Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Για να είναι ένα προϊόν ανταγωνιστικό, συνεπώς να υφίσταται στην αγορά, θα πρέπει να έχει ένα από τα δύο βασικά προσόντα: ή να είναι ποιοτικά ανώτερο του ανταγωνισμού έστω κι ακριβότερο ή να είναι κατώτερης ποιότητας, ώστε το κόστος αγοράς του να το κάνει ελκυστικό. Όταν τα μεγάλα βιομηχανικά κράτη παράγουν προϊόντα και τα διαθέτουν στην παγκόσμια αγορά είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Όμως με την πάροδο του χρόνου, τη συνεχή εξέλιξη και τη συνεχή αγορά τεχνογνωσίας έρχεται κάποια στιγμή που το κεφάλαιο-γνώση εξισώνεται κι αυτό είναι η αρχή του τέλους. Όταν τα προϊόντα φτάνουν στην αγορά χωρίς καμία διαφορά ποιότητας, τότε η αγορά στο σύνολο της γίνεται κτήμα αυτού που διατηρεί το χαμηλότερο κόστος. Απ αυτό το σημείο και πέρα γεννιέται η παγκόσμια κρίση κι αυτό για δύο λόγους: ο πρώτος λόγος είναι η ανάπτυξη του μονοπωλίου κι ο δεύτερος ότι κάποια βιομηχανικά ισχυρή χώρα αρχίζει κι αντιμετωπίζει κοινωνικά προβλήματα. Ο κερδισμένος αυτής της σύγκρουσης είναι το κράτος, που έχει την ισχυρότερη υποδομή, για να στηρίζει τη βιομηχανία του, εφόσον τα μέτρα μείωσης του κόστους που αφορούν τον εργατικό μισθό, έχουν εξαντληθεί.

Οι δύο μεγάλοι παγκόσμιοι πόλεμοι ξεκίνησαν από την Ευρώπη και συγκεκριμένα από τη Γερμανία. Οι άνθρωποι θρήνησαν εκατομμύρια νεκρών εξαιτίας της ματαιοδοξίας ενός έθνους; Σκοτώθηκε ο ανθός της Ευρωπαϊκής νεολαίας δύο φορές, επειδή οι Γερμανοί νόμιζαν ότι είναι ανώτεροι από τους υπόλοιπους; Ή μήπως πρόκειται για σκευωρία του συστήματος εναντίον των φτωχών ανθρώπων; Δε γνώριζε το σύστημα, τι θ
ακολουθούσε; Γιατί η Γερμανία ξεκίνησε τους πολέμους; Το άθλιο κι ανθρωποκτόνο σύστημα γνώριζε τα πάντα και προέβλεπε τα πάντα. Οι πόλεμοι της Γερμανίας ήταν εκ των δεδομένων χαμένοι, όπως ήταν κι αυτοί του Ναπολέοντος. Όμως το σύστημα θέλησε να σκοτώσει άπειρους ανθρώπους και να γκρεμίσει τα πάντα, δημιουργώντας μ αυτόν τον τρόπο συνθήκες παραγωγής, που να είναι κερδοφόρες. Ο άνθρωπος απλά όπως συνήθως ήταν θύμα και σκοτώθηκε είτε επειδή πίστευε ότι η Βρετανία πρέπει να κυβερνά τα κύματα είτε επειδή η Γερμανία έπρεπε να είναι πάνω απ όλους. Όμως γιατί η Γερμανία; Ποιο χαρακτηριστικό αυτού του κράτους εκμεταλλεύτηκε το σύστημα; Πριν δούμε αυτά τα χαρακτηριστικά, χρήσιμο είναι να πούμε μερικά πράγματα για τους Γερμανούς.

Οι Γερμανοί που ξεκίνησαν να κατακτήσουν  τον κόσμο, ήταν θύματα του συστήματος και τίποτε περισσότερο. Ο Γερμανός είναι όμορφος άνθρωπος, όπως είναι όλοι οι άνθρωποι, που είναι υιοί του Θεού. Ο πόλεμος είναι ένα έγκλημα κι όσοι εγκληματούν είναι μισητοί από το Θεό. Όσο εγκληματίες ήταν οι Γερμανοί, άλλο τόσο ήταν οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, οι Έλληνες. Οι άνθρωποι έπρεπε ν
αμυνθούν, πριν βγουν τα στρατεύματα του Χίτλερ από τη Γερμανία κι αυτό γίνεται μόνο με τη φιλοσοφία. Από τη στιγμή που οι Έλληνες δεν εμπόδισαν με τη γνώση την εξέλιξη μίας κατάστασης, που υπήρχε χρόνια πριν την έξοδο του Χίτλερ από τα όρια της Γερμανίας, χρεώνονται ως έγκλημα τη θανάτωση του Γερμανού στρατιώτη, όπως κι αυτός του αντίστοιχου Έλληνα. Δεν έχει σημασία, αν υπερασπίζεται κάποιος τη χώρα του ή όχι. Ο νεαρός Γερμανός δεν ήθελε να κατακτήσει την Ελλάδα, αλλά τον βάλανε. Εκείνος που τον έβαλε έπρεπε να νικηθεί και όχι να σκοτωθεί ο φτωχός. Ο άνθρωπος δεν είναι ζώο και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να σκοτώσει. Αν ήταν έτσι, θα του έλεγε ο  Θεός ότι είναι φτιαγμένος για να υπάρξει ως ζώο και να φυλάει κτήματα ή εργοστάσια.

Επειδή ο Θεός τον δημιούργησε “κατ
 εικόνα και καθ ομοίωσιν”, έχει απαιτήσεις απ αυτόν. Αν οι φτωχοί και καταπιεσμένοι εκείνης της εποχής δεν έπεφταν θύματα του εθνικισμού, η νίκη θ ανήκε στον άνθρωπο, χωρίς να χυθεί μία σταγόνα αίματος. Αν οι άνθρωποι τότε δεν αντιστέκονταν στις στρατιές του Χίτλερ, αυτή η κατάσταση θα τις διέλυε. Η γενική φτώχεια σ ελάχιστο χρόνο θ  άφηνε να φανεί η αλήθεια. Δεν μπορεί κάποιος να πάρει απ αυτόν που δεν έχει. Ήδη το κάθε κράτος είχε αγγίξει τα όρια εκμετάλλευσης. Τι παραπάνω θα έκαναν οι Γερμανοί; Μία ψευδαίσθηση εξουσίας; Τι εξουσία μπορούν να έχουν μερικά εκατομμύρια φτωχών στρατιωτών πάνω σε εκατοντάδες εκατομμυρίων ανθρώπων; Η Ευρώπη είχε τη δυνατότητα να καταπιεί τις στρατιές του Χίτλερ και να τις αναγκάσει να γυρίσουν στην πατρίδα τους, για ν αγωνιστούν εκεί εναντίον της φτώχειας τους. Οι γονείς του Γερμανού στρατιώτη ήταν φτωχοί εργάτες κι αγρότες, που υπέφεραν από το Γερμανό βιομήχανο και φεουδάρχη. Άφησαν το γιο τους να πολεμήσει, για να ξεφύγουν από τη φτώχεια και όχι για τη δόξα και το μεγαλείο της Γερμανίας.

Όμως το ερώτημα παραμένει το ίδιο. Γιατί η Γερμανία; Η απάντηση είναι απλή, αν ξεφυλλίσει κάποιος τις σελίδες της ιστορίας. Η Γερμανία είναι το κράτος κολοσσός αντίστοιχο  των άλλων μεγάλων που φτάνει πρώτο στα όρια του. Ένα βιομηχανικό θηρίο με αδύναμα άκρα. Όταν το παγκόσμιο σύστημα κλονίζεται, όταν ένα από τα μεγάλα κράτη αρχίζει κι αντιμετωπίζει προβλήματα, είναι σαν να λέμε, όταν αντιμετωπίζει προβλήματα η Γερμανία. Το πρώτο κράτος που χάνει την ανταγωνιστικότητα του, όταν το κεφάλαιο-γνώση εξισώνεται, είναι η Γερμανία. Η Αγγλία και η Γαλλία που ήταν πριν από τους πολέμους κράτη με ανάλογη βιομηχανία, είχαν περισσότερα περιθώρια αντοχής λόγω των αποικιών τους. Μέσω αυτών, εξασφάλιζαν φτηνή πρώτη ύλη, που έχει ως συνέπεια το χαμηλότερο κόστος του βιομηχανικού προϊόντος και δεύτερον, αυτές οι ίδιες οι αποικίες λειτουργούσαν ως αποκλειστικά δικές τους αγορές. Ο Γίγαντας Γερμανία δεν είχε αυτήν την πολυτέλεια κι αυτό δεν άφηνε μεγάλα χρονικά περιθώρια. Αυτή η αδυναμία την κάνει ευάλωτη και σ
εξωτερικές επεμβάσεις. Ευάλωτη γιατί αν το σύστημα ωφελείται από τον πόλεμο, μόνον τη Γερμανία μπορεί να ωθήσει σ αυτόν ακόμα και χωρίς τη θέληση των Γερμανών. Όταν υπάρχει ένας βιομηχανικός κολοσσός τύπου Γερμανίας, χωρίς δυνατότητα ελέγχου των πρώτων υλών, που του δίνουν τη δυνατότητα λειτουργίας, οποιαδήποτε επέμβαση σ αυτό το σημείο σημαίνει στραγγαλισμό.

Η Γερμανία ήταν και είναι η μόνη χώρα, που μπορεί να καταρρεύσει χωρίς στρατιωτική επέμβαση. Η Αγγλία είχε αποικίες, που έπρεπε να καταληφθούν, για να χάσει τον έλεγχο του πλούτου της. Κανένα παρασκήνιο δεν ήταν ικανό να σταματήσει, τη ροή πετρελαίου προς την Αγγλία. Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με πολεμική ενέργεια. Η Γερμανία αντίθετα μπορεί κάτω από συνθήκες μποϊκοτάζ να μη μπορεί να επιβιώσει κι αυτό την οδηγεί σε πράξεις απελπισίας. Είναι πράξη απελπισίας η διεξαγωγή πολέμου εναντίον του συνόλου των κρατών και προπάντων εναντίον κρατών που το καθένα απ
αυτά είναι περίπου ισοδύναμο. Η δυνατότητα εξωτερικής επέμβασης δίνει κι ένα άλλο χαρακτηριστικό στη Γερμανία. Δίνει τη δυνατότητα καλλιέργειας του εθνικισμού από μέρους των αθλίων. Έτσι όταν η επέμβαση είναι εξωτερική κι οφθαλμοφανής, εύκολα πείθεται ο φτωχός ότι για το κλείσιμο του εργοστασίου, άρα και για τη φτώχεια του, ευθύνεται όχι ο Γερμανός πολιτικός, αλλά ο Άγγλος ή ο Γάλλος που ελέγχοντας την αγορά των πρώτων υλών οδηγεί τα εργοστάσια στο κλείσιμο.

Σ
αυτό το σημείο, αν αντιληφθεί  ο αναγνώστης ότι συμφέρει στο σύστημα ο πόλεμος, θα καταλάβει ότι ωθούν τη Γερμανία στον πόλεμο. Αν αποδειχθεί ότι έχει συμφέρον κι ο Άγγλος κι ο Γερμανός βιομήχανος από τον πόλεμο, τότε θα καταλάβει ότι πρόκειται για συνωμοσία εναντίον των λαών. Για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε από ένα σύνολο άσχετων δεδομένων τα πραγματικά σημαντικά. Πρώτο σημαντικό δεδομένο είναι ότι, όπου έχει προηγηθεί η ανάπτυξη του εθνικισμού, είναι ασύμφορη η κατάκτηση. Ενώ το δεύτερο είναι ότι η δύναμη του κεφαλαίου-γνώση βρίσκεται στη δυνατότητα να βγάζει κέρδος μέσω της υπεραξίας και όχι η τελειότητα του. Ένας βιομήχανος έχει συμφέρον να παράγει ένα μέτριο ψυγείο και να υπάρχει ζήτηση παρά το καλύτερο ψυγείο στον κόσμο, χωρίς να υπάρχει η ζήτηση. Αυτά τα δύο από μόνα τους μας οδηγούν στην παρακάτω υπόθεση. Αν υπάρχει όπως κι υπάρχει μία παγκόσμια ηγεσία που κατευθύνει τους χριστιανούς κι αυτή είναι οι αρχηγοί των εκκλησιών κι οι ηγέτες των μεγάλων δυνάμεων, συμφέρον έχει να στηρίζει το κεφάλαιο, που με τη σειρά του τή στηρίζει. Αν καταρρεύσουν οι μεγάλες βιομηχανίες των  μεγάλων κρατών, παύει να υπάρχει ο πλούτος, που δίνει υπεραξία και μ αυτήν τη δυνατότητα ύπαρξης σταθερής δομής του συστήματος. Στο κεφάλαιο συμμετέχουν όλοι οι βιομήχανοι όλων των χωρών και η επιβίωση του κεντρικού συστήματος αφορά το μέλλον του συνόλου των εθνικών υποσυστημάτων. Έτσι ο Γερμανός βιομήχανος παίρνοντας εγγυήσεις, στήριξε έναν τρελό όπως το Χίτλερ σ έναν πόλεμο που εξαρχής ήταν χαμένος. Οι εγγυήσεις ήταν υπεράνω πάσης αμφισβήτησης, γιατί υπάρχουν τα παραπάνω δεδομένα.

Η νικήτρια Βρετανία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κατακτήσει τη χαμένη Γερμανία. Οι ίδιοι οι Γερμανοί να δέχονταν να κατακτηθούν χωρίς αντίσταση και να ονομάσουν το Βερολίνο “Νέο Λονδίνο”, οι Βρετανοί δε θα δέχονταν ποτέ. Αν συνέβαινε αυτό, όλο το κέρδος του πολέμου θα πήγαινε χαμένο. Οι Βρετανοί νίκησαν και το κέρδος ήταν η αρπαγή των πνευματικών δικαιωμάτων πάνω στην τεχνολογία της Γερμανίας. Το κέρδος οφείλεται στην υπεροχή των βρετανικών προϊόντων στην παγκόσμια αγορά και στην πώληση κατώτερης τεχνογνωσίας, στους ίδιους τους Γερμανούς,  για την εκ νέου ανάπτυξη της βιομηχανίας τους. Αν την κατακτούσε, αυτό το κέρδος δε θα υπήρχε. Οι Γερμανοί ως νέοι υπήκοοι θα ζητούσαν την απόλυτη γνώση και προπαντός δωρεάν. Αν αυτό συνδυαστεί με τις μεγάλες ανάγκες μίας κατεστραμμένης Γερμανίας, τότε οι βιομηχανίες στο χώρο της Γερμανίας θα γίνονταν πανίσχυρες μέσα σ
ελάχιστο χρονικό διάστημα κι όταν θα προέκυπταν τα ίδια προβλήματα λόγω ιδιοτήτων του κεφαλαίου, η κοινωνική αντίδραση θα στρεφόταν εναντίον των κατακτητών, που σήμαινε αυτόματα νέα έξοδα για τη Βρετανία, χωρίς να έχει εισπράξει τίποτε. Έχοντας αυτήν τη γνώση, οι Γερμανοί βιομήχανοι δεν είχαν να χάσουν τίποτε. Ο πόλεμος θα κατέστρεφε τη χώρα, αλλά όχι αυτούς. Αυτοί θα έπαιρναν πίσω τα εργοστάσια τους, θα δανείζονταν χρήματα για την αγορά τεχνογνωσίας και θα ξαναλειτουργούσαν σε συνθήκες ζήτησης. Ο σκοτωμένος και ταλαιπωρημένος Γερμανός, θα έδινε μέσω των φόρων το κεφάλαιο-χρήμα στο βιομήχανο, για να πληρώσει τους νικητές κατά τα συμφωνηθέντα κι αυτός μέσα σ ελάχιστο χρονικό διάστημα θα ξεχρέωνε, αρχίζοντας να εισπράττει κέρδος. Η Γερμανία θ  άρχιζε εκ νέου να δείχνει ζήτηση για προϊόντα, που πριν τον πόλεμο είχαν καλύψει τις ανάγκες της. Ο Γερμανός χρειαζόταν νέο αυτοκίνητο ή ψυγείο κι ελάχιστα ενδιέφερε το Γερμανό βιομήχανο, αν το προϊόν ήταν κατώτερης ποιότητας έναντι του Βρετανικού.

Το βήμα τέσσερα γι
αυτό είναι ανίκητο. Αυτή η κατάσταση μπορεί να επαναλαμβάνεται επ άπειρον χωρίς καμία διαφορά. Πάντα η Γερμανία θα είναι ευάλωτη και πάντα κάποιοι θα τη σπρώχνουν στον πόλεμο. Ακόμα και αν εξαλειφθούν τα βασικά στοιχεία, το σύστημα έχει τη δυνατότητα να τα γεννά. Το περίφημο γερμανικό θαύμα το οποίο περιγράφει ένα λαό που αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του και ξαναποκτά δύναμη, είναι στο σύνολο του ένας μύθος. Είναι μύθος, που έχει σκοπό να κολακεύσει τους Γερμανούς και καλλιεργείται από το ίδιο το σύστημα. Η Γερμανία είναι άκρως απαραίτητη για τους παραπάνω λόγους κι αυτός ο μύθος έχει ως στόχο να γίνεται βάση του επιθυμητού εθνικισμού, που την κρατά συμπαγή. Ο Γερμανός είναι έξυπνος κι εργατικός όσο οι υπόλοιποι άνθρωποι, όμως η αναγέννηση της Γερμανίας είναι καθαρά θέμα επενδύσεων. Η Δύση στο σύνολό της δε φοβάται να επενδύσει στη Γερμανία. Είναι μία τεράστια αγορά με τεράστια βιομηχανική υποδομή, που σε καμία περίπτωση δεν απειλεί την παγκόσμια ιεραρχία, όπως διαμορφώθηκε μετά την αποικιοκρατική περίοδο. Ο μύθος λοιπόν παγιδεύει εκατομμύρια Γερμανών μέσα σε μία ψευδαίσθηση, που αν δεν υπήρχε, όλες αυτές οι συμφορές θα είχαν ως αποτέλεσμα το διαμελισμό του γίγαντα σε πολλές μικρές γερμανικές δημοκρατίες.

Η Γερμανία όμως χρειάζεται στο σύστημα μεγάλη και χωρίς ψυχραιμία, που δίνει μ
 αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα και στους άλλους να υπάρχουν στις ίδιες διαστάσεις. Ο νότιος Γάλλος πολλές φορές προβληματίζεται, γιατί πρέπει να πληρώνει φόρους στο Παρίσι και μόνον ο φόβος της τεράστιας Γερμανίας είναι σε θέση να τον ωθήσει σε σκέψεις, που ωφελούν το σύστημα. Έχοντας υπόψη του ο αναγνώστης την ωφελιμότητα του πολέμου, εύκολα μπορεί να κατανοήσει και την ύπαρξη του στρατού σε καιρό ειρήνης. Ενώ θεωρητικά ο στρατός είναι μία οργανωμένη δύναμη, που προέρχεται από την κοινωνία για να προστατεύσει την ίδια και τους κόπους των ανθρώπων της, πρακτικά γίνεται το απαραίτητο μέσο διεξαγωγής πολέμου. Έτσι στη μορφή αυτήν της κοινωνίας ο στρατιώτης δε φυλάγει το πάτριο έδαφος ούτε την αφηρημένη γνώση, αλλά γίνεται βασική προϋπόθεση για τη συνεχή κερδοφόρα λειτουργία του κεφαλαίου. Τα πάντα κατευθύνονται από το τρομερό ένστικτο  αυτοσυντήρησης του συστήματος. Το σύστημα με την εξουσία που έχει, καταφέρνει να δημιουργεί συνθήκες, που μετατρέπουν μία κοινωνία σε όχλο. Έτσι όταν υπάρχει μία τρομερή οικονομική κρίση, που δεν αφήνει τα μεγάλα έθνη απ έξω, οι πρακτικές είναι πάντα οι ίδιες.

Σ
αυτό το σημείο, πρέπει να διαχωρίσουμε σε δύο τα επίπεδα αναφοράς, που έχουν σχέση με την προετοιμασία μίας χώρας για πόλεμο. Το πρώτο επίπεδο είναι οι ενέργειες του συστήματος μέσω της εξουσίας και το δεύτερο είναι η προετοιμασία, που είναι απαραίτητη μέσα στην κοινωνία. Από τη στιγμή που η κοινωνία βρίσκεται σε οικονομική κρίση, αναπτύσσονται μέσα της ορισμένες τάσεις, που την κάνουν ευερέθιστη με άμεσο αποτέλεσμα τη δυνατότητα εκμετάλλευσης. Η βιομηχανική επανάσταση εκτός των άλλων δημιούργησε κοινωνικά φαινόμενα, που δεν υπήρχαν και η ύπαρξη τους αλλάζει την τακτική επηρεασμού των μαζών. Τα εργοστάσια χτίστηκαν εξαρχής στα μεγάλα αστικά κέντρα για δύο λόγους: ο πρώτος λόγος είναι η ύπαρξη του εργατικού δυναμικού, που είναι απαραίτητο κι ο δεύτερος είναι η μειωμένη διαπραγματευτική ικανότητα του εργάτη εξαιτίας αυτού του δυναμικού. Ένας εργοστασιάρχης δε χτίζει εργοστάσιο στην επαρχία, γιατί, για να βρει εργάτες, θα πρέπει να τους αποσπάσει από άλλες δουλειές κι αυτό κοστίζει. Στα μεγάλα αστικά κέντρα υπάρχουν από τον καιρό της Βαβυλώνας άνεργοι. Την ανέχεια και το αδιέξοδό τους αναζητά ο βιομήχανος, για να μπορέσει να εισπράξει την υπεραξία από την εργασία τους.

Ο δεύτερος λόγος που έχει να κάνει με τη διαπραγματευτική ικανότητα του εργάτη, είναι οι συνθήκες μεγαλύτερης ζήτησης εργασίας από την προσφερόμενη. Ο βιομήχανος της επαρχίας σε μία απεργία είναι ευάλωτος, γιατί δεν υπάρχει δυναμικό σε κατάσταση ανεργίας, για ν
αναπληρώσει αυτούς που απεργούν χωρίς παραπάνω απαιτήσεις. Έτσι το εργοστάσιο στην επαρχία ή θα κλείσει ή θα ικανοποιηθούν τα αιτήματα των εργαζομένων. Η τεράστια ανάπτυξη της βιομηχανίας σε περιόδους οικονομικής άνθησης καλύπτει το σύνολο του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού και δημιουργεί συνθήκες ζήτησης, που δίνουν δύναμη στον εργάτη. Ο εργάτης όπως είναι φυσικό εκμεταλλεύεται υπέρ του αυτήν την κατάσταση και γίνεται ασύμφορος με βάση τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκράτη. Έτσι αρχίζει κι ενθαρρύνεται η μετανάστευση.

Η μετανάστευση ως φαινόμενο ακολουθεί τη  βιομηχανική επανάσταση. Είναι εκτός λογικής να παρατηρούνται μεταναστευτικές κινήσεις στο βήμα της Βαβυλώνας. Να πάει ο δουλοπάροικος πού; Από τον ένα φεουδάρχη στον άλλο; Μένει εκεί, όπου είναι η οικογένεια του, εφόσον δεν υπάρχει προοπτική κέρδους. Η μετανάστευση προς τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα είναι δύο ειδών: η εσωτερική και η εξωτερική. Πρώτη εμφανίζεται η εσωτερική κι αυτό έχει ως συνέπεια τα μεγάλα βιομηχανικά κράτη να έχουν πλήθος μεγάλων αστικών κέντρων. Όταν ολοκληρωθεί αυτή η μετανάστευση, χωρίς να έχει εξαντληθεί η ανοδική τάση της παραγωγής, τότε και μόνον αρχίζει η εξωτερική. Επειδή αυτή η τάση ενθαρρύνεται από το κεφάλαιο, που ψάχνει φτηνά εργατικά χέρια, κάθε μετανάστης είτε ομοεθνής είτε αλλοδαπός είναι εξ αντικειμένου εχθρός του τοπικού εργατικού δυναμικού. Ακόμα κι αν δεν πάρει την εργασία ενός τοπικού εργάτη, η ύπαρξη του και μόνον αλλάζει το σύνολο των δεδομένων. Έτσι το σύστημα μετατρέπει σε εχθρούς ανθρώπους, που πρέπει να είναι ενωμένοι, εφόσον είναι θύματα κοινής εκμετάλλευσης.


Από τη στιγμή της εμφάνισης της οικονομικής κρίσης, αυτή η υποβόσκουσα κι αφηρημένη έχθρα αρχίζει και σχηματοποιείται και παίρνει τη μορφή κοινωνικής σύγκρουσης. Η κρίση δεν κάνει διακρίσεις στα εργοστάσια, που θα χάσουν πρώτα την ανταγωνιστικότητα τους κι αυτό σημαίνει ότι ένας φτωχός Μιλανέζος εργάτης έβλεπε πάντα με φόβο τον επίσης φτωχό νότιο Ιταλό, που αναζητούσε καλύτερη τύχη στο βιομηχανικό Μιλάνο. Χωρίς ιδιαίτερη φιλοσόφηση ήξερε, ότι ο νότιος έμπαινε στην αγορά εργασίας κι, επειδή ήταν άνεργος, αυτό σήμαινε μειωμένες απαιτήσεις στην αμοιβή. Ο ίδιος απολάμβανε μεγαλύτερο μισθό κι, όσο αυτή η αναλογία βρισκόταν σε σταθερό επίπεδο, ο φόβος παρέμενε, αλλά δεν είχε καμία συνέχεια. Όταν όμως η οικονομική κρίση εμφανιζόταν κι έκλεινε το εργοστάσιο, όπου δούλευε ο Μιλανέζος, χωρίς να συμβεί το ίδιο σ
αυτό, όπου δούλευε ο νότιος, ο φόβος αυτός γινόταν μίσος. Μισούσε το φτωχό, γιατί πίστευε ότι, αν δεν υπήρχε, η θέση του θα ήταν στη διάθεση του. Όμως ακόμα και να συνέβαινε το αντίθετο, πάλι στην κρίση θα υπήρχε το μίσος, γιατί ο άνεργος νότιος στην αγωνία του να εργαστεί, θα κατέβαζε τις απαιτήσεις του. Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι σε κάθε περίπτωση, όταν υπάρχει κρίση, οι τοπικοί εργάτες μισούν τους νεοφερμένους.

Αυτό είναι το φαινόμενο του ρατσισμού. Οι Μιλανέζοι σκέφτονται ότι αυτοί έχουν το δικαίωμα δουλειάς στο Μιλάνο και όχι ο Σικελός. Από τη στιγμή που διαχωρίσει κάποιος τον εαυτό του από κάποιους άλλους με μόνο κριτήριο την καταγωγή, είναι ρατσιστής. Επειδή το άθλιο σύστημα θέλει να καλλιεργεί τον εθνικισμό, αυτό το φαινόμενο μεταξύ ομοεθνών το αγνοεί και το υποβαθμίζει. Έτσι δεν είναι ρατσιστής ο Μιλανέζος όταν μισεί το νότιο, αλλά μόνον όταν μισεί τον Έλληνα μετανάστη. Αν το σύστημα περιγράψει αυτήν την κατάσταση που ισχύει μεταξύ των ομοεθνών ως ρατσισμό, πώς είναι δυνατό να καλλιεργήσει στη συνέχεια την ιδεολογία για την υπεροχή των Ιταλών έναντι των άλλων; Πρέπει η κρίση να βρει τους Ιταλούς εργάτες οργισμένους έναντι των ξένων και όχι μεταξύ τους. Αυτό συμβαίνει γιατί ακριβώς όμοια κατάσταση ισχύει και για τους ξένους, που με τη σειρά τους αποτελούν κόκκινο πανί ακόμα και για τους νότιους, παράδειγμα. Η κατάσταση εξελίσσεται μ
αυτόν τον τρόπο, ώστε όταν φτάσει σ οριακά επίπεδα, όλοι να στρέφονται εναντίον των ξένων και σ αυτό το επίπεδο να καθορίζεται λανθασμένα η έννοια “ρατσισμός”. Όταν λοιπόν στην περίπτωση της Γερμανίας υπάρχουν τ απαραίτητα δεδομένα, που είναι η εξωτερική επέμβαση των ξένων δυνάμεων στη ροή των πρώτων υλών και λόγω της τεράστιας βιομηχανικής παραγωγής μεγάλος αριθμός ξένων εργατών, είναι δυνατό να μην παρατηρηθεί το φαινόμενο του ρατσισμού και κατ επέκταση του εθνικισμού; Είναι δυνατό να μην υπάρχει θέση για έναν τρελό όπως ο Χίτλερ, σε μία χώρα απελπισμένη με έξι εκατομμύρια ανέργους; Η Γερμανία είναι αξιοθαύμαστη που αγωνίστηκε ακόμα και κάτω απ αυτές τις συνθήκες ενάντια  στο ναζισμό. Και μόνο να σκεφτεί κάποιος εκείνες τις συνθήκες, που δεν έδιναν την παραμικρή ελπίδα στο Γερμανό εργάτη, μπορεί να εκτιμήσει τον πραγματικό αγώνα για τη δημοκρατία του γερμανικού λαού. Άνθρωποι μέσα στη φτώχεια και στη δυστυχία αντιστάθηκαν για χρόνια στην ψεύτικη προπαγάνδα των Ναζιστών. Αυτός ο χρόνος ήταν ικανός για κάποιον, που ήθελε ν αποτρέψει τον πόλεμο, να το κάνει. Όμως το σύστημα δεν το  έκανε και φυσιολογικά υπέκυψαν οι Γερμανοί στο ορμητικό ρεύμα του φασισμού. Μ  αυτά τα δεδομένα βλέπουμε πόσο επιθυμητός είναι ο ρατσισμός για το σύστημα.

Αν η βόμβα που απειλεί τους ανθρώπους είναι ο εθνικισμός, τότε ο ρατσισμός είναι το φιτίλι. Ο ρατσισμός έχει τη δύναμη να νικά τα χαρακτηριστικά του Δημιουργού και να ελαττώνει τις δυνάμεις αντίστασης. Έτσι ο άνθρωπος που είναι πλασμένος ν
αγαπά τον πλησίον του, γιατί σε τελευταία ανάλυση είναι το συμφέρον του, μαθαίνει να τον μισεί. Αν ο άνθρωπος μισήσει ανθρώπους, γίνεται κτήνος. Από τη στιγμή που ο Γερμανός μισεί τον Τούρκο εργάτη, δεν έχει πρόβλημα να μισήσει λόγω προπαγάνδας το Γάλλο, τον Έλληνα κι οποιονδήποτε άλλο αλλοδαπό. Σ  εκείνο το σημείο καταρρέει η άμυνα και όχι τη στιγμή που το δάχτυλο αγγίζει τη σκανδάλη. Το μίσος συνεπάγεται θάνατο και η προσπάθεια πρέπει να γίνει πριν και όχι μετά. Έτσι προετοιμάζεται η κοινωνία από το σύστημα για τις επιθυμητές γι αυτό εξελίξεις. Επικεντρώνεται το ενδιαφέρον της στο φτωχό Τούρκο εργάτη, που είναι αγαπητός στο Θεό, γιατί δουλεύει και δεν κλέβει, γιατί θυσιάζει την προσωπική του ζωή για την ευημερία της οικογένειας του και τον κάνει μισητό στα μάτια του επίσης φτωχού Γερμανού. Έτσι, αντί να ενωθούν οι αδικημένοι και να εξαφανίσουν από το πρόσωπο της Γης τους άθλιους κλέφτες, μισεί ο ένας τον άλλο και διαπράττουν εγκλήματα που ακόμα κι ένα ζώο αδυνατεί να διαπράξει. Το θηρίο σκοτώνει για να ζήσει και ονομάζεται θηρίο και ζώο. Πώς μπορεί όμως να ονομαστεί ένα ον, που στέλνει ανθρώπους στα κρεματόρια λόγω φιλοσοφίας; Είναι δυνατό να τ ονομάσουμε ζώον, τη στιγμή που εκείνο το δημιούργημα σκοτώνει για να επιβιώσει; Είναι δυνατό να φερθούμε τόσο άδικα στα ζώα;

Το σύστημα ελέγχοντας την κατάσταση μέσω  της ενημέρωσης, πετυχαίνει κι οδηγεί τους  ανθρώπους στις απαραίτητες φάσεις, ώστε να επιτευχθεί το άριστο αποτέλεσμα. Έτσι, ο ρατσισμός καλλιεργείται, όταν πλέον έχει φτάσει η κρίση σε τέτοιο σημείο, που ακόμα και οι πιο αδικημένοι μετανάστες είναι στόχος, απλά και μόνον επειδή επιβιώνουν. Ο εθνικισμός καλλιεργείται τη στιγμή που πρέπει  και όχι πριν ή μετά. Θεωρίες περί μεγάλης Γερμανίας τρομάζουν τους εργαζόμενους ακόμα και σε κατάσταση προχωρημένης κρίσης, ενώ λυτρώνουν μόνο στα όρια της απελπισίας. Αν παρατηρήσει κάποιος στην ιστορία των ανθρώπων, θα διαπιστώσει ότι τα εθνικά συστήματα κατά τη διάρκεια των κρίσεων έχουν έντονη εξωτερική πολιτική. Όταν υπάρχει οικονομική άνθηση, ασχολούνται περισσότερο  με θέματα εσωτερικά, όπως η πρόνοια, η υποδομή στον τομέα των υπηρεσιών προς τον πολίτη, ενώ στη διάρκεια της κρίσης όλοι στο σύνολο τους θυμούνται την ιστορία τους. Θυμούνται εθνικές μειονότητες έξω από τα σύνορα, αλύτρωτους αδερφούς, θυμούνται συμφωνίες, που μέχρι εκείνη την ώρα δεν τους ενοχλούσαν, ενώ τη δεδομένη στιγμή τούς φαίνονται ταπεινωτικές.


Όλα αυτά δεν είναι τυχαία κι αποτελούν το μοναδικό έρεισμα της εξουσίας. Η ιστορία της Ευρώπης που γνώρισε τόσους πολέμους, επιτρέπει στους άθλιους να μιλούν για όμορφα πράγματα σκεπτόμενοι πονηρά. Το σύστημα υποχρεωτικής παιδείας που εκμεταλλεύεται η εξουσία δίνει ομοιογένεια στους πληθυσμούς. Αν αυτό συνδυαστεί με τις άπειρες αλλαγές συνόρων, που έγιναν στην ταλαιπωρημένη Ευρώπη, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος  την ύπαρξη εθνικών μειονοτήτων έξω από τους αντίστοιχους εθνικούς κορμούς. Έτσι μετά από έναν πόλεμο, η αλλαγή, έστω και η πιο μικρή, αφήνει έξω από τα όρια των εθνικών κρατών, ανθρώπους που διδάχθηκαν ό,τι απαιτείται για να γίνουν δούλοι των συστημάτων αυτών των κρατών, χωρίς όμως να είναι μέλη τους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι στο σύνολο των καταστάσεων θύματα της εξουσίας. Τους σκέφτονται μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες έχουν όφελος κι απαιτείται θυσία. Είναι απαραίτητοι σ
αυτές τις καταστάσεις, γιατί εξυπηρετούν απευθείας και τα δύο συστήματα, που τους διεκδικούν.

Έτσι, αν για παράδειγμα πάρουμε μία μειονότητα, που προκύπτει μετά από έναν πόλεμο, βλέπουμε ότι η αντιμετώπιση της ακολουθεί μία σταθερή πορεία. Αμέσως μετά τον πόλεμο κι εφόσον τα πάντα έχουν καταστραφεί κι ο κόσμος είναι βουτηγμένος μέσα στη φτώχεια, κανένας δεν ενδιαφέρεται για κανέναν. Οι όροι που δίνουν την πολυπόθητη ειρήνη, γίνονται στο σύνολο τους αποδεκτοί κι αυτό το εκμεταλλεύεται το σύστημα. Έτσι εν μέσω της σύγχυσης ο κόσμος θα μοιραστεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να υπάρχουν πάντα μειονότητες, που θ
αποτελέσουν τη βάση για την ίδια στρατηγική την επόμενη φορά που θα χρειαστεί. Ποτέ και σε κανέναν πόλεμο τα σύνορα δεν προσδιορίστηκαν με στόχους, που να υπηρετούν την ειρήνη.

Όταν λοιπόν το σύστημα προσδιόρισε τα σύνορα της Αλβανίας για παράδειγμα, επιθυμούσε να δημιουργήσει συνθήκες εκμεταλλεύσιμες και όχι να υπηρετήσει την ειρήνη. Στόχος λοιπόν ήταν τα όρια του κράτους να μην είναι κοινά με τα όρια του έθνους και θα δούμε γιατί. Μέσα σ
αυτό το κράτος περιλήφθηκαν μέρη που κατοικούσαν Έλληνες κι έξω απ αυτό έμειναν μέρη που κατοικούσαν Αλβανοί. Εκτός από μερικούς εθνικιστές και μερικούς που μπορούσαν να δουν μακριά, δεν ασχολήθηκε κανένας. Οι Έλληνες είχαν να νικήσουν τη μεγάλη φτώχεια και η ειρήνη ήταν πολύτιμη για να τη διακινδυνέψουν εκ νέου. Μετά τον πόλεμο έρχεται πάντα η ανάκαμψη κι όταν υπάρχουν αυτές οι συνθήκες ο κόσμος αλλάζει. Ο άνθρωπος γίνεται πιο όμορφος, πιο ανεξάρτητος. Σ αυτές τις συνθήκες, η ειρήνη γίνεται το πλέον πολύτιμο αγαθό κι ο άνθρωπος δεν επηρεάζεται λόγω της δυνατότητας να σκέφτεται χωρίς πιέσεις. Σ αυτό το χρονικό διάστημα όλοι οι εντός εθνικών συνόρων Έλληνες δεν έπαψαν να σκέφτονται τους ομοεθνείς τους, αλλά η βοήθεια τους προσδιορίζεται στο ανώτατο επίπεδο. Συμφωνίες για σεβασμό δικαιωμάτων, ελευθερία έκφρασης κλπ. Αν μιλούσε κάποιος για πόλεμο, που θα ενοποιούσε το χώρο εκείνο με το ελληνικό κράτος, θα έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι θα χαρακτηριζόταν τρελός και μ αυτόν τον τρόπο θ αντιμετωπιζόταν.

Το ελληνικό σύστημα όλα αυτά τα γνωρίζει και πράττει κατά το συμφέρον του. Δε φθείρεται δίνοντας στον κόσμο τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την κρίση του και προπάντων δε φθείρει αυτήν την κατάσταση, που θα το ωφελήσει μελλοντικά. Στην περίπτωση της Αλβανίας το σύστημα κατόρθωσε κι έθεσε τις βάσεις για μελλοντικά προβλήματα μεταξύ τριών χωρών, που συνορεύουν. Οι Αλβανοί έχουν ευαισθησία για τους ομοεθνείς τους στη Γιουγκοσλαβία και οι Έλληνες για τους δικούς τους ομοεθνείς στην Αλβανία. Όταν η οικονομική άνθηση περάσει κι έρθει η κρίση, τότε αρχίζουν αυτές οι καταστάσεις κι αποδίδουν. Άμεσο αποτέλεσμα τους είναι ο ρατσισμός. Ρατσισμός αναπτύσσεται σ
όλα τα κράτη κι είναι ιδιαίτερα εμφανής σ αυτά, που έχουν μέσα στο χώρο τους μειονότητες. Το κάθε σύστημα εκμεταλλευόμενο το ρατσισμό παίρνει την πίστωση του χρόνου που χρειάζεται, μέχρι η κατάσταση να γίνει γενική κι οι εξελίξεις παγκόσμιες. Σ ένα κράτος στο οποίο λόγω των δυνατοτήτων του η κρίση έρχεται νωρίτερα, ο ρατσισμός δεν επιτρέπει καταστάσεις εκτός ελέγχου κι έτσι αντέχει, χρονικά μέχρι η κατάσταση να γενικευτεί.

Back to content | Back to main menu