Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Ο Χριστός γνωρίζοντας το σύνολο των συνθηκών, προτείνει στους ανθρώπους να θησαυρίζουν πνευματικά και όχι υλικά. Ο υλικός θησαυρός είναι προϊόν θυσίας και δεν αξίζει να προσπαθεί γι αυτόν ο θνητός άνθρωπος. Όμως όσοι προσπάθησαν και τον απέκτησαν είναι κύριοι του. Ο Χριστός στο νεανίσκο δεν αμφισβητεί την κυριότητα των κτημάτων,  αμφισβητεί τη δυνατότητα να κερδίσει ένας πλούσιος την Αιώνιο Ζωή. Όμως, ως Κύριος προς κύριο, προτείνει και δε διατάζει να μοιράσει αυτήν την περιουσία στους φτωχούς. Μοιράζει πάντα αυτός, που έχει και πάντα με προσωπικά και άρα υποκειμενικά κριτήρια. Μόνον ο Θεός Κύριος μεριμνώντας για όλους, προβλέπει να μην αδικηθεί κανένας και να συμμετέχουν όλοι ισότιμα στη χαρά της ζωής. Στη συνέχεια όπως δίνει δικαιώματα στο βιομήχανο που τον θεωρεί κύριο, έτσι δίνει δικαιώματα και στον εργάτη. Από τη στιγμή που ο Ίδιος είναι Κύριος των κυρίων, σημαίνει ότι οι πρακτικές που ακολουθεί ο Ίδιος μόνον είναι οι επιθυμητές.

Μιλά ο Χριστός για έναν οικοδεσπότη, που είναι κάτοχος ενός αμπελώνα και για την πρόσληψη εργατών μισθωτών. Δεν αμφισβητεί ούτε την κυριότητα ούτε την ύπαρξη εργατών μισθωτών. Κύριο στοιχείο αυτής της παραβολής είναι το στοιχείο της συμφωνίας. Ο κύριος δεν χρησιμοποιεί τους δούλους του, ώστε με τη βία να επιβάλλει την εργασία στους ανθρώπους. Ο κύριος έρχεται σε συμφωνία με τον εργάτη κι αυτό σημαίνει ότι από τη φυσική σύγκρουση συμφερόντων επέρχεται η ιδανική λύση, που είναι ο μισθός. Πρέπει να συμφωνήσει ο εργάτης για το μισθό που θα πάρει. Από τη στιγμή που γίνεται σύναψη συμφωνίας εργάτη και κυρίου ο Θεός, υποχρεώνει τους κυρίους ως Κύριος των κυρίων να σεβαστούν αυτήν τη συμφωνία. Ο βιομήχανος από τη στιγμή που έρχεται σε συμφωνία με τον εργάτη, είναι υποχρεωμένος να την τηρήσει ακόμα κι αν αλλάξουν τα δεδομένα. Είναι υπεύθυνος να σκεφτεί το σύνολο των δεδομένων και μετά να κάνει τη συμφωνία. Από τη στιγμή που τον αναγνωρίζει ο Θεός ως κύριο, είναι υποχρεωμένος να πληρώσει τον εργάτη κατά τα συμφωνηθέντα.

Το μόνο πλεονέκτημα που του δίνει η ιδιότητα του κυρίου, είναι η δυνατότητα για ευνοϊκότερη διαπραγμάτευση απέναντι σε κάποιους, που εξασφαλίζεται από την κατοχή του πλούτου. Μπορεί σε μερικούς να δώσει παραπάνω, αλλά σε καμία περίπτωση ν  αθετήσει συμφωνίες. Ο βιομήχανος κι ο κάθε εργοδότης στη μοναδική περίπτωση που θα κριθούν, θα πρέπει να έχουν δίκιο και να απαντούν σαν το Θεό: (Ματθ. 20.13-20.15) "εταίρε, ουκ αδικώ σε. ουχί δηναρίου συνεφώνησάς μοι; άρον το σον και ύπαγε. Θέλω δε τούτω τω εσχάτω δούναι ως και σοι. ή ουκ έξεστί μοι ποιήσαι ό θέλω εν τοις εμοίς; ει ο οφθαλμός σου πονηρός έστιν ότι εγώ αγαθός είμι;" (Φίλε, δέν σέ αδικώ. Δέν συμφώνησες μαζί μου ένα δηνάριον; Πάρε ό,τι συμφωνήσαμε καί φύγε εγώ θέλω εις τούτον τόν τελευταίον νά δώσω όσα καί σ' εσένα. Δέν  έχω δικαίωμα νά κάνω μέ τήν περιούσιαν μου ό,τι θέλω; Ή είναι πονήρο τό μάτισου, επειδή  εγώ είμαι καλός;). Η εξουσία του Θεού ως Κυρίου κυρίων βρίσκεται σ αυτήν τη φράση. Δίνει δικαίωμα στον εργοδότη να δρα ελεύθερα και με την απόλυτη εξουσία πάνω σ αυτό που ονομάζει: “τοις εμοίς”, αλλά δίνει δικαίωμα και στον εργάτη να ελέγχει τον εργοδότη. Η εξουσία είναι η γνώση. Ο εργάτης έχει δικαίωμα κάθε φορά που αδικείται να διαμαρτύρεται. Ο Θεός στη σχέση εργοδότη-εργάτη θεωρεί αδικία μόνον την αθέτηση της συμφωνίας. Όλα τ άλλα είναι θέμα λογικής κι αυτή έχει δοθεί στον άνθρωπο. Αν ο εργοδότης υπολόγισε λάθος, αυτό το χρεώνεται ο ίδιος και δεν έχει ευθύνη ο εργάτης. Αν ο εργάτης έκανε συμφωνία και στο τέλος κατάλαβε ότι δεν τον ικανοποιεί, είναι υποχρεωμένος να υποστεί τις συνέπειες του λάθους του.

Σ αυτό το σημείο πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο Θεός ποτέ δεν κρίνει έναν άνθρωπο με βάση την οικονομική του κατάσταση. Ο Θεός είναι δίκαιος και προικίζει τους ανθρώπους με ό,τι ακριβώς χρειάζονται κι απ αυτό κρίνονται. Επειδή ο εργάτης είναι φτωχός, δεν είναι πιο συμπαθής στο Θεό. Ο εργάτης, επειδή στο σύνολο του χρόνου είναι αδικημένος, κερδίζει τη συμπάθεια. Αυτή η παρατήρηση γίνεται για το κόστος του λάθους που αναφέραμε. Ο εργάτης πρέπει να πληρώνει κι αυτός τα σφάλματα του, όταν εξαρτώνται απ αυτόν. Αν ένας εργάτης που κατόπιν συμφωνίας αντιλαμβάνεται το λάθος του και κάνει παραπέρα διαπραγμάτευση με επίκληση της φτώχειας, τότε διαπράττει επαιτεία κι αυτό είναι μισητό από το Θεό. Αυτό επιβεβαιώνει, εκείνο που αναφέραμε σε άλλο σημείο της θεωρίας μας ότι ο φτωχός και αδικημένος έχει δικαίωμα από το Θεό ν αγωνίζεται εναντίον της φτώχειας και της αδικίας και όχι μέσω φόνου και κλοπής να βελτιώσει την προσωπική του θέση. Οι επαναστάσεις των κλοπών και των σφαγών εν ονόματι των φτωχών εργατών είναι πράξεις θεομίσητες και η κατάληξή τους γνωστή. Πώς να αισθάνεται άραγε και πόσο βρώμικος πρέπει να είναι ένας πρώην εργάτης, που γίνεται δούλους του συστήματος; Πόση βρωμιά κρύβουν οι σκέψεις του, όταν μιλά για εργάτες κι υπεραξίες, ενώ αυτό που πραγματικά σκέφτεται είναι η αύξηση της υπεραξίας που εισπράττει; Υπάρχει πιο άθλιος ψεύτης από έναν κομμουνιστή βουλευτή;

Από τη στιγμή που ο Θεός αναγνωρίζει τους κυρίους αυτού του κόσμου, θα πρέπει ν αναζητήσουμε την άποψή Του για τους εργάτες τους. Αυτό που πρέπει να γίνει κατ αρχήν κατανοητό και προκύπτει από το Λόγο του Χριστού είναι ότι ο Θεός ποτέ δεν υποσχέθηκε τη μετατροπή του συνόλου των ανθρώπων σε κυρίους πλούτου. Ο Θεός επιδιώκει μόνον τη Θέωση του ανθρώπου και η Θέωση είναι άσχετη από την κατοχή του πλούτου, αλλά σχετική μόνο με την απόλαυση του. Ο άνθρωπος στη θεία κοινωνία ζει ως “πλούσιος”, αλλά δεν είναι απαραίτητα τέτοιος με τη γενική σημασία της έννοιας. Ο εργάτης σε καμία περίπτωση δεν είναι δούλος κι αυτό γιατί με τον κόπο του εξασφαλίζει τη ζωή του. Ο εργάτης είναι άνθρωπος ελεύθερος και τέλειος. Μέσα στο χώρο της εργασίας μπορεί ο εργοδότης του να του ζητήσει να κάνει ορισμένα πράγματα κι αυτό δεν είναι εξουσία. Πληρώνει τον εργάτη για να εργάζεται κι αυτό σημαίνει ότι ο εργάτης πρέπει να κάνει ό,τι του υποδεικνύουν. Αυτά όμως μέσα στο χώρο της εργασίας και στα πλαίσια της έννοιας της.

Ο εργοδότης αν ξεπερνά τα όρια της εργασιακής σχέσης, είναι άθλιος και μισητός από το Θεό. Μπορεί να πει σ έναν εργάτη να κάνει αυτήν τη δουλειά και όχι την άλλη, αλλά δεν μπορεί να του πει πώς να κουρεύεται ή πώς να ντύνεται. Ο εργάτης ως άνθρωπος και ως υιός του Θεού έχει αξιοπρέπεια και κάθε φορά που κάποιος τη θίγει, έρχεται αντιμέτωπος με το Θεό. Ο εργάτης μέσα στο χώρο της εργασίας είναι υποχρεωμένος να εργάζεται για τον εργοδότη του κι είναι επίσης υποχρεωμένος να προστατεύει την αξιοπρέπεια του. Από τη στιγμή που εγκαταλείπει το χώρο της εργασίας, είναι απόλυτα ίσος με τον κύριό του και κανένας δεν μπορεί να του υποδείξει τίποτε, όσον αφορά τη ζωή του. Ζει κι απολαμβάνει τους καρπούς των κόπων του όπως θέλει αυτός μέσα στα πλαίσια μίας κοινωνίας, που έχει κοινές απαιτήσεις από όλους. Όλα αυτά ο Χριστός τα αποκαλύπτει: (Λουκ. 10.7) "άξιος γαρ ο εργάτης του μισθού αυτού έστι." (διότι τού αξίζει τού εργάτη ο μισθός του.) . Ο εργάτης είναι άξιος του μισθού του και ό,τι απολαμβάνει από αυτόν, δίκαιο. Εργάζεται για το μισθό, όπως ο κύριος εργάζεται για το κέρδος. Κανένας δεν κάνει χάρη σε κανέναν. Αν παραμείνουμε στην ίδια λογική ότι ο Θεός προσφέρει στον άνθρωπο ό,τι και στον Υιό Του, βλέπουμε ότι σύμφωνα με τα παραπάνω υπάρχει μία αντίφαση. Πώς είναι δυνατό ο Θεός να μην προβλέπει κυριότητα πλούτου για το σύνολο των ανθρώπων, τη στιγμή που ο Υιός Του είναι Κύριος. Αυτή η αντίφαση είναι φαινομενική και η γνώση προέρχεται πάλι μέσα από το Λόγο του Χριστού. Η κύρια ιδιότητα που προβάλλει ο Υιός Του είναι αυτή του Οικοδεσπότη και μετά αυτή του Κυρίου-εργοδότη. Αυτό σημαίνει ότι στην ιδανική κατάσταση που θα βιώσει ο άνθρωπος, η ιδιότητα του κυρίου έχει να κάνει με την κυριότητα του χώρου όπου ζει. Ο άνθρωπος ο καθένας ξεχωριστά πρέπει να είναι κύριος στο χώρο μέσα στον οποίο απολαμβάνει τις χαρές της ζωής. Ο χώρος όπου θα στεγάσει το σύντροφο του και τα παιδιά του. Ο χώρος όπου θα δέχεται τους φίλους του, όποτε θέλει και όπως θέλει. Δεν μπορεί να υπάρξει Θέωση για τον άνθρωπο, χωρίς να εξασφαλίζεται αυτή η θεμελιώδης συνθήκη. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει το δικό του χώρο και μέσα σ αυτόν να λειτουργεί “κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν”.

Η ελευθερία που είναι θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η Θέωση, εξασφαλίζεται μόνο με τη δυνατότητα απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας. Πώς μπορεί να είναι ελεύθερος ένας ενοικιαστής; Μπορεί κάθε στιγμή να του γίνει παρατήρηση κι αυτό σημαίνει ψαλίδισμα της ελευθερίας. Πώς μπορεί ν  απαγορεύσει στον κύριο του σπιτιού να μπει μέσα σ αυτό και να τον παρατηρήσει; Πώς μπορεί να είναι ελεύθερος ένας ενοικιαστής, όταν του απαγορεύεται να κάνει αυτό, που του δίνει χαρά; Μπορεί να δώσει χαρακτηριστικά στην κατοικία τέτοια, που να τον ικανοποιούν; Μπορεί να χαρεί τη συντροφιά κατοικίδιων ζώων, όταν ο ιδιοκτήτης δεν το θέλει; Αν αυτά συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ενοικίασης, συμβαίνουν ακόμα χειρότερα κατά τη διάρκεια της συμφωνίας. Πόσα παιδιά έχετε; Δε θέλουμε παιδιά σ  αυτήν την οικοδομή. Τι είδους ελευθερία είναι αυτή; Τι να κάνει ο φτωχός; Να φάει τα παιδιά του; Να μην κάνει παιδιά, για να βρει καλό  σπίτι; Όλοι αυτοί οι άθλιοι που πικραίνουν τους ανθρώπους με την ηλιθιότητα τους, εξοργίζουν το Θεό όσο τίποτε άλλο. Αν δεν υπήρχε το Μυστικό Σχέδιο, όλοι αυτοί ο ένας μετά τον άλλο να είναι βέβαιοι ότι θα είχαν εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο.

Ο Θεός τα γνωρίζει όλα αυτά και η πίκρα του αποτυπώνεται στο Λόγο του Υιού Του: (Λουκ. 9.58-9.59) "αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη." (Οι αλεπούδες έχουν τρύπες, καί τά πτηνά  τού ουρανού φωλιές, αλλ'ο Υιός τού ανθρώπου δέν έχει πού νά γείρη τό κεφάλι.). Αιώνες τώρα ο λατρεμένος του Θεού άνθρωπος ταλαιπωρείται και βασανίζεται μη έχοντας πουθενά ν ακουμπήσει. Αυτό που για τα ζώα είναι αυτονόητο, οι άλλοι το έκαναν πολυτέλεια για τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος πρέπει να γίνει οικοδεσπότης και όχι μόνον αυτό, αλλά ο οίκος του να είναι έκφραση της προσωπικότητας του. Δεν αρκεί να είναι κύριος ενός χώρου, που δεν τον εκφράζει, επειδή έτσι θέλησε το σύστημα κι οι οικονομικές του δυνατότητες. Το σπίτι του πρέπει να έχει όλα εκείνα τα στοιχεία, που τον ικανοποιούν κι είναι αποτέλεσμα της προσωπικής του ευαισθησίας.

Οι άνθρωποι δεν είναι δυνατό να κατοικούν σ όμοια σπίτια από τη στιγμή που δεν είναι όμοιοι μεταξύ τους. Η ιδιόκτητη κατοικία υπήρξε κι αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα, το όνειρο των φτωχών ανθρώπων. Θυσιάζουν τη ζωή τους δουλεύοντας ατελείωτες ώρες, για ν αποκτήσουν την πολυπόθητη στέγη. Αυτό το γνωρίζει το σύστημα κι έχει στήσει ένα τεράστιο μηχανισμό αφαίμαξης των φτωχών ανθρώπων. Αυτός ο μηχανισμός παρέχει τη δυνατότητα κλοπής από τη στιγμή που θ αγοραστεί η γη και δε σταματά μέχρι να μπει ο φτωχός μέσα στο σπίτι του. Το πρόβλημα της στέγης ξεκινά από τη γη και τον τρόπο διαχείρισης της και καταλήγει στο κόστος κατασκευής. Αν παρατηρήσει κάποιος με προσοχή τα σπίτια των ανθρώπων, θα δει ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ των σπιτιών στην επαρχία κι αυτών στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στη μεν επαρχία τα σπίτια είναι συνήθως μονοκατοικίες κάκιστης κατασκευής, ενώ στ αστικά  κέντρα πολυκατοικίες, που περιλαμβάνουν το σύνολο των ποιοτήτων στον τομέα κατασκευής. Μονοκατοικία σημαίνει μεγάλη επιφάνεια γης σε σχέση με τον αριθμό των ανθρώπων που τη χρησιμοποιούν, επομένως δυνατότητα  αυτού του τύπου κατοικίας έχουν, είτε οι φτωχοί, όπου η γη είναι φτηνή όπως στην επαρχία, είτε οι πολύ πλούσιοι στ ακριβά προάστια των μεγαλουπόλεων. Η πολυκατοικία αντίθετα ελαχιστοποιεί τη χρησιμοποιούμενη γη σε σχέση με τις ανάγκες στέγασης που καλύπτει.

Το πρόβλημα με τη γη που έχει άμεση επίπτωση και στο περιβάλλον, ξεκινά από την αθλιότητα, που διακρίνει το σύστημα στον τομέα της διαχείρισης της. Αγνοώντας την επαρχία, όπου τα προβλήματα είναι μικρότερου βαθμού, θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού σ αυτά δημιουργεί ανάγκες, που έχουν άμεση σχέση με την ομαλή λειτουργία τους. Δεν μπορεί σ ένα μέρος, όπου είναι συγκεντρωμένα εκατομμύρια ανθρώπων, να χτίζει ο καθένας όπου θέλει, αγνοώντας τις συνέπειες αυτής της ενέργειας για το κοινωνικό σύνολο. Εν ονόματι της ελευθερίας δεν μπορεί να χτίσει κάποιος το σπίτι του μέσα σ  ένα πάρκο που είναι κοινόχρηστο ούτε στη μέση μίας λεωφόρου, που εξυπηρετεί ανθρώπινες ανάγκες. Απ αυτήν την ανάγκη, λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης των πληθυσμών και για να διαχωριστεί η έννοια της “ελευθερίας” απ αυτήν της “ασυδοσίας” και οι “ευγενικοί” άνθρωποι από τους “θρασείς”, δημιουργήθηκε μία κοινώς αποδεκτή έννοια, που είναι το “σχέδιο πόλεως”. Το σχέδιο αυτό λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αναγκών, έχει ως στόχο να εξασφαλίσει τη λειτουργικότητα  του αστικού κέντρου. Προβλέπει χώρους όπου επιτρέπεται η δόμηση, κοινόχρηστους χώρους, χώρους αναψυχής.

Βλέπει ο αναγνώστης ότι είναι άκρως απαραίτητη η ύπαρξη του κι ευνοεί απόλυτα τους ανθρώπους. Απ αυτό το σημείο όμως και μετά, αρχίζει το άθλιο σύστημα και το μετατρέπει σε όπλο ενάντια των φτωχών και υπέρ των οικονομικών ισχυρών, που το στηρίζουν. Με το “σχέδιο πόλεως” καταφέρνουν οι κλέφτες και περιορίζουν στην πραγματικότητα το χώρο δόμησης, ώστε να πολλαπλασιάζουν την αξία της γης και άρα τον πλούτο αυτών που έχουν τη δυνατότητα να την αποκτήσουν. Το “σχέδιο πόλεως” είναι χρήσιμο μόνο στην περίπτωση κατανομής των διαφόρων υποχώρων κι άρα πρέπει να εκτείνεται προς κάθε κατεύθυνση χωρίς κανέναν περιορισμό.  Οι άθλιοι χρησιμοποιούν το “σχέδιο πόλεως” με σκοπό να περιορίσουν το σύνολο του χώρου και η επέκταση του γίνεται μόνον κάτω από συνθήκες ασφυκτικής πίεσης. Μ  αυτόν τον τρόπο αναγκάζουν τους ανθρώπους να κατοικούν σε σπίτια κλουβιά, των οποίων η αξία είναι εντελώς πλασματική. Μετατρέπουν τ αστικά κέντρα σε τσιμεντουπόλεις, όπου η ζωή γίνεται πραγματική Κόλαση.

Απ αυτήν την αφύσικη μετατροπή ξεκινά και η υποκρισία του συστήματος για το περιβάλλον. Μετατρέπει ένα χώρο σε Κόλαση και στο όνομα της προστασίας του δάσους δεν επιτρέπει την επέκταση του σχεδίου. Αυτό είναι υποκρισία από κάθε πλευρά, γιατί αν το σχέδιο της κάθε πόλης σχεδιαζόταν με διαφορετική φιλοσοφία και λάμβανε υπόψη του το περιβάλλον, οι μεγαλουπόλεις του τσιμέντου θα είχαν μορφή παρόμοια μ αυτή των πολυτελών προαστίων τους. Στην περίπτωση της Ελλάδας, έχουμε μία χώρα των δέκα εκατομμυρίων κι ενώ στην Αθήνα πνίγονται κυριολεκτικά οι άνθρωποι, υπάρχουν περιοχές, που έχουν πυκνότητα πληθυσμού μικρότερη του ενός κατοίκου ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Το “σχέδιο πόλεως” της Αθήνας του μισού ελληνικού πληθυσμού, έπρεπε να εκτείνεται προς κάθε κατεύθυνση με όρια τα όρια του κράτους. Όταν το “σχέδιο πόλεως”, που παίρνει όλους τους επιμέρους παράγοντες υπόψη του, έφτανε αυτά τα όρια, πράγμα αδύνατον, τότε και μόνον τότε θα υπήρχε ανάγκη κατασκευής πολυκατοικιών. Οι άθλιοι όμως προφασιζόμενοι την ευαισθησία για το  περιβάλλον που το βιάζουν όποτε τους συμφέρει, περιορίζουν το “σχέδιο πόλεως” σε όρια, που τους ευνοούν. Έτσι καταφέρνουν κι αισχροκερδούν σε βάρος των φτωχών ανθρώπων. Με βάση αυτές τις συνθήκες είναι πιο φτηνή υπόθεση ν αγοράσει κάποιος το σύνολο της ελληνικής γης εκτός Αθηνών, παρά την σχετικά ασήμαντη επιφάνεια όπου είναι  κτισμένη η Αθήνα.

Όσον αφορά τη θεωρία μας κι από τη στιγμή που υπάρχει μεταφορά του δευτερογενή τομέα στην επαρχία, η υπόθεση γη γίνεται μία ασήμαντη υπόθεση, αφού με την τρομακτική πτώση των πληθυσμιακών συγκεντρώσεων περιορίζεται η δυνατότητα εκμετάλλευσης των  ανθρώπων. Το άλλο μεγάλο πρόβλημα που έχει σχέση με την υπόθεση κατοικία, είναι ο τρόπος κατασκευής της και τα περιθώρια που αυτός εξασφαλίζει για εκμετάλλευση. Πώς θα σας φαινόταν αλήθεια, αν ο καπετάνιος ενός πλοίου, που εκτελεί δρομολόγια για την Αμερική, απαιτούσε να του αποδίδουν τιμές και φόρο σαν να ήταν ο Κολόμβος κάθε φορά που έμπαινε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης; Πώς θα του φαινόταν, αν κάθε φορά που κάποιος ήθελε ένα αυτοκίνητο, έρχονταν στην αυλή του επιστήμονες, μηχανικοί, σχεδιαστές, βιομηχανικοί εργάτες με στόχο την κατασκευή του; Όλα αυτά που φαίνονται παράλογα στον άνθρωπο, είναι λογικά και τα εφαρμόζει στην περίπτωση της κατοικίας, αφήνοντας τους άθλιους να τον κατακλέβουν.

Πρώτ απ όλα πρέπει ν αντιληφθούμε τη φύση αυτού που ονομάζουμε ιδιόκτητη κατοικία. Τι είναι κατοικία; Αγαθό; Προϊόν; Κατασκευαστικό έργο; Η κατοικία περιλαμβάνει το σύνολο των παραπάνω εννοιών κι αυτή η ιδιομορφία της φύσης της την κάνει πολύπλοκη στην ανάλυση. Είναι αγαθό, γιατί όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως την επιθυμούν και με την καταβολή κάποιου ποσού μπορούν να την αποκτήσουν. Προϊόν είναι, γιατί η ίδια η κατοικία είναι καρπός της εργασίας ανθρώπων. Όπως ένα αυτοκίνητο έχει μέσα του αξία τεχνολογίας κι εργασίας, με την ίδια λογική έχει και η κατοικία τα ίδια στοιχεία. Είναι επίσης κατασκευαστικό έργο, γιατί σ αντίθεση με τα προϊόντα που γνωρίζουμε, απαιτεί ειδικό σχεδιασμό προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες του χώρου κι επιπλέον απαιτεί για τη δημιουργία της κατ αποκλειστικότητα εργατικό δυναμικό. Δεν υπάρχει η λογική του δευτερογενή τομέα λόγου χάρη της γραμμής παραγωγής. Όλα αυτά τα στοιχεία δημιουργούν μία αρνητική κατάσταση για τους ανθρώπους κι εκεί βρίσκεται η δυνατότητα εκμετάλλευσης.

Σύμφωνα με τη θεωρία μας ένα προϊόν έχει την αξία της εργασίας του εργάτη, τα έξοδα παραγωγής και το κέρδος του βιομηχάνου. Αν είναι προϊόν η κατοικία, ποιο είναι το κόστος της; Πώς είναι δυνατό να πληρωθεί ένας οικοδόμος μισθό ίσο μ αυτόν ενός άλλου εργάτη, τη στιγμή που η δουλειά του είναι εποχιακή; Είναι δίκαιο να δουλεύει κάποιους μήνες και μετά ν αναζητά  εργασία σ άλλους τομείς; Ακόμα  κι αυτό να συμβεί, η κατάληξη πάλι θα είναι η ίδια, που σημαίνει εκμετάλλευση. Οι οικοδόμοι σιγά-σιγά θα εκλείψουν κι αυτοί, που θα μείνουν, λόγω της μεγάλης ζήτησης θ  απαιτήσουν υπεραξία. Γιατί θα πρέπει ν αρνηθούν τη μεγαλύτερη προσφορά του πλουσίου; Είναι επίσης κατασκευαστικό έργο. Ένα τέτοιο έργο απαιτεί παρουσία στον ιδιαίτερο χώρο του επιστημονικού, αλλά κι εργατικού δυναμικού. Ένα κατασκευαστικό  έργο απαιτεί την παρουσία του μηχανικού επιστήμονα κι αυτό έχει κόστος. Η κατοικία όμως ως αγαθό που είναι κι αφορά το σύνολο των ανθρώπων, απαιτεί εκατομμύρια τέτοιες επιστημονικές παρουσίες κι αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα. Ένα αυτοκίνητο που είναι επίσης αγαθό, από τη στιγμή που θα μπει στο εργοστάσιο για να παραχθεί, παύει πλέον το καθένα ξεχωριστά ν απαιτεί επιστημονική παρουσία. Το πρόβλημα όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, βρίσκεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος που επιθυμεί κατοικία είναι υποχρεωμένος να πληρώσει εργάτες,  ακόμα και για το χρόνο που δεν εργάζονται και έναν επιστήμονα, που ασχολείται αποκλειστικά με την περίπτωση του. Αν σ  όλα αυτά προστεθούν τα υλικά, που απαιτούνται για την οικοδόμηση και το σύνολο των υπεραξιών που κρύβουν μέσα τους, εύκολα καταλαβαίνουμε γιατί η ιδιόκτητη κατοικία είναι είδος πολυτελείας κι απαιτεί εξοντωτικές θυσίες από τον εργάτη.

Όλα τα προβλήματα όπως είναι φυσικό ξεκινούν από τα μεγάλα αστικά κέντρα και θα δούμε πώς επηρεάζουν τον τομέα της κατοικίας. Για αιώνες οι άνθρωποι έχτιζαν μόνοι τους τα σπίτια τους κι είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι οι πόλεμοι τους σκότωναν και όχι οι ανασφαλείς ιδιοκατασκευές. Η μεγάλη συγκέντρωση όμως των πληθυσμών στ  αστικά κέντρα και η εγκληματική διαχείριση της γης, οδήγησε στην κατασκευή πολύπλοκων και τεράστιων οικοδομημάτων, που απαιτούσαν ειδικές επιστημονικές γνώσεις για  τη δόμηση τους. Οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν αφύσικα ο ένας πάνω στον άλλο μέσα σε κλουβιά που οι άθλιοι ονομάζουν κατοικίες ανθρώπων. Όλα αυτά τα οικοδομικά συγκροτήματα είναι κατασκευαστικά έργα εφάμιλλα των άλλων μεγάλων έργων που κατασκευάζει ο άνθρωπος, όπως γέφυρες, αυτοκινητόδρομοι. Απαιτούν επιστημονική παρουσία, που είναι σε θέση να εγγυηθεί την ασφάλειά τους κι επιπλέον λόγω του μεγάλου αριθμού των ανθρώπων, που καλύπτουν τις ανάγκες τους, το κόστος της παρουσίας αυτής μοιράζεται. Με την πάροδο του χρόνου κι επειδή το σύστημα παιδείας παράγει συνεχώς επιστήμονες, αυτή η τακτική άρχισε να μεταδίδεται και στην επαρχία της μονοκατοικίας.

Για να προστατεύσει το άθλιο σύστημα τους δούλους του και να προστατευτεί στη συνέχεια απ αυτούς, επέβαλε την  παρουσία τους στο σύνολο των οικοδομικών δραστηριοτήτων. Έτσι με την ίδια λογική σύμφωνα με την οποία υπάρχει επιστήμονας κατά τη διάρκεια κατασκευής μίας μεγάλης γέφυρας, υπάρχει κι επιστήμονας κατά τη διάρκεια δόμησης μίας μονοκατοικίας τριών δωματίων. Πόσο όμως κοστίζει ένας μηχανικός στο φτωχό εργάτη; Ένας μηχανικός μπορεί να κάνει μέσα σε μία μέρα τη μελέτη μίας μονοκατοικίας κι αυτό αν δε χρησιμοποιήσει μία παλαιότερη. Το σύστημα θέλει αυτήν την ημέρα του μηχανικού ο εργάτης να την πληρώνει με μήνες εργασίας, για να ικανοποιηθεί ο δούλος του. Στην κοινωνία που προτείνει η θεωρία, ο άνθρωπος ζει σε τέτοιες κατοικίες, εφόσον βασική προϋπόθεση είναι η ελευθερία. Δεν πρέπει οι άνθρωποι να έχουν άλλους, ούτε πάνω από το κεφάλι τους ούτε κάτω από τα πόδια τους. Από τη στιγμή όμως που μιλάμε για μονοκατοικία, ο μηχανικός που εργάζεται για μία μέρα πώς θ αμειφθεί; Αν του στερηθούν οι υπεραξίες, θα πρέπει να χτίζει άπειρες κατοικίες, για να βγάλει το μισθό του εργάτη; Το πρόβλημα κι εδώ είναι η αποφυγή καθορισμού υπεραξίας, που από τα δεδομένα οδηγεί σε ανατροπή της θεωρίας για το ενιαίο μισθολόγιο.

Με κύριο δεδομένο ότι η κατοικία του ανθρώπου πρέπει να είναι μία μικρή κατασκευή, αυτό που έχουμε ως στόχο είναι πρώτον η μετατροπή της σε προϊόν και δεύτερον ο διαχωρισμός της από τα κατασκευαστικά έργα που γνωρίζουμε. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει η κατοικία να παράγεται μέσα από το δευτερογενή τομέα, που είναι ικανός να δώσει τους προκαθορισμένους μισθούς. Αυτό φαίνεται αρχικά αδύνατο, γιατί δεν μπορεί ένα εργοστάσιο να παράγει κατοικίες. Δεν μπορεί κάποιος να παραγγείλει σ ένα εργοστάσιο μία κατοικία και να πάρει ένα μέσον να τη μεταφέρει. Αυτό που μπορεί να γίνει είναι ότι το εργοστάσιο μπορεί να παράγει με τους εργάτες του δομικά στοιχεία της κατοικίας κι αυτό είναι δυνατό να δώσει δουλειά στους εργάτες στο σύνολο του χρόνου. Ο οικοδόμος δε θα μπορεί να έχει απαιτήσεις υπεραξίας από τη στιγμή που εξασφαλίζει δουλειά και σ εποχές, που η εξωτερική εργασία είναι αδύνατη.

Το άλλο μεγάλο κέρδος για τους ανθρώπους είναι ότι ο επιστήμονας μηχανικός μπαίνει μέσα στο εργοστάσιο και στην παραγωγή και το κόστος του επιβαρύνει το σύνολο των προϊόντων και όχι το κάθε προϊόν ξεχωριστά. Αν ένα εργοστάσιο έχει ετήσια παραγωγή εκατό κατοικιών, ο μηχανικός επιβαρύνει με το μισθό του το σύνολο αυτών και δεν αναζητά την υπεραξία μέσω των λίγων κατασκευών, όπως γίνεται σήμερα. Η κατοικία του ανθρώπου πρέπει να γίνει προϊόν, για να μειωθεί το κόστος της. Πρέπει ο άνθρωπος να πηγαίνει στο εργοστάσιο, να συζητά τις ιδιομορφίες της γης και τις απαιτήσεις του με το μηχανικό κι από εκείνο το σημείο κι ύστερα ν  αναλαμβάνει το εργοστάσιο την κατασκευή  των τμημάτων της κατοικίας είτε είναι καλοκαίρι είτε χειμώνας. Ο χώρος όπου σήμερα είναι εργοτάξιο κατασκευής, θα πρέπει να μετατραπεί σε χώρο συναρμολόγησης κι αυτό σημαίνει μείωση του χρόνου αποκλειστικής απασχόλησης εξειδικευμένων εργατών, όπως είναι οι οικοδόμοι. Αυτή η μείωση επιδρά ευεργετικά σ όλους, γιατί ένας συγκεκριμένος αριθμός εργατών πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες του προς κάλυψη των αναγκών.

Είναι άδικο ο φτωχός εργάτης να χρηματοδοτεί κατασκευαστικό έργο κι ό,τι αυτό συνεπάγεται, τη στιγμή που δε συντρέχει κανένας ιδιαίτερος λόγος. Έτσι επιβεβαιώνεται αυτό που αναφέραμε παραπάνω για τον καπετάνιο, που μπαίνει στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Είναι άδικο ο μηχανικός να πληρώνεται ως επιστήμονας, τη στιγμή που η κατοικία του ανθρώπου απαιτεί ελάχιστη επιστημονική  γνώση κι είναι θέμα ρουτίνας. Είναι άδικο η κάθε κατοικία ξεχωριστά ν απαιτεί χρήματα σε υπεραξία μεγάλου επιτεύγματος. Από τη στιγμή που ο εργάτης εξασφαλίζει μέσω της εργασίας του εύκολα την κατοικία του και το σύνολο των υπολοίπων καταναλωτικών αγαθών, η υπόθεση Θέωση είναι πολύ κοντά σ αυτόν.

Ένας άνθρωπος που είναι ικανοποιημένος και ξεκούραστος, δεν έχει κανένα λόγο να φέρεται κατά τρόπο αντίθετο απ  αυτά που πιστεύει κι είναι τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, που δόθηκαν από το Δημιουργό. Η πολυπόθητη ελευθερία έρχεται μόνον όταν υπάρχουν εκείνες οι συνθήκες, που δεν τρομάζουν τον άνθρωπο. Όταν υπάρχει δυνατότητα ν απολαμβάνει τα πάντα ανεξάρτητα από τις όποιες επιλογές του, τότε και μόνον παύει να υπάρχει η μοιχεία, η πορνεία και το ψεύδος. Σήμερα όλα αυτά δεν ισχύουν. Πρέπει ο άνθρωπος να σκεφτεί, αν πρέπει ή δεν πρέπει να γίνει μοιχός, αν θέλει ν  απολαύσει μία κατοικία που είναι αδύνατο  να την αποκτήσει μέσω της εργασίας. Πρέπει να σκεφτεί πώς θα μιλήσει και πώς θα φερθεί απέναντι σ έναν άνθρωπο που απεχθάνεται, επειδή είναι διευθυντής του και μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να τον απολύσει στερώντας του την υπεραξία.

Ο Θεός θέλει τον άνθρωπο χαρούμενο κι ευτυχισμένο κι αυτό γίνεται μόνον όταν υπάρχει ελευθερία. Μιλώντας για ελευθερία ερχόμαστε και στο μεγάλο θέμα των δούλων. Όσοι εισπράττουν για οποιονδήποτε λόγο υπεραξία είναι δούλοι κι αυτό γιατί είναι υποχρεωμένοι να ζουν και να φέρονται όπως επιθυμεί αυτός, που τους δίνει το δικαίωμα υπεραξίας. Είπαμε ότι ο εργάτης είναι ελεύθερος και τέλειος. Μπορεί να κάνει ό,τι θέλει κι αυτό γιατί ο μισθός του είναι αποτέλεσμα της εργασίας του και όχι αποτέλεσμα εύνοιας. Ο άνθρωπος που αμείβεται μ αυτόν τον τρόπο, είναι αδύνατο να ελεγχθεί στην προσωπική του ζωή. Μπορεί ένας βιομήχανος να τρομάζει έναν εργάτη με απόλυση, επειδή συζεί με μία γυναίκα, χωρίς να είναι παντρεμένοι ή να του επιβάλλει ένα στυλ ντυσίματος; Τι έχει να χάσει ο εργάτης από την απόλυση του; Την υπεραξία; Όπου και να πάει είναι το ίδιο κι αυτό σημαίνει ότι επιλέγει ως χώρο εργασίας εκεί που υπάρχει σεβασμός ως προς το άτομο του. Ένας δούλος όμως; Εισπράττει υπεραξία κι είναι δούλος και μέσα στο χώρο της εργασίας του και έξω απ αυτόν. Μπορεί ένας καθηγητής να συζεί με μία γυναίκα και να ντύνεται όπως του αρέσει, αδιαφορώντας για τα επιθυμητά από το σύστημα πρότυπα; Μπορεί ένας γιατρός να είναι ντυμένος πανκ; Το ντύσιμο ή το κούρεμα δεν έχουν σχέση με τις γνώσεις ή τη γενικότερη επιστημονική κατάρτιση κι όμως ένας γιατρός θα πρέπει να τ αποδεικνύει όλα αυτά, ακολουθώντας πρότυπα, που περιορίζουν την ελευθερία του. Οι δούλοι είναι δυστυχισμένοι, γιατί παρακολουθούνται από τους κυρίους τους μέρα και νύχτα. Είναι υποχρεωμένος ένας δούλος να κοιμάται με μία γυναίκα που σιχαίνεται, μόνον και μόνον επειδή το διαζύγιο τον θέτει σε αμφισβήτηση.

Αυτό που μας ενδιαφέρει σ  αυτό το σημείο είναι κατά πόσο ο Χριστός επιτρέπει την είσπραξη υπεραξίας και ποια η άποψή Του για τους ανθρώπους, που υπηρετούν άλλους ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους  είναι κι οι δούλοι. Το σύνολο σχεδόν των δούλων στηρίζουν την υπεραξία τους στην έννοια της “προσφοράς”. Προσφέρουν τις καλύτερες υπηρεσίες και σύμφωνα με τη λογική τους παίρνουν τους καλύτερους μισθούς. Ο μισθός της υπεραξίας προέρχεται από την ομάδα, που δέχεται τις υπηρεσίες τους. Ο αρχηγός ενός κράτους παίρνει την υπεραξία από τους υπηκόους της χώρας που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Δεν υπάρχει ένα παγκόσμιο ταμείο όπου να συμμετέχουν όλοι οι λαοί και να πληρώνουν όλους τους δούλους. Οι “υπηρετούμενοι” πληρώνουν τους “υπηρέτες” τους. Ο χριστιανός ιερέας δεν πληρώνεται από μουσουλμάνους, αλλά από χριστιανούς. Ο διευθυντής της Mercedes δεν πληρώνεται από τους κόπους των εργατών της BMW αλλά από τους εργάτες που υποτίθεται ότι υπηρετεί με το γνωστό τρόπο.

Απ αυτό το σημείο κι έπειτα, ξεκινά ένας προβληματισμός, που έχει ως αντικείμενο τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των ανθρώπων. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι; Η προσφορά του Παστέρ προς την ανθρωπότητα είναι όμοια μ αυτήν ενός βιομηχανικού εργάτη, που σ όλη του τη ζωή επαναλάμβανε μία κίνηση; Αυτό είναι αδύνατο να το δεχτεί ένας λογικός άνθρωπος και θα ήταν άδικο. Ο Παστέρ υπηρέτησε τους ανθρώπους κι ανάμεσα σ αυτούς είναι κι ο παραπάνω εργάτης. Το παιδί αυτού του εργάτη ζει με μεγαλύτερη ασφάλεια μετά από τους άπειρους κόπους του επιστήμονα. Ο υπηρέτης είναι ο επιστήμονας κι ο υπηρετούμενος ο απλός άνθρωπος. Ο Υιός του Ανθρώπου ήρθε να υπηρετήσει τους ανθρώπους κι απ Αυτόν μέχρι και τον πιο ασήμαντο άνθρωπο, που κάνει απλά τη ζωή των ανθρώπων πιο χαρούμενη, είναι όλοι υπηρέτες. Ένας άνθρωπος που μ ένα αστείο μπορεί να δώσει χαρά σ έναν άλλο άνθρωπο, είναι τρομερά αγαπητός στο Θεό. Οι ηλίθιοι που φορτώνουν στους ανθρώπους μιζέρια απ αυτήν που κουβαλούν  μέσα τους, είναι απλά μισητοί.

Με γνώση όλων αυτών βλέπουμε ότι οι άνθρωποι διαχωρίζονται μεταξύ τους με τρόπο απόλυτα σαφή. Ο Χριστός γνωρίζει αυτήν τη διαφορά και την προσδιορίζει με τον τελειότερο τρόπο. (Ματθ. 20.25-20.28) "οίδατε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και  οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. ουχ ούτως έσται εν υμίν, άλλ' ός εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ός εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος. ώσπερ ό Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψηχήν αυτού λύτρον αντί πολλών." (Ξέρετε ότι οι άρχοντες τών εθνών τά καταδυναστεύουν καί οι μεγάλοι τά καταπιέζουν. Αυτό δέν θά γίνεται μεταξύ σας, αλλ' εκείνος, πού θέλει να γίνη μεταξύ σας μεγάλος, θά είναι υπηρέτης σας, καί εκείνος, πού θέλει νά είναι μεταξύ σας πρώτος, αυτός θά είναι δούλος σας, όπως ακριβώς ο Υιός τού ανθρώπου δέν ήλθε νά υπηρετηθή αλλά νά υπηρετήση καί νά δώσητήν ζωήν του λύτρον διά πολλούς.). Ο Χριστός δεν ισοπεδώνει τις αξίες των ανθρώπων και προσφέρει τη δόξα που δικαιούται ο καθένας μας ξεχωριστά. Δόξα και τιμή για ένα μεγάλο επιστήμονα, που υπηρετεί την ανθρωπότητα, αλλά επίσης δόξα και τιμή για έναν άξιο πατέρα, που υπηρετεί τα παιδιά του.

Ο Θεός δεν αδικεί κανένα σ  όποιο επίπεδο κι αν τοποθετείται με βάση τις ιδιαίτερες ικανότητες του. Η δόξα όμως αφορά τους υπηρέτες και η υπηρεσία τους υπόλοιπους. Σύμφωνα με τη λογική του Χριστού, Δόξα και μάλιστα προερχόμενη από το Θεό δε δικαιούται ο υπηρετούμενος. Περνώντας από  την αφηρημένη έννοια της “δόξας” στη συγκεκριμένη έννοια της “αμοιβής”, ο Χριστός είναι πάλι σαφής: (Ματθ. 10.8-10.11) "ασθενούντας  θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε, δαιμόνια εκβάλλετε. δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε. μη κτήσησθε χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών, μη πήραν εις οδόν μηδέ δύο χιτώνας μηδέ υποδήματα μηδέ ράβδον. άξιος γαρ ό εργάτης της τροφής αυτού έστιν." (Ασθενείς νά θεραπεύετε, νεκρούς νά ανασταίνετε, λεπρούς νά καθαρίζετε, δαιμόνια νά διώχνετε. Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δώσατε. Νά μήν πάρετε ούτε χρυσάφι ούτε ασήμι ούτε χάλκινα νομίσματα εις τήν ζώνην σας, ούτε οδοιπορικόν σάκκον, ούτε δύο υποκάμισα, ούτε υποδήματα, ούτε ραβδί, διότι ο εργάτης έχει δικαίωμα νά τρέφεται.). Ποιος είναι πιο πολύτιμος για τους συνανθρώπους του; Ένας δικηγόρος ή ένας που ζωοποιεί νεκρούς; Ένας μηχανικός ή ένας που εκβάλλει δαιμόνια; Όταν ο Χριστός δε δίνει δικαίωμα είσπραξης υπεραξίας σ αυτούς, που είναι υπερπολύτιμοι, πώς είναι δυνατό να δώσει στους υπόλοιπους; Όλοι οι άνθρωποι παίρνουν τα πάντα δωρεάν κι ως εκ τούτου δε δικαιούνται υπεραξία. Ένας μηχανικός πήρε  την εξυπνάδα, που απαιτείται για την επιστήμη του απευθείας από το Θεό, ενώ οι γνώσεις που παίρνει είναι προϊόν μόχθου απείρων ανθρώπων, που δέχτηκαν κι αυτοί με τη σειρά τους τη δωρεά. Τα έξοδα που μπορεί να σκεφτεί κάποιος ότι απαιτούν οι σπουδές, είναι κλοπή των δούλων και δεν έχει καμία απολύτως σχέση ο Θεός. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει λαμπρός επιστήμονας και μέσα στο σπίτι του, όταν υπάρχουν τ απαραίτητα δεδομένα.

Η γνώση είτε προέρχεται από τον Ίδιο το Θεό είτε από τον Υιό Του σαν άνθρωπο, δίνεται δωρεάν κι όποιος επεμβαίνει σ  αυτό το σημείο είναι ψεύτης και κλέφτης. Η αναφορά του Χριστού στον εργάτη προσδιορίζει με τρόπο απόλυτο την άποψη Του. Κανένας δεν έχει την απαίτηση από ένα γιατρό να εργάζεται δωρεάν μόνο για να υπηρετεί. Απλά θα πρέπει να πληρώνεται γι αυτήν καθαυτήν την εργασία του και όχι για τις γνώσεις, που του δίνουν τη δυνατότητα άσκησης της. Τα έργα του καθενός που είναι αποτέλεσμα της γνώσης του, προσφέρουν δόξα, ενώ ο πλούτος είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της εργασίας.

Αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που σύμφωνα με το Λόγο του Χριστού είναι άνθρωποι του Θεού κι αυτή η ιδιότητα τους ξεχωρίζει, τι μπορεί να υποθέσει κάποιος για τους χριστιανούς ιερείς. Είναι άνθρωποι του Θεού; Ποτέ δεν αφήνουν τους ανθρώπους να χαρούν, παρά τους φορτώνουν με τη δική τους προσωπική μιζέρια, που προέρχεται από τη μοιχεία. Είναι υπηρέτες; Δικαιούνται δόξα; Πώς είναι δυνατό να είναι κάποιος υπηρέτης, όταν δέχεται την υπηρεσία άλλων και παίρνει δόξα ανάλογη με το αξίωμα του; Πώς είναι δυνατό να είναι υπηρέτης κάποιος, που παίρνει μισθό υπεραξίας, ο οποίος προέρχεται από την κλοπή του κόπου των φτωχών; Είναι άγιος αυτός, που κάνει φιλανθρωπίες με κλεμμένα λεφτά; Πού βρίσκει τα λεφτά ένας επίσκοπος; Γιατί δεν πρότεινε στο νεανίσκο ο Χριστός να γίνει ένας φιλάνθρωπος ιερέας; Αναφερόμαστε στους ιερείς, γιατί είναι οι αρχιδούλοι του συστήματος και μ αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται ο Λόγος του Χριστού: (Μάρκ. 12.40) "οι κατεσθίοντες τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι. ούτοι λήψονται περισσότερον κρίμα." (Αυτοί πού τρώγουν τάς περιούσιας τών χηρών καί γιά πρόφασι κάνουν μακράς προσευχάς, αυτοί θά κατακριθούν περισσότερον.) . Απ αυτούς στην κορυφή της πυραμίδας ως τους φτωχούς υπηρέτες του συστήματος στη βάση, όλοι είναι κατακριτέοι κι ένοχοι.

Back to content | Back to main menu