Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Απ αυτήν την αδυναμία απόδοσης μισθών ξεκινά η τάση μετακίνησης των πληθυσμών προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου βρίσκεται ο δευτερογενής τομέας. Όταν καταργηθεί το σύνολο των πνευματικών δικαιωμάτων, θα έχουμε αυτές τις μετακινήσεις προς τα κέντρα παραγωγής. Το αποτέλεσμα αυτών των μετακινήσεων θα είναι η ερήμωση της περιφέρειας και η μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμών στα κέντρα. Απ αυτήν την τελική κατάσταση ξεκινούν όλα τα προβλήματα, που επιδρούν αρνητικά στην κοινωνική γαλήνη κι οδηγούν πάλι σε συνθήκες εκμετάλλευσης. Αυτή η τελική κατάσταση αλλάζει τρομερά τα δεδομένα στο κέντρο και στην περιφέρεια. Έτσι στο κέντρο η μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού θ ανεβάσει σε δυσθεώρητα ύψη την αξία της γης, συνεπώς και της κατοικίας, ενώ οι ανάγκες του πληθυσμού για διατροφή θα τον κάνουν εύκολο θύμα των κερδοσκόπων.

Ο άνθρωπος στο αστικό κέντρο με την ιδιότητα του εργάτη σ αυτήν την περίπτωση θα μπορεί ν απολαμβάνει όλα τα καταναλωτικά αγαθά που παράγει ο δευτερογενής τομέας, αλλά ποτέ δε θ  αποκτήσει τη δυνατότητα να ζήσει σε δικό του σπίτι. Ο ίδιος εργάτης που έχει ανάγκη διατροφής, θ αναγκάζεται να πληρώνει, όσα του ζητούν οι απατεώνες χωρίς δυνατότητα αντίδρασης. Μπορεί κάποιος ν αντιδράσει και να μην αγοράσει το τελευταίο μοντέλο τηλεόρασης, όταν βλέπει τάσεις για αισχροκέρδεια. Όμως πώς μπορεί ν αντιδράσει στην αισχροκέρδεια των εμπόρων ειδών διατροφής; Να μη φάει; Η συγκέντρωση πληθυσμού οδηγεί τους ανθρώπους σε καθεστώς εκμετάλλευσης και τους μετατρέπει σε θύματα των εργολάβων και των εμπόρων ειδών διατροφής.

Η ακριβώς αντίθετη κατάσταση επικρατεί στην επαρχία. Η πληθυσμιακή αιμορραγία οδηγεί σε πτώση της αξίας της γης κι αυτό είναι θετικό μόνο για τους μεγάλους γαιοκτήμονες, που έχουν τη δυνατότητα ν  αγοράσουν αυτήν τη γη και να την εκμεταλλεύονται. Αν σ αυτό προστεθεί το γεγονός της έλλειψης εργατικού δυναμικού,  εύκολα κάποιος αντιλαμβάνεται τα τραγικά αποτελέσματα. Οι γαιοκτήμονες με τις τεράστιες εκτάσεις αδυνατώντας να βρουν εργάτες με μισθούς, που αυτοπροσδιορίζονται, θ αναγκαστούν να πληρώσουν μισθούς του δευτερογενή τομέα. Αν αυτό το οποίο γνωρίζουμε πού οδηγεί, συνδυαστεί με τις μεγάλες ανάγκες των πόλεων και την έλλειψη δυνατότητας αντίδρασης του κόσμου, θα έρθει η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι θα υποφέρουν. Θα δουλεύουν και δε θα μπορούν να επιβιώσουν. Θα μένουν σ ενοικιαζόμενα σπίτια με το σύνολο του εξοπλισμού και δε θα έχουνε να φάνε. Ο αποχυμωτής θα είναι πιο φθηνός από τα φρούτα που πρέπει ν  αποχυμώσει.

Σ άλλο σημείο της θεωρίας αναφέραμε, χωρίς να το ερμηνεύσουμε επαρκώς, ότι οι άνθρωποι των αστικών κέντρων, που μέσα στο χρόνο πραγματοποίησαν το σύνολο των κοινωνικών αγώνων, ακολουθούν έναντι τις επαρχίας μία τακτική, που ευνοεί τις πρακτικές του συστήματος. Ενώ αγωνίζονται για θεμελιώδη πράγματα όπως μισθό, ωράριο και συνθήκες εργασίας, εθελοτυφλούν και σιωπούν ένοχα, όταν συνάδελφοι τους της επαρχίας αγωνίζονται. Πάντα υπήρχε γνώση της κατάστασης στην επαρχία, αλλά ποτέ δεν επιδιώχθηκε κοινός αγώνας. Γι αυτόν το λόγο η επαρχία και σήμερα ακόμα βιώνει κοινωνία μορφής τύπου Βαβυλώνας. Οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων προτιμούσαν πάντα, κι αυτό για λόγους επιβίωσης, να πέφτει ο επαρχιώτης θύμα εκμετάλλευσης, ώστε να συμμετέχει μ αυτόν τον τρόπο στο βάρος της αισχροκέρδειας.

Ο αναγνώστης βλέπει ότι με τις υπάρχουσες συνθήκες οδηγούμαστε σε αδιέξοδο. Χωρίς συνολική επέμβαση και με μόνο όπλο τους νόμους, είναι αδύνατο να μπει η κοινωνία σε μία κατάσταση στην οποία το σύνολο των ανθρώπων θα έχει τη δυνατότητα ν  απολαμβάνει το σύνολο των αγαθών. Οι νόμοι που είτε συντηρούν είτε απαγορεύουν τα πνευματικά δικαιώματα, δε λύνουν από μόνοι τους τα προβλήματα. Η λύση θα προκύψει από την απελευθέρωση των τάσεων, που θα οδηγήσουν στην ιδανική μορφή της κοινωνίας. Όπως μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων δημιουργούνται τάσεις υπεράνω νόμων κι απαγορεύσεων, έτσι και η κατάργηση τους γεννά νέες τάσεις. Όπως τα πνευματικά δικαιώματα οδηγούν στις μεγάλες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις, κατά τον ίδιο τρόπο η κατάργηση τους θα οδηγεί αλλού.

Εξαιτίας της ύπαρξης των δικαιωμάτων, ο φτωχός κι αδικημένος εργάτης της επαρχίας, αγνοεί ακόμα και τις απαγορεύσεις, μετακινούμενος προς το κέντρο, όπου η εργασία του εκτιμάται περισσότερο. Εξαιτίας της κατάργησης των δικαιωμάτων αυτών, ο αστικός εργάτης, μετά την εξίσωση των μισθών, θα πρέπει κι αυτός να μετακινηθεί προς κάποια κατεύθυνση. Γιατί να μένει σε μία τσιμεντένια ζούγκλα και να δαπανά στις μετακινήσεις ένα σημαντικό μέρος της ζωής του; Γιατί να ζει σ ένα μέρος στο οποίο δεν υπάρχει προοπτική ν αποκτήσει δικό του σπίτι; Γιατί ν ανέχεται τα προβλήματα των μεγαλουπόλεων, τη στιγμή που μπορεί να ζήσει κοντά στην υπέροχη φύση; Ο θόρυβος, η μόλυνση, η εγκληματικότητα είναι φαινόμενα, που υποβαθμίζουν αντικειμενικά την ποιότητα ζωής κι όταν υπάρχουν οι συνθήκες, είναι σημαντικοί λόγοι μετακίνησης. Έχει δει κανένας πού κατοικούν οι πλούσιοι αυτού του κόσμου; Με την κατάργηση των πνευματικών δικαιωμάτων, η κοινωνία αποκτά αποκεντρωτικές τάσεις.

Το ζητούμενο είναι, αν αυτές οι τάσεις έχουν δυνατότητα εκδήλωσης κι αν η εκδήλωση αυτή είναι προς όφελος της κοινωνίας. Οι δυνατότητες υπάρχουν, γιατί χωρίς τα πνευματικά δικαιώματα που οδηγούν σε συνθήκες ανταγωνισμού, οι παραγωγικές δραστηριότητες δεν έχουν κανένα λόγο να παραμένουν στ αστικά κέντρα. Αυτή η μεταφορά μπορεί να γίνει μ ελάχιστα έξοδα, εφόσον η γη στην επαρχία είναι φτηνή, τα πνευματικά δικαιώματα αυτών που θα χτίσουν τα εργοστάσια ανύπαρκτα και το συνολικό κόστος μεταφοράς δε θα επιβαρύνει το βιομήχανο αλλά τον καταναλωτή, που για ένα μικρό διάστημα θα πρέπει να πληρώσει μία ασήμαντη διαφορά στην τιμή του προϊόντος. Μ αυτήν τη μεταφορά θα λυθούν αυτόματα τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα, εφόσον η συγκέντρωση της παραγωγής κι ο ανταγωνισμός είναι οι απόλυτοι υπεύθυνοι παράγοντες.

Αντίθετα στην επαρχία τα νέα εργοστάσια θα κατασκευαστούν με τις υψηλότερες προδιαγραφές, εφόσον η εφαρμογή της τέλειας τεχνολογίας θα είναι πολύ φθηνή. Το σύνολο αυτής της μεταφοράς κι ουσιαστικά η διάλυση των μεγάλων αστικών κέντρων θα έχει ως συνέπεια τη δημιουργία μίας νέας δυναμικής στο χώρο. Είναι απόλυτα επιθυμητό αν όχι ο κύριος στόχος, ο εργάτης να βρίσκεται σ ένα χώρο, που είναι διεκδικήσιμος ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τομείς της παραγωγής. Ο εργάτης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιλέγει κι αυτή η επιλογή να είναι η αιτία της νέας δυναμικής. Ο επαρχιώτης εργάτης κι ο εργάτης της πόλης πρέπει να γίνουν ένα πρόσωπο, ώστε ν αλλάξει η ισχύουσα κατάσταση. Πώς θα γίνει αυτό; Όταν ο εργάτης θα έχει να διαλέξει ανάμεσα σε μία δουλειά, που προσφέρει σταθερό μισθό και σε μία άλλη της οποίας ο μισθός προσδιορίζεται με υποκειμενικά κριτήρια, πάντα θα διαλέγει τη σταθερότητα.

Ο δευτερογενής τομέας θα κάνει ακριβό τον εργάτη της επαρχίας. Όταν ο γαιοκτήμονας έρθει αντιμέτωπος μ αυτήν  την κατάσταση κι επιπλέον δει ότι δεν υπάρχουν τα μεγάλα αστικά κέντρα με τις τεράστιες ανάγκες και την αδυναμία αντίδρασης, τότε θ ακολουθήσει την επιθυμητή για την κοινωνία πορεία. Θ αντιληφθεί ότι η γη σε μεγέθη που απαιτούν εργάτες, είναι ασύμφορη. Θ αντιληφθεί ότι είναι προτιμότερο να τη χωρίσει σε τμήματα και να την πουλήσει μετατρέποντας τη σε κεφάλαιο-χρήμα, που μπορεί ν  αποδώσει στο δευτερογενή τομέα κέρδη. Μία έκταση γης που δεν μπορεί να δουλευτεί, είναι εντελώς άχρηστη. Πολλοί θεωρητικοί φιλόσοφοι υποστήριζαν με πάθος στο παρελθόν  την κοινοκτημοσύνη. Αυτό είναι εντελώς λάθος, γιατί πάντα υπάρχει η πιθανότητα αδικίας. Ένας εργάτης που δουλεύει στο εργοστάσιο ελέγχεται, ενώ ένας εργάτης στο χωράφι όχι. Σύμφωνα με την παραγωγή του ο εργάτης του εργοστασίου θα πληρωθεί και δε θα ζει σε βάρος κανενός. Στην περίπτωση της κοινοκτημοσύνης στην οποία δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, υπάρχει κίνδυνος αδικίας. Είναι αδικία να πληρώνεται ο εργατικός όσο ένας τεμπέλης, ο ευσυνείδητος όσο ένας ασυνείδητος. Απ αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι η γη πρέπει πάντα να βρίσκεται κάτω από καθεστώς ατομικής ιδιοκτησίας, ώστε ο καθένας να παίρνει ανάλογα με τους κόπους του και την προσπάθεια του.

Με τη διασπορά του δευτερογενή τομέα παραγωγής στην επαρχία ο εργάτης που θα γίνει ακριβός, θα οδηγήσει στον κατακερματισμό της μεγάλης ιδιοκτησίας στη Γη. Η νέα δυναμική θα είναι αυτή, που θα καθορίσει το ιδανικό μέγεθος της ιδιοκτησίας και για τους γεωργούς και για τους εργάτες. Ο νόμος δεν έχει καμία αξία, γιατί οδηγεί στην αδικία και στη στέρηση ελευθερίας. Αν ο γεωργός νομίζει ότι μία έκταση μπορεί να τη δουλεύει μόνος του και να ζει άνετα, αυτή η έκταση είναι ιδανική. Αν νομίζει ότι χρειάζεται μεγαλύτερη έκταση κι έναν εργάτη που να τον πληρώνει όσο του επιτρέπει ο ανταγωνισμός και πάλι θα είναι ιδανική. Δεν μπορεί κανένας να επιβάλλει μέτρα που στερούν την ελεύθερη επιλογή. Τα Χ στρέμματα για κάποιον είναι πολλά, ενώ για κάποιον άλλο λίγα. Ο γεωργός πρέπει μόνος του να σκεφτεί ποια παραγωγή είναι ιδανική, ώστε να μην τον αφήνει εκτεθειμένο σε περίοδο κατά την οποία φυσικά αίτια θα μειώνουν την απόδοση της γης. Ο γεωργός πρέπει να φιλοσοφήσει σ ότι αφορά τη ζωή και την εργασία και προϊόν αυτής της φιλοσοφίας να είναι το σύνολο των επιλογών του. Μπορεί κάποιος, που είναι υπερεργατικός, να επιλέγει ως ιδανική κατάσταση μία έκταση η οποία τον αναγκάζει να δουλεύει σκληρά δίνοντας του και τον αντίστοιχο πλούτο.

Απ αυτό το σημείο αρχίζει η φιλοσοφία. Αξίζει να δουλεύει κάποιος σαν δούλος μέσα σ ένα κόσμο ξεκούραστο; Αξίζει να μαζεύει κάποιος πλούτο μέσω της προσωπικής του δουλειάς σ  έναν κόσμο, που τα δίνει όλο εύκολα; Ό γεωργός πρέπει να είναι ένας άνθρωπος ξεκούραστος και χαρούμενος, που να μπορεί να κατοικεί σ ένα υπέροχο σπίτι, να οδηγεί ένα υπέροχο αυτοκίνητο και να έχει ελεύθερο χρόνο. Η έκταση που καλλιεργεί λόγω της ιδιομορφίας της γεωργίας, να του δίνει πλούτο, που στο σύνολο του χρόνου να του εξασφαλίζει ένα σταθερό εισόδημα περίπου σαν του εργάτη. Άλλες χρονιές θα τον ξεπερνά κι άλλες χρονιές δε θα βυθίζεται στη φτώχεια λόγω των συνθηκών που δεν ελέγχει. Ο γεωργός καλείται να βρει για τον εαυτό του το χρυσό μέσο όρο, που του εξασφαλίζει τα πάντα. Καθώς ο αναγνώστης βλέπει τα νέα δεδομένα, που υπάρχουν σε μία νέα κοινωνία, δίκαια αναρωτιέται για το ποιος χάνει και ποιος κερδίζει. Είναι δυνατόν σε μία μετάλλαξη της κοινωνίας να είναι όλοι κερδισμένοι; Κάποιοι δεν πρέπει να χάνουν, ενώ κάποιοι άλλοι να κερδίζουν τα περισσότερα; Σ αυτήν την αλλαγή εκ βάθρων της κοινωνίας, θεωρητικά είναι όλοι κερδισμένοι και με το παραπάνω, πρακτικά όμως συμβαίνουν και μερικά πράγματα, που δυσαρεστούν και πρέπει να τα ανακαλύψουμε. Όταν υπάρχει κέρδος, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που κερδίζουν περισσότερα  από τους άλλους που κερδίζουν λιγότερα. Το “κέρδος” είναι κάτι διαφορετικό από την “αμοιβή” ως έννοια κι αυτό το γνωρίζει ο Χριστός. Ενώ η αμοιβή είναι η ίδια στην παραβολή των εργατών του αμπελώνα, στην περίπτωση επιστροφής του κυρίου το κέρδος έχει να κάνει με το κεφάλαιο. Οι δούλοι που υπηρέτησαν πιστά τον κύριο, θ ανταμειφθούν ανάλογα με τα έργα τους. Αυτός που έχει πολλά θα πάρει ακόμα πιο πολλά, ενώ ο άθλιος που έχει λίγα θα τα χάσει κι αυτά. Οι πιο κερδισμένοι είναι αυτοί που ο Χριστός ονομάζει κληρονόμους, εφόσον σ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών κι είναι τα παιδιά αυτού, του κόσμου. Τα παιδιά αυτού του κόσμου κι αυτά που θα γεννηθούν, είναι αυτά που έχουν το μεγάλο κέρδος. Τα παιδιά όλου του κόσμου ανεξαρτήτου φυλής, χρώματος, έθνους θ απολαύσουν τα πάντα. Ειρήνη, έρωτα, πλούτο μέσα σε μία κοινωνία που θα δίνει τα πάντα μ ελάχιστη εργασία.  Ένα φτωχό παιδί της σημερινής κοινωνίας χωρίς να κάνει καμία προσπάθεια να μπει στο χώρο του πλούτου, θα μπορεί ν απολαύσει τα πάντα μόνο με την εργασία του. Ένα πλούσιο παιδί χωρίς να κάνει κι αυτό την παραμικρή προσπάθεια, θ απολαύσει τα ίδια, εφόσον ο πλούτος του πατέρα του διασφαλίζεται και πολλαπλασιάζεται.

Οι αμέσως επόμενοι κερδισμένοι είναι οι νέοι αυτού του κόσμου, γιατί κι αυτοί όπως τα παιδιά έχουν μπροστά τους τη ζωή κι ενώ αυτήν την στιγμή ζουν σε καταστάσεις θυσίας μέσα στην κοινωνία, αυτοί θα πάψουν να θυσιάζονται. Πλούσιοι και φτωχοί θα δουν μέρα με την ημέρα ν αλλάζει η ζωή τους θεαματικά. Ελεύθερες επιλογές, όμορφες σχέσεις, μεγάλες φιλίες θα είναι τα προϊόντα μίας κοινωνίας στην οποία η κουτοπονηριά, το ψευδοσυμφέρον κι όλες οι μικρότητες θα είναι χωρίς ουσία. Σε μία κοινωνία στην οποία η αλήθεια και το φως είναι τα κύρια στοιχεία της, ζει και λειτουργεί μόνον το πραγματικό και το όμορφο. Γιατί ο νέος να γίνει μοιχός για ένα σπίτι τη στιγμή που η απόκτηση του θα είναι ασήμαντη υπόθεση; Γιατί ο φτωχός νέος να έχει ψευδοφιλίες με ανθρώπους, που του είναι αντιπαθείς, τη στιγμή που η ζωή θα είναι πανεύκολη. Βλέπει ο αναγνώστης ότι όσο ανεβαίνουμε την κλίμακα των ηλικιών τόσο μικρότερο θα είναι το κέρδος. Ένας γέροντας που όλη τη ζωή την έζησε μέσα στο ψέμα, τη μοιχεία και τις ψευδοφιλίες, δεν είναι δυνατό να είναι κερδισμένος, όσο ένα παιδί για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχει μπροστά του ζωή, ώστε ν αλλάξει τα δεδομένα, που τον σκοτώνουν και ν  απολαύσει τα νέα.

Αφήνουμε τη λογική της ηλικίας και μπαίνουμε στο χώρο του πλούτου. Πώς είναι δυνατόν ένας βιομήχανος που μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων βλέπει το κεφάλαιο του ν αποδίδει, σε μία ενδεχόμενη κατάργηση τους όχι μόνο να μη χάνει, αλλά και να πολλαπλασιάζει τον πλούτο του; Πώς είναι δυνατόν όταν εισπράττει υπεραξία έστω Χ φορές την αξία του προϊόντος, να πολλαπλασιάζεται ο πλούτος του με ένα ποσοστό επί της αξίας και όχι πολλαπλάσιο; Φαινομενικά αυτό είναι αδύνατο, αλλά στην πραγματικότητα δυνατό. Φαίνεται αδύνατο, γιατί ζούμε σ έναν κόσμο, όπου το παράλογο ελκύει και το λογικό απωθεί. Έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι φέρονται ως τρελοί, τυφλοί και κουτοί. Ο βιομήχανος που είναι ο πλούσιος άνθρωπος, έχει παγιδευτεί μέσα σε περίπλοκες καταστάσεις, που είναι τεχνητές και είναι θύμα όμοιο με τον εργάτη, το φτωχό άνθρωπο. Δε βλέπει ότι αυτός έχει τον πλούτο, άρα και τη δυνατότητα κέρδους και νομίζει ότι το κέρδος είναι προϊόν της εργασίας των δούλων. Το κεφάλαιο δίνει κέρδος κι όχι η γνώση του δούλου. Ο κόσμος έγινε περίπλοκος από τους δούλους, για να κάνουν αναγκαία την παρουσία τους και να έχουν τη δυνατότητα να κλέβουν. Με ξένο κεφάλαιο εισπράττουν κέρδος που δε δικαιούνται. Χειρίζονται και διακινδυνεύουν κεφάλαια, που δεν είναι δικά τους κι ούτε θα είχαν ποτέ τη δυνατότητα ν αποκτήσουν. Παριστάνουν τους έξυπνους και  τους ευφυείς με μία γνώση, που συνεχώς ανακυκλώνεται. Η γνώση τους δημιουργεί τις άσχημες συνθήκες και οι άσχημες συνθήκες απαιτούν τη γνώση τους.

Ο βιομήχανος παγιδεύεται από τα πνευματικά δικαιώματα, επειδή βλέπει την υπεραξία που εισπράττει. Αγνοεί ότι σ  αυτές τις συνθήκες, αυτός βάζει το κεφάλαιο, ενώ το κέρδος το μοιράζεται. Ο βιομήχανος όπως κι ο εργάτης, πέφτει θύμα των δούλων και γίνεται κι αυτός δούλος της γνώσης. Δεν κατανοεί τι ακριβώς παράγει και πώς παίρνει κέρδος μέσα από την παραγωγή. Δεν αντιλαμβάνεται ότι παράγει αυτοκίνητα για δισεκατομμύρια ανθρώπων, που τα έχουν ανάγκη, αλλά ταυτίζεται με τη γνώση και παράγει BMW για μερικές χιλιάδες ανθρώπων. Η υπεραξία τον παρασέρνει και τον τυφλώνει. Βλέπει ότι παράγει ένα προϊόν και πληρώνεται πέντε φορές την αξία του κι αγνοεί το σύνολο των αρνητικών δεδομένων. Αγνοεί ότι απ αυτήν της υπεραξία θα πρέπει να πληρώσει πανάκριβες υπεραξίες σε άλλους. Δε βλέπει ότι πρέπει συνεχώς από το κέρδος να πληρώνει γι ανανέωση της τεχνογνωσίας και μέσα σ έναν κόσμο, που λειτουργεί κατά τον τρόπο που γνωρίζουμε, μπορεί να έρθει η ώρα που αυτή η τεχνογνωσία δε θα είναι αρκετή, για να τον διατηρεί στην αγορά. Δε βλέπει ότι παρ όλα τα κέρδη, που φαίνονται τεράστια, δεν πολλαπλασιάζονται ανάλογα οι δραστηριότητες του και παραμένει στατικός. Το εργοστάσιο παρ  όλα τα κέρδη δε χτίζει άλλο εργοστάσιο, γιατί σύμφωνα με τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του οικονομικού συστήματος, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταστροφή.

Χωρίς την ύπαρξη των πνευματικών δικαιωμάτων, το κέρδος πάνω στη κάθε μονάδα προϊόντος ελαχιστοποιείται, αλλά είναι πραγματικό κέρδος, που προστίθεται στο κεφάλαιο και το μεγαλώνει. Δε δίνει δυνατότητα πενταπλασιασμού της τιμής του προϊόντος, αλλά δίνει δυνατότητα πενταπλασιασμού της  παραγωγής. Ένας βιομήχανος με πνευματικά  δικαιώματα έχει ένα εργοστάσιο και μεγάλη υπεραξία, ενώ χωρίς πνευματικά δικαιώματα έχει πολλά και μικρότερη υπεράξια. Το ζητούμενο κέρδος το βγάζει από την παραγωγή με ασφάλεια, ενώ στη σημερινή κατάσταση το βγάζει από την υπεραξία ριψοκινδυνεύοντας. Οι βιομήχανοι σε εποχές οικονομικής άνθησης συσσωρεύουν άφθονο χρηματικό πλούτο, που εξανεμίζεται, όταν οι συνθήκες ανταγωνισμού φτάσουν στα όρια. Ο ανταγωνισμός που κλονίζει τους βιομηχάνους και θέτει σε κίνδυνο το σύνολο του κεφαλαίου τους, είτε της γνώσης είτε του χρήματος, ευνοεί απόλυτα τους δούλους. Οι δούλοι απαιτούν και σ αυτές τις συνθήκες παίρνουν, είτε τα καταφέρνουν στη δουλειά τους είτε όχι. Ένας δούλος θα πληρώνεται τεράστια ποσά, έστω κι αν αποτύχει. Όταν αποτύχει κι εξανεμίσει το κεφάλαιο του βιομηχάνου, δεν έχει παρά ν αναζητήσει αλλού δουλειά, αδιαφορώντας αν αυτό το κεφάλαιο μπορεί να ήταν κόπος πολλών γενιών.

Ο πλούτος αποκαλύπτει την αξία του απ αυτό που αφήνει πίσω του. Σε συνθήκες πνευματικών δικαιωμάτων ο βιομήχανος αφήνει στα παιδιά του ένα εργοστάσιο να το μοιραστούν μέσω μετοχών και τα εξομοιώνει με τους δούλους του, που πληρώνοντας τους κληρονόμους του βιομηχάνου, πήραν τη δυνατότητα ν αγοράσουν κι αυτοί  μετοχές. Σε συνθήκες στις οποίες δεν υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα, ο βιομήχανος αφήνει στα παιδιά του εργοστάσια κάνοντάς  τα μ αυτόν τον τρόπο βιομηχάνους και όχι μετόχους. Το σύστημα παγιδεύει το βιομήχανο με τέτοιον τρόπο, ώστε με τον πλούτο του να δημιουργεί θέσεις για τους δούλους. Ενώ αυτός έχει τον πλούτο και μέσα από την παραγωγή δυνατότητα κέρδους κι επέκτασης, το σύστημα με τη δυναμική που έχει επινοήσει, τον κάνει στατικό από πλευράς επέκτασης, ενώ το κέρδος του πλούτου του το μοιράζει στους δούλους. Το σύστημα αντιπαθεί ένα βιομήχανο, που επεκτείνεται και διατηρεί άριστες σχέσεις με τους εργάτες, γιατί δεν μπορεί να τον εκβιάσει. Ένας τέτοιος βιομήχανος δεν πληρώνει τον υπουργό για να πάρει αντεργατικά μέτρα, ούτε έχει την ανάγκη να κάνει δωρεές στην εκκλησία, για να μετατρέπει τους ανθρώπους σε δούλους.

Σ άλλο σημείο της θεωρίας μιλήσαμε για την αθλιότητα των κεφαλαιοκρατών, που ωθούν τον κόσμο στον πόλεμο, για να εξασφαλίσουν συνθήκες λειτουργίας. Κεφαλαιοκράτης σύμφωνα μ αυτά, ναι  μεν είναι ο βιομήχανος, αλλά αυτό θεωρητικά. Ο πραγματικός κεφαλαιοκράτης είναι αυτός, που διαχειρίζεται το κεφάλαιο και τις περισσότερες φορές είναι ένας δούλος διευθυντής και όχι ο ίδιος ο βιομήχανος. Ο ιμπεριαλισμός είναι προϊόν, που υπηρετεί απόλυτα τους δούλους και την εξουσία. Ο διευθυντής εξασφαλίζει τη θέση του έναντι του εργάτη, γίνεται απαραίτητος στο βιομήχανο, ενώ το σύστημα εξουσίας στηρίζει και στηρίζεται απ αυτήν την κατάσταση.

Καθώς βλέπουμε όλη την κατάσταση κι έχοντας γνώση του κέρδους που επιφέρει η αλλαγή και για τους εργάτες και για τους βιομηχάνους, καταλήγουμε στους δούλους. Έχουν συμφέρον αυτοί από την αλλαγή; Είναι ικανοποιημένοι μέσα σ έναν κόσμο, όπου οι πλούσιοι απολαμβάνουν τον πλούτο τους κι οι φτωχοί ζουν ως πλούσιοι; Θεωρητικά έχουν συμφέρον από την κατάργηση των πνευματικών δικαιωμάτων, ενώ πρακτικά ορισμένοι απ αυτούς όχι. Έχουν συμφέρον, γιατί με το χρόνο εργασίας τους και την υπεραξία που εισέπραξαν σ έναν κόσμο χωρίς πνευματικά δικαιώματα είναι πραγματικά πλούσιοι. Η υπεραξία μετατρέπεται σε πλούτο. Ο μισθός που τους εξασφάλιζε δυνατότητα ν αγοράζουν σπίτι κι αυτοκίνητο σε καθεστώς υπεραξίας, είναι τεράστιο ποσόν για έναν κόσμο χωρίς υπεραξία. Όλα αυτά θεωρητικά είναι γι αυτούς θετικά κι αυτό το αντιλαμβανόμαστε, μόνον όταν γνωρίζουμε την πορεία τους.

Στον κόσμο στον οποίο ζούμε, όποιος αγνοεί το Χριστό μπαίνει σε κατάσταση θυσίας. Ο δούλος ήδη έχει μπει σε μία πορεία στην οποία ο βασανισμός είναι η συνήθης πρακτική. Ο αναγνώστης που έχει γνώση περί μοιχείας και μοιχαλίδας μητέρας μπορεί να καταλάβει πώς ένας άνθρωπος ξεκινά φτωχός κι αγωνίζεται για τον πλούτο. Μέσα από μεγάλες θυσίες αυτός ο άνθρωπος αναρριχάται κι αυτή η αναρρίχηση τον εξαντλεί και τον σκοτώνει. Υποτάσσεται σ όποιον βρίσκει μπροστά του, για να υποταχθούν οι υφιστάμενοι του. Η πορεία αυτή που είναι πορεία ζωής, προσφέρει την όποια ικανοποίηση μόνο μέσα από τη σύγκριση. Αυτό είναι και το λεπτό σημείο. Ο δούλος που θυσιάζεται συνέχεια, συγκρίνει τον εαυτό του με ανθρώπους που ξεκίνησαν τη ζωή με τα ίδια μ αυτόν δεδομένα. Βάζει το κεφάλι κάτω κι αναζητά τίτλους κι αμοιβές, που τον ξεχωρίζουν. Ήταν φτωχός και δεν είχε σπίτι και τώρα αμείβεται καλά, έχει σπίτι και ζει ζωή πλουσίου. Αυτή είναι η λογική του δούλου. Νομίζει ότι όλη η θυσία ήταν τα νεανικά του χρόνια και ότι μ αυτήν τη θυσία εξασφάλισε το σύνολο της ζωής του. Αγνοεί ότι ποτέ δε βγαίνει από τον κόσμο της δουλείας, γιατί η πυραμίδα του συστήματος πάντα θα τον προσβάλλει, εφόσον δεν έχει θέσεις για όλους. Αισθάνεται υπερήφανος βλέποντας το γείτονά του που παρέμεινε φτωχός, αλλά αγνοεί ότι συναναστρέφεται ανθρώπους, που τον βλέπουν με τρόπο ανάλογο. Φτωχός ξεκινά, φτωχός πεθαίνει. Η ψευδαίσθηση κι ο μύθος είναι στη σύγκριση του επιπέδου εκκίνησης μ αυτό που δήθεν ζει. Αυτή η σύγκριση είναι, που διαφοροποιεί το θεωρητικό από το πρακτικό της θεωρίας.

Θεωρητικά λοιπόν ο δούλος έχει κέρδος από την κατάργηση των πνευματικών δικαιωμάτων, ενώ πρακτικά όχι. Αυτός ήθελε καλό αυτοκίνητο όχι για την ευχαρίστηση του και την ασφάλεια του, αλλά για τη διαφοροποίηση του. Ήθελε να ξεχωρίζει κι αυτό είναι κάτι, που εξασφαλίζεται μ ένα αυτοκίνητο ή ένα καλό σπίτι. Μισούσε τη φτώχεια κι ήταν κομπλεξικός έναντι του πλούτου. Μισούσε τον πατέρα του, που ήταν φτωχός και όχι βιομήχανος. Η δουλεία του εξασφάλιζε αυτήν την επιβεβαίωση και γι αυτό ήταν πιστός δούλος του συστήματος. Όταν καταργούνται τα πνευματικά δικαιώματα κι όλοι μπορούν να ζήσουν ως πλούσιοι, είναι απελπισμένος. Αν είναι πρεσβύτερος δούλος, έχει τη δυνατότητα ν αγοράσει όλα  εκείνα τα αγαθά που λειτουργούν ως σύμβολα και ξεχωρίζουν τους ανθρώπους μεταξύ τους. Τι σημασία έχει γι αυτόν, αν με την κατάργηση των πνευματικών δικαιωμάτων έχει τη δυνατότητα ν αγοράσει όσα αυτοκίνητα θέλει, τη στιγμή που και ο φτωχός μπορεί ν αγοράσει το αυτοκίνητο που θέλει και άρα το καλύτερο;

Γνωρίζοντας αυτά, βλέπουμε ότι οι δούλοι είναι δυσαρεστημένοι ανάλογα με το ύψος της ιεραρχίας στην οποία βρίσκονται κι αυτή η δυσαρέσκεια προς την κορυφή της πυραμίδας είναι μίσος. Ένας φοιτητής νέος που σπουδάζει μία επιστήμη, που προετοιμάζει για δουλεία, δεν έχει κανένα πρόβλημα με την κατάργηση των πνευματικών δικαιωμάτων.  Γνωρίζει εκ των προτέρων ότι για ν  απολαύσει αυτά που θέλει, θα πρέπει να περιμένει. Δεν του αρέσει, αλλά δεν υπάρχει διαφορετικός τρόπος. Όταν μία θεωρία του προσφέρει όλα αυτά για τα οποία είναι διατεθειμένος να θυσιαστεί, δεν έχει κανένα πρόβλημα να την υποστηρίξει κι αυτό επειδή είναι νέος και η θυσία τον τρομάζει. Δεν έχει πρόβλημα, αν μαζί μ αυτόν απολαύσουν κι άλλοι νέοι, που δεν μπήκαν σε καμία φάση θυσίας.

Ένας πρεσβύτερος δούλος όμως, πώς να σκέφτεται; Μόλις απέκτησε ένα αυτοκίνητο που του δίνει την αυτοπεποίθηση, που του έλειπε, μόλις έκτισε ένα σπίτι, όπως το ονειρευόταν. Βρίσκεται στο απόγειο μίας πορείας που είχε προϋπολογίσει. Απολαμβάνει την πορνεία της νεαρής γραμματέας του και τα χάδια των διαφόρων πορνών. Είναι δυνατό να μην αντιδράσει; Είναι δυνατό να επιτρέψει συνθήκες στις οποίες όλοι θ απολαμβάνουν ό,τι επιθυμούν κι επιπλέον θα εξαλειφθεί η πορνεία; Γιατί να τον ανέχεται η γραμματέας του, τη στιγμή που μπορεί να ερωτευθεί ένα νέο, είτε φτωχό είτε πλούσιο και ν απολαύσει τα πάντα; Ο φτωχός νέος που σε μία κοινωνία έχει τη δυνατότητα να μένει σε παλάτι και ν απολαμβάνει τα πάντα μ ελάχιστη εργασία, στέλνει στα σκουπίδια τις ψευδαισθήσεις, αλλά και τον ίδιο τον πρεσβύτερο δούλο. Μέσα από όλη αυτήν τη διερεύνηση βλέπουμε ότι προκύπτουν ως δυσαρεστημένοι και όχι μόνον, άνθρωποι που τους γνωρίζουμε πλέον, άνθρωποι που μας έχουν απασχολήσει επανειλημμένα.

Παραμένουμε στην οικονομική φύση της θεωρίας και με τη γνώση των παραπάνω συνθηκών βλέπουμε ότι ως ιδανική λύση σωστή ή λάθος θα δούμε, είναι μία κοινωνία, όπου δεν υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα, οι άνθρωποι παραμένουν φτωχοί ή πλούσιοι ανάλογα με τον πλούτο που έχουν υπό την κατοχή τους, ενώ η εργασία ως δραστηριότητα ανθρώπινη είναι κυρίαρχη, αλλά εντελώς αποκομμένη από κάθε είδος υπεραξίας. Είπαμε ότι για να ζητήσει ο άνθρωπος από το Θεό, πρέπει πρώτα από όλα να γνωρίζει τι θέλει. Δεν μπορεί να ζητά γενικά κι αόριστα γνώση με τη μορφή θαύματος. Ο Θεός δίνει γνώση κι αυτή η γνώση οδηγεί σε συνθήκες μέσα στην κοινωνία απολύτως δίκαιες. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον εμείς βρήκαμε μία μορφή κοινωνίας που θεωρούμε ιδανική, από το Θεό μπορούμε να ζητήσουμε γνώση πάνω σ όλα τα σημεία που θεωρούμε εμείς ανεπιθύμητα ή επιθυμητά, ενώ κάποιοι άλλοι όχι.

Έτσι, για παράδειγμα, πρέπει να δούμε την άποψή Του για την εργασία. Εμείς τη θεωρούμε κυρίαρχη κι απαραίτητη, ενώ ένας άλλος άνθρωπος μπορεί να θεωρεί ότι ο Θεός με την ισχύ του στην ιδανική μορφή κοινωνίας την καταργεί. Ξεκινάμε τη σκέψη μας από το βασικό ότι ο άνθρωπος έχει ως τελικό στόχο τη Θέωση κι αντιλαμβανόμαστε ότι γι  αυτόν ο Θεός επιθυμεί ό,τι και για τον Υιό Του. Ο άνθρωπος ως υιός του Θεού, θα ζήσει μέσα  σε συνθήκες απόλυτα δίκαιες. Δεν μπορεί ο Θεός και ο Υιός Του να μην εργάζονται και να φορτώσουν την εργασία στους ανθρώπους, όπως είναι αδύνατον, αν Αυτοί εργάζονται, να έχει απαιτήσεις ο άνθρωπος να μην εργάζεται. Ο Υιός του Θεού μας δίνει τη γνώση που είναι: (Ιωάν. 5.17-5.18) "ο πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι" (Ο Πατέρας μου εργάζεται πάντοτε καί εγώ επίσης εργάζομαι.). Ο αναγνώστης βλέπει ότι η εργασία είναι κάτι απόλυτα επιθυμητό κι επιπλέον δεν έχει καμία σχέση με τον πλούτο. Ο Θεός είναι ή Κύριος ή Βασιλεύς ή ό,τι άλλο επιθυμεί κι ο Υιός Του επίσης. Έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν το ιδανικό για τον εαυτό τους. Το ιδανικό λοιπόν εμπεριέχει μέσα του την εργασία. Γιατί όμως είναι απαραίτητη η εργασία; Τι προσφέρει στον άνθρωπο; Η εργασία και η δυνατότητα εργασίας είναι δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο κι απαραίτητη προϋπόθεση για τη Θέωση. Μόνον ο άνθρωπος που εργάζεται μπορεί να θεωθεί και όχι ο τεμπέλης.

Η εργασία δίνει στον άνθρωπο ό,τι χρειάζεται κι αυτό είναι βασική προϋπόθεση για την ελευθερία, που είναι απαραίτητη σ αυτόν. Ο ελεύθερος άνθρωπος με την εργασία εξασφαλίζει όλα εκείνα τα αγαθά που του είναι απαραίτητα, ώστε ν αποφύγει την αμαρτία. Μέσω της εργασίας ο άνθρωπος μένει αγνός και περήφανος σαν τον Υιό του Θεού. Δεν κλέβει, ούτε σκέφτεται πονηρά, ώστε να εξασφαλίσει την επιβίωση του σε βάρος των άλλων. Όταν ο άνθρωπος στηρίζεται αποκλειστικά στις δυνάμεις του, είναι τέλειος και δεν μπορεί να ελεγχθεί για τίποτε. Μπορεί να δώσει εξηγήσεις για τα πάντα και δεν παγιδεύεται σε συνθήκες δουλείας, που κάνουν τον άνθρωπο βρώμικο. Ποιος μπορεί να ελέγξει τον Υιό του Θεού, το Χριστό; Ήρθε ως κληρονόμος κι όμως δεν απαίτησε μαλακά φορέματα. Ήρθε πανίσχυρος και δεν απαίτησε από κανένα να Τον υπηρετήσει. Ένας ιερέας, για παράδειγμα, εργάζεται; Αν εργάζεται τι ακριβώς παράγει; Το Χριστό, είτε Τον αμφισβητήσει κάποιος είτε όχι, δεν μπορεί να Τον κατακρίνει και να Τον μειώσει. Δε ζητά, αλλά δίνει. Ανεξάρτητα από το πόσο εκτιμάται αυτό που δίνει κάποιος, σημασία έχει ότι δίνει και δε ζητά. Μπορεί ο ιερέας να αντέξει την αμφισβήτηση; Πώς μπορεί να γίνει αυτό, όταν η επιβίωσή του είναι προϊόν είσπραξης υπεραξίας εξαιτίας μίας εργασίας της οποίας ούτε την ποιότητα γνωρίζουμε ούτε την ελέγχουμε.

Για ν αντιληφθεί κάποιος  τι σημαίνει εργασία, θα πρέπει να γνωρίζει το Λόγο του Χριστού και συγκεκριμένα τα όσα αναφέρει περί άδικου διαχειριστού. Όταν λοιπόν ο διαχειριστής αυτός χάνει τη διαχείριση, έχει κατά το Χριστό δύο επιλογές. (Λουκ.16.3-16.5) "τι ποιήσω, ότι ο κύριος μου αφαιρείται την οικονομίαν απ' εμού; σκάπτειν ουκ ισχύω, επαιτείν αισχύνομαι. έγνων τι ποιήσω, ίνα, όταν μετασταθώ εκ της οικονομίας, δέξωνταί με εις τους οίκους εαυτών." ("Τί νά κάνω τώρα πού ο κύριός μου μού αφαιρεί τήν διαχείρισιν;". Νά σκάψω δέν μπορώ, νά ζητιανέυω ντέπομαι. Ξέρω τί πρέπει νά κάνω διά νά μέ δεχθούν οι άνθρωποι εις τά σπίτια τους, όταν απομακρυνθώ από τήν διαχείρισιν.). Σύμφωνα με το Χριστό, για να επιβιώσει ένας άνθρωπος έχει απόλυτα δύο επιλογές: ή να δουλέψει ή να ζητιανέψει.

Όλοι οι υπόλοιποι που επιβιώνουν, χωρίς να κάνουν ένα από τα δύο αυτά, είναι πονηροί που ζουν σε βάρος των άλλων. Η υπερηφάνεια της εργασίας κι ο εξευτελισμός της ζητιανιάς είναι οι μοναδικές επιλογές με τις οποίες ο άνθρωπος δε ζει σε βάρος των άλλων. Ένας επίσκοπος όμως τι κάνει; Εργάζεται; Επαιτεί; Η μήπως μπαίνει στα σπίτια των ανθρώπων και διαπραγματεύεται τις οφειλές τους έναντι του κοινού Κυρίου; Από τη στιγμή που δεχόμαστε την εργασία και τη θεωρούμε απαραίτητο στοιχείο στη ζωή του ανθρώπου, αναζητούμε τη γνώση του Θεού πάνω στο σημαντικότερο σημείο που την αφορά. Η αμοιβή και η αξιολόγηση της εργασίας είναι αυτή, που κάνει απαραίτητη την εργασία. Δεν μπορεί κάποιος να εργάζεται μόνο για να βρίσκεται κοντά στο Θεό λόγω κοινής δραστηριότητας. Εργάζεται ο άνθρωπος για την αμοιβή και γίνεται μ αυτόν τον τρόπο χρήσιμος στον εαυτό του και στους ανθρώπους που αγαπά.

Εμείς στη θεωρία μας βρήκαμε τριών ειδών εργαζομένους: τους πλούσιους, τους φτωχούς, και τους δούλους. Μέσα από το Λόγο του Χριστού περνά μία άπειρη σοφία, που πρέπει να μελετηθεί με μεγάλη προσοχή, για να δώσει καρπό. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό, θα το καταλάβουμε στην πορεία. Μιλάμε για βιομηχάνους, εργάτες, πλούσιους και φτωχούς. Τι είναι όμως ο βιομήχανος; Βασιλιάς; Κύριος; Ο Υιός του Θεού είναι σύμφωνα με τις Γραφές Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων. Σ αυτό το σημείο πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας και να δούμε τι συμβαίνει. Ο Χριστός στο Λόγο Του παρουσιάζεται ως Κληρονόμος κι αυτή η ιδιότητα είναι βασική. Παρουσιάζεται όμως κι ως Δωρητής της Βασιλείας των Ουρανών κι αποκαλεί τα παιδιά κληρονόμους της. Από το Λόγο του Χριστού προκύπτει ότι η Βασιλεία μοιράζεται σε όλους, αλλά η Κυριότητα όχι. Ο Χριστός ως Βασιλεύς μοιράζει τα πάντα σ όλους, ενώ ως Κύριος έχει δικαιώματα που μοιράζει κατά βούληση. Όταν μιλά για τον αμπελώνα του Κυρίου, για τον πύργο και το πατητήρι, μιλά για διαχειριστές δούλους και Κληρονόμο. Από τη στιγμή που ο Θεός έχει ιδιοκτησία και κυριότητα, που μεταβιβάζεται στον Υιό Του, σημαίνει ότι αυτό είναι στις δυνατότητες του ανθρώπου κι επιθυμητό από το Θεό.

Έχοντας γνώση του τι είναι στις δυνατότητες του ανθρώπου, θα προσπαθήσουμε ν αντιληφθούμε τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην κοινωνία και γιατί υπάρχει πρόβλημα. Θα εξετάσουμε την κορυφή του συστήματος, που αφορά τους ανθρώπους οι οποίοι φέρουν τις παραπάνω ιδιότητες. Οι βιομήχανοι στους οποίους αναφερθήκαμε, ανήκουν στην κατηγορία των κυρίων. Αυτοί έχουν την κυριότητα του πλούτου τους και μπορούν να τον διαχειρίζονται κατά βούληση. Το πρόβλημα που υπάρχει, δημιουργείται από δούλους, που καταφέρνουν να γίνουν κύριοι εκμεταλλευόμενοι τον κόσμο. Δούλοι αυτού του τύπου είναι οι βασιλιάδες των εθνών. Είναι δούλοι, γιατί υφίστανται κι εξουσιάζουν ελέω Θεού που είναι Κύριός τους. Αν ο Θεός ήταν Παρών, δεν θα υπήρχε αντικειμενικά πρόβλημα, αφού η δικαιοσύνη Του θα εξασφάλιζε τους ανθρώπους. Το πρόβλημα υπάρχει από τη στιγμή που αυτοί είναι δούλοι δούλων και μάλιστα αθλίων. Εκμεταλλεύονται την αθλιότητα αυτών και γίνονται ταυτόχρονα και κύριοι, εφόσον συγκεντρώνουν πλούτο μέσω της κλοπής των φόρων. Η κατάσταση που προκύπτει εξαιτίας αυτής της διπλής ιδιότητας των αθλίων, είναι ανίκητη, γιατί έναν κλέφτη βασιλιά μπορεί ο άνθρωπος να τον εξοντώσει, αλλά μέχρι ν αντιληφθεί τι συμβαίνει, αυτός γίνεται κύριος κι επειδή ταυτίζεται με τους πραγματικούς κυρίους γίνεται ανίκητος. Δεν είναι δυνατό να νικήσει ο άνθρωπος κάτι το θεμελιώδες κι επιθυμητό από το Θεό, όπως η Κυριότητα. Το θέμα είναι να μην επιτρέψει στους άθλιους να μεταπηδήσουν από τη μία κατάσταση στην άλλη.. να δοξάσει το βασιλιά σαν ευεργέτη αλλά να μην του επιτρέψει να κατακυριεύσει. Ο βιομήχανος που δεν είναι βασιλιάς, είναι κύριος της περιουσίας του και μπορεί να τη δώσει, όπου αυτός θέλει. Όμως οι βασιλιάδες αυτού του κόσμου δεν είναι κύριοι παρά δούλοι. Είναι δούλοι, γιατί οι εξουσίες τους είναι ελέω Θεού, που είναι ο Κύριός τους και άρα η επιθυμία Του είναι γι αυτούς διαταγή. Ο Κύριός τους είναι όμοιος με τους βιομηχάνους, και όχι αυτοί. Ο πλούτος των βασιλέων είναι προϊόν αδικίας,  και, όπως μας λέει ο Χριστός, προέρχεται από την καταδυνάστευση των εθνών κι από την κλοπή του κόπου τους μέσω των φόρων. Ο άνθρωπος όλους αυτούς τους αιώνες έζησε μέσα στη φτώχεια και την εκμετάλλευση. Όμως αυτή η φτώχεια είναι ασήμαντη σε σχέση με το βάρος της αμαρτίας που επωμίζονται οι δούλοι.

Back to content | Back to main menu