Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Όλα τα έθνη της Ευρώπης συνωμοτούν σε βάρος της υπόλοιπης ανθρωπότητας και την εκμεταλλεύονται. Όπως οι άνθρωποι αστικών κέντρων ανέχονται την κλοπή μέσω των φόρων από την επαρχία, έτσι κι οι Ευρωπαίοι ανέχονται την κλοπή μέσω των φόρων από την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Η λογική είναι απλή. Όλοι οι Ευρωπαίοι μπορούν ν αγωνίζονται στο χώρο της γνώσης για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, αλλά αυτός ο αγώνας κι οι καρποί του θα μένουν εντός των τειχών. Στην παγκόσμια επαρχία θα πηγαίνει γνώση απόλυτα ελεγμένη όσον αφορά την ποιότητα και την ποσότητά της. Για να γίνει αυτό απαιτείται λογοκρισία και εκεί υπάρχει η υποκρισία. Ενώ στην Ευρώπη έχει αρχίσει να γίνεται προκλητική κάθε εφαρμογή της κι εφαρμόζετα μόνο σε ξεχωριστές καταστάσεις, για το σύνολο του υπόλοιπου κόσμου είναι μόνιμη κατάσταση. Αυτός είναι κι ο λόγος που όλες οι μεγάλες θεωρίες, ξεκίνησαν κι αναπτύχθηκαν στο χώρο της Ευρώπης. Η λευκή φυλή δεν είναι μία ξεχωριστή φυλή, όσον αφορά τα προσόντα της, μπήκε απλά πιο νωρίς στη φάση της θυσίας κι αυτό σημαίνει στη φάση της ωρίμανσης. Η τραγική ειρωνεία βρίσκεται στο γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι δεν έπαψαν να θρηνούν από τα λάθη τους και από τις επιλογές του συστήματος, που τους σκοτώνει και θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους. Αυτό συμβαίνει, γιατί ο άνθρωπος κρίνει επιφανειακά κι ενθαρρύνεται  να το κάνει αυτό από τους άθλιους. Έτσι ένας Άγγλος θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από έναν Αφρικανό, όταν επισκέφτεται την Αφρική, κι αυτό γιατί τον βλέπει φτωχό κι αμόρφωτο. Αγνοεί ότι για τη φτώχεια του δε φταίει ο ίδιος, ενώ οι γνώσεις του είναι περιορισμένες, γιατί δεν του δίνονται. Αισθανόμενος ανώτερος επιστρέφει στη μιζέρια του, αγνοώντας ότι πρώτον: ακόμα και η φτώχεια συνηθίζεται και δεύτερον: τα πάντα ξεκινούν από τον “πονηρό οφθαλμό”. Έτσι ο φτωχός Αφρικανός, ζώντας με άλλους φτωχούς, ζει απροβλημάτιστος σ ένα ομοιογενές περιβάλλον και πρέπει να δει έναν Άγγλο για να προβληματιστεί παραπάνω. Όμως ο Άγγλος ζει σε ανομοιογενές περιβάλλον κι αυτή είναι η δυστυχία. Δυστυχία δεν είναι η φτώχεια, αλλά η αίσθηση της αδικίας. Δυστυχισμένος είναι ο Αφρικανός όταν βλέπει έναν Άγγλο κι αυτό μπορεί να μη γίνει ποτέ. Όμως ο Άγγλος όταν βλέπει ομοεθνείς του με Rols-Roys και Jaguar, πνίγεται. Πεθαίνει κάθε μέρα ο άνθρωπος, που ζει σε άδικο περιβάλλον.

Αυτή η λανθασμένη ψευδαίσθηση της ανωτερότητας, που υποβοηθείται από το σύστημα, έχει ως συνέπεια την ακούσια ή εκούσια συμμετοχή σε εγκλήματα κατά των ανθρώπων της παγκόσμιας επαρχίας. Αυτό γίνεται ως εξής: έστω ότι στη Γαλλία ξεσηκώνονται οι σιδηροδρομικοί κι απεργούν για τα δικαιώματά τους και κατά της κοινωνικής αδικίας. Οι υπόλοιποι Γάλλοι εργαζόμενοι υποστηρίζουν αυτήν την κινητοποίηση και συμμετέχουν. Αν όμως συμβεί κάτι ανάλογο σε μία γαλλική αποικία, οι Γάλλοι εργαζόμενοι δεν ταυτίζονται με τους αλλοεθνείς απεργούς, αλλά αφήνονται στο παραμύθι του συστήματος περί εθνικών συμφερόντων. Έτσι, ενώ είναι δύσκολη η βίαιη καταστολή μέσα στη Γαλλία, κάθε αντίστοιχη επέμβαση στις αποικίες θεωρείται λογική, αν όχι απαραίτητη. Αυτή η κατάσταση έδωσε το άλλοθι και τα επιχειρήματα στους δούλους του κάθε εθνικού συστήματος να διατηρήσουν στρατεύματα ακόμα και σ
 εποχές ειρήνης, ακόμα και σε κοινωνίες που είχαν ξεπεράσει τη φεουδαρχία.

Μιλάμε γι
άλλοθι και για επιχειρήματα γιατί, αν ήταν αυτός ο λόγος ύπαρξης τους, δεν εξηγούνται δυο πράγματα. Πρώτον, γιατί υπάρχουν ακόμα και σήμερα και δεύτερον, γιατί οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ξεκίνησαν από το χώρο που υπάρχει η γνώση κι είναι η Ευρώπη. Για να ερμηνεύσουμε τα συμβάντα, θα πρέπει να περιορίσουμε τη σκέψη μας σ εκείνη την εποχή και σ εκείνον το χώρο, που ουσιαστικά καθόριζε την τύχη της ανθρωπότητας. Ενώ στον υπόλοιπο κόσμο οι άνθρωποι ζούσαν το δικό τους Μεσαίωνα και τη δική τους φεουδαρχία, στην Ευρώπη εξελίσσονταν καταστάσεις διαφορετικής φιλοσοφίας. Το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής ήταν η μετατροπή του κεφαλαίου από γη σε γνώση, του φεουδάρχη σε βιομήχανο, του δουλοπάροικου σε εργάτη, της παραγωγής από οριζόντιας σε κάθετη και της αυταρχικής βασιλείας σε πολίτευμα με ψευδοδημοκρατικά στοιχεία. Με δεδομένη την τάση του κάθε εθνικού συστήματος να επεκταθεί στο σύνολο των τομέων παραγωγής, ήταν αδύνατο ν αποφευχθεί η σύγκρουση. Αυτή η σύγκρουση οδήγησε στους δύο παγκόσμιους πολέμους, που ήταν πράγματι παγκόσμιοι για δύο λόγους: ο πρώτος, γιατί υπήρχε αγώνας για τα παγκόσμια πνευματικά δικαιώματα, που θα έδιναν στο νικητή το δικαίωμα να γίνει κοσμοκράτορας ενός πλανήτη γνωστού στο σύνολό του.. ο δεύτερος, γιατί αυτοί οι πόλεμοι αφορούσαν τις κοινωνίες του υψηλότερου βαθμού γνώσης και τεχνολογίας που έχει δει ποτέ ο άνθρωπος. Πώς όμως η Ευρώπη των θεωριών και των κοινωνικών επαναστάσεων γέμισε τη γη της με πτώματα ανθρώπων; Πώς παγιδεύτηκαν οι άνθρωποι;

Ο άνθρωπος στο σύνολο της ιστορίας του φέρεται ως τυφλός και κουτός. Τυφλός, γιατί, ενώ βλέπει τα όσα συμβαίνουν, φέρεται σαν να μη βλέπει. Κουτός, γιατί, ενώ έχει γνώση κι ερεθίσματα από το λόγο των συνανθρώπων του, η δυνατότητα κρίσης, που του έχει δοθεί από το Δημιουργό, παγιδεύεται. Έχει την τάση να περιπλέκει τ
απλά πράγματα και ν απλοποιεί τα περίπλοκα. Ένας σύγχρονος άνθρωπος απορεί πώς οι άνθρωποι ζούσαν στο Μεσαίωνα. Τους θεωρεί κουτούς και κατώτερους. Ο κάθε άνθρωπος σήμερα πιστεύει ότι αν ζούσε τότε, θα ήταν τουλάχιστον ο Βολτέρος. Δεν είναι δυνατόν ο σύγχρονος άνθρωπος να κατανοήσει πώς όμοιοι του έπεφταν τότε θύματα της εκμετάλλευσης των φεουδαρχών και όχι μόνο συνέβαινε αυτό, αλλά πολεμούσαν και θυσιάζονταν γι αυτό. Σ αυτό το σημείο απλοποιεί το περίπλοκο. Βλέπει τα πράγματα απλά και δε σκέφτεται το σύνολο των δεδομένων, που είχαν υπάρξει κι είχαν οδηγήσει τους ανθρώπους στην αθλιότητα. Επειδή οι σοφοί του έδωσαν τη γνώση έτοιμη, νομίζει ότι κι αυτός ήταν σε θέση να τη δημιουργήσει. Το ακριβώς αντίθετο κάνει, όταν σκέφτεται την κατάσταση που βιώνει. Ενώ τα πράγματα είναι απλά, εφόσον οι αναλογίες είναι ίδιες, έχει την τάση να περιπλέκει τα δεδομένα και να παγιδεύεται. Δε βλέπει ότι το κοινό σημείο μεταξύ των εποχών είναι η εκμετάλλευση και η αδικία. Δε βλέπει ότι ο φεουδάρχης είναι απόλυτα όμοιος με το βιομήχανο. Προσπαθεί με διάφορες θεωρίες να εξηγήσει αυτό που είναι οφθαλμοφανές. Επειδή δημιουργεί αυτήν τη σύγχυση, το σύστημα επιβιώνει κι ανανεώνεται.

Στο μεγάλο εργαστήριο που ονομαζόταν Γαλλία, όπως είδαμε, δημιουργήθηκε ο εθνικισμός, που είναι και η αιτία αυτής της σύγχυσης. Αν τα πνευματικά δικαιώματα δίνουν τη δυνατότητα στους φεουδάρχες να μεταλλαχθούν  σε βιομηχάνους, ο εθνικισμός τους προστατεύει από άνισους αντιπάλους δίνοντας έτσι  το δικαίωμα ύπαρξης στο σύνολο τους. Τα πνευματικά δικαιώματα αντικαθιστούν τους τίτλους ιδιοκτησίας της γης, ενώ ο εθνικισμός είναι αυτός που εγγυάται την επιφάνεια που ορίζουν αυτά. Δεν μπορεί να λειτουργήσει το ένα χωρίς την ύπαρξη του άλλου. Αν ένας Γάλλος φεουδάρχης πουλούσε τη γη του κι έφτιαχνε εργοστάσιο και μέσα σε λίγο χρόνο κάποιος άλλος Γερμανός έκανε το ίδιο αλλά με ανώτερη γνώση, η μετάλλαξη του πρώτου παρά τις εγγυήσεις των πνευματικών δικαιωμάτων, θα τον οδηγούσε στην καταστροφή. Για ν
αποφευχθεί αυτό, έπρεπε να γεννηθεί ο εθνικισμός. Ο εθνικισμός στηρίζει την αυθαιρεσία των κατακτήσεων του προηγούμενου βήματος. Ο Γάλλος που γεωγραφικά βρίσκεται πολύ κοντά στο Γερμανό, έχει πιο πολλές ομοιότητες μ αυτόν παρά με ένα Γάλλο που κατοικεί στη Μεσόγειο κι επηρεάζεται από άλλους παράγοντες. Μέχρι τότε οι άθλιοι που μοίραζαν τον κόσμο, παρέδιδαν τους ανθρώπους στους φεουδάρχες κι αυτοί με τη βία τους κρατούσαν δούλους. Όταν όμως οι συνθήκες άλλαξαν, ο κάθε φεουδάρχης ήθελε να κρατήσει την αντίστοιχη επιρροή του ως βιομήχανος κι από εκεί και πέρα να επεκταθεί. Πώς μπορούσε όμως να συμβεί αυτό, όταν εγκαταλείποντας τη γη και περιοριζόμενος στο εργοστάσιό του, οι άνθρωποι είχαν δυνατότητα επικοινωνίας;

Ήταν αναγκαίο να βρεθεί μία φόρμουλα σύμφωνα με την οποία άνθρωποι, που επί γενιές μεγάλωναν σ
απόσταση αναπνοής να  θεωρούνται εχθροί, ενώ παράλληλα να θεωρούνται αδέρφια άνθρωποι σ αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων και άλλο τόσο σε θέματα πολιτισμού και κουλτούρας. Η φόρμουλα βρέθηκε και δεν είναι άλλη παρά η ανάπτυξη της κάθε εθνικής γλώσσας. Το σύστημα ξεκίνησε μία χωρίς προηγούμενο μάχη εναντίον των διαλέκτων. Ο άνθρωπος έπρεπε να μιλά στο χώρο της Γαλλίας την ίδια γλώσσα από τον Ατλαντικό ως τη Μεσόγειο και να μη μπορεί να συνεννοηθεί έξω από τα όρια με κανέναν, έστω κι αν η μεταξύ τους απόσταση ήταν ελαχίστων μέτρων. Η υποχρεωτική παιδεία έχει αυτόν ακριβώς το σκοπό και όχι τη γνώση. Επιδιώκεται ομοιογένεια σε χώρους που έπρεπε να διατηρηθούν οι προϋπάρχουσες εξουσίες. Στον καιρό της φεουδαρχίας λίγο ένοιαζε το Γερμανό φεουδάρχη, αν οι δουλοπάροικοι του αισθάνονταν, όπως και συνέβαινε στην πραγματικότητα αδέρφια με τους αντίστοιχους του γείτονα Γάλλου φεουδάρχη. Εκείνη την εποχή, ισχύς ήταν οι τίτλοι ιδιοκτησίας και τα όπλα. Όταν μεταλλάχθηκε η κοινωνία, αυτά τα δύο βασικά στοιχεία εξαλείφθηκαν. Επειδή τα σύγχρονα έθνη είναι γεννήματα εκείνης της αυθαιρεσίας, επιτράπηκε στους άθλιους να καλλιεργήσουν τον εθνικισμό στα  όρια, που είχαν προσδιοριστεί κατά την εποχή της μετάλλαξης. Οι νέοι υπήκοοι δεν ήταν πλέον δούλοι των κυρίων τους, αλλά πελάτες τους. Δεν εκμεταλλεύεται πλέον ο κύριος τον ιδρώτα του δούλου του, αλλά μετατρέποντάς τον σε καταναλωτή εισπράττει τον καρπό του ιδρώτα, που δεν τον ενδιαφέρει πλέον που και πώς χύνεται. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην παγίδευση μίας ομοιογενούς μάζας, που οι γνώσεις της την κάνουν ευερέθιστη στη σκληρή εκμετάλλευση. Έτσι το σύστημα με κύριο μέσο το σύστημα παιδείας αρχίζει κι εντάσσει τους ανθρώπους που αυθαίρετα ελέγχει σε μία διαδικασία πλύσης εγκεφάλου.

Η πρακτική που ακολουθείται δεν είναι καινούρια ανακάλυψη κι υπάρχει αιώνες πριν. Οι παραδόσεις κι οι συνήθειες των πρεσβυτέρων, που είχαν εξοργίσει το Χριστό, έχουν αυτό ακριβώς το νόημα. Μαθαίνουν στους ανθρώπους ορισμένα εντελώς ανώφελα τυπικά, με κύριο στόχο να διαχωρίσουν τους λαούς μεταξύ τους. Η περίφημη εθνική ταυτότητα που αναπτύσσεται απ
όλα τα έθνη, είναι εκ του πονηρού. Για ν αντιληφθεί κάποιος πόσο μεγάλη αθλιότητα κρύβεται  πίσω απ αυτό, θα πρέπει να διαβάσει την Καινή Διαθήκη. Ο Χριστός, ο Ίδιος ο Θεός, προσφέρει λυτρωτική γνώση στον άνθρωπο και φυσικά πρώτα στους Ιουδαίους, αφού η ανθρώπινη μορφή του είναι παιδί αυτού του λαού. Όλοι οι άθλιοι πρεσβύτεροι που Τον σταύρωσαν και Τον κατηγόρησαν για βλασφημία  προς το Θεό, υποτίθεται ότι εξουσιάζουν ένα λαό στο όνομα του Θεού και στόχος αυτής της εξουσίας είναι η γενική Σωτηρία. Λέμε υποτίθεται, γιατί οι ίδιοι οι πρεσβύτεροι αυτοαποκαλύπτουν τις σκέψεις τους μέσα στην  Καινή Διαθήκη. Έτσι στο κατά Ιωάννην οι άθλιοι λένε: (Ιωάν. 11.47-11.49) "τι ποιούμεν, ότι ούτος ο άνθρωπος πολλά σημεία ποιεί; αν αφώμεν αυτόν ούτω, πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν, και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών και τον τόπον και το έθνος." (Τί νά κάνωμεν; επειδή αυτός ο άνθρωπος κάνει πολλά θαύματα. Εάν τόν αφήσωμεν έτσι, όλοι θά πιστέψουν σ' αυτόν καί θά έλθουν οι Ρωμαίοι καί θά μάς πάρουν καί τόν τόπον καί τόν λαόν.). Αυτό που τους τρομάζει, είναι το “αρούσιν ημών” και όχι αν αυτά που λέει ο Χριστός είναι σωστά ή όχι. Η εξουσία τους ενδιαφέρει και τίποτ άλλο.. ο τόπος και το έθνος που δεν πρέπει να χάσουν σε καμία περίπτωση.

Δεν ενδιαφέρονται, όπως ο Χριστός, για τους ανθρώπους, παρά μόνο για την κλοπή και τη μοιχεία που τους εξασφαλίζει την εξουσία. Ο Καϊάφας αμέσως παρακάτω προσπαθεί απλά να  δώσει μία λογική έκφραση στην παλιανθρωπιά τους: "συμφέρει ημίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόληται." (μάς συμφέρει νά πεθάνη ένας άνθρωπος υπέρ τού λαού καί νά μή χαθή ολόκληρον τό έθνος.). Ενώ η σκέψη τους κατευθύνεται από την αθλιότητα, αυτό που εξωτερικά φαίνεται, είναι η δήθεν αγωνία για το μέλλον του έθνους. Όλα τα μεγάλα εγκλήματα της εξουσίας εναντίον του Θεού και του υιού Του, του ανθρώπου, από τη στιγμή εκείνη κρύβονται πίσω από την έκφραση του Καϊάφα.


Ο εθνικισμός είναι γέννημα των Ιουδαίων πρεσβυτέρων, που μέσα σ
έναν κόσμο, που πραγματικά οργίαζε πνευματικά, τους έδινε τη δυνατότητα να συντηρούν τις εξουσίες τους. Σ έναν κόσμο που είχε γνωρίσει τον Αλέξανδρο και το έργο του, που είναι η Αλεξάνδρεια της σοφίας, αυτοί κατάφερναν και διατηρούσαν εξουσίες πάνω σ ένα λαό βασιζόμενοι σε αστειότητες. Πλύσεις σκευών και χεριών διατηρούσαν ένα έθνος μέσα στο σκοτάδι τη μοναδική περίοδο που υπήρξε φως στον κόσμο. Αυτήν τη γνώση την είχε έτοιμη η εκκλησία και γνώριζε τη δύναμη της από τ αποτελέσματα. Έτσι, όταν χρειάστηκε αλλαγή στρατηγικής, δεν ήταν υποχρεωμένη να πειραματίζεται. Συμφέρει σ ένα λαό να πεθάνει ένας άνθρωπος παρά να χαθεί το έθνος, αυτή είναι η παγκόσμια λογική των αθλίων. Ο θάνατος του ανθρώπου δεν είναι πάντα βιολογικός κι αυτό είναι το χειρότερο. Για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να μπει κάποιος στη λογική του εθνικισμού. Ένας Γάλλος φιλόσοφος, για παράδειγμα, υπάρχει ως τέτοιος όταν αγαπά τους ανθρώπους και συνεπώς όταν παράγει γνώση υπέρ τους. Αυτό όμως σημαίνει αυτόματα ότι αγαπά το σύνολο των ανθρώπων. Δεν είναι δυνατό ένα φιλοσοφικό έργο να μπορεί να δώσει σωτηρία μόνον εντός εθνικών ορίων. Αν όμως συμβεί αυτό, χαλά το αυθαίρετο οικοδόμημα του εθνικού κράτους, που θέλει τους Γάλλους να εκμεταλλεύονται Γάλλους και  τους Γερμανούς Γερμανούς και είναι βασική προϋπόθεση για το σύστημα. Έτσι ο άνθρωπος φιλόσοφος πρέπει να πεθάνει κι αυτό δε γίνεται πάντα μέσω του σταυρού ή της σφαίρας. Λογοκρίνεται, εξαφανίζεται το έργο κι από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, το αποτέλεσμα είναι απόλυτα όμοιο με το θάνατο. Στα κράτη που για να υπάρξουν χρειάζονται τον εθνικισμό, από την στιγμή της μετάβασης στο βήμα τέσσερα απαιτείται λογοκρισία.

Το σύστημα της παιδείας από το σημείο αυτό κι έπειτα δρα εγκληματικά κι ανενόχλητα. Οι Γάλλοι αισθάνονται περήφανοι για την καταγωγή τους το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα έθνη. Αυτή όμως η υπερηφάνεια σε συνθήκες δύσκολες δε συντηρείται μόνο με τους ψευδοήρωες του κάθε έθνους. Απαιτούνται διαδικασίες που ν
αναπαράγουν την επιθυμητή εντύπωση. Πάλι το σύστημα χρησιμοποίησε έτοιμη γνώση και το θαύμα έγινε. Ξαναθυμήθηκαν οι δούλοι τον αθλητισμό, έχοντας γνώση του συνόλου των φαινομένων που προκαλεί στην κοινωνία. Ο Γερμανός δεν είναι πλέον περήφανος μόνο για τους ήρωες του αλλά και για τους αθλητές του. Ο πιο γρήγορος άνθρωπος στον κόσμο είναι Γερμανός κι όλη η Γερμανία μπορεί να κοιμάται πλέον ήσυχη και βέβαιη για την “ανωτερότητά” της. Έτσι, ενώ ο αθλητισμός επινοήθηκε από ανθρώπους, που αγαπούσαν τους ανθρώπους κι ήθελαν να τους βλέπουν χαρούμενους, οι άθλιοι τον εκμεταλλεύονται για να συντηρούν τις εξουσίες τους. Οι πρεσβύτεροι δούλοι άνοιξαν τις πόρτες της υπεραξίας στους νέους αθλητές μόνον, όταν αυτοί τους ήταν εντελώς απαραίτητοι. Σ έναν κόσμο στον οποίο η κάκιστη ποιότητα γνώσης προκαλούσε τη σύγχυση, κατόρθωσε το σύστημα κι έκανε συνενόχους τους νέους ανθρώπους, που σ άλλη περίπτωση θα ήταν εχθροί του.

Σ
άλλο σημείο της θεωρίας αναφέραμε κι ίσως φάνηκε υπερβολή ότι οι νέοι άνθρωποι, που για οποιονδήποτε λόγο παίρνουν μία μορφή κοινωνικής καταξίωσης και πλούτου, αργά ή γρήγορα θίγουν την ακαμψία του πλαισίου του γάμου. Αυτό αποδεικνύεται μόνο με τη γνώση της ιστορίας από το σημείο ανάπτυξης του τέταρτου βήματος και μετά. Έτσι βλέπουμε ότι ένας αθλητής ή ένας διάσημος ηθοποιός μπορεί να παντρευτεί και να χωρίσει όσες φορές θέλει, χωρίς να ενοχληθεί ιδιαίτερα, ενώ στο προηγούμενο βήμα ένας βασιλιάς της ισχύος του Ερίκου του Η  έπρεπε να συντρέχουν τα συμφέροντα του μ αυτά του Πάπα για να πάρει θετική απάντηση στο αίτημα του, που αφορούσε το διαζύγιο. Επειδή σ εκείνη την περίπτωση τα συμφέροντα ήταν συγκρουόμενα, απόσχισε ολόκληρη τη Βρετανία από το άρμα του Πάπα, για να ικανοποιήσει τη θέληση του. Απ αυτό αντιλαμβάνεται κάποιος ότι στις νέες συνθήκες το σύστημα πρέπει να επιδεικνύει ανοχή, ακόμα και σε καταστάσεις, που το θίγουν. Ο αυταρχισμός αντικαθίσταται από την πονηριά κι αυτό σημαίνει ότι οι αντιδράσεις πρέπει να γίνονται σε χρόνο που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να υποψιάζεται  αδυναμίες του.

Με τη δημιουργία αυτών των συνθηκών το κάθε εθνικό σύστημα εξουσίας εξασφάλισε την  ύπαρξη του. Οι φεουδάρχες εξασφάλισαν τις  συνθήκες για να μεταλλαχθούν σε βιομηχάνους, εφόσον το σύστημα έπεισε τους Γάλλους ότι για να διασφαλιστεί η ισχύς του έθνους θα έπρεπε να προτιμούν τα γαλλικά προϊόντα και ν
αγνοούν όλα τα υπόλοιπα. Έτσι οι φτωχοί άνθρωποι συνειδητά πλέον πλήρωναν ακριβότερα ένα προϊόν της δικής τους βιομηχανίας, αγνοώντας το φθηνότερο και καλύτερο μίας αλλοεθνούς. Το κεφάλαιο όμως είδαμε ότι έχει την τάση να επεκτείνεται κι αυτό σημαίνει ότι η κάθε εθνική βιομηχανία, όταν κάλυπτε πλήρως τις ανάγκες της δικής της αγοράς, έπρεπε να επεκταθεί έξω από τα όρια κι αυτό δημιουργεί τριβές. Έτσι όταν η αγορά επεκτείνεται στον εθνικό χώρο ενός κράτους με ανάλογη, αλλά τεχνολογικά κατώτερη βιομηχανία, η κατάσταση είναι ανάλογη μ αυτήν της κατάκτησης στο βήμα της Βαβυλώνας.

Απ
αυτό το σημείο κι έπειτα, όταν ο εθνικισμός δεν επαρκεί, παίρνονται μέτρα προστασίας. Αυτά δεν είναι τίποτ  άλλο παρά πρόσθετοι φόροι στο ξένο προϊόν που σκοπό έχουν να μειώσουν την ανταγωνιστικότητά του απέναντι στα εγχώρια και μαζί με τ άλλα  αυτοί οι φόροι να γεμίζουν και τα κρατικά ταμεία. Το μέτρο όμως της προστασίας στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία χρονική πίστωση. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό κι είναι αυτό, που ονομάζεται οικονομική κρίση. Η οικονομική κρίση είναι το αποτέλεσμα της ιδιότητας που έχει το κεφάλαιο να επεκτείνεται. Όταν λοιπόν το κεφάλαιο εξαντλεί το σύνολο της δυναμικής, που του επιτρέπει να είναι κερδοφόρο, δεν παραμένει σταθερό παρά οδηγεί στην αντίθετη περίπτωση που είναι η ζημιά. Η ζημιά αυτή είναι πραγματική, γιατί η δυναμική επιβάλλει επένδυση σε χρήμα, που για να ξαναγίνει κεφάλαιο-χρήμα, πρέπει ν αποδώσει καρπούς. Έτσι, ενώ η επένδυση γίνεται σε χρόνο στον οποίο τα δεδομένα δείχνουν απόδοση κέρδους, η μελλοντική κατάσταση αλλάζει τελείως αυτά τα δεδομένα και το προϊόν αδυνατεί να αποσβέσει την επένδυση. Αυτή η διαφορά είναι η ζημιά κι επειδή είναι λογικό οι βιομήχανοι να θέλουν να την ξεφορτωθούν, τη φορτώνουν στο μόνιμο θύμα τους που είναι ο φτωχός εργάτης. Για να τη μειώσουν, αν όχι να την εξαφανίσουν, απολύουν εργάτες αυξάνοντας παράλληλα τις ώρες εργασίας, ενώ ταυτόχρονα μειώνουν τις αποδοχές τους.

Σ
άλλο σημείο της θεωρίας αναφέραμε ότι το μεγαλύτερο μειονέκτημα αυτού  του βήματος είναι η μεγάλη διασπορά της υπεραξίας σ ένα μεγάλο πλήθος δούλων. Όλα τα υποσυστήματα που υπάρχουν στην κοινωνία, στηρίζουν τη δύναμη τους στην υπεραξία. Αυτά τα υποσυστήματα εκτός των άλλων είναι κι εκτός παραγωγής. Οι κληρικοί, οι στρατιωτικοί, οι πολιτικοί κλπ, δεν παράγουν απολύτως τίποτε. Αν σ όλους αυτούς, που από τα δεδομένα κλέβουν, προστεθούν στρατιές ανέργων, που είναι υποχρέωση της πολιτείας να τους βοηθήσει, εύκολα καταλαβαίνει κάποιος πόσο μεγάλο είναι το βάρος, που πέφτει στους ώμους των εργαζομένων σε συνθήκες κρίσης. Αυτό το “βάρος” δεν είναι μία αφηρημένη έννοια, που χρειάζεται φαντασία για να γίνει αντιληπτή. Εκφράζεται με αριθμούς και είναι συγκεκριμένο μέγεθος της οικονομίας. Ο πληθωρισμός είναι αυτός που προσδιορίζει με ακρίβεια πόσο δυσκολεύει η ζωή αυτών, που πραγματικά εργάζονται.

Το χαρακτηριστικό του πληθωρισμού είναι ότι δεν ξεχωρίζει τάξεις και κοινωνικά στρώματα. Ο πληθωρισμός είναι ίδιος είτε πρόκειται για τον αρχηγό μίας χώρας είτε για τον τελευταίο εργάτη. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι, που του προσδίδει την τάση αύξησης του. Μισθωτός είναι κι ο πρωθυπουργός μισθωτός κι ο εργάτης. Έτσι, ενώ ο πληθωρισμός είναι κοινός, μερικοί άθλιοι εξασφαλίζοντας πάντα μέσω “δημοκρατικών διαδικασιών” προνόμια, έχουν τη δυνατότητα ν
 αναπροσαρμόζουν τους μισθούς τους σύμφωνα με τον πληθωρισμό.. αυτό έχει ως άμεση συνέπεια το φόρτωμα του συνόλου των βαρών στους εργάτες, που δεν έχουν καλή διαπραγματευτική ικανότητα, η οποία ικανότητα εξασφαλίζεται μέσω της αξίας και  της αναγκαιότητας της εργασίας τους. Αυτοί οι εργάτες είναι, που εργάζονται σε μικροβιοτεχνίες σε μικροεπαγγελματίες. Το μεγάλο κόστος του πληθωρισμού εξαφανίζει κάθε  προοπτική αύξησης του μισθού τους, εφόσον  οι επιχειρήσεις που εργάζονται εξαιτίας αυτού χάνουν την όποια ανταγωνιστικότητα  τους και κινδυνεύουν να κλείσουν. Όμως εργάτες που εργάζονται σε ισχυρές όσο κι απαραίτητες για το σύστημα βιομηχανίες, όπως στους τομείς ενέργειας, παραγωγής οπλικών  συστημάτων κλπ., έχουν τη δυνατότητα αναπροσαρμογής, που σημαίνει ακόμα πιο πολύ βάρος για τους υπόλοιπους και το έγκλημα εδώ είναι ότι ο αδικημένος εργάτης γίνεται αιτία δυστυχίας για ένα συνάδελφο του. Με την αναπροσαρμογή δε σώζεται ο εργάτης, ούτε πλουτίζει. Η απόσπαση της όμως τυφλώνει τους υπόλοιπους κι αγνοούν τους πραγματικούς  υπεύθυνους. Ο πραγματικός κλέφτης είναι αυτός που, εισπράττει την υπεραξία και όχι ο εργάτης, που έτυχε απλά να δουλεύει σ  ένα εργοστάσιο, που προστατεύει την έτσι και αλλιώς ασήμαντη αγοραστική του δύναμη.

Οι οικονομολόγοι που είναι κι αυτοί δούλοι του συστήματος, εφόσον το υπηρετούν και εισπράττουν ανάλογα, ψευδοφιλοσοφώντας, ανακάλυψαν ότι αιτία της αύξησης του πληθωρισμού είναι τα ισχυρά εργατικά σωματεία. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά μία αλήθεια, που δε διατυπώνεται στο σύνολό της είναι ένα ψέμα. Κανένας απ
αυτούς τους δούλους  δε θεωρεί ως αίτιο τους μισθούς των υψηλά ιστάμενων αθλίων. Η πυραμίδα του συστήματος λειτουργεί τόσο πονηρά που παρασέρνει ανθρώπους στην υπεράσπιση της, που στην ουσία υποφέρουν. Έτσι αγωνίζεται ο νεαρός δημόσιος υπάλληλος να επιβιώσει κι απ  αυτόν τον αγώνα κερδισμένοι βγαίνουν οι κλέφτες. Δίνεται μία ποσοστιαία αύξηση επί του μισθού κι ενώ ο φτωχός είναι ο νέος υπάλληλος στον οποίο η αύξηση δεν του δίνει τίποτε ξεχωριστό, το σύστημα τη μεταφέρει μέχρι την κορυφή του. Δίνει δηλαδή το σύστημα μία ποσοστιαία αύξηση σ έναν που εισπράττει περίπου ίσα με τον εργάτη κι αυτήν την αύξηση την καρπούται κι αυτός που εισπράττει δέκα φορές το μισθό του εργάτη. Έτσι, μέσα στο προβληματικό οικονομικά περιβάλλον άπτεται της ευκαιρίας κι ο πρωθυπουργός να κάνει μία μικρή και λογική αύξηση του μισθού του. Επειδή, αυτός είναι όμοιος με τους υπόλοιπους πολιτικούς κι ελέγχεται απ αυτούς, η αύξηση είναι δεδομένη και για τους υπόλοιπους. Δεν υπάρχει κοινοβούλιο στον κόσμο, που να μη μπορεί να περάσει σε ψηφοφορία αύξηση των μισθών των μελών του. Άπαντες οι διαφωνούντες και υβριζόμενοι μεταξύ τους, πάντα συμφωνούν σε κλίμα συναίνεσης. Λατρεύουν οι αριστεροί τους δεξιούς, όταν τίθεται προς συζήτηση στη βουλή θέμα για τη μισθοδοσία. Όλα αυτά όμως έχουν ένα τέλος. Δεν μπορεί επ  άπειρο να μεταβιβάζονται τα βάρη από τον ένα στον άλλο. Όταν η κατάσταση αυτή τείνει να γίνει οριακή, παρατηρούνται κοινωνικά φαινόμενα με κύριο χαρακτηριστικό τους την ένταση. Ενώ δηλαδή όλα κυλούν με το συνηθισμένο τρόπο, αναπτύσσεται μία κλιμακούμενη ένταση. Έτσι οι εργάτες, ενώ ακόμα και σε περιόδους οικονομικής άνθησης προβάλλουν τα αιτήματα τους, εξακολουθούν να το κάνουν, αλλά με περισσότερο πάθος και μεγαλύτερη αυταπάρνηση. Στο σύνολο δηλαδή των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων υπάρχει μία τάση, που κατευθύνεται αργά αλλά σταθερά εναντίον  του συστήματος.

Ο άνθρωπος φοβάται τη φτώχεια και περισσότερο ακόμα αυτός που αγωνίστηκε να ξεφύγει απ
αυτήν και μερικώς το κατάφερε. Ο άνθρωπος που γνωρίζει από μικρός την κατάρα της φτώχειας, προτιμά να πεθάνει παρά να ξαναγυρίσει εκεί απ όπου ξεκίνησε. Ένας εργάτης που δουλεύει σε μία καλή βιομηχανία κι έχει έναν καλό μισθό, που συγκριτικά με των άλλων θεωρείται επαρκής, είναι επικίνδυνος για το σύστημα, όταν μπει στον κόσμο της ανεργίας και της αναζήτησης δουλειάς. Όμως οι καλές από άποψης κεφαλαίου βιομηχανίες, μέσω των όσων είδαμε, έρχεται στιγμή που φθίνουν και γίνονται στο τέλος ζημιογόνες. Αυτή η μεταβολή που δεν είναι αποτέλεσμα κακής διαχείρισης αλλά  η φυσική κατάληξη, επειδή είναι προβλέψιμη, δίνει το δικαίωμα εκμετάλλευσης. Η εκμετάλλευση αυτή γίνεται κυρίως από τους πολιτικούς, αφού ακόμα κι ένας ηλίθιος με ελάχιστη γνώση περί οικονομίας μπορεί να γνωρίζει τα όσα ακολουθούν. Επομένως το σύνηθες φαινόμενο σ αυτές τις καταστάσεις είναι η ανάπτυξη ενός πολιτικού τυχοδιωκτισμού, που επιταχύνει τις εξελίξεις. Τα πολιτικά κόμματα των γνωστών συστημάτων  έχουν ακριβώς τις ίδιες γνώσεις και τις ίδιες προτάσεις. Από τη στιγμή που αυτές οι συνθήκες απειλούν το σύστημα, όλοι αυτοί από τους πιο συντηρητικούς μέχρι τους πιο προοδευτικούς έχουν τα ίδια δεδομένα.

Το καινούριο είναι η φτώχεια, που απειλώντας το σύνολο του κόσμου τον κάνει να εγκαταλείπει τις όποιες ιδεολογίες του και ν
ακολουθεί τους δημαγωγούς. Ο κόσμος που φοβάται, ακούει πιο εύκολα προτάσεις και οι καλύτερες προτάσεις είναι οι ψεύτικες υποσχέσεις. Από τη στιγμή που αρχίζει η κρίση, ο πλέον χαμένος είναι αυτός που κυβερνά. Η αντιπολίτευση εξαντλεί το δικαίωμα του λόγου και ψεύδεται ασύστολα. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να πει ψέματα, γιατί αυτή έχει την εξουσία, άρα και τη δυνατότητα να πραγματοποιεί όσα λέει. Αυτή η μεγάλη διαφορά έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη φθορά της κυβέρνησης και την άνοδο άλλων δούλων στην εξουσία, οι οποίοι από τη στιγμή που την παίρνουν, πράττουν ακριβώς τα ίδια πράγματα με τους προκατόχους τους.

Η επιτάχυνση των εξελίξεων έχει να κάνει με μερικά θεαματικά κι επομένως πολυέξοδα  μέτρα, που απαιτούνται για μία αρχή αντάξια του ψεύδους που έχει προηγηθεί. Όμως όσο χειροτερεύει η κατάσταση, τόσο πιο ευερέθιστος γίνεται ο άνθρωπος. Είναι η μοναδική στιγμή ίσως που το σύνολο του κόσμου βλέπει την υπεραξία και θυμώνει. Ο μισθός του πρωθυπουργού, του επισκόπου, του στρατηγού είναι πρόκληση, που σ
αυτές τις συνθήκες δεν περνά απαρατήρητος. Η αδικία είναι, όπως γνωρίζουμε, το καύσιμο για τη λειτουργία του συστήματος, αλλά σ αυτήν την περίπτωση γίνεται εκρηκτικό υλικό. Όλοι οι άνθρωποι νέοι και γέροι, ιδεολόγοι ή αδιάφοροι μπροστά στη φτώχεια είναι έτοιμοι να διαλύσουν τα πάντα. Αφού δεν υπάρχει δυνατότητα να μοιραστεί πλούτος, τότε προτιμούν να μοιραστεί δίκαια η φτώχεια. Αν σ ένα μόνον έθνος γκρεμιζόταν το σύστημα κάτω απ αυτές τις συνθήκες, τότε σίγουρα ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός γιατί αυτό το γκρέμισμα θα έδειχνε ορισμένα καινούρια πράγματα. Αυτό όμως το γνωρίζει το παγκόσμιο σύστημα και δεν το επιτρέπει. Έτσι ακολουθούνται ορισμένες πρακτικές απόλυτα όμοιες μεταξύ τους, που είναι εύκολα αναγνωρίσιμες.

Πριν δούμε όμως αυτές καθ
αυτές τις πρακτικές, πρέπει να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στην κοινωνία. Η απελπισία οδηγεί τους ανθρώπους σε πράξεις που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση δε θα πραγματοποιούσαν. Το κύριο αποτέλεσμα αυτών των πράξεων, που καλύπτει ένα τεράστιο φάσμα διαφορετικών απόψεων, οδηγεί πάντα στην ανάπτυξη της αναρχίας. Η αναρχία είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μία κοινωνία ανθρώπων, που προέρχεται από καταπίεση της εξουσίας. Η αναρχία δεν ελέγχεται κι από τη στιγμή που η εξουσία δημιουργεί πλήθος χαρακτήρων, που δεν έχουν σχέση με τον άνθρωπο ως δημιούργημα του Θεού, η κατάληξη της είναι το έγκλημα. Το σύστημα εκμεταλλεύεται τις συνθήκες ανάπτυξης της αναρχίας και μ αυτόν τον τρόπο εμφανίζεται ως ο μόνος φορέας, που μπορεί να προστατεύσει τον άνθρωπο. Αυτή η θεωρία επιτίθεται στην εξουσία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι υπέρ οποιασδήποτε μορφής αναρχίας. Όσο εγκληματική είναι η εξουσία, που σκοτώνει και κλέβει τους ανθρώπους τόσο, αν όχι χειρότερη, είναι η αναρχία μέσα στην οποία έχουν τη δυνατότητα να δράσουν άνθρωποι, που είναι ντροπή για το ανθρώπινο γένος στο σύνολο του.

Ο κομπλεξικός άνθρωπος που σ
όλη του τη ζωή αγωνίστηκε για πλούτο αλλά απέτυχε, είναι αδύνατο σε συνθήκες αναρχίας να μην κλέψει. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άθλιους που αγωνίζονται ν απολαύσουν πορνεία και θα βιάσουν. Ο Θεός μισεί αυτούς που σκοτώνουν, βιάζουν και κλέβουν απ οποιοδήποτε στρώμα κι αν προέρχονται και άρα μισεί και τις συνθήκες, που επιτρέπουν αυτά τα φαινόμενα. Όσο δολοφόνος είναι ο φεουδάρχης, άλλο τόσο είναι κι ο δήθεν επαναστάτης που τον σκοτώνει. Όσο βιαστής είναι ο πλούσιος, όταν βιάζει την κόρη του φτωχού, άλλο τόσο είναι και ο φτωχός, όταν πράττει τα ίδια. Όλα αυτά σημαίνουν ότι ο άνθρωπος που βρίσκεται σε δυσμενή θέση μέσα στην κοινωνία, έχει δικαίωμα από το Θεό ν αγωνίζεται ν αλλάξει τις συνθήκες, που δημιουργούν αυτήν την ανισότητα και όχι να βελτιώσει την προσωπική του θέση πράττοντας το ίδιο μ αυτούς που κλέβουν. Έτσι οι φτωχοί πρέπει ν αγωνίζονται ενάντια στη φτώχεια και όχι να κλέβουν μετατρέποντας έτσι την προσωπική τους φτώχεια σε μία άλλη κατάσταση. Το πρόβλημα της κοινωνίας είναι η φτώχεια και όχι τα πρόσωπα που είναι φτωχά ή πλούσια.

Απ
αυτές τις παρατηρήσεις προκύπτει ότι η αναρχία σε μία κοινωνία, που δεν έχει γνώση και φιλοσοφία, οδηγεί σε χειρότερες καταστάσεις, που αργά η γρήγορα θα ξαναφέρουν την εξουσία. Είναι προτιμότερο για έναν άνθρωπο να ζει στην πιο σκληρή κοινωνία και να είναι θύμα της χειρότερης εκμετάλλευσης, παρά να φεύγει από το σπίτι του και να μη γνωρίζει, αν ξαναγυρίσει. Μέσα σε συνθήκες εκμετάλλευσης ο άνθρωπος τουλάχιστον επιβιώνει κι απολαμβάνει μ  αυτόν τον τρόπο το μεγαλύτερο αγαθό. Μπορεί να γελάσει, ν αγαπήσει και ν αγαπηθεί, ενώ μέσα σε συνθήκες αναρχίας, ακόμα κι αν δε χάσει τη ζωή του, ο φόβος θα μετατρέψει τη ζωή του σε Κόλαση. Η αναρχία γκρεμίζει τα πάντα κι αυτό το γνωρίζει κι ο άνθρωπος και το σύστημα. Αυτή η γνώση είναι, που δίνει τη δυνατότητα στους άθλιους να παρουσιάσουν την αναρχία ως τη μοναδική κατάσταση, που μπορεί ν ακολουθήσει. Άσπρο ή μαύρο σ έναν κόσμο που η θεϊκή του προέλευση αποκλείει από μόνη της αυτήν τη στείρα λογική. Σ έναν κόσμο πολυχρωμίας και θεϊκού φωτός δεν υπάρχει σε καμία κατάσταση μόνον άσπρο ή μαύρο. Όταν σ ένα εθνικό σύστημα αρχίζει κι εμφανίζεται η αναρχία, η αμέσως επόμενη κατάσταση που την ακολουθεί είναι η τρομοκρατία.

Οι αναρχικοί που στερούνται οποιασδήποτε μορφής φιλοσοφία, ανάλογα με το πόσο υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή, ξεκινούν μία πάλη, που είναι ό,τι καλύτερο για το σύστημα. Σκοτώνοντας έναν πολιτικό ή ένα βιομήχανο όχι μόνο δε θίγεται το σύστημα, αλλά αντίθετα ενισχύεται. Το σύστημα δεν έχει ανάγκη κανένα δούλο του, εφόσον η αναπλήρωση έρχεται αυτόματα. Όμως όταν κάποιος σκοτώνει και πολλές φορές σπέρνει το θάνατο κι ανάμεσα σ
ανθρώπους, που δε φταίνε σε τίποτε, σπέρνει παράλληλα και το φόβο μέσα στην κοινωνία. Αυτόν το φόβο εκμεταλλεύεται το σύστημα και περνά στην αντεπίθεση μέσω της καταστολής. Εκεί που η καταστολή θα ήταν η σταγόνα που θα ξεχείλιζε το ποτήρι, έρχεται και παρουσιάζεται ως άμυνα της κοινωνίας υπέρ των φτωχών. Για να νικηθεί το σύστημα θέλει ηρεμία κι αξιοπρέπεια. Πρέπει ο φτωχός να είναι ήρεμος και να έχει γνώση των όσων συμβαίνουν. Η ένταση και η βία ωφελεί μόνον το σύστημα. Έτσι πρέπει να υποπτεύεται ο αναγνώστης ότι η προβοκάτσια είναι μέρος της τακτικής του συστήματος. Η τρομοκρατία πολλές φορές προέρχεται από το ίδιο το σύστημα κι αποδίδεται αλλού. Η λογική του Καϊάφα δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί. Ένας πολιτικός λιγότερος δεν είναι μεγάλο κόστος για το σύστημα. Ο πειρασμός που προκύπτει από την αποτελεσματικότητα της τρομοκρατίας είναι πολύ ισχυρός, για να τον αντέξει ένα σύστημα που κλυδωνίζεται. Ο ρόλος του στρατού και η σπουδαιότητα του αποκαλύπτεται  μόνο σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Ακόμα κι αν δε χρησιμοποιηθεί απευθείας ως μέσον καταστολής της κοινωνικής αντίδρασης, σ αυτές τις συνθήκες είναι άκρως απαραίτητος.

Μένουμε στο εσωτερικό της εθνικής κοινωνίας και βλέπουμε ότι η ένταση, αλλά και η γενική αμφισβήτηση των διαχειριστών της εξουσίας οδηγεί σε καταστάσεις εκτός ελέγχου. Αν το κράτος που βρίσκεται σ  αυτήν την κατάσταση είναι μικρό για να επηρεάσει τη διεθνή κοινωνία, τότε εμφανίζονται σωτήρες, που προέρχονται από τα δύο αρχικά υποσυστήματα. Άνθρωποι της εκκλησίας  και του στρατού εκμεταλλεύονται τη γενική δυσαρέσκεια, υιοθετούν την άποψη περί κλεφτών, μειοδοτών και προσπαθούν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Πολιτική και διαφθορά είναι έννοιες, που πάντα συνυπάρχουν. Ο πολιτικός που με μία του απόφαση μπορεί να εξασφαλίσει τη ζωή του ολόκληρη, είναι αδύνατο ν αντισταθεί. Σε τέτοιες περιόδους το θέμα των σκανδάλων βρίσκεται πάντα στην επικαιρότητα, γιατί στο προσκήνιο εμφανίζονται δυνάμεις, που μέχρι  τότε δεν υπήρχαν. Η εκκλησία όπως κι ο στρατός έχουν την τάση ν αυτοδιαφημίζουν την αρετή και την τιμιότητα τους. Οι άνθρωποι αυτών των υποσυστημάτων αρέσκονται να παρουσιάζονται ως αδιάφθοροι. Αυτό που συμβαίνει σ αυτές τις περιπτώσεις είναι η παγίδευση των ανθρώπων. Έτσι, ενώ όλοι αρχίζουν σε κάποια φάση ν  αμφισβητούν την υπεραξία των μισθών των δούλων, έρχονται στην επιφάνεια σκάνδαλα, που κάνουν αυτήν την υπεραξία να φαίνεται αστεία. Ενώ το πρόβλημα είναι ο μισθός, το ενδιαφέρον στρέφεται στην κλοπή.

Είπαμε ότι τα υποσυστήματα απλά ανέχονται το ένα τ
άλλο και σε περιπτώσεις στις οποίες έχουν την ευκαιρία, έχουν την τάση ν αρπάζουν το σύνολο της εξουσίας. Όταν λοιπόν οι πολιτικοί φαίνονται αδύναμοι να δώσουν λύσεις, τα δύο άλλα υποσυστήματα προωθούν τη σκανδαλολογία που σ άλλες περιπτώσεις δε θα προωθούσαν. Τα σκάνδαλα υπάρχουν πάντα. Οι κλέφτες δεν κλέβουν μόνον όταν υπάρχει οικονομική κρίση, αλλά πάντα κι είναι ο μόνος τομέας στον οποίο τους διακρίνει η συνέπεια και η συνέχεια. Από την άλλη πλευρά για τους ανθρώπους της εκκλησίας και του στρατού είναι εύκολο να δημιουργήσουν την εικόνα του αδιάφθορου. Ο επίσκοπος ή ο στρατηγός είναι σχεδόν απίθανο να βρεθούν μπλεγμένοι στα σκάνδαλα κι αυτό όχι γιατί είναι τέλειοι κι ενάρετοι, αλλά απλά γιατί δεν έχουν εξουσία στη μορφή που είναι απαραίτητη για την πραγματοποίηση σκανδαλώδους κλοπής. Η εκτελεστική εξουσία δίνει τη δυνατότητα κλοπής σ επίπεδο σκανδάλου. Ο μητροπολίτης πώς είναι δυνατό να μοιράσει δημόσια έργα, ώστε να πάρει προμήθεια; Το ίδιο κι ο στρατηγός. Αυτοί κλέβουν όσα τους δίνει το σύστημα μέσω της υπεραξίας κι ως δούλοι διψούν για εξουσία. Βγαίνει ο επίσκοπος ή ο στρατηγός και μιλά για τους φτωχούς για το έθνος, αλλά σε καμία περίπτωση δε δείχνει διάθεση κατάργησης της υπεραξίας που εισπράττει μέσω του μισθού. Στην οικονομική κρίση αυτοί οι δούλοι έχουν λόγο, ακριβώς επειδή μέσα σ έναν τεράστιο όγκο σκανδάλων ο μισθός περνά απαρατήρητος.

Αν αυτά τα δύο υποσυστήματα που συνεργάζονται πάντα άψογα λόγω της μορφής τους, παρασύρουν τον κόσμο, αυτό που ακολουθεί πάντα είναι ένα στρατιωτικό πραξικόπημα κάτω από τις ευλογίες της εκκλησίας. Τα μεγάλα κράτη ανέχονται αυτές τις καταστάσεις, γιατί τα συμφέρει. Κοστίζει λιγότερο στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας ένα στρατιωτικό καθεστώς σε μία μικρή χώρα από την οικονομική βοήθεια για τη σταθεροποίηση του πολυέξοδου τέταρτου βήματος. Το βήμα τέσσερα σ
 αυτήν την περίπτωση μεταλλάσσεται σε βήμα τύπου Βαβυλώνας, εφόσον την εξουσία φέρουν τα δύο υποσυστήματα, που είναι αυτού του τύπου. Μπαίνοντας η κοινωνία σ αυτήν την κατάσταση, ο άνθρωπος χάνει σχεδόν το σύνολο των δικαιωμάτων του κι αυτό είναι το απόλυτα φυσικό. Όπως ο στρατιώτης δεν μπορεί ν αμφισβητήσει το στρατηγό, έτσι κι ο πολίτης δεν μπορεί ν  ασκήσει τα δικαιώματά του. Τα περισσότερα μικρά κράτη βρίσκονται σχεδόν πάντα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης κι αυτό είναι επιθυμητό, γιατί τα κάνει ελεγχόμενα και κατά συνέπεια δορυφόρους των μεγάλων εθνών.

Το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης οδηγεί σε πόλεμο μεγάλης κλίμακας μόνον όταν κάποιο κράτος από τα μεγάλα αντιμετωπίζει ανάλογα προβλήματα. Αυτό σημαίνει ότι ο πρώτος ή δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος δεν ξέσπασε, επειδή η Ελλάδα αντιμετώπιζε προβλήματα, αλλά κάποιος μεγάλος της κοινωνίας των εθνών. Επειδή τα μεγάλα κράτη αναπτύσσουν μηχανισμούς απόλυτα όμοιους, αργά ή γρήγορα θα έρθουν σε σύγκρουση. Το κεφάλαιο-γνώση του καθενός παύει να είναι κερδοφόρο κι απειλείται η δομή του συστήματος. Έτσι, όταν ο Γερμανός βιομήχανος καλύψει την αγορά της Γερμανίας και το προϊόν του δεν έχει τη διαφορά ποιότητας, που μπορεί να του επιτρέψει διείσδυση στη γαλλική αγορά, αρχίζει και χάνει την υπεραξία, αποτέλεσμα της οποίας είναι οι εργάτες να δουλεύουν για τους μισθούς τους και μόνο. Όμως μέχρι να φτάσει η κατάσταση σ
 αυτό το οριακό σημείο, θα πρέπει να εξαντληθούν τα περιθώρια ανταγωνισμού στο σύνολο των αγορών. Όλα τα μικρά κράτη αποτελούν πελάτες των μεγάλων και θέατρο εμπορικών συγκρούσεων αυτών. Άρα απ αυτήν τη σύγκρουση που είναι μέχρις εσχάτων, το λογικό είναι να εμφανιστούν τα όρια του καθενός, που δείχνουν μεταξύ άλλων και τα επιμέρους χαρακτηριστικά των κρατών.

Back to content | Back to main menu