαινομενικά δε διδάσκονται από τις τραγωδίες τους και επαναλαμβάνουν συνεχώς τα ίδια λάθη. Λέμε φαινομενικά, γιατί οι άνθρωποι γνωρίζουν τις συνέπειες κι αυτή η γνώση τους φοβίζει. Όμως το σύστημα είναι απάνθρωπο κι αμετανόητο, αφού μόνο μ αυτήν την επανάληψη συντηρείται. Στο σύστημα τύπου Βαβυλώνας, εύκολα κατανοεί κάποιος ποιες είναι οι επιδιώξεις και πώς ο πόλεμος τις καλύπτει. Όταν οι άθλιοι, οι αριστοκράτες της γης γίνουν πολλοί κι ο πλούτος της κατεχόμενης γης δεν τους αρκεί, κάνουν επεκτατικό πόλεμο, για να αυξήσουν την κύρια μορφή του κεφαλαίου τους, που είναι η ίδια η γη. Αυτή είναι η αιτία για την οποία, αν παρατηρήσει κάποιος τους χάρτες, θα δει τεράστιες διαφορές μετά τη λήξη των πολέμων.

Σ
όλη τη διάρκεια της ιστορίας  μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση ο χάρτης, που θεωρητικά προσδιορίζει τα όρια των εθνών, άλλαξε άπειρες φορές κι αυτή η αλλαγή ήταν τις περισσότερες φορές θεαματική. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση κι ενώ έχουν συμβεί άπειροι πόλεμοι, μεταξύ των οποίων και δύο παγκόσμιοι, βλέπει κάποιος ότι οι αλλαγές είναι ελάχιστες και στις περιπτώσεις των δύο μεγάλων πολέμων οι ηττημένοι δεν υποτάχτηκαν στο σύστημα του νικητή, παρά διατήρησαν όλα τα στοιχεία του κράτους τους προ της ήττας. Οι νικητές σύμμαχοι δε διαμέλισαν τη Γερμανία, ονομάζοντας την κατά το αντίστοιχο ποσοστό Γαλλία, Βρετανία ή Σοβιετική Ένωση. Οι Γερμανοί έχασαν δύο παγκόσμιους πολέμους και κανένας δεν τους υποχρέωσε να γίνουν δούλοι. Αυτή η τεράστια διαφορά προβληματίζει, γιατί δεν εξηγείται μέσα από τη συνηθισμένη λογική. Οι ανθρωπιστικοί λόγοι αποκλείονται, γιατί ο άνθρωπος, που κάνει πόλεμο, είναι κτήνος και τα κτήνη είναι ίδια από την εποχή της Δημιουργίας. Ο Βρετανός στρατηγός δεν είναι λιγότερο βάρβαρος από ένα στρατηγό του Καίσαρα, ώστε απ αυτό να προκύπτει η νέα αυτή πρακτική. Απλά το σύστημα έχει αλλάξει στόχους κι αυτό που πρέπει ν αντιληφθούμε είναι το τι επιδιώκει και πώς εξακολουθεί να τρέφεται από την ανθρώπινη σάρκα.

Όταν αναφερθήκαμε σε άλλο σημείο για το σύστημα, είπαμε ότι απεχθάνεται το εμπόριο, τον αθλητισμό και την τεχνολογία. Αυτά που απεχθάνεται, όσο ήταν ισχυρό, τα πολεμούσε και μαζί μ
αυτά κι αυτούς, που τα εκφράζουν. Η εκκλησία λατρεύει τη φεουδαρχία κι αυτό γιατί έχει τη δύναμη να προστατεύει δικαιώματα, που στην περίπτωση που είναι κληρονομικά, είναι ευάλωτα στην κριτική των καταπιεσμένων. Με αφετηρία την έκρηξη της επανάστασης, ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων βρήκε χώρο για να λειτουργήσει. Άνθρωποι από το σύνολο των κοινωνικών τάξεων, που έγιναν γιατροί, μηχανικοί κι απέκτησαν οποιαδήποτε άλλη ειδικότητα άρχισαν να παράγουν έργο. Αυτό το επιστημονικό έργο, που έχει σχέση με την πρόοδο και όχι με την αφαίμαξη των ανθρώπων, άρχισε να γίνεται απειλητικό για τους κατ εξοχήν ευνοημένους του συστήματος, που είναι οι κύριοι της γης. Πολλές εφευρέσεις είχαν πρακτική σημασία κι αυτό σήμαινε ότι υπήρχε ανάγκη παραγωγής. Η μέχρι τότε παραγωγή αγαθών καλυπτόταν από τη βιοτεχνία, αφού η τάξη, που είχε τη δυνατότητα να καταναλώνει τέτοιου είδους αγαθά, ήταν ολιγάριθμη. Όμως η εκρηκτική ανάπτυξη της μεσαίας τάξης αύξησε τις μέχρι τότε ελάχιστές ανάγκες. Ενώ μέχρι τότε διέθεταν άμαξα μόνον οι αριστοκράτες, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ήταν ανάγκη και για τους γιατρούς, τους δικηγόρους και διάφορους άλλους.

Απ
αυτήν τη νέα κατάσταση προέκυψε η βιομηχανική επανάσταση. Το νέο δεδομένο δεν ήταν αυτή καθ αυτή η εφευρετικότητα των ανθρώπων, αλλά ένα μεγάλο αγοραστικό κοινό. Οι τεράστιες ανάγκες παραγωγής άρχισαν να προσελκύουν τους δουλοπάροικους προς τα αστικά κέντρα, εφόσον οι συνθήκες εργασίας ήταν σαφώς καλύτερες. Αυτό θορύβησε το σύστημα και η ερήμωση της υπαίθρου, εκτός των άλλων, αύξησε το κόστος της γεωργικής παραγωγής λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού. Οι ιδιοκτήτες της γης άρχισαν να χάνουν σταδιακά τη δύναμη τους και στήριξαν τις ελπίδες τους στην εκκλησία που στήριζαν. Έβλεπαν τους εμπόρους να στηρίζουν τους εφευρέτες οικονομικά και να πολλαπλασιάζουν τα χρήματα τους, άρα και τη δύναμη τους, την ώρα που η γη έχανε συνεχώς αξία. Να γίνουν έμποροι; Να γίνουν εφευρέτες; Και τα δύο απαιτούν προσόντα, που δίνονται από το Θεό. Η γη χάνει αξία, αλλά δεν εξαφανίζεται. Μ αυτό το σκεπτικό έμειναν παγιδευμένοι και ανέμεναν τη λύση από την εκκλησία. Η μεγαλύτερη εφεύρεση όλων των εποχών ανήκει στην εκκλησία. Εφευρέθηκαν τα πνευματικά δικαιώματα πάνω στις εφευρέσεις ή πρωτοτυπίες. Ο βλάκας ο φεουδάρχης μπορούσε πλέον χωρίς φόβο να πουλήσει γη, να εξασφαλίσει κεφάλαιο και να αγοράσει τα δικαιώματα ενός εφευρέτη. Το σύστημα αναλάμβανε τα υπόλοιπα. Για άλλη μία φορά η ηλιθιότητα νίκησε την εξυπνάδα. Ο ηλίθιος ο φεουδάρχης εκμεταλλευόταν εκ του ασφαλούς την  εξυπνάδα των ανθρώπων.

Η οικονομία αλλάζει εντελώς μορφή και από  οριζόντια μετατρέπεται σε κάθετη. Ο γαιοκτήμονας γίνεται βιομήχανος κι οι δούλοι γίνονται εργάτες. Στον αντίποδα αυτής της αλλαγής οι φτωχοί πανηγυρίζουν που απέκτησαν την πολυπόθητη γη. Δεν πέρασε βέβαια πολύς καιρός μέχρι ν
αρχίσουν πάλι  να κλαίνε, βλέποντας ότι ο παλιός τους κύριος ήταν αυτός, που θα τους πουλούσε τα τρακτέρ κι ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο πίνοντας τους μ άλλο τρόπο το αίμα. Επειδή οι παλιές συνήθειες δεν ξεχνιούνται, οι εργάτες, που συγκεντρώθηκαν στις πόλεις για μία καλύτερη τύχη, άρχισαν να γίνονται θύματα της χειρότερης εκμετάλλευσης. Άθλιες συνθήκες εργασίας, μισθός ανεπαρκής και μία πρωτόγνωρη κατάσταση.. αυτή της ανεργίας. Ανεργία στη γη δεν υπάρχει. Φτώχεια και δυστυχία μπορεί να υπάρχει, αλλά η δουλειά δε λείπει ποτέ.

Η βιομηχανική επανάσταση χρονικά ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση, άρα τη γέννηση της έννοιας του εθνικισμού. Αυτά τα δύο, αν τα συνδυάσει κάποιος, αρχίζει να ψηλαφίζει τη σύγχρονη κοινωνία. Όσο η κοινωνία βρισκόταν στο στάδιο της Βαβυλώνας, η γη ήταν το πολύτιμο αγαθό κι αυτή φυλασσόταν και μεγάλωνε, όταν υπήρχαν οι προϋποθέσεις από το στρατό. Όμως οι νέες συνθήκες αλλάζουν εντελώς τα δεδομένα κι έτσι έπρεπε ν
 αλλάξει το σύνολο της στρατηγικής. Τι μπορούν να φυλάξουν οι στρατιώτες; Μία ιδέα; Μία εφεύρεση; Από τη στιγμή που, ενώ αλλάζουν οι ανάγκες, αυτοί παραμένουν, σημαίνει ότι υπηρετούν κάποιο στόχο, που δεν είναι εύκολα ορατός. Ο στρατός σ αυτήν τη μορφή κοινωνίας έχει ένα διαφορετικό λόγο ύπαρξης, που τον καθιστά άκρως απαραίτητο. Πριν δούμε αυτόν το ρόλο θα πρέπει πρώτα να δούμε τις κοινωνικές μεταβολές που ακολούθησαν την έκρηξη του πνεύματος και τις ανάγκες που δημιουργήθηκαν.

Όπως εύκολα διαπιστώνει κάποιος από την ιστορία, οι χώροι, όπου φιλοξενούνται τα διάφορα έθνη, δε διαφοροποιήθηκαν σημαντικά από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά. Αυτό εξηγείται μόνο με τον εθνικισμό, που καλλιεργήθηκε στην Ευρώπη από εκείνη την εποχή κι ύστερα. Αυτό ήταν επίτευγμα της παιδείας, που δόθηκε μέσω του συστήματος και σκοπό είχε να δώσει τα επιθυμητά χαρακτηριστικά στους λαούς. Όσο η κοινωνία βρίσκεται στο βήμα τύπου Βαβυλώνας, εθνικισμός δεν καλλιεργείται, γιατί είναι επικίνδυνος. Το βήμα αυτό θέλει τους ανθρώπους χωρισμένους  σε κυρίους και δούλους. Το σύστημα έτσι αποκτά την ευχέρεια να διορίζει κυρίους και να λειτουργεί. Αυτό σημαίνει ότι αν τη Γαλλική Επανάσταση δεν την ακολουθούσε μία ανάλογη πνευματική, το σύνολο της Γαλλίας θα διαμελιζόταν και θα δινόταν στους νικητές  ως κτήση. Ο εθνικισμός που ανέπτυξαν τότε οι Γάλλοι, ήταν αυτός, που τους έδωσε τη δυνατότητα να υπάρχουν ως κράτος μέσα στα όρια που περίπου είχαν πριν την επανάσταση. Ο εθνικισμός έχει το χαρακτηριστικό να χρωματίζει κι αυτό σημαίνει ότι, όπου έχει καλλιεργηθεί, είναι ασύμφορο για το βήμα τύπου Βαβυλώνας να επεκταθεί. Από τη στιγμή που ο Γάλλος συνειδητοποίησε την ταυτότητα του, είναι ασύμφορος για εκμετάλλευση. Αν η επανάσταση ξεκίνησε από την αγανάκτηση εναντίον ομοεθνών κυρίων, ήταν δυνατό να ανεχθούν αλλοεθνείς; Αυτό το γνώριζε το σύστημα και φοβούμενο τα συνεχή επαναστατικά κινήματα, που μπορεί να επεκτείνονταν στο σύνολο της Ευρώπης, επέτρεψε στη Γαλλία να υπάρχει. Η Γαλλία για το σύστημα τότε, ήταν ένα μεγάλο εργαστήριο στο οποίο δοκιμάζονταν ένα μεγάλο πλήθος εφαρμογών με ζητούμενο τον απόλυτο έλεγχο μίας κοινωνίας, τα μέλη της οποίας είχαν επαναστατικό παρελθόν, αλλά και κάποια γνώση. Το σύστημα έκανε συμμάχους και συνενόχους όλους αυτούς, που θα μπορούσαν να το αμφισβητήσουν και πέτυχε τον έλεγχο.


Το κύριο στοιχείο αυτής της εφαρμογής ήταν η νέα συνωμοσία εναντίον της επαρχίας. Όπως στο προηγούμενο βήμα η δύναμη της εξουσίας στηρίζεται στην καθυστερημένη επαρχία, έτσι και στο νέο βήμα δημιουργείται ανάλογη κατάσταση. Με τη δημιουργία αυτού του χάσματος ακόμα και η έννοια της Δημοκρατίας καταστρατηγείται κι ευνουχίζεται. Δημοκρατία σημαίνει ελευθερία έκφρασης κι αυτοδιάθεσης. Όλα αυτά συμβαίνουν βέβαια στα μεγάλα κέντρα, όπου ο έλεγχος των μαζών επιτυγχάνεται με την αστυνόμευση. Η διαφορά όμως που δημιουργείται μεταξύ κέντρου και επαρχίας απαιτεί υποκρισία κι αυτή είναι τελικά, που παγιδεύει τους ανθρώπους. Όλα τα αγαθά της Δημοκρατίας τ
απολαμβάνουν οι “εκλεκτοί”, αλλά η συμπεριφορά έναντι της επαρχίας είναι η παλιά, γιατί υπάρχει η εκμετάλλευση. Τη φωνή της επαρχίας, που υποτίθεται αντιπροσωπεύουν οι πολιτικοί οι οποίοι προέρχονται απ αυτήν, την παγιδεύουν μέσα στα παλάτια, τις υπεραξίες και τη γλυκιά ζωή. Αν ο πολιτικός της επαρχίας είχε κυβερνητικά καθήκοντα στην  περιοχή του, που είναι πιο κοντά στην έννοια της Δημοκρατίας, αργά ή γρήγορα θα ερχόταν σε σύγκρουση με το κεντρικό σύστημα και μ αυτόν τον τρόπο θα δημιουργούνταν εξελίξεις, που θίγουν την εξουσία. Η κεντρική εξουσία δεν επιθυμεί ο πολιτικός να ζει και να εργάζεται στην περιοχή του, γιατί μ αυτόν τον τρόπο ο ίδιος ελέγχεται κι αυτό σημαίνει ότι, αν επιθυμεί να διατηρεί το αξίωμα του, θα πρέπει ν  αγωνίζεται φυσικά εναντίον της κι εναντίον των επιλογών της.

Το σύστημα θέλει τον πολιτικό της επαρχίας αργόμισθο, τεμπέλη, υψηλά αμειβόμενο και χωρίς φωνή. Αν ο πολιτικός αποκτήσει αυτά τα χαρακτηριστικά, θα πρέπει για να επιβιώσει να λέει ψέματα και ν
αναπτύσσει διάφορες θεωρίες, που στόχο έχουν ν αποπροσανατολίσουν. Αυτές όλες οι θεωρίες των ψευτών έχουν να κάνουν με τον εθνικισμό. Ένας πολιτικός μίας περιοχής, που υποφέρει από τη φτώχεια, όταν δεν κάνει απολύτως τίποτε, πρέπει να πει ψέματα. Πρέπει να πείσει τους ανθρώπους ότι αγωνίζεται για μία μεγάλη Γαλλία, Γερμανία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα και ότι, όταν το επιτύχει αυτό, θα λυθούν ως διά μαγείας όλα τα προβλήματα. Επομένως δε φταίει για την έλλειψη λύσεων αυτός, που είναι ηλίθιος και κλέφτης, αλλά φταίνε οι Τούρκοι για τους Έλληνες κι οι Γερμανοί για τους Γάλλους. Βλέπει κάποιος, ότι ο εθνικισμός είναι η φυσική εξέλιξη της φιλοσοφίας ενός συστήματος με κεντρική εξουσία, που δεν έχει τη μονολιθικότητα της βασιλείας. Εξασφαλίζοντας την υποκρισία το σύστημα, που θέλει αδικημένη την επαρχία, δε φοβήθηκε να επιτρέψει και στις άλλες χώρες τις θεωρίες περί δημοκρατίας Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο εκείνη την εποχή πολλοί άνθρωποι της Δύσης είχαν αρχίσει να μελετούν τους μεγάλους Έλληνες φιλοσόφους.

Όλα αυτά δοκιμάστηκαν πρώτα στη Γαλλία εκείνης της εποχής κι αυτή η δοκιμή υποβοηθούνταν από τη γνώση που είχε το σύστημα από τη διάλυση της Μακεδονικής Αυτοκρατορίας. Μετά το θάνατο το Αλεξάνδρου, Μακεδόνες ευγενείς δημιούργησαν κράτη “κατ
 εικόνα και καθ ομοίωσιν” της αυτοκρατορίας κι αυτό ήταν η απόδειξη της αποτελεσματικότητας της μετέπειτα τακτικής του συστήματος “διαίρει και βασίλευε”. Το πόσο καλά λειτουργεί η εξουσία αποδεικνύεται μόνον από τη δυνατότητά της να κάνει πόλεμο. Αυτά τα κράτη είχαν αποδείξει ότι λειτουργούν ελεγχόμενα, παρ όλες τις ιδιομορφίες τους, πράγμα που τα έκανε πολύτιμες εμπειρίες. Οι ιδιομορφίες αυτές ήταν δύο.. πρώτον: οι βασιλιάδες ανήκαν σε έθνος διαφορετικό απ αυτό που κυβερνούσαν και δεύτερον: μέσα στο κάθε βασίλειο συνυπήρχαν άνθρωποι που ανήκαν σε διαφορετικά επίπεδα όσον αναφορά την παιδεία τους. Όταν δοκιμάστηκε στη Γαλλία αυτό το σύστημα αποδείχτηκε αυτό, που ήταν γνωστό, αλλά δεν είχε εφαρμοστεί ποτέ στη Δύση: κάτω από συνθήκες σκευωρίας των “εκλεκτών”, που κλέβουν, οι λαοί μάχονται και σκοτώνονται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Όταν πλέον το πνεύμα άρχισε να πλημμυρίζει την Ευρώπη στο σύνολο της, το σύστημα ήδη είχε την υποδομή ν αντιμετωπίσει την κατάσταση.

Αυτό, που έγινε στη Γαλλία, ήταν η ιδανική κι εφαρμοσμένη λύση. Έτσι έφτασε η Ευρώπη στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο να πολεμά και να θρηνεί θύματα, κατ
αντιστοιχία  απόλυτη με τους πολέμους των διαδόχων του  Αλεξάνδρου. Πολεμούσαν όλοι εναντίον όλων και η τραγική ειρωνεία ήταν ότι οι βασιλιάδες όλων αυτών των εθνών ήταν συγγενείς μεταξύ τους. Αυτό το γραφικό τσίρκο των γαλαζοαίματων, που κάποτε μάτωσαν την Ευρώπη και σήμερα αποτελούν ευνουχισμένες μαριονέτες, το εγκατέστησε η εκκλησία με σκοπό να το ελέγχει απόλυτα και παράλληλα να μη διαφεύγει η εξουσία σε χέρια, που δεν ελέγχονταν. Το έλεγχε απόλυτα, γιατί μόνον αυτή το προστάτευε. Σε μία Ευρώπη, που στήριζε τη δομή της στον εθνικισμό, αρκούσε μία σπίθα, για να ξεσηκωθούν οι Βρετανοί εναντίον των Γερμανών βασιλιάδων τους. Η εκκλησία προστάτευε ανθρώπους, που είχαν απόλυτη ανάγκη αυτής της προστασίας κι αυτό τούς έκανε υποχείρια της. Οι γαλαζοαίματοι της Ευρώπης δημιουργήθηκαν για να σέρνουν τους λαούς σε τέτοιους πολέμους, των οποίων το τέλος δε θ απειλούσε τις εξουσίες, που ήδη είχαν προσδιορισθεί, ώστε να υπηρετήσει το σύστημα, και οι όποιες διαφορές θα λύνονταν σε συνθήκες οικογενειακού περιβάλλοντος. Πολεμά ο ξάδερφος τον ξάδερφο, αλλά δεν τον αμφισβητεί, ούτε του παίρνει την εξουσία. Αυτή η πρακτική είναι η επιθυμητή, για να λειτουργήσει η κοινωνία αυτού του βήματος. Πρέπει να γίνονται πόλεμοι, αλλά να μην καταστρέφονται τα επιμέρους συστήματα. Από  τη στιγμή που ο φεουδάρχης έγινε βιομήχανος, δεν υπήρχε καμία απολύτως ανάγκη κατάκτησης.

Οι πόλεμοι έχουν διαφορετική φιλοσοφία και στόχους. Ο κύριος στόχος των πολέμων αυτού του βήματος, που είναι και το βήμα που ζει η ανθρωπότητα σήμερα, είναι η κλοπή της γνώσεως διά της βίας. Αυτό το “διά της βίας” εξασφαλίζει την επιβίωση του συστήματος. Η ανταλλαγή γνώσεων απαγορεύεται, γιατί μ
αυτόν τον τρόπο μειώνεται η υπεραξία και χαλούν τα δεδομένα του παιχνιδιού που συντηρεί το σύστημα. Διά της βίας αρπάζει ο νικητής τις γνώσεις του νικημένου και συντηρούνται τα πνευματικά δικαιώματα. Ο νικημένος εξασφαλίζει την ύπαρξη του, αλλά δεν έχει δικαίωμα ν αντιγράψει  το νικητή, παρά να μπει στο παιχνίδι από μειονεκτικότερη θέση. Για να γίνει αυτό κατανοητό, αλλά και για να αντιληφθεί ο αναγνώστης την ευφυΐα του συστήματος και την απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ φεουδάρχη και βιομηχάνου, θ αναφέρουμε ένα παράδειγμα. Έστω ότι υπάρχουν δύο φεουδάρχες, οι οποίοι έχουν φέουδα όχι ίσα μεταξύ τους, αλλά χωρίς δυνατότητα επέκτασης σε άλλους χώρους. Ο ένας παράγει πλούτο αξίας 2Χ και ο άλλος Χ. Όσο το αρχικό καθεστώς επιφάνειας της γης είναι σταθερό, εφόσον οι άλλες παράμετροι εργατικό κόστος, κλίμα είναι επίσης σταθεροί και κοινοί, αυτή η αναλογία είναι επίσης σταθερή. Πρέπει ν αλλάξει η επιφάνεια για ν αλλάξει ο παραγόμενος πλούτος κι αυτό σημαίνει πόλεμο. Μόνο αν ο δεύτερος κατακτήσει μέρος του πρώτου, μπορεί να κάνει τον πλούτο του 2Χ και σε καμία άλλη περίπτωση.

Στην περίπτωση των βιομηχάνων έχουμε επίσης συγκεκριμένα όσο κι ανάλογα δεδομένα. Υπάρχουν δύο βιομήχανοι και οι βιομηχανίες τους αποφέρουν πλούτο έστω 2Χ και Χ αντίστοιχα. Έχουν και οι δύο εργοστάσια κι εργάτες, ενώ απευθύνονται στην ίδια αγορά. Εδώ το κεφάλαιο δεν είναι η γη, ούτε και το εργοστάσιο. Εδώ το κεφάλαιο είναι η τεχνογνωσία. Όποιος έχει πιο εξελιγμένη μέθοδο παραγωγής, ανώτερο ποιοτικά προϊόν και καταφέρνει να  είναι περισσότερο ανταγωνιστικός, έχει το μεγαλύτερο κέρδος. Ο πόλεμος κι εδώ γίνεται, αλλά δεν είναι της αυτής φιλοσοφίας. Ο εργοστασιάρχης δεν πολεμά ν
αρπάξει το εργοστάσιο του άλλου, πράγμα ανώφελο κι επικίνδυνο, εφόσον δημιουργεί συνθήκες να χάσει κι αυτός το δικό του, αλλά πολεμά ν αρπάξει την τεχνογνωσία του αντιπάλου. Αν καταφέρει κι αρπάξει τη γνώση του πρώτου, αυτός θα εισπράττει τα 2Χ, εφόσον ο άλλος είναι υποχρεωμένος ν αποδεχθεί να δουλεύει με κατώτερη γνώση, αν θέλει να παραμείνει στο παιχνίδι και να μην προκαλεί το σύστημα.

Αν αντιληφθεί ο αναγνώστης αυτό το παράδειγμα, αντιλαμβάνεται την έννοια “κεφάλαιο”. Κεφάλαιο δεν είναι το χρήμα, ούτε το εργοστάσιο, παρά η γνώση. Με τη γνώση εξασφαλίζει κάποιος και χρήματα κι εργοστάσιο, ενώ το αντίθετο δεν ισχύει πάντα. Τα χρήματα δαπανώνται για να εξασφαλίζουν την ακριβή γνώση και το φθηνό εργοστάσιο, ενώ το εργοστάσιο, όταν υπάρχει, απλά μειώνει τα συνολικά έξοδα επένδυσης. Μ
αυτήν τη λογική τα χρήματα και η υλικοτεχνική υποδομή είναι η έκφραση του κεφαλαίου ως έννοια και ταυτόχρονα είναι και η μορφή του όσον αφορά την ανάγκη να διαμοιραστεί στους δικαιούχους. Αυτό για να γίνει κατανοητό, θα πρέπει να το αναλύσουμε. Αν, για παράδειγμα, υπάρχει ένας εργοστασιάρχης μ όλη την απαραίτητη υποδομή που τον χαρακτηρίζει,  αλλά χωρίς την απαραίτητη γνώση που απαιτεί το ανταγωνιστικό περιβάλλον για ν αποκτήσει κέρδος, το σύνολο αυτής της υποδομής είναι άχρηστο. Είναι άχρηστο το εργοστάσιο, είναι άχρηστοι οι εξειδικευμένοι εργάτες, είναι άχρηστες οι αγορασμένες πρώτες ύλες. Από την άλλη πλευρά έχουμε έναν άνθρωπο, που έχει μία γνώση με τη μορφή εφεύρεσης, που είναι σίγουρο ότι έχει θέση στην αγορά, αλλά χωρίς την παραμικρή υλική υποδομή. Αυτοί οι δύο άνθρωποι που μελετούμε, έχουν διαφορά στο κεφάλαιο. Φαινομενικά ο πρώτος υπερτερεί έναντι του δεύτερου, ενώ στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Ο πρώτος δεν έχει κεφάλαιο κι γι αυτό δεν μπορεί να δουλέψει, ενώ ο δεύτερος πουλώντας μέρος της αξίας της γνώσης του, μπορεί να εξασφαλίσει το σύνολο όσων διαθέτει ο πρώτος έχοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα να δουλέψει. Αυτό είναι η απόδειξη της γνώσης, που είναι ταυτόσημη με την έννοια “κεφάλαιο”.

Όμως έννοια κι έκφραση είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό, γιατί ο πλούτος ανήκει στην έκφραση του κεφαλαίου. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο πρώτος έχει εργοστάσιο και πρώτες ύλες κι επομένως πλούτο. Μπορεί να τα πουλήσει σε κάποιον και να αποκτήσει τον αντίστοιχο πλούτο. Τα μηχανήματα, οι κτιριακές εγκαταστάσεις έχουν συγκεκριμένη αξία και η  κατοχή τους σημαίνει κατοχή συγκεκριμένου πλούτου. Ο δεύτερος, που έχει τη γνώση, αν δεν κινηθεί με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, δεν έχει τον παραμικρό πλούτο. Η ύπαρξη ορισμένων χαρτιών δεν πιστοποιεί πλούτο, ούτε δίνει τη δυνατότητα χειρισμού μ
 όμοιο τρόπο. Ο πρώτος μπορεί να πουλήσει ένα μηχάνημα, να βγει στην αγορά και ν  αγοράσει τα αγαθά που θέλει, ενώ ο δεύτερος όχι. Μπορεί να πάει κάποιος στο χασάπη και αντί αμοιβής σε χρήμα να του δώσει δύο σελίδες από τη μελέτη του; Συνεπώς για να μπει στην αγορά το κεφάλαιο-γνώση πρέπει να εκφραστεί σε πλούτο. Πρέπει κάποιοι να την εκτιμήσουν και στη συνέχεια να την αντιστοιχίσουν σε πλούτο κι αυτός ο πλούτος θα είναι, που θα εκφράζει την αξία της ως κεφάλαιο. Ο βιομήχανος που εξετάσαμε εφόσον έχει εργοστάσιο, που δούλευε στο παρελθόν, είχε κεφάλαιο σε γνώση, αλλά αυτό το κεφάλαιο έχασε την αξία του, εφόσον η γνώση του ξεπεράστηκε. Ο πλούτος του είναι προϊόν εκείνης της γνώσης που κάποτε είχε. Ήταν γαιοκτήμονας, πούλησε τη γη κι αγόρασε γνώση. Από τη μία μορφή κεφαλαίου πέρασε στην άλλη, που είναι εντελώς διαφορετικής μορφής. Η μετάβαση από τη μία μορφή κεφαλαίου στην άλλη γίνεται, γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά στην απόδοση του κέρδους, το οποίο κέρδος δεν είναι κεφάλαιο, αλλά το σύστημα μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων το μετατρέπει σε κεφάλαιο. Σ αυτό το σημείο βρίσκεται η αδυναμία του συστήματος κι οποιαδήποτε παρέμβαση το κλονίζει.

Ο,τι έχει πει ο Μαρξ είναι σωστό και η θεωρία του αγγίζει την αδυναμία του συστήματος. Αυτό όμως που κάνει το Μαρξ ανεφάρμοστο μέχρι σήμερα, είναι το πρώιμο της εμφάνισής του. Ο Μαρξ γεννήθηκε σε μία εποχή που το κεφάλαιο όπως το γνωρίζουμε σήμερα γεννιόταν και δεν είχε πάρει τα πραγματικά του χαρακτηριστικά. Στην εποχή του, το κεφάλαιο ήταν τα εργοστάσια και τα χρήματα που απαιτούσε η λειτουργία τους. Αυτοί που διαχειρίζονται το λόγο του δεν προσαρμόζουν τη θεωρία του στα πραγματικά δεδομένα, γιατί είναι κι οι ίδιοι εξίσου άθλιοι κεφαλαιοκράτες. Χειρίζονται το λόγο του ως κεφάλαιο, για ν
αντλούν δικαιώματα υπεραξίας απ αυτόν. Ένας δούλος του κομμουνιστικού κόμματος, δεν αναλύει το λόγο του Μαρξ, γιατί απλούστατα αυτό σημαίνει αυτοκατάργηση. Όμως πριν δούμε την άποψη του Μαρξ, επιστρέφουμε σ αυτό που όπως αναφέραμε αποτελεί το αδύναμο σημείο του συστήματος.

Το σύστημα, που θέλει να προστατεύσει τους δούλους του, δίνει σ
αυτούς τη δυνατότητα ν ανανεώνουν το κεφάλαιο τους μέσα από το κέρδος και μ  αυτόν τον τρόπο να διαιωνίζεται η κατάσταση. Το κεφάλαιο-γνώση αποδίδει κέρδος μέχρι να ξεπεραστεί κι αυτό σημαίνει ότι σε κάποια στιγμή παύει να υφίσταται. Οι φεουδάρχες που έγιναν εργοστασιάρχες, γνωρίζουν αυτήν την αδυναμία κι αυτός ήταν ένας σημαντικός λόγος που σε πρώτη φάση δεν επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν τη θεωρητικά αλλά και πρακτικά άφθαρτη γη, χωρίς ικανοποιητικές εγγυήσεις. Το σύστημα γνωρίζει επαρκώς τι ακριβώς είναι το κεφάλαιο, αφού αυτό μέσω της εκκλησίας έχει στην κατοχή του το μεγαλύτερο κεφάλαιο που εμφανίστηκε ποτέ στη Γη, και είναι ο Λόγος του Θεού. Αυτή η γνώση έδωσε σ αυτό τη δυνατότητα να δρομολογήσει καταστάσεις περίπλοκες και δυσδιάκριτες. Έντεχνα προκαλεί σύγχυση στους ανθρώπους μεταξύ των εννοιών του κεφαλαίου και του πλούτου. Παραμονές του 21 ου  αιώνα κι οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται από πού προέρχεται το κέρδος και πώς αυτό δημιουργεί συνθήκες αύξησης του. Βλέπει ο άνθρωπος αυτό που δεν πρόφτασε ο Μαρξ, δηλαδή εργοστάσια να κλείνουν και να μένουν άνεργοι οι άνθρωποι και δεν μπορεί να καταλάβει ότι το κεφάλαιο το έχει ο άνθρωπος, που έχει τη γνώση. Σήμερα αυτό είναι πιο προσιτό να το αντιληφθεί κάποιος, γιατί υπάρχει περισσότερη γνώση γύρω από τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Ο Μαρξ υπήρξε σε μία εποχή που οι ανάγκες για αγαθά ήταν τεράστιες, ενώ η προσφορά μέσω της παραγωγής ελάχιστη κι αυτό έδινε αξία στο εργοστάσιο σε βάρος της γνώσης.

Η αγγλική βιομηχανία μπορεί να παρήγαγε ένα προϊόν ανώτερης ποιότητας από μία άλλη βιομηχανία, αλλά αυτό ελάχιστα προβλημάτιζε τους άλλους, εφόσον η παραγωγή της δεν ξεπερνούσε τη ζήτηση, ώστε ν
απειλήσει άλλες αγορές. Κεφάλαιο εκείνη την εποχή ήταν το εργοστάσιο. Όμως το κεφάλαιο έχει την τάση να επεκτείνει την ακτίνα δράσης του κι αυτό είναι μία από τις αδυναμίες του. Είναι αδυναμία, γιατί, αν δεν επεκταθεί και δεν καλύψει μία ανάγκη στο σύνολο της αγοράς, δημιουργεί χώρο γι ανάπτυξη ανεπιθύμητου ανταγωνισμού. Ένας εργοστασιάρχης που κατασκευάζει υφάσματα στο Λονδίνο, έχει συμφέρον να είναι η ζήτηση μεγαλύτερη από την παραγωγή, ώστε να εισπράττει περισσότερη υπεραξία χωρίς μεγαλύτερα έξοδα. Όμως αυτή η διαφορά είναι επικίνδυνη γι αυτόν, γιατί δίνει χώρο ανάπτυξης και σε κάποιον άλλο, που παράγει το ίδιο προϊόν έστω και κατώτερης ποιότητας. Ακριβώς για να μην υπάρξει χώρος για κάποιον άλλο, που στο μέλλον μπορεί να είναι απειλητικός, πρέπει ο πρώτος βιομήχανος να επεκταθεί. Το ένα εργοστάσιο να γίνουν δύο, τρία και ούτω καθεξής. Αυξάνοντας όμως την παραγωγή, οδηγείται σε μία κατάσταση στην οποία η ανάγκη θα έχει καλυφτεί σε πρώτη φάση και οι περαιτέρω πωλήσεις για να διατηρηθούν στο ίδιο επίπεδο θα επιβάλλουν μείωση των τιμών. Όταν αυτές οι μειώσεις φτάσουν σ ένα οριακό σημείο, ο κολοσσός πλέον βιομηχανία, θα πρέπει ν αναζητήσει άλλες αγορές έξω  από εθνικά όρια. Όταν αυτή η επέκταση γίνεται σε κράτος που δεν έχει ανεπτυγμένη εθνική βιομηχανία, δεν υπάρχει μεγάλο πρόβλημα, ενώ το αντίθετο συμβαίνει όταν υπάρχει. Όταν αγγλικά προϊόντα μπαίνουν στην αγορά  της Γαλλίας, που παράγει τα ίδια, τότε αρχίζουν και δημιουργούνται προβλήματα, που κλονίζουν το σύστημα.

Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα, ο εργοστασιάρχης έχει δύο μεγάλα προβλήματα. Ένα σε σχέση με τη διατήρηση της αξίας του αρχικού κεφαλαίου κι ένα σε σχέση με τον ανταγωνισμό κάποιου άλλου, που μπαίνοντας στην αγορά του τείνει να τον εξαφανίσει. Το πρώτο πρόβλημα λύνεται μ
ευκολία, ενώ το δεύτερο είναι δύσκολο όσο κι επικίνδυνο. Το πρώτο λύνεται με τη γνωστή τακτική του συστήματος, που είναι η αδικία. Το σύστημα δεν έχει ευαισθησίες κι αισθήματα. Το σύστημα λατρεύει τους εκλεκτούς του, που το στηρίζουν, πληρώνοντας το εκμεταλλευόμενοι φτωχούς ανθρώπους. Αυτό το πετυχαίνει με τον έλεγχο του πραγματικού κεφαλαίου, που είναι η γνώση. Αν το κεφαλαίο με τη μορφή χρήματος ήταν ανεξάρτητο από την εξουσία και τις επιλογές της, η κατάσταση στην παραγωγή θα ήταν διαφορετική. Αυτός, που είχε το κεφάλαιο-εφεύρεση, θα πήγαινε στην τράπεζα κι αφού εύκολα θα κατάφερνε να πιστοποιήσει την αξία της εφεύρεσής του, αυτόματα θα έπαιρνε το κεφάλαιο-χρήμα για να μπει στην παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι κάθε εφευρέτης θα γινόταν βιομήχανος και θα παρήγαγε μέχρι να εξαντληθούν οι δυνατότητες του: είτε, γιατί η γνώση του ξεπεράστηκε σε απόλυτα επίπεδα είτε γιατί δεν υπάρχει χώρος έστω και για το κατώτερο προϊόν.

Αυτό όμως δε συμβαίνει, γιατί όλος αυτός ο χώρος του κεφαλαίου ελέγχεται. Πάει ο εφευρέτης σε μία τράπεζα για την αναζήτηση της μορφής κεφαλαίου που δε διαθέτει κι αυτή ακολουθεί ύπουλη τακτική. Πρώτον αρνείται προφασιζόμενη το αβέβαιον της επένδυσης και δεύτερον ενημερώνει τον εργοστασιάρχη  του αυτού αντικειμένου για τον κίνδυνο. Από τη στιγμή που ελέγχεται η χρηματοδότηση, το πλέον εύκολο είναι η τεχνητή μείωση της αξίας του πραγματικού κεφαλαίου. Ο εφευρέτης που σ
ένα ελεγχόμενο οικονομικό σύστημα δεν εξασφαλίζει χρηματοδότηση, είναι εύκολο θύμα των αθλίων. Όταν όλες οι πόρτες είναι κλειστές, μένει πάντα ανοιχτή αυτή του αντιπάλου, πράγμα που σημαίνει ελάχιστη διαπραγματευτική ικανότητα. Ο εφευρέτης θα ξεπουλήσει όσο-όσο την εφεύρεση του και θα είναι αναγκασμένος, εισπράττοντας ψίχουλα, να βλέπει τον άλλο να θησαυρίζει χωρίς δυνατότητα αντίδρασης. Εδώ συμβαίνει αυτό που προαναφέραμε, ότι το σύστημα καταφέρνει και μετατρέπει το κέρδος σε κεφάλαιο. Ο εργοστασιάρχης από το κέρδος αγοράζει κεφάλαιο, που σ άλλη περίπτωση θα εξαφάνιζε και το κεφάλαιό του και το κέρδος του.

Μ
αυτόν τον έλεγχο στις χρηματοδοτήσεις, το κεφάλαιο-γνώση εξασφαλίζει σταθερότητα όμοια μ αυτήν της γης και καθιστά ασφαλή τη μετατροπή του κεφαλαίου. Οι ηλίθιοι φεουδάρχες γίνονται εκ του ασφαλούς ευφυείς βιομήχανοι εκμεταλλευόμενοι τη γνώση, που υπάρχει. Η τραγική ειρωνεία βρίσκεται στο γεγονός ότι τα πνευματικά δικαιώματα για το σύνολο του κόσμου είναι δωρεά του συστήματος και προστασία του φτωχού δημιουργού από τους βιομηχάνους. Όλα αυτά όμως που αφορούν την υπάρχουσα γνώση, εφαρμόζονται μόνο σ εθνικό επίπεδο. Το κάθε εθνικό σύστημα προστατεύει τους δικούς του κλέφτες. Έτσι όταν θα υπάρξει ο Γερμανός εφευρέτης, από πλευράς Γερμανίας θα υπάρξει άφθονη χρηματοδότηση, όταν δεν υπάρχει βιομηχανικό κατεστημένο  σ αυτόν τον τομέα παραγωγής και εννοείται ότι δε θα ειδοποιηθεί ο Βρετανός βιομήχανος.

Απ
αυτό το σημείο ξεκινά το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα του συστήματος, που είναι και το πιο δύσκολο. Το πρόβλημα γεννιέται από τη δυσλειτουργία, που προκαλείται από την επιθυμία για έλεγχο της γνώσης σε διαφορετικά επίπεδα και την αδυναμία επίτευξης της επιθυμητής ισορροπίας. Αυτά τα επίπεδα είναι δύο: το κάθε εθνικό και το παγκόσμιο. Έτσι, ενώ τα πνευματικά δικαιώματα αφορούν το παγκόσμιο επίπεδο, η προστασία του κεφαλαιοκράτη επιτυγχάνεται μόνο στο κατώτερο επίπεδο, που είναι το εθνικό. Σύμφωνα με το αξίωμα που θέσαμε στην αρχή, όταν υπάρχει εξουσία, υπάρχει και τάση για την κατάκτηση του συνόλου της. Όταν σ αυτό προσθέσει κάποιος και το αναμφισβήτητο  ότι ο πλούτος δίνει εξουσία και η εξουσία πλούτο, τότε είναι προφανές ότι όλα τα εθνικά συστήματα που αγωνίζονται για την παγκόσμια εξουσία, ακολουθούν την ίδια τακτική. Προσπαθούν να φτιάξουν δομές και να επεκταθούν σ όλους τους τομείς της παραγωγής, ώστε να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους το σύνολο του πλούτου που διατίθεται στην αγορά. Ενώ στην εθνική αγορά ευνοείται το φαινόμενο του μονοπωλίου, στη διεθνή γίνεται ένας χωρίς προηγούμενο σκληρός  αγώνας για την κατάργηση του από τα έθνη που θίγονται. Η δυσλειτουργία στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, εδώ παρουσιάζεται κι  έχει σχέση με τα πνευματικά δικαιώματα. Όταν η γνώση που προστατεύεται, είναι απείρως καλύτερη από τις ομοειδείς, οδηγεί πάντα στην κατάσταση του μονοπωλίου. Έτσι, ενώ όλα τα έθνη στηρίζουν τις δομές τους στα πνευματικά δικαιώματα, σ αυτήν την  περίπτωση είναι αναγκασμένα να πολεμούν έναν αντίπαλο, που αν τον νικήσουν, η νίκη τα καταστρέφει. Όμως, επειδή αυτή η διαφορά γνώσης υπάρχει πολύ σπάνια, και όλες σχεδόν είναι στο ίδιο επίπεδο, αυτή η ανάγκη είναι πολύ σπάνια. Σημασία έχει το ότι κατά τη βιομηχανική επανάσταση τα μεγάλα έθνη εκείνης  της εποχής, που εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα, άρχισαν να χτίζουν απόλυτα όμοια συστήματα παραγωγής, που ήταν θέμα χρόνου η σύγκρουση τους μέσα στην παγκόσμια αγορά, μέρος της οποίας είναι και η αντίστοιχη εθνική. Συστήματα όμοια μεταξύ τους με κεφάλαιο μεταβλητό, όπως είναι η γνώση, δημιουργούν μία δυναμική, που απαιτεί ιδιαίτερα λεπτούς χειρισμούς.

Αν προσδιορίσουμε χρονικά την εποχή από την οποία αυτά τα υποσυστήματα υπάρχουν και λειτουργούν στην τέλεια μορφή, για πρώτη φορά βρισκόμαστε λίγα χρόνια πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Πρώτος προβληματισμός είναι γιατί ο πόλεμος αυτός ονομάστηκε παγκόσμιος και δεν ονομάστηκαν τόσοι άλλοι,  που έγιναν από αυτοκρατορίες, που τη δεδομένη στιγμή είχαν πρακτικά την κοσμοκρατορία. Γιατί εκείνος ο πόλεμος ονομάστηκε παγκόσμιος; Ποιο χαρακτηριστικό του δίνει αυτήν την ιδιότητα; Πριν βρούμε αυτό το χαρακτηριστικό, θα πρέπει να δούμε την παγκόσμια κατάσταση εκείνης της εποχής. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι ο κόσμος εκείνη την εποχή ήταν γνωστός στο σύνολο του και όχι μόνον ήταν γνωστός, αλλά είχε διαμοιραστεί στα ισχυρά έθνη εκείνης της εποχής. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία του βήματος της Βαβυλώνας ως σύστημα εξουσίας παύει να εξασφαλίζει συνθήκες επιβίωσης, εφόσον εξαλείφονται τα βασικά δεδομένα. Η δυνατότητα επέκτασης στο χώρο που της δίνει δύναμη, έφτασε εκείνη την εποχή στο οριακό της σημείο. Δεν μπορεί η Αγγλία να ξεκινήσει πόλεμο σ
άλλους χώρους, υποσχόμενη στους δούλους της φέουδα και πλούτη. Οι στρατοί όλου του κόσμου περιορίζονται στο να διαφυλάγουν τα κεκτημένα σ έναν κόσμο, που δεν έχει άλλες δυνατότητες προσφοράς εδαφών. Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, το σύνολο της ανθρωπότητας περνά σε μία νέα φάση, που αποκλείει το ενδεχόμενο της επιστροφής στο βήμα της Βαβυλώνας. Ενώ όπως αναφέραμε στην αρχή της θεωρίας, το βήμα αυτό είναι συνεχώς επαναλαμβανόμενο, εκείνη την εποχή εξαλείφθηκαν όλοι οι παράγοντες που  το έκαναν να λειτουργεί. Εδώ είναι απαραίτητη μία διευκρίνιση. Λέμε ότι το βήμα τέσσερα έχει την τάση να μεταμορφώνεται και να εμφανίζεται ως βήμα της Βαβυλώνας, όταν απαιτείται. Αυτό δεν έρχεται σ αντίθεση μ αυτό που συνέβαινε εκείνη την εποχή. Θα ερχόταν μόνον, αν η μεταβολή ήταν μόνιμη και λειτουργούσε. Όμως στην περίπτωση του βήματος τέσσερα εμφανίζεται  για να παρασύρει τους ανθρώπους κι αφού αλλάξουν τα δεδομένα, η κοινωνία σταδιακά επανέρχεται στο ίδιο βήμα. Αυτό θα το δούμε καλύτερα όταν θα εξετάσουμε τις συνθήκες οικονομικής κρίσης που οδηγούν στον πόλεμο.  Σημασία έχει ότι πριν απ αυτήν  την εποχή οι φεουδάρχες, όταν γίνονταν πολλοί και μειωνόταν ο πλούτος τους, είχαν δυνατότητα επέκτασης, ενώ μετά απ  αυτήν όχι.

Σ
αυτήν την οριακή όσο και πρωτόγνωρη κατάσταση έχουμε τα δύο κύρια υποσυστήματα ως τους κατ εξοχήν χαμένους. Η εκκλησία και το στρατιωτικό κατεστημένο που στηρίζει το βασιλιά, από κείνη τη στιγμή έχουν μόνο να χάσουν κι αυτό που τους απομένει είναι η επιβράδυνση των εξελίξεων και τίποτ άλλο. Πάλι η εκκλησία είναι αυτή που αναλαμβάνει την κατάσταση στα χέρια της και παίζει το βρωμερό της ρόλο. Όπως κάποτε έκρινε και έπραττε με δύο μέτρα και δύο σταθμά που χώριζε τους ανθρώπους σε κύριους και δούλους, έτσι και τώρα επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Η πρακτική είναι γνωστή κι εφαρμοσμένη στο σύνολο των εθνών που βρίσκονται στον Ευρωπαϊκό χώρο. Η κατάσταση είναι αδύνατο να μην εξελιχθεί και γι αυτό, όπως είδαμε, τηρείται διαφορετική πολιτική έναντι του κέντρου απ αυτήν της επαρχίας. Όπως δούλεψαν τα έθνη, έτσι δουλεύει πλέον το σύνολο του κόσμου. Η εκκλησία μετατρέπει σταδιακά το σύνολο του χώρου έξω από την Ευρώπη σε παγκόσμια επαρχία. Αυτό επιτυγχάνεται με τον πιο απλό τρόπο. Διαφορετικές απαιτήσεις έχει η εκκλησία από ένα Ευρωπαίο πιστό σε σχέση με ένα Λατινοαμερικάνο. Ο Γάλλος αγρότης μπορεί να υστερούσε έναντι του Παριζιάνου φιλοσόφου, αλλά η γνώση για την επανάσταση, για τα δικαιώματα, τον έκαναν λιγότερο ελεγχόμενο σε θέματα που αφορούν την προσωπική του ζωή. Αυτήν τη γνώση δεν την είχε ο Βραζιλιάνος κι αυτό τον έκανε όχι μόνον ελεγχόμενο, αλλά και προβλέψιμο στις αντιδράσεις του. Το σύστημα είχε γνώση από Γάλλους αγρότες για το τι μπορεί να σκέφτεται και να επιδιώκει ο Βραζιλιάνος αγρότης. Εφόσον ο εχθρός του συστήματος ήταν η γνώση, σ αυτό το σημείο έπεσε το κέντρο βάρους της δράσης του εναντίον αυτών των ανθρώπων. Η λέξη που μπορεί να χαρακτηρίσει αυτήν τη συμπεριφορά, είναι η υποκρισία.

Back to content | Back to main menu