Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Έστω ότι στη Γερμανία-μελέτης οι άνθρωποι αποφασίζουν να μην πληρώσουν υπεραξία στους δούλους των υποσυστημάτων. Ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο θα πληρώνεται τον ίδιο μισθό με τον εργάτη της Mercedes. Ο μισθός είναι κάτι, που εύκολα προσδιορίζεται κι αυτό σημαίνει  ότι η εφαρμογή του μέτρου μπορεί να είναι άμεση. Όμως τι θα γίνει με το σύστημα στο σύνολο του; Στη μεγάλη Γερμανία θα επικρατεί το χάος; Η παραγωγή και η κάλυψη των αναγκών απαιτεί προγραμματισμό και άρα γνώσεις. Έστω ότι ένα εργοστάσιο παράγει αυτοκίνητα στο Μόναχο, όπου εδράζεται. Θα παράγει μόνο για το Μόναχο, όπου περιορίζονται οι γνώσεις του; Πόσα θα παράγει; Πού θα τα διαθέσει; Οι  Γερμανοί γεωργοί μπορεί κατά σύμπτωση να  παράγουν ένα προϊόν και να δημιουργηθούν  ελλείψεις στα υπόλοιπα; Για ν αποφευχθούν όλα αυτά απαιτούνται γνώσεις. Πρέπει αυτοί που παράγουν αυτοκίνητα, να παράγουν για το σύνολο της Γερμανίας και όχι για την πόλη στην οποία βρίσκονται, επειδή εκεί περιορίζονται οι γνώσεις τους. Η ανθρωπότητα ζει στο 2000 και όχι στην εποχή των αρχαίων πόλεων-κρατών. Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σύστημα, που εδράζεται σ ένα χώρο, είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ακέραιο. Δεν μπορεί η Γερμανία να στερηθεί την προσφορά ενός οργάνου, όπως το υπουργείο Γεωργίας για παράδειγμα.

Το σύστημα που γνωρίζουμε σήμερα αποτελείται από τέσσερα υποσυστήματα των οποίων γνωρίζουμε τους ρόλους. Απ  αυτά τα τέσσερα τα δύο μπορούν να καταργηθούν άμεσα κι αυτά είναι το σύστημα της εκκλησίας και του στρατού. Αυτά μπορούν να καταργηθούν, γιατί η σπουδαιότητα τους έχει σχέση με την εξουσία. Επειδή απομονώσαμε τη Γερμανία-μελέτης, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαία η εξουσία αυτής της μορφής. Θεωρούμε ότι οι Γερμανοί γνωρίζουν το Λόγο του Θεού και Τον λατρεύουν, ενώ η ανυπαρξία άλλων εθνών εξαλείφει τις ανάγκες για στρατό. Αυτά που μένουν δηλαδή, είναι το σύστημα πολιτικής εξουσίας και της παιδείας. Αν εκτός απ αυτές τις δύο αλλαγές δεν αλλάξει τίποτε άλλο, αυτό που ακολουθεί είναι πάλι το χάος. Αυτό θα συμβεί, γιατί το κεφάλαιο με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί αργά ή γρήγορα θα δημιουργήσει το φαινόμενο του πληθωρισμού, που πλήττει τη βάση των εργαζομένων. Αν, όπως υποθέσαμε, το σύστημα διατηρηθεί, γιατί είναι άκρως απαραίτητο, ο πληθωρισμός θ αναγκάσει τους ανθρώπους να το εγκαταλείψουν. Δεν μπορεί κάποιος να δουλεύει για χάρη της ομαλής λειτουργίας του κόσμου, χωρίς να μπορεί να επιβιώσει. Όμως, επειδή το σύστημα είναι τόσο απαραίτητο, πριν γίνει η μετάβαση στ ολέθριο χάος, θα επέλθει συμφωνία και συμφωνία σ αυτήν την περίπτωση σημαίνει υπεραξία για τους εργαζόμενους στο σύστημα. Μέσα σ έναν περιορισμένο εθνικά χώρο θα βρεθούν πάλι εργαζόμενοι με καλύτερη διαπραγματευτική ικανότητα, που θα χειροτερέψουν το πρόβλημα της οικονομίας.
Όταν υπάρχει οικονομικό πρόβλημα, που δημιουργεί ανισότητες, μαζί μ  αυτές τις ανισότητες αρχίζει να γεννιέται το μίσος. Ενώ στη μελέτη μας ξεκινάμε με τα καλύτερα δεδομένα, που περιλαμβάνουν το σύνολο των μορφών παραγωγής, τέλεια γνώση κι ομοιογένεια του πληθυσμού, φτάνουμε σε μία κοινωνία ταραγμένη και γεμάτη μίσος. Μισεί ο Γερμανός το Γερμανό, που τον κλέβει, αλλά σ αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχουν οι φαύλοι, που στρέφουν το μίσος εναντίον τεχνητών εθνικών εχθρών. Σ  αυτήν την περίπτωση οι Γερμανοί δεν μπορούν να μισήσουν τους Εβραίους ή τους Γάλλους. Αν χυθεί έστω και μία σταγόνα αίματος εξαιτίας του μίσους, τότε πρόκειται περί εμφυλίου κι αυτή είναι η λογική όλων των πολέμων μεταξύ των ανθρώπων. Για να λειτουργήσει όμως το κεφάλαιο, απαιτεί κέρδος κι αυτό γίνεται μόνο μέσω του πολέμου. Η Γερμανία των Γερμανών που μελετάμε, για να καλύψει αυτήν την ανάγκη, θα γίνει άνω Γερμανία των άνω Γερμανών και κάτω Γερμανία των κάτω Γερμανών.

Είναι θέμα χρόνου κάποιοι να θεωρήσουν τους εαυτούς τους πιο αδικημένους και να μισήσουν τον πρώτο που θα του υποδείξουν αυτοί, που έχουν συμφέρον να το κάνουν κι αυτοί είναι οι κεφαλαιοκράτες. Έτσι, αν η Mercedes έχει τη βάση της στο βορρά και η BMW στο νότο, ο καθένας απ αυτούς τους κολοσσούς θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τον άμεσο περίγυρο του. Περίγυρος θεωρούνται άλλες βιομηχανικές μονάδες, που κι αυτές επηρεάζονται από το άσχημο οικονομικό περιβάλλον κι ανταγωνιστές τους βρίσκονται στον άλλο χώρο και καταλαμβάνουν μέρος της αγοράς. Όλοι αυτοί γνωρίζουν ότι ο κορεσμός της αγοράς θίγει το κεφάλαιο τους κι απ  αυτήν τη γνώση οδηγούνται σε πόλεμο. Αν η BMW είναι η μεγάλη χαμένη της αγοράς, γνωρίζει ότι ένας πόλεμος θα της επιτρέψει ή να κλέψει την τεχνογνωσία της Mercedes ή να κλαπεί η δική της, εξασφαλίζοντας όμως την επιβίωση μέσα σε μία αγορά με νέες ανάγκες.

Από τη στιγμή που θα χωριστεί η Γερμανία σε άνω και κάτω, κανένας δεν έχει συμφέρον να την ενώσει. Για να γίνει αυτό, εκεί όπου  δεν υπήρχε επιμονή στην εκπαίδευση στο θέμα της ιστορίας, αφού όλοι είναι Γερμανοί, αυτόματα θ αρχίσει το ύπουλο σύστημα να γράφει την ξεχωριστή ιστορία που το ευνοεί. Για τους βόρειους θα φταίνε πάντα και για όλα οι νότιοι και το αντίστροφο. Έτσι θα πολεμούν μεταξύ τους οι χριστιανοί Γερμανοί κι εξαιτίας της “αγάπης” τους για το Θεό που θεωρούν πανίσχυρο, θα επιλέξουν ο καθένας τον προστάτη άγιο τους. Θα πολεμούν όπως πολέμησαν οι Άγγλοι με τους Γάλλους θεωρώντας τους αγίους προστάτες τους.

Με τη γνώση των όσων ακολουθούν, για να βρούμε τη λύση, θα πρέπει να βρούμε πρώτα ποιος είναι ο λόγος εξαιτίας του οποίου γεννιέται ο πληθωρισμός και καταστρέφει τη μισθολογική ισότητα. Το σύνολο των αρνητικών φαινομένων οφείλονται σε δύο διαφορετικούς παράγοντες: ο πρώτος είναι τα πνευματικά δικαιώματα στην τεχνογνωσία κι ο δεύτερος η ύπαρξη μέσα στην ίδια κοινωνία πλουσίων και φτωχών. Η διαφορά τους είναι ότι ο πρώτος παράγοντας είναι τεχνητός και συνεπώς υπάρχει δυνατότητα άμεσης αλλαγής του. Ο δεύτερος είναι φυσικός και δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί. Ο Θεός σε καμία περίπτωση δεν ανέχεται την κλοπή και χωρίς αυτήν ο πλούσιος δε γίνεται οικονομικά ίσος με τους υπόλοιπους. Συνεπώς το πρόβλημα δεν είναι οι πλούσιοι, αφού θεωρητικά και πρακτικά μπορεί να γίνει ο καθένας πλούσιος σύμφωνα με τη φιλοσοφία του για τη ζωή, τις αξίες και τη θυσία. Επομένως η λύση δε βρίσκεται σ αυτόν τον παράγοντα. Ο Θεός σέβεται τις επιλογές του καθενός και μία απ  αυτές είναι η συγκέντρωση πλούτου.

Το πρόβλημα γεννιέται μόνον από τα πνευματικά δικαιώματα. Τα εργοστάσια σύμφωνα με τη λογική του καθενός χτίζονται, για να φέρουν κέρδος στον ιδιοκτήτη τους και όχι για να δοθεί δουλειά στους ανθρώπους και με την παραγωγή των προϊόντων να καλυφτούν ορισμένες ανάγκες της κοινωνίας. Από τη στιγμή που είναι αυτό κατανοητό, πρέπει ν αναζητήσουμε τις συνθήκες, που δίνουν αυτήν τη δυνατότητα. Η κύρια συνθήκη είναι η ζήτηση. Έχουμε ένα προϊόν και υπάρχουν άνθρωποι που το θέλουν. Όσο πιο πολλοί, τόσο πιο μεγάλη η δυνατότητα κέρδους. Οι δύο παράγοντες που αναφέραμε πιο πριν, εδώ παίζουν το ρόλο τους. Αν ο καθένας μπορούσε να πάρει τη γνώση και να παράγει γρήγορα, η ζήτηση και κατ αυτόν τον τρόπο η δυνατότητα κέρδους θα καλυπτόταν. Όμως, επειδή το σύστημα στηρίζεται στο κεφάλαιο, το προστατεύει με τα δικαιώματα, επιβραδύνει την εξίσωση μεταξύ ζήτησης και παραγωγής κι επιτρέπει ακόμα και την αισχροκέρδεια.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι εξίσου σημαντικός κι αν δεν υπήρχε, δε θα μπορούσαν να συμβούν τα παραπάνω. Σε μία κοινωνία στην οποία υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, εννοείται ότι τη ζητούμενη υπεραξία, όσο η ζήτηση είναι μεγάλη, μπορούν να την πληρώσουν μόνον οι πλούσιοι. Αν ο άνθρωπος ήταν ένα ον κουτό, οι βιομήχανοι θα επέλεγαν ένα επίπεδο παραγωγής, που τους ευνοεί και δε θα παρήγαγαν ούτε μία μονάδα παραπάνω. Έτσι, χωρίς ν αλλοιωθεί το σύνολο της οικονομικής ζωής, δυνατότητα αγοράς αυτοκινήτων θα είχαν μερικοί μόνον πλούσιοι. Ο άνθρωπος όμως ως έξυπνος και ταυτόχρονα πονηρός, όταν βλέπει μία κατάσταση, που σε γενικές γραμμές τον αδικεί, την ανέχεται, γιατί ελπίζει να βρει την τεχνογνωσία, που θα του επιτρέψει να μπει στην αγορά. Στίβει το μυαλό του μέρα και νύχτα, για να βρει δικό του τρόπο παραγωγής ενός προϊόντος. Αν υποθέσουμε ότι στη Γερμανία το πρώτο εργοστάσιο ήταν η Mercedes-Benz,  επειδή δεν κάλυπτε την αγορά, επέτρεψε τη γέννηση της BMW. Όσο η ζήτηση είναι μεγαλύτερη  από την παραγωγή, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Τα προβλήματα ξεκινούν από τη στιγμή που η αγορά τείνει στο όριο κι αρχίζουν οι συγκρούσεις. Αν δεν υπήρχαν τα πνευματικά δικαιώματα κι εδώ βρίσκεται ο επικίνδυνος ρόλος τους τα πράγματα θα ήταν πολύ απλά. Οι δύο Γίγαντες θα κάλυπταν την αγορά με προϊόντα ίδιας ποιότητας και θα καθόριζαν την παραγωγή τους σε τέτοια επίπεδα, ώστε αργά ή γρήγορα το προϊόν αυτοκίνητο να ήταν προσιτό σ όλους τους ανθρώπους.

Επειδή όμως υπάρχουν τα πνευματικά δικαιώματα, το κεφάλαιο κατευθύνεται από δικούς του νόμους. Το κεφάλαιο πάντα θα εκδηλώνει την τάση του για μονοπώλιο από τη στιγμή που προστατεύεται. Έχουμε δύο γνώσεις, που και οι δύο έχουν αυτήν την κατεύθυνση. Αν δεν υπήρχαν τα πνευματικά δικαιώματα, αυτές οι γνώσεις θα ήταν απόλυτα ίδιες και η κατάσταση στο όριο μονοπωλιακή. Το κεφάλαιο έχει την τάση για μονοπώλιο, αλλά όταν φτάσει σ εκείνη την κατάσταση, χάνει τη δυνατότητα κέρδους. Αν τα εργοστάσια της Γερμανίας παρήγαγαν την οριακή παραγωγή για τις ανάγκες της, τότε οι τιμές θα έπεφταν μέχρι το όριο τους, που είναι το κόστος παραγωγής του προϊόντος και σχεδόν μηδενικό κέρδος για το βιομήχανο. Μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων δημιουργείται μία τεχνητή κατάσταση στην αγορά, που έχει ως μοναδικό χαμένο τον εργαζόμενο.

Αυτή η κατάσταση παραμορφώνει το σύνολο των δεδομένων. Ενώ το προϊόν είναι ένα και η αγορά επίσης μία με συνθήκες, που επιτρέπουν την ύπαρξη γνώσεων διαφορετικής αξίας, αλλάζουν τα πάντα. Ενώ στην περίπτωση μας το προϊόν που διατίθεται είναι ένα κι είναι το αυτοκίνητο κι ενώ η αγορά είναι μία κι είναι η γερμανική, μ αυτήν την αλλαγή η κατάσταση περιπλέκεται. Τα προϊόντα γίνονται δύο κι είναι το Mercedes και το BMW. Κι ενώ η αγορά παραμένει η ίδια, παρ όλ αυτά γίνεται διπλή..  η Mercedes δηλαδή και η BMW αγωνίζονται για το σύνολο της κι αγνοούν ο ένας την παραγωγή του άλλου. Από τη στιγμή που η γνώση του καθενός διαφέρει, όσον αφορά το επίπεδο της από του άλλου, η αγορά χωρίζεται με τρόπο διαφορετικό από το φυσικό. Φυσικός τρόπος είναι αυτός, που έχει κύριο αίτιο της δημιουργίας τού κάθε υποχώρου της αγοράς την απόσταση διάθεσης του προϊόντος. Αυτό σημαίνει ότι αν η γνώση ήταν κοινή και τα εργοστάσια τα μισά στο Αμβούργο και τα μισά στο Μόναχο, θα συνέβαινε το εξής: ο Γερμανός που θα κατοικούσε στο Μόναχο, θα προτιμούσε να πάρει ένα BMW, που κατασκευάζεται στην πόλη του, παρά ένα ίδιο ποιοτικά Mercedes, που κατασκευάζεται στο βορρά και χωρίς καμία διαφορά να επιβαρύνεται το κόστος μεταφοράς. Αυτός είναι ο φυσικός τρόπος κι ευνοεί απόλυτα τους ανθρώπους.

Ο τεχνητός τρόπος είναι αυτός που χωρίζει την αγορά με κριτήρια οικονομικά. Ο πλούσιος παίρνει ό,τι καλύτερο κι ο φτωχός αυτό που μπορεί. Με τη διαφορά της γνώσης η αγορά χωρίζεται μ αυτόν τον τρόπο:  ο πλούσιος, αν η τεχνογνωσία της Mercedes είναι ανώτερη, θα πάρει, όπου κι αν κατοικεί, ένα αυτοκίνητο της. Είτε μένει στο Μόναχο είτε στη Φρανκφούρτη αυτό που θέλει είναι το καλύτερο προϊόν. Ενώ το προϊόν είναι ένα κι είναι το αυτοκίνητο, υπάρχει μεταβολή και τα προϊόντα γίνονται δύο. Το καλό και το λιγότερο καλό. Επειδή το κεφάλαιο σε κάθε περίπτωση λειτουργεί ανεξάρτητα από το επίπεδο της γνώσης και οι δύο αυτοί αντίπαλοι τείνουν προς την κατάκτηση της αγοράς, το επίπεδο της γνώσης απλά καθορίζει το σημείο εκκίνησης. Αυτό σημαίνει ότι στο παράδειγμα μας η Mercedes ξεκινά από πάνω προς τα κάτω στο σύνολο του αγοραστικού κοινού, ενώ η BMW αντίθετα. Από τη στιγμή που θα γίνει η σύγκρουση, τα πάντα είναι σε βάρος των ανθρώπων. Από τη στιγμή που οι δύο Γίγαντες διεκδικούν το ίδιο μερίδιο της αγοράς, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή πελατεία τους που έχουν καλύψει, αρχίζει και γεννιέται ο πληθωρισμός.

Τον πληθωρισμό τον δημιουργούν πάντα οι δούλοι. Όλοι οι άνθρωποι που είναι μισθωτοί και για οποιονδήποτε λόγο εισπράττουν υπεραξία, είναι υπεύθυνοι για τον πληθωρισμό. Ο χαρακτηρισμός “δούλος” τους δίνεται, γιατί ο δούλος κάνει πάντα αυτό που του υποδεικνύουν άλλοι και όχι αυτό που πραγματικά επιθυμεί. Ένας ελεύθερος άνθρωπος δε δέχεται αυτήν την κατάσταση κι όταν δεν μπορεί να τη νικήσει, αποχωρεί. Όμως ένας άνθρωπος που εισπράττει μεγάλη υπεραξία, εξαιτίας της γίνεται δούλος. Ποιος άνθρωπος, που, ενώ είναι μισθωτός, ζει σαν πλούσιος, θα έφερνε αντίρρηση σ αυτόν, που του δίνει την υπεραξία; Όταν οι δύο Γίγαντες έρθουν σε σύγκρουση, αυτόματα αρχίζουν κι εμφανίζονται δούλοι. Ποιοι είναι αυτοί; Σ άλλο σημείο όταν αναφερθήκαμε στο κεφάλαιο, είπαμε ότι μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων ο βλάκας φεουδάρχης έγινε ευφυής βιομήχανος. Αυτό σημαίνει ότι όταν έρθει η στιγμή της σύγκρουσης και τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται δύσκολα, αυτός ο φεουδάρχης αδυνατεί ν αντεπεξέλθει στις ανάγκες της σύγκρουσης. Αρχίζει λοιπόν και προσλαμβάνει στελέχη, που έχουν γνώσεις. Αυτά τα στελέχη είναι οι δούλοι κι οι αμοιβές τους δεν έχουν καμία σχέση μ  αυτές τον εργατών. Όσο πιο δύσκολες γίνονται οι συνθήκες, τόσο μεγαλύτερες απαιτήσεις υπάρχουν. Οι βιομηχανίες ζητούν τους καλύτερους κι αυτό σημαίνει τους ακριβότερους.

Μία άλλη συνθήκη που αλλάζει, όταν η αγορά είναι κοινή, είναι και η γέννηση της ανάγκης διαφήμισης. Όταν υπάρχουν προϊόντα, που απευθύνονται στους ίδιους ανθρώπους, πάντα υπάρχει ανάγκη διαφήμισης. Αυτό αν συνδυαστεί με το διαφορετικό σημείο εκκίνησης για την κάθε εταιρεία, σημαίνει πολλαπλασιασμό των εξόδων για βελτίωση της ποιότητας και της τεχνογνωσίας. Ενώ αρχικά η BMW ενδιαφερόταν για τους φτωχότερους αγοραστές και δε βελτίωνε την τεχνογνωσία της, σ αυτήν τη φάση είναι υποχρεωμένη να τη βελτιώσει. Πώς να διαφημιστεί; “Προτιμήστε μας, γιατί αν και το αυτοκίνητο είναι χειρότερο, εμείς είμαστε καλύτεροι χριστιανοί;”. Πρέπει να πληρώσει και για την αγορά της τεχνογνωσίας και για τη διαφήμιση αυτής της αλλαγής.

Η τεχνογνωσία γεννά κι αυτή δούλους. Τους καλύτερους μηχανικούς και σχεδιαστές τούς παίρνει αυτός, που πληρώνει καλύτερα. Το ίδιο ισχύει και για τους διαφημιστές. Όλα αυτά επηρεάζουν άμεσα την τιμή του προϊόντος κι όταν αυτό γίνεται στο σύνολο των προϊόντων, ο μεγάλος χαμένος είναι ο εργαζόμενος. Έτσι, ενώ ένα προϊόν έχει κόστος πραγματικό το κόστος των πρώτων υλών για την παραγωγή του, το κόστος του εργάτη που το παρήγαγε και το κόστος της ενέργειας που απαίτησε η παραγωγή του προϊόντος αυτό που συμβαίνει είναι εντελώς διαφορετικό. Ο βιομήχανος που διαθέτει το εργοστάσιο, έχει κάθε δικαίωμα να ζητά το κέρδος κι αυτό σημαίνει ότι το προϊόν, όταν θα φτάσει στην αγορά, θα έχει σε κάθε περίπτωση αξία η οποία θα καλύπτει το κόστος παραγωγής του και θα περιλαμβάνει και το ποσοστό κέρδους του βιομηχάνου. Όπως ο εργάτης εργάζεται για το κέρδος, έτσι κι ο βιομήχανος εργάζεται γι αυτό με τη διαφορά ότι ο καθένας ξεκινά με διαφορετικά δεδομένα. Ο ένας έχει και πλούτο και δυνατότητα εργασίας, ενώ ο δεύτερος μόνον τη δυνατότητα εργασίας.

Απ αυτό το σημείο ξεκινά ένας άλλος μεγάλος προβληματισμός κι αναρωτιέται κάποιος πώς καθορίζεται αυτό το κέρδος. Μπορεί διά νόμου να επιβληθεί σ ένα βιομήχανο το επιτρεπτό ποσοστό κέρδους; Μπορεί κάποιος να πει ότι δικαιούται ένα 20, επί της αξίας του προϊόντος, και όχι 25; Ποτέ και κανένα πρόβλημα μεταξύ των ανθρώπων δε λύνεται με νόμους. Τα πάντα είναι θέμα δυναμικής. Αυτή η δυναμική είναι, που προσδιορίζει την τέλεια αναλογία και προστατεύει και τους πλούσιους και τους φτωχούς. Πώς δημιουργείται η δυναμική; Πάντα ελεύθερα και μέσα από τους νόμους της αγοράς. Αν ένας βιομήχανος βρίσκεται στην παραγωγή ενός αγαθού, που του επιτρέπει την αισχροκέρδεια, αυτό διαρκεί ελάχιστα. Ένας άλλος βιομήχανος που έχει κεφάλαιο και παράγει ένα προϊόν, που ήδη έχει κατακλύσει την αγορά, βλέποντας το κέρδος του να μειώνεται κι επιπλέον την παραπάνω δραστηριότητα ν  αποδίδει, θ αλλάξει τομέα παραγωγής.

Έτσι αργά, αλλά σταθερά θα δημιουργηθεί μία κατάσταση, που δε θα μεταβάλλεται. Όμως αυτό το ιδανικό για όλους αποτέλεσμα από τη στιγμή που υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα, δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί. Μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων ο βιομήχανος που αισχροκερδεί, δε σταματά παρά μόνο με την εμφάνιση κάποιου άλλου, που με ανώτερη γνώση τείνει κι αυτός στην αισχροκέρδεια. Ο βιομήχανος που βρίσκεται σ έναν τομέα παραγωγής, που δεν είναι τόσο κερδοφόρος, δεν μπορεί ν αλλάξει τομέα παραγωγής, γιατί τα πνευματικά δικαιώματα είναι πανάκριβα, ενώ η εμφάνιση του στο χώρο αυτό θα πρέπει να συνοδεύεται από πανάκριβη διαφήμιση. Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του προσδοκώμενου κέρδους,  που αν συνδυαστεί με το ρίσκο, κάνουν αυτήν την αλλαγή τομέα αδύνατη. Μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων οι βιομήχανοι και το κεφάλαιο παραμένουν σε σταθερούς τομείς παραγωγής κι όταν ο ανταγωνισμός φτάσει σε οριακά επίπεδα, αυτοί κινδυνεύουν και μαζί μ αυτούς η ειρήνη.

Αν ο αναγνώστης καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει στην αγορά, θα καταλάβει αυτόματα ποιοι είναι εχθροί μεταξύ τους πραγματικοί και ποιοι τεχνητοί. Εχθρός του εργάτη δεν είναι ο βιομήχανος, αλλά ο συνάδελφος του εργάτης, που εκμεταλλεύεται τις συνθήκες. Το σύστημα τεχνητά αφήνει να εννοηθεί ότι εχθρός του εργάτη είναι ο βιομήχανος, για να κάνει την παρουσία του απαραίτητη. Προστατεύει τον ισχυρό οικονομικά βιομήχανο από τους πολλούς φτωχούς εργάτες μέσω των υποσυστημάτων καταστολής και στη συνέχεια παριστάνει το φύλακα των εργατών από τους εκμεταλλευτές.

Επιστρέφουμε πίσω στις συνθήκες ανταγωνισμού που δημιουργούν τα πνευματικά  δικαιώματα και βλέπουμε τη νέα δημιουργηθείσα κατάσταση. Δύο Γίγαντες ανταγωνίζονται για μία κοινή αγορά. Τα προϊόντα τους επιβαρύνονται με το επιπλέον κόστος της υπεραξίας των δούλων. Ανάμεσα στους βιομηχάνους ιδιοκτήτες και τους εργάτες μπαίνει ένα ολόκληρο σύστημα δούλων, που λειτουργεί “κατ εικόνα και καθ  ομοίωσιν” του συστήματος εξουσίας. Στην κορυφή αυτού του συστήματος υπάρχει ο βιομήχανος και στη βάση ο εργάτης. Η γνώση των δούλων κι ο ανταγωνισμός σε συνθήκες ύπαρξης πνευματικών δικαιωμάτων επιβάλλει δημιουργία συστήματος στο σύνολο των ανταγωνιστών. Έτσι στο παράδειγμα μας η BMW που είχε λόγο να βελτιώσει την τεχνογνωσία της, πληρώνει υπεραξία σε μηχανικούς κι εξειδικευμένους εργαζόμενους αλλά αυτή η κίνηση παρασέρνει και τη Mercedes, που θέλει να διατηρήσει τη διαφορά της. Από τη στιγμή που ένας βιομήχανος αναγκάζεται για λόγους επιβίωσης να πληρώσει δούλους, παρασέρνει το σύνολο των υπολοίπων. Αυτό το σύστημα επιβαρύνει το κόστος παραγωγής.

Ο βιομήχανος σ αυτήν τη νέα κατάσταση θα προσθέσει το κέρδος του στα νέα δεδομένα, που κάνουν το προϊόν ακριβότερο και άρα πιο απρόσιτο για τον εργάτη της βάσης. Όταν συμβαίνει αυτό σε συνθήκες γενικής κρίσης και όχι κάποιου μεμονωμένου κλάδου, οι συνέπειες είναι άμεσες κι αυτό φαίνεται στην ακρίβεια της αγοράς. Απ  αυτήν την ακρίβεια που ανεβάζει το κόστος ζωής, αρχίζει και η αντίστροφη μέτρηση για την εκδήλωση των κοινωνικών φαινομένων, που είναι η αιτία όλων των κακών. Οι δούλοι ως άθλιοι που είναι, αγνοούν ότι σε μία κοινωνία με συγκεκριμένη παραγωγή, άρα και πλούτο, η υπεραξία που εισπράττουν είναι κόπος ανθρώπων. Όταν ένας διευθυντής ζητάει μία αύξηση, αυτή η αύξηση δεν είναι προϊόν μαγείας, αλλά κλοπή του κόπου κάποιου άλλου. Όταν υπάρχει ανταγωνισμός και το κόστος παραγωγής συνέχεια επιβαρύνεται, αυτό δεν τείνει προς το άπειρο, αλλά προς μία τιμή οριακή. Δεν μπορεί ένα πλυντήριο να κοστίζει όσο ένα αυτοκίνητο, επειδή εκεί οδηγεί ο ανταγωνισμός. Το κάθε προϊόν έχει κάποια όρια στην τιμή πώλησής του, που σε περίπτωση υπέρβασής της βγάζει το προϊόν έξω από την αγορά. Όταν με τις απαιτήσεις των δούλων, που εκβιάζουν το βιομήχανο το προϊόν φτάσει τα όρια, οι απαιτήσεις τους επιβαρύνουν αποκλειστικά και μόνον τους συναδέλφους τους στο ίδιο εργοστάσιο. Αν λοιπόν σκεφτεί κάποιος ότι το πραγματικό κόστος παραγωγής είναι η βάση και τα όρια τιμής του προϊόντος η κορυφή, τότε εύκολα καταλαβαίνει ότι αυτόν τον πλούτο τον μοιράζονται από κοινού ο βιομήχανος κι οι δούλοι.

Όταν υπάρχει ζήτηση του προϊόντος, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της διαφοράς ανήκει στο βιομήχανο, ενώ όταν υπάρχουν συνθήκες ανταγωνισμού, αρχίζει μία σύγκρουση συμφερόντων. Η σύγκρουση έχει κι αυτή τα όρια της. Δεν μπορεί ο βιομήχανος να δώσει το σύνολο του κέρδους στους δούλους κι αυτός απλά να υπάρχει. Όταν εμφανιστούν αυτά τα όρια, αποκαλύπτονται οι πραγματικοί ένοχοι. Οι δούλοι δεν παύουν ν απαιτούν και να εκβιάζουν κι αυτό, εφόσον έχουν εξαντληθεί τα όρια του χώρου, όπου βρίσκεται το πραγματικό κέρδος, σημαίνει ότι το μόνο που μπορεί να γίνει, είναι η συμπίεση του κόστους παραγωγής. Όμως πώς να συμπιεστεί το κόστος παραγωγής; Να μειωθεί το κόστος των πρώτων υλών, που είναι εκτός ελέγχου; Να μειωθεί η ενέργεια, που χρησιμοποιείται; Αυτά είναι αμετάβλητα. Το μόνο μεταβλητό που υπάρχει είναι ο μισθός του εργάτη. Οι διευθυντές που αναπροσαρμόζουν τους μισθούς τους, κλέβουν τον εργάτη κι όχι οι βιομήχανοι που αναζητούν την απόδοση του κεφαλαίου τους σε κέρδος.

Όλοι αυτοί οι δούλοι είναι ίδιοι μεταξύ τους, ανεξάρτητα από το σύστημα που υπηρετούν. Είναι άνθρωποι με την ίδια φιλοσοφία, που είναι προϊόν της ίδιας παιδείας. Ξεκινούν τη ζωή τους φτωχοί και πεθαίνουν φτωχότεροι. Είναι νέοι και θυσιάζονται κι όταν γεράσουν προσπαθούν να παρασύρουν το σύνολο των ανθρώπων μέσα στη βρωμιά. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι, ενώ ο άνθρωπός σήμερα ζει κατά μέσο όρο 75 χρόνια, τα  συστήματα που δίνουν γνώση ταλαιπωρούν τους δούλους μέχρι τα 35 και μέχρι τα 40 τους χρόνια; Ποιος θνητός άνθρωπος μπορεί ν  αντέξει στη σκέψη ότι πρέπει να θυσιάσει τα καλύτερα του χρόνια για ν απολαύσει τον πλούτο γέροντας; Τι μπορεί να κάνει τον πλούτο αυτός ο άνθρωπος εκτός από αντίτιμο της χαμένης νιότης του; Πορνεία και μοιχεία δημιουργεί αυτός ο πλούτος και τίποτε άλλο. Μπαίνουν άπειροι ανίκανοι δούλοι ανάμεσα στο Θεό και τους ανθρώπους, ανάμεσα στο βιομήχανο και τους εργάτες, ανάμεσα στον αθλητή και τους φιλάθλους, ανάμεσα στον ποιητή και στο κοινό του.

Το πρόβλημα εδώ παίρνει τη συνολική του μορφή. Ο εργατικός μισθός που συμπιέζεται κι αφορά την πλειοψηφία των ανθρώπων, οδηγεί τους ανθρώπους στην απελπισία. Ο εργάτης είναι ο άνθρωπος του Θεού, ο φίλαθλος είναι το κοινό του ποιητή. Μειώνουν τον πλούτο του που δικαιούται, εφόσον ιδρώνει και μοχθεί γι αυτόν και τον κάνουν θύμα της αγάπης του. Μεταμορφώνουν το Θεό σε άσπλαχνο πατέρα που μόνο ζητά και ποτέ δε δίνει. Μεταμορφώνουν τον αθλητή σε κλέφτη, εφόσον το κέρδος του από τη διαφήμιση επιβαρύνει τους ίδιους τους ανθρώπους, είτε παράγουν το προϊόν είτε το καταναλώνουν. Μεταμορφώνουν τον ποιητή σε βιομήχανο και το ποίημα σε προϊόν, που πρέπει να καταναλωθεί με κάποια συγκεκριμένη τιμή λόγω πνευματικών δικαιωμάτων. Δούλοι, παντού δούλοι. Διευθυντές, προϊστάμενοι, τμηματάρχες, κλέβουν όσα μπορούν και περιμένουν να προαχθούν, για να κλέψουν ακόμα περισσότερα.

Όλη αυτή η αναμονή οδηγεί εκ νέου στη σκέψη για πρεσβύτερους δούλους και θύματα,  που στην πλειοψηφία τους είναι οι νέοι. Ο νέος είτε ελεύθερος είτε δούλος είναι έξω απ αυτήν τη αθλιότητα, όχι επειδή είναι πάντα τέλειος, αλλά επειδή πρέπει να περιμένει την εξομοίωση στην ηλικία. Ο διευθυντής της Mercedes είναι πρεσβύτερος και μέχρι να κατορθώσει να ζει τη ζωή του σαν το βιομήχανο, περίμενε με το κεφάλι σκυφτό και τον αυχένα πάντα κόκκινο από τα χτυπήματα των δούλων, που ήταν ανώτεροι ιεραρχικά. Απ αυτό το τεράστιο θράσος των δούλων της παραγωγής ξεκίνησε και το φαινόμενο της μεγάλης συγκέντρωσης της παραγωγής στ αστικά κέντρα. Επειδή όλοι αυτοί οι δούλοι γνωρίζουν τα όρια, μέσα στα οποία κινείται το κέρδος, από την παραγωγή μετέφεραν τις δραστηριότητες στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου οι εργάτες είναι ευάλωτοι, όταν αρχίζει η οικονομική κρίση. Ζητά αύξηση ο δούλος διευθυντής από το βιομήχανο και γνωρίζει ότι αδικεί τον εργάτη. Απολύει τον ακριβό του εργάτη και παίρνει το φθηνό για να καρπωθεί τη διαφορά. Όμως γιατί δεν αντιλαμβάνεται ο εργάτης τι συμβαίνει; Ποιο χαρακτηριστικό της παραγωγής τον παγιδεύει; Πώς δημιουργείται η τεχνητή έχθρα μεταξύ πλουσίων και φτωχών; Όλα ξεκινούν από τον εργάτη, που βλέπει έναν κόσμο, όπως του τον παρουσιάζουν και όχι όπως πραγματικά είναι.

Ο εργάτης μπαίνει στην παραγωγή, όταν ο κόσμος γύρω του ήδη έχει διαμορφώσει τα τεχνητά χαρακτηριστικά του. Εργάζεται στην BMW, όταν το σύστημα ήδη έχει κάνει ξεχωριστό  το προϊόν και την αγορά πολλαπλής μορφής. Παράγει ένα αυτοκίνητο, που απευθύνεται σ ορισμένους ανθρώπους και δεν παράγει το προϊόν στην απόλυτη μορφή του. Παράγει BMW και όχι αυτοκίνητο. Ακόμα κι αν η BMW αποφασίσει να παράγει ψυγεία, αυτός πάλι BMW θα παράγει. Όταν ο εργάτης αγνοεί τη φύση του προϊόντος που παράγει, γίνεται δέσμιος των πνευματικών δικαιωμάτων της εταιρείας στην οποία εργάζεται. Πιστεύει ότι η συγκεκριμένη γνώση της εταιρείας τού εξασφαλίζει την εργασία και όχι η ζήτηση της αγοράς για το συγκεκριμένο προϊόν. Βλέπει ένα είδωλο. Νομίζει ότι η γνώση δημιουργεί ανάγκες και όχι οι ανάγκες γνώση. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι από τη στιγμή που ο άνθρωπος θέλει αυτοκίνητο, ο εργάτης θα δουλέψει, είτε υπάρχει η συγκεκριμένη BMW είτε όχι. Μ αυτήν την άποψη που είναι και η επιθυμητή για το σύστημα, γίνεται υποστηρικτής των πνευματικών δικαιωμάτων της εταιρείας του.

Όταν όλοι οι εργάτες σκέφτονται μ αυτόν τον τρόπο χωρίς το παραμικρό κέρδος λόγω υπεραξίας, γίνονται δούλοι. Αυτό δε φαίνεται σε συνθήκες ζήτησης, παρά μόνο σε συνθήκες ανταγωνισμού. Όταν πλέον οι βιομηχανίες που διαθέτουν γνώση διαφορετικού επιπέδου αρχίζουν και συγκρούονται, τότε αυτή η δουλεία είναι, που παγιδεύει. Ο εργάτης της Mercedes που έγινε δούλος της γνώσης της, γίνεται υποχείριο του συστήματος, που υποστηρίζει τα πνευματικά δικαιώματα. Ο εργάτης αυτός, όταν θα δει το μισθό του να μειώνεται, δε θα διαμαρτυρηθεί για τους μισθούς των δούλων. Πιστεύει ότι ο μισθός του είναι αποτέλεσμα της γνώσης της Mercedes και για να εξακολουθήσει να εργάζεται πρέπει αυτή η γνώση να διατηρεί τη διαφορά από τον ανταγωνισμό. Ο καλός μηχανικός που ζητά τεράστια υπεραξία, αντί να θεωρείται κλέφτης κι εχθρός, γίνεται σωτήρας. Ο δε διευθυντής που εισπράττει όσο άπειροι εργάτες, γίνεται ο ευφυής κυβερνήτης της εταιρείας. Αδυνατεί να σκεφτεί καθαρά και ν απαιτήσει κατάργηση των πνευματικών δικαιωμάτων. Αδυνατεί να σκεφτεί ότι ο μισθός του είναι αποτέλεσμα της εργασίας του και όχι του επιπέδου της γνώσης. Βλέπουν οι εργάτες να μειώνονται τα εισοδήματα τους και δεν μπορούν ν αναπτύξουν μία φιλοσοφία. Δεν μπορούν ν αντιληφθούν τι ακριβώς σημαίνει παραγωγή.

Ένα προϊόν από τη στιγμή που δεν το παράγει η φύση, ώστε να το πάρει κάποιος έτοιμο, ό,τι κι αν γίνει, ό,τι συνθήκες κι αν επικρατούν, έχει κόστος παραγωγής, που πρέπει να πληρωθεί απ αυτόν, που θέλει να το αποκτήσει. Αυτό είναι το λεπτό σημείο, που πρέπει να προσεχθεί. Από τη στιγμή που θέλει κάποιος ένα προϊόν, που έχει μέσα του αξία, πρέπει να την πληρώσει. Αν αυτήν την αξία δεν είναι διατεθειμένος να την πληρώσει κανένας, εφόσον το προϊόν δεν τον ενδιαφέρει, παύει να είναι προϊόν. Μπορεί κάποιος να χαράζει έναν κορμό δέντρου για εκατό ώρες και ν απαιτεί να πληρωθεί εκατό εργατοώρες ενός εργάτη της Mercedes; Όταν υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα, αυτό συμβαίνει. Σε περίπτωση που η τιμή αγοράς δύο προϊόντων είναι ίση και η γνώση διαφορετική, όλοι θέλουν να αποκτήσουν το καλύτερο κι ενώ τα δύο προϊόντα έχουν μέσα τους αξία, στην ουσία το ένα δεν είναι καν προϊόν. Έτσι ο εργάτης που παράγει ένα προϊόν που πουλά και μ  αυτόν τον τρόπο αποσβήνει το κόστος του, είναι πολέμιος κάθε θεωρίας για την κατάργηση των πνευματικών δικαιωμάτων. Όταν η Mercedes πουλά, ο εργάτης της δε θέλει η BMW να πάρει την τεχνογνωσία της. Αντίθετα ο εργάτης της εταιρείας, που μειονεκτεί, σκέφτεται αντίθετα, αλλά λόγω της θέσης του είναι αδύνατο να πιέσει προς αυτήν την κατεύθυνση.

Μ αυτές τις δύο διαφορετικές λογικές, γίνονται όλοι δέσμιοι των δούλων. Ο εργάτης της Mercedes ανέχεται τις υπεραξίες των δούλων, ενώ ο εργάτης της BMW πολλές φορές κατανοεί και το παράλογο. Δέχεται ακόμα και ν απολυθεί για να πληρωθούν οι δούλοι, που φέρνουν γνώση, έτσι ώστε μακροπρόθεσμα να ελπίζει σε επαναπρόσληψη. Βιομήχανοι κι εργάτες πέφτουν θύματα των αθλίων δούλων. Οι εργάτες δίνουν μέρος του μισθού τους και οι βιομήχανοι το κεφάλαιό τους, για να παριστάνουν οι δούλοι τους πλούσιους και τους ευφυείς. Αν δεν υπήρχε εργάτης, δε θα υπήρχε προϊόν, ενώ αν δεν υπήρχε κεφάλαιο, δε θα υπήρχε παραγωγή. Ανάμεσα στα δύο αυτά θεμελιώδη μπαίνουν οι δούλοι και παραμορφώνουν την πραγματικότητα.

Υποθέτουμε ότι στη Γερμανία-μελέτης καταργούμε όλα τα πνευματικά δικαιώματα  πάνω στην τεχνογνωσία. Υποθέτουμε ότι όλα  τα εργοστάσια έχουν κοινή γνώση και κατασκευάζουν το προϊόν στη μέγιστη δυνατή ποιότητα. Οι δούλοι απ αυτήν την κατάργηση χάνουν τα δικαιώματα τους, αφού η γνώση τους μπορεί να εφαρμοστεί, χωρίς να πληρωθεί. Γιατί να πληρωθεί ένας διάσημος μηχανικός τη στιγμή που όπου κι αν εργαστεί είναι το ίδιο; Γιατί να πληρωθεί ο διάσημος manager τη στιγμή που η παραγωγή βρίσκεται σε επίπεδα στα οποία απορροφάται κι ο ανταγωνισμός δεν υφίσταται; Μέσα σε ελάχιστο χρόνο ο μισθωτός θα μπορεί ν απολαμβάνει τα πάντα, εφόσον η δουλειά του θα έχει εκτιμηθεί κατά τον ίδιο τρόπο με των υπολοίπων και με τη δουλειά του και μόνο θα είναι σε θέση ν αγοράζει ό,τι προϊόν τον ενδιαφέρει. Είναι θέμα χρόνου ν αγοράσει αυτοκίνητο, τηλεόραση κι όποιο άλλο βιομηχανικό προϊόν υπάρχει.

Όμως ποια είναι η πραγματική κατάσταση, που θ ακολουθήσει; Αν εξασφαλίσει ο άνθρωπος τα καταναλωτικά αγαθά, έλυσε τα προβλήματα του; Λύθηκαν τα προβλήματα στο σύνολο τους; Αυτό που πραγματικά ακολουθεί και το έχει ξαναζήσει η ανθρωπότητα, είναι οι μεγάλες μετακινήσεις των πληθυσμών προς τα αστικά κέντρα. Αυτό είναι αδύνατο να μη συμβεί και θα δούμε γιατί. Θεωρητικά μέσα σ ένα κράτος με την ομοιογένεια της Γερμανίας-μελέτης μπορούν να  προσδιοριστούν ορισμένα πράγματα με μεγάλη ακρίβεια. Ο μισθός είναι κάτι, πού προσδιορίζεται μ απόλυτο νούμερο και μπορεί αυτό το νούμερο να γίνει γενικώς αποδεκτό. Έτσι ο εργάτης θ αμείβεται για την εργασία του ανεξάρτητα από τον τομέα παραγωγής στον οποίο ανήκει. Είτε κατασκευάζει ψυγεία είτε εργάζεται σε αγροτικές δουλειές, θα παίρνει μισθό για την εργασία του, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαιτερότητα του προϊόντος. Το πρόβλημα γεννιέται από την ύπαρξη μέσα στην οικονομία διαφορετικών τομέων παραγωγής. Υπάρχει η πρωτογενής και η δευτερογενής παραγωγή. Όλα όσα αναφέραμε για τους μισθούς, μπορούν να εφαρμοστούν μόνο στο δευτερογενή τομέα κι αυτό γιατί μόνο σ αυτόν μπορεί να υπάρχει προγραμματισμός. Μπορεί ένας βιομήχανος να δώσει εργασία σ  ανθρώπους γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θ αποσβέσει τους μισθούς τους  και θα πάρει και κέρδος. Η εργασία του εργάτη ως αξία μπαίνει μέσα στο προϊόν..  αυτό σημαίνει ότι θα πληρωθεί αυτός, που τον πληρώνει. Ο βιομήχανος δεν έχει πρόβλημα να πληρώσει μισθό στον εργάτη, πριν να πωληθεί το προϊόν. Μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων το μέγεθος της παραγωγής, το κόστος της και μ αυτόν τον τρόπο να προσδιορίσει την τιμή που καλύπτει τις απαιτήσεις του.

Αντίθετα, στον πρωτογενή τομέα η κατάσταση είναι διαφορετική. Ο γαιοκτήμονας δεν μπορεί να προσδιορίσει τίποτε. Δεν μπορεί να πληρώσει μισθούς γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα καλυφτεί από την παραγωγή. Ένα εργοστάσιο με εκατό εργάτες παράγει συγκεκριμένη παραγωγή. Αν παράγει όσο ένα άλλο με 90 εργάτες, έχει κάποιο πρόβλημα, ενώ αν παράγει όσο ένα άλλο με 110, οι εργάτες δουλεύουν πιο πολύ κι αυτό είναι κέρδος για το βιομήχανο. Όμως ο γαιοκτήμονας δεν έχει αυτήν την άνεση στον προγραμματισμό. Μπορεί να έχει ένα κτήμα, που απαιτεί για τη λειτουργία του 100 εργάτες και λόγω καιρικών συνθηκών να παράγει όσο ένα κτήμα, που λειτουργεί με 10.  Όταν ο εργάτης εργάζεται, πρέπει να πληρωθεί κι αυτό είναι άσχετο με την τελική παραγωγή, που θα παραχθεί. Όμως πώς μπορεί να πληρώσει κάποιος μισθούς 100 ατόμων, όταν δε γνωρίζει την αξία αυτών που παράγει;

Στον πρωτογενή τομέα υπάρχει το βασικό πρόβλημα, που είναι η αδυναμία ν αποτυπωθεί η αξία της  εργασίας μέσα στο προϊόν. Ένας κτηματίας λειτουργώντας απόλυτα φυσιολογικά κι επαγγελματικώς ορθά δεν πληρώνει ποτέ το μισθό που δικαιούται ο εργάτης. Μειώνει το μισθό του και τον καθορίζει με προσωπικά κριτήρια, που αυτός θεωρεί ασφαλή. Πληρώνει τόσα, ώστε στη χειρότερη των περιπτώσεων να μην κινδυνεύει με χρησιμοποίηση πλούτου, που είναι προϊόν παλαιοτέρων παραγωγών. Αυτή η αδυναμία είναι αδύνατο να καλυφτεί με νόμο, παρά με αλλαγή και πάλι της δυναμικής. Δεν μπορεί κανένας να πιέσει το γαιοκτήμονα να πληρώσει τους μισθούς, που έχουν καθοριστεί για το δευτερογενή τομέα κι αν το κάνει, θα είναι σε βάρος των οικονομικών συνθηκών. Αν οι γαιοκτήμονες πληρώσουν κανονικά ημερομίσθια στους εργάτες τη χρονιά κατά την οποία θα υπάρξουν φυσικές καταστροφές και συνεπώς πτώση του όγκου της παραγωγής, θα πρέπει να βγάλουν το επιθυμητό γι αυτούς κέρδος απ αυτόν τον όγκο. Θα υπάρχει περίπτωση στην οποία κάποιος θ απαιτεί για ένα κιλό λαχανικά τα ίδια χρήματα με κάποιον, που προσφέρει μία τηλεόραση.

Back to content | Back to main menu