Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Διαχωρίζει με απόλυτο τρόπο τη γνώση από την εργασία ο Χριστός και καλύπτει τη θεωρία στο σύνολο του εύρους της. Διαχωρίζεται το κεφάλαιο-γνώση από το κεφάλαιο-πλούτος και το καθένα αποδίδεται σ αυτούς που ανήκει. Το κεφάλαιο-γνώση στο σύνολο των ανθρώπων, αφού αυτοί είναι παιδιά του Θεού και παιδιά των προηγούμενων γενιών, που το δημιούργησαν. Ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά έχει δικαίωμα να κατέχει και να χρησιμοποιεί τη γνώση όπως αυτός νομίζει, είτε πρόκειται για τη γνώση του Θεού-Πατέρα είτε για τη γνώση της τεχνολογίας των ανθρώπων. Οι κύριοι του πλούτου έχουν δικαιώματα κτήσης μόνον πάνω σ αυτό, που είναι δικό τους δημιούργημα και προϊόν δικής τους θυσίας. Σ αυτό το σημείο τελειώνει και η οικονομική ανάλυση ενός ομογενούς χώρου, όπως η Γερμανία-μελέτης που επιλέξαμε.

Ο άνθρωπος όμως έχει κι άλλες ανάγκες πέρα από την επιθυμία γι απόλαυση υλικών αγαθών. Μπορεί ένας άνθρωπος να μετατρέψει τη δυστυχία του σ ευτυχία κατοικώντας σ ένα όμορφο σπίτι κι οδηγώντας ένα υπέροχο αυτοκίνητο; Αν συνέβαινε αυτό, τότε εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο θ απολάμβαναν την Αιώνιο Ζωή, πράγμα που όμως δε συμβαίνει. Το αυτοκίνητο ή το ψυγείο είναι σύγχρονες επινοήσεις, ενώ το πρόβλημα της ευτυχίας και του τρόπου προσέγγισης της είναι πανάρχαιο και ταυτόχρονα επίκαιρο. Ο άνθρωπος είναι δυστυχισμένος κι αυτή η δυστυχία ξεκινά από την παιδική του ηλικία κι ο Χριστός μας πληροφορεί ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να σκανδαλίζουν. Το σύνολο των δεινών που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο προέρχονται από την έλλειψη ελευθερίας στο θέμα της προσωπικής του ζωής. Ο άνθρωπος είτε πλούσιος είτε φτωχός μπορεί να είναι ευτυχισμένος, όταν όμως είναι δούλος αυτό είναι αδύνατον. Ο άνθρωπος που γίνεται δούλος εξαιτίας του συστήματος είναι τραγικά θνητός και ζει στο απόλυτο σκοτάδι. Τι ακριβώς όμως είναι η ελευθερία; Ποια είναι τα όρια της; Πώς είναι δυνατόν αυτά τα όρια να προστατεύουν τους ανθρώπους από τους θρασείς και ασύδοτους; Πού τελειώνει η πραγματική ελευθερία κι αρχίζει η αυθαιρεσία; Για να τ αντιληφθεί όλα αυτά ο άνθρωπος, θα πρέπει κατ αρχήν ν αντιληφθεί το λόγο ύπαρξης του και την αξία της ζωής.

Ο άνθρωπος δε γεννιέται με σκοπό να εργάζεται για τους κυρίους του, ούτε να πολεμά για τους βασιλιάδες του. Ο άνθρωπος γεννιέται για να χαίρεται, επειδή είναι Υιός του Θεού κι ο Πατέρας θέλει αυτήν τη χαρά να τη μοιραστεί με τον Υιό. Έχοντας ως θεμέλιο αυτό καθαυτό το νόημα της ζωής, που είναι η χαρά, πάνω σ αυτό κτίζεται μία νέα φιλοσοφία που αφορά τον άνθρωπο ως ον ξεχωριστό και τον άνθρωπο ως μέλος της κοινωνίας. Όταν κατανοήσουμε ότι η ζωή είναι το μεγαλύτερο δώρο, που δίνεται στον άνθρωπο από το Θεό με σκοπό τη χαρά, είναι αδύνατο να δεχτούμε οποιαδήποτε επέμβαση πάνω στη ζωή ανθρώπου από άνθρωπο. Όταν ο Κύριος χαρίζει τα πολλά, είναι αδύνατον οι δούλοι να μη χαρίζουν τα λίγα. Όταν ένας άνθρωπος που έχει εξουσία κι επομένως χρωστά στον Κύριο, δε χαρίζει τα χρέη των ανθρώπων, θα έρθει στιγμή που ο Κύριος θα τον λιώσει όπως δε φαντάζεται. Η φιλοσοφία της ελευθερίας είναι άμεσα συνδεδεμένη μ αυτήν της προσφοράς. Διάφοροι σοφοί μέσα στο χρόνο υποστήριξαν ότι η ελευθερία έχει άμεση σχέση με τα δικαιώματα. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να λειτουργεί με βάση τα δικαιώματα του άλλου. Αυτό είναι λάθος και δεν μπορεί ν ακολουθήσει τη θεία ευφυΐα, που διέπει τον άνθρωπο.

Τα δικαιώματα μετατρέπουν τον άνθρωπο σε στατικό ον κι αυτό σημαίνει ότι ο προσανατολισμός του στη ζωή είναι αμυντικός. Μ αυτήν τη λογική ο άνθρωπος πρέπει ν αμύνεται για συνθήκες που αυτός νομίζει απαραίτητες, πράγμα που σημαίνει ότι η διαφορά στην προσωπική φιλοσοφία του καθενός οδηγεί σε συνθήκες τριβής. Υπάρχει πρόβλημα, όταν ένας υπερευαίσθητος άνθρωπος απαιτεί δικαιώματα, που, αν κατοχυρωθούν για όλους, καταστρέφουν τη δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.  Η θεία ευφυΐα θέλει να υπάρχει δυναμική στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων κι αποτέλεσμα αυτής να είναι η τέλεια κατάσταση. Η δυναμική αυτή δημιουργείται μόνον αν το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε ανθρώπου προσανατολιστεί προς την κατεύθυνση της προσφοράς.

Πριν όμως ασχοληθούμε με τη δυναμική στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία, θα δούμε τις συνθήκες που είναι απαραίτητες, για να νιώθει ελεύθερος ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά. Ποιος είναι ελεύθερος; Η ελευθερία κατ αρχήν, όπως προσδιορίσαμε σ άλλο σημείο, ξεκινά από την οικονομική άνεση. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ελεύθερος, όταν είναι δούλος των αναγκών του. Από τη στιγμή που οι ανάγκες παύουν να αγχώνουν τον άνθρωπο, τότε και μόνο μπορούμε να μιλάμε για ελευθερία. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος με πολύ λίγα, αλλά βασικά γι αυτόν πράγματα. Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που μοιράζεται τη ζωή και το σπίτι του με το σύντροφο που επέλεξε μέσω του έρωτα και όχι μέσω του συμφέροντος. Ο μοιχός δεν είναι ελεύθερος, γιατί αναγκάζεται να κοιμάται και να ξυπνάει δίπλα σε μία γυναίκα που το λιγότερο τον απωθεί. Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος, που έχει φίλους κι αυτό, γιατί χωρίς φίλους η ζωή είναι τρομερά φτωχή. Ο φίλος θυσιάζεται για το φίλο κι όταν ακόμα δε συντρέχει λόγος θυσίας, αυτό το συναίσθημα και μόνον είναι ικανό να δώσει χαρά. Ένας άθλιος δούλος δεν είναι ελεύθερος, γιατί οι ψευδοφίλοι που επέλεξε με κριτήρια ωφελιμότητας, δεν είναι ικανοί να δώσουν αυτό το συναίσθημα. Το συναίσθημα αυτό ξεκινά από τον ίδιο τον άνθρωπο και δεν έχει πάντα σχέση με τα συναισθήματα των άλλων. Όταν κάποιος είναι άθλιος κι επιλέγει φίλους από συμφέρον, ανεξάρτητα από το πόσο τον αγαπούν ή όχι, γιατί όλα είναι δυνατά, η φτώχεια των συναισθημάτων προέρχεται από την ψυχή του αθλίου. Όταν γνωρίζεις ότι δεν είσαι σε θέση να κάνεις την παραμικρή θυσία για τους άλλους, είσαι βέβαιος ότι μ αυτόν τον τρόπο σκέφτονται κι οι άλλοι κι αυτό είναι δυστυχία. Είναι καλύτερα να θυσιάζεσαι για τους άλλους έστω κι άδικα. Αυτό γιατί κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του χρόνου ζεις την ψευδαίσθηση που δίνει το συναίσθημα, ενώ η απογοήτευση είναι στιγμιαία. Όταν ο φίλος δεν ανταποκριθεί όταν πρέπει, το πρόβλημα είναι δικό του και όχι δικό σου.

Μ αυτά τα δύο βασικά στοιχεία αρχίζει και κτίζεται το οικοδόμημα, που ονομάζεται κοινωνία. Η τρομερή θεϊκή ευφυΐα σ αυτό το σημείο αποκαλύπτεται. Η συνύπαρξη εκ πρώτης όψεως δημιουργεί υποχρεώσεις, συνεπώς περιορισμό της ελευθερίας, στην πραγματικότητα όμως η ελευθερία επιτυγχάνεται μόνο με συνύπαρξη. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος όχι όταν ζει ως θηρίο μόνος του, αλλά όταν συνυπάρχει με τους ανθρώπους που αγαπά. Αυτό επιβεβαιώνει και τα όσα αναφέραμε για προσανατολισμό προς την έννοια της “προσφοράς”. Όταν ο άνθρωπος ζει μέσα σε μία κοινωνία που την αποτελούν άνθρωποι τους οποίους αγαπά, δεν απαιτεί δικαιώματα, αλλά προσφέρει ό,τι μπορεί. Το πρόβλημα της σημερινής κοινωνίας είναι ότι αναγκάζει τους ανθρώπους να συνυπάρχουν,  χωρίς να σέβεται τις επιλογές τους. Όταν άνθρωποι, που δεν έχουν επαφές μεταξύ τους και άρα αισθήματα φιλίας αναγκάζονται να συνυπάρξουν, τότε περνάμε από την έννοια της “προσφοράς” σ αυτήν του “δικαιώματος”. Ο ερωτευμένος άνθρωπος θυσιάζεται για τον έρωτα του, ενώ ο μοιχός είναι υποχρεωμένος να σέβεται τα δικαιώματα της συζύγου. Ο φίλος θυσιάζεται για το φίλο, ενώ ο γείτονας είναι υποχρεωμένος να σέβεται τα  δικαιώματα του γείτονα. Η κοινωνία των ανθρώπων είναι χτισμένη με τέλεια υλικά, αλλά με λανθασμένο τρόπο.

Σ άλλο σημείο της θεωρίας αναφέραμε ότι η οικογένεια είναι το βασικό κύτταρο της κοινωνίας και καθρέφτης αυτής. Τέλεια οικογένεια κι ατελής κοινωνία δεν υπάρχει, όπως και το αντίστροφο. Από τη στιγμή όμως που θεωρούμε την κοινωνία ατελή, σημαίνει ότι αυτή η ατέλεια υπάρχει και στην οικογένεια. Το πρόβλημα ξεκινά από την έννοια του “γάμου” μέσα στην πατριαρχική κοινωνία, που αποτελεί και την προϋπόθεση δημιουργίας της. Ο γάμος ως πλαίσιο είναι εντελώς λανθασμένος κι επηρεάζει με τη φύση του τη δυναμική στις σχέσεις των ανθρώπων. Τι είναι ο γάμος; Ποιος τον επιθυμεί; Ποια η  άποψη του Χριστού; Ο έρωτας όπως και η φιλία είναι τα στοιχεία, που δένουν μέχρι θανάτου τους ανθρώπους μεταξύ τους. Είναι λογικό όμως οι φίλοι να υπογράφουν συμβόλαια φιλίας; Αν δεν είναι λογικό αυτό, γιατί θα πρέπει να είναι το συμβόλαιο του γάμου. Για τον έρωτα και το γάμο μιλήσαμε σ άλλο σημείο, ενώ εδώ μας ενδιαφέρει αυτός καθαυτός ο Λόγος του Χριστού. Σ ερώτηση των μαθητών Του λέει: ((Ματθ. 19.10-19.12) "λέγουσιν αυτώ οι μαθηταί αυτού. ει ούτως εστίν ή αιτία του ανθρώπου μετά της γυναικός, ου συμφέρει γαμήσαι. ο δε είπεν αυτοίς. ου πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον, αλλ' οις δέδοται. εισί γαρ ευνούχοι οίτινες εκ κοιλίας μητρός εγεννήθησαν ούτω, και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνουχίσθησαν υπό των ανθρώπων, και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνούχισαν εαυτούς  διά την βασιλείαν των ουρανών. ο δυνάμενος χωρείν χωρείτω." (Οι μαθηταί του λέγουν, "Αν έτσι έχη τό πράγμα μεταξύ τού ανδρός καί τής γυναικός, δέν συμφέρει νά έλθη κανείς εις γάμον". Αυτός δέ τούς είπε, "Δέν είναι όλοι εις  θέσιν νά δεχθούν τόν λόγον αυτόν, αλλ' εκείνοι εις τούς οποίους έχει δοθή. Διότι υπάρχουν ευνούχοι, οι οποίοι από τήν κοίλια τής μητέρας τους εγεννήθηκαν έτσι. Καί υπάρχουν εθνούχοι, οι οποίοι έγιναν ευνούχοι από τούς ανθρώπους, καί υπάρχουν ευνούχοι, οι οποίοι μόνοι τούς έγιναν ευνούχοι διά τήν βασιλείαν τών ουρανών. Όποιος μπορεί νά τό δεχθή, άς τό δεχθεί".). Όταν ο Χριστός λέει ότι ο Δημιουργός έπλασε τους άντρες και τις γυναίκες με τρόπο ώστε να γίνονται “σάρκα μία”, αυτό σημαίνει ότι όταν ο Χριστός μιλά για ευνούχους, μιλά για κάτι άλλο από τη σεξουαλική ανικανότητα.

Ο άνθρωπος γεννιέται τέλειος και σεξουαλικά ικανός μέσα από την κοιλιά της μητέρας του. Ο Χριστός γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει και μέσα στην κοινωνία και στους ανθρώπους και γι αυτό ακριβώς τοποθετείται μ αυτόν τον τρόπο. Ευνούχος σε μία αρσενική κοινωνία, που λειτουργεί μ εξουσία, είναι αυτός που την αρνείται είτε λόγω αδυναμίας φυσικής είτε λόγω εξωτερικής παρέμβασης είτε λόγω επιλογής. Όταν ο γάμος συνεπάγεται εξουσία, που δεν είναι φυσιολογική, φυσικό είναι κάποιοι να την αρνηθούν. Ο ευαίσθητος άντρας που γεννήθηκε μ αυτό το χαρακτηριστικό δεν μπορεί να τη δεχτεί και άρα με τα μέτρα της κοινωνίας είναι ευνούχος. Ευνούχος είναι επίσης κι ο ιερέας της υποχρεωτικής αγαμίας. Αυτός μπορεί να την υπομένει, αλλά μη μπορώντας να ξεχωρίσει τη θεία θέληση από τις ανθρώπινες εντολές, αφήνεται να ευνουχιστεί. Ευνούχος είναι κι αυτός που αγωνίζεται για τη Βασιλεία των Ουρανών. Ένας επιστήμονας που γνωρίζει ότι η εξουσία και η ευθύνη της οικογένειας του στερούν το σύνολο των δυνατοτήτων να υπηρετήσει τις φιλοδοξίες του, αυτοευνουχίζεται αρνούμενος να παντρευτεί. Ένας ποιητής που συνειδητά δεν παντρεύεται, αγωνίζεται για τη Βασιλεία των Ουρανών, ενώ ένας ηλίθιος θρησκόληπτος, που αυτοακρωτηριάζεται, αγωνίζεται για τη βασιλεία της ηλιθιότητάς  του. Ο ευνούχος είναι αυτός που δεν παντρεύεται και όχι ο ανίκανος. Μπορεί κάποιος να συζεί με μία γυναίκα και να είναι “σάρκα μία”, άρα να υπάρχει σεξουαλική σχέση, αλλά να είναι ευνούχος. Ν αρνείται να πάρει στους ώμους του το φορτίο που συνεπάγεται ο γάμος. Αυτή η άρνηση συνδέει την έννοια “ευνούχος” που χρησιμοποιεί ο Χριστός με την ερώτηση των μαθητών. Οι μαθητές ρωτούν, αν συμφέρει κι όχι αν πρέπει ή αν δεν πρέπει. Επειδή ακριβώς το θνητό άντρα δεν τον συμφέρει η εξουσία, ο Χριστός απαντά μ  αυτόν τον τρόπο.

Ο γάμος είναι καταστροφή για τον άνθρωπο, αλλά αυτό το καταλαβαίνουν μόνοι όσοι τους επιτρέπεται να καταλάβουν. Από τους υπόλοιπους όποιος μπορεί να το δεχτεί ελεύθερα, μπορεί να το κάνει. Είναι αδύνατον ο Θεός να επιβάλλει στους ανθρώπους που αγαπά ένα πλαίσιο όπως αυτό του γάμου. Ο άνθρωπος δεν είναι ζώο για να μεταφέρονται τα δικαιώματα κατοχής του μέσω συμβολαίων. Αιώνες τώρα οι γυναίκες σέρνονται στην εκκλησία για να υπογράψουν τα συμβόλαια πίστης στο νέο ιδιοκτήτη τους. Δικαίωμα να ενώνει τους ανθρώπους έχει μόνον ο Θεός και κανένας άλλος. Οποιαδήποτε ένωση που δεν εμπεριέχει την έννοια του “έρωτα”, που είναι δώρο του Θεού, είναι μία άθλια συναλλαγή, που έχει νόημα μόνο στα σκλαβοπάζαρα. “ο ουν ο Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω”. Όλη η αθλιότητα των ανθρώπων που έχουν συμφέρον από το γάμο βρίσκεται σ αυτήν την παράβλεψη. Ο άσχετος, ο αστοιχείωτος, ο βδελυρός ιερέας αγνοώντας παντελώς το Λόγο του Χριστού, παριστάνει το Θεό και βυθίζει στο σκοτάδι τα “κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν” παιδιά Του.

Η άλλη απόδειξη για την άποψη του Χριστού στο θέμα του γάμου βρίσκεται στην περίπτωση του γάμου στην Κανά. Όλο το τελετουργικό του χριστιανικού γάμου στηρίζεται σ αυτήν την παρουσία. Ο Χριστός ήταν προσκαλεσμένος σ αυτόν το γάμο και ζητήθηκε η βοήθεια Του. Κάποιος που γνωρίζει τις Γραφές, γνωρίζει ότι ο Χριστός προσφέρει ως άμπελος οίνο. Ο οίνος, η γνώση του Χριστού, ζητήθηκε σ αυτόν το γάμο, αλλά αυτός αρνήθηκε. Ο Χριστός ποτέ δε λέει ψέματα και άρα κάτι άλλο συμβαίνει. (Ιωάν. 2.3-2.6) "και υστερήσαντος οίνου λέγει η μήτηρ του Ιησού προς αυτόν. οίνον ουκ έχουσι. λέγει αυτή ο Ιησούς. τι εμοί και σοι, γύναι; ούπω ήκει η ώρα μου. λέγει η μήτηρ αυτού τοις διακόνοις. ό τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε." (Όταν εσώθηκε τό κράσι, η μητέρα τού Ιησού τού λέγει, "Δέν έχουν κρασί". Ο Ιησούςτής λέγει, "Τί επεμβαίνεις σ' εμέ, γυναίκα; Δέν ήλθε ακόμη η ώρα μου". Λέγει η μητέρα του εις τούς υπηρέτας, "Κάνετε ό,τι σάς πή".). Ο Χριστός γνωρίζει τις δυνατότητές Του κι αυτές είναι τεράστιες σε σχέση με τη μετατροπή του νερού σε οίνο. Η άρνηση του Χριστού έχει να κάνει με τη γνώση και όχι με τη δυνατότητα πραγματοποίησης ενός θαύματος. Ο Χριστός είπε: “ούπω ήκει η ώρα μου”, κι αυτό ακριβώς εννοούσε. Ποτέ δεν ευλόγησε και κανένα γάμο με τη γνώση Του, που έχει μορφή οίνου. Ο οίνος που δίνεται στο γάμο είναι αποκλειστικά θέλημα της μητέρας Του, που δε γνωρίζει αυτά που γνωρίζουν Πατέρας και Υιός. Από τη στιγμή που υπάρχει Μυστικό Σχέδιο, που βρίσκεται σε εξέλιξη, θεωρούμε και θα δούμε σ άλλο σημείο γιατί ο Χριστός υπέκυψε στη θέληση της μητέρας Του. Βλέπουμε ότι σύμφωνα με το Λόγο του Χριστού η ένωση είναι τέλεια μόνο στην περίπτωση κατά την οποία παίρνει μέρος ο Θεός κι αυτή η ένωση από τα δεδομένα είναι μέχρι τέλους, αφού ο άνθρωπος είναι μεικτός. Ενώ για τη φιλία ορίζεται η έννοια της “αυτοθυσίας”, στην περίπτωση του έρωτα είναι αυτονόητη.

Σύμφωνα με το σύνολο των παραπάνω δεδομένων έχουμε τα παρακάτω στοιχεία: μία κοινωνία ανθρώπων διασκορπισμένη στο χώρο  και μακριά από τη λογική των αστικών κέντρων. Αυτή η διασπορά των ανθρώπων ακολουθείται κι από την αντίστοιχη διασπορά δραστηριοτήτων μέσω των οποίων εξασφαλίζεται ο  πλούτος. Μέσω αυτών των συνθηκών εξασφαλίζεται πλήρης ελευθερία. Ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να είναι συνεπής μόνο στην εργασία του, άσχετα αν ίσως αυτό το χαρακτηριστικό δεν τον διακρίνει στην ιδιωτική του ζωή, και ν ανέχεται, αν μπορεί να ειπωθεί αυτό γι ανθρώπους τη συνύπαρξη του για ορισμένες ώρες με ανθρώπους που ο ίδιος δεν ελέγχει. Ο άνθρωπος μόνο στο χώρο της εργασίας του και σ αυτόν το χρόνο δεν έχει δικαίωμα να κρίνει τους συνεργάτες του. Αυτό είναι αρμοδιότητα κι ευθύνη των εργοδοτών του. Το μόνο δικαίωμα που έχει ο εργάτης είναι στο χώρο της εργασίας να σέβονται τα δικαιώματα του και την προσωπικότητα του και ύψιστο δικαίωμα του είναι να εγκαταλείψει την εργασία του, όταν δεν υπάρχουν οι παραπάνω συνθήκες. Από τη στιγμή όμως που θα εγκαταλείψει το χώρο εργασίας, είναι απόλυτα ελεύθερος να συναναστρέφεται αυτούς που ο ίδιος θεωρεί φίλους του. Οι γειτονιές αυτής της κοινωνίας είναι γειτονιές φίλων και όχι ανθρώπων ξένων μεταξύ τους, που βρίσκονται στην ίδια οικονομική κατάσταση, όπως συμβαίνει σήμερα. Όταν ο διπλός άνθρωπος κατοικεί σ  αυτές τις συνθήκες, τότε και μόνον τότε χτίζεται η κοινωνία του Θεού.

Αυτή η κοινωνία μόνον προσφέρει την Αιώνιο Ζωή και σ αυτήν την κοινωνία μόνο μπορεί να σταθεί αυτό που λέει ο Χριστός στην ερώτηση του νομικού: (Λουκ.  10.25-10.29) "Και ιδού νομικός τις ανέστη εκπειράζων  αυτόν και λέγων. διδάσκαλε, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; ο δε είπε προς αυτόν. εν τω νόμω τι γέγραπται; πώς αναγινώσκεις; ο δε αποκριθείς είπεν. αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν. είπε δε αυτώ. ορθώς απεκρίθης. τούτο ποίει και ζήση. ο δε θέλων δικαιούν εαυτόν είπε προς τον Ιησούν. και τις εστί μου πλησίον;" (Ένας νομικός εσηκώθηκε μέ σκοπόν νά τόν πειράξει καί τού είπε, "Διδάσκαλε, τί νά κάνω διά νά κληρονομίσω ζωήν αιώνιον;". Αυτός δέ τού είπε, "Εις τόν νόμον τί είναι γραμμένον; Τί διαβάζεις;". Εκείνος απεκρίθη, "Νά αγαπήσης Κύριον τόν Θεόν σου μέ όλην τήν καρδιά σου καί μέ όλην τήν ψυχήν σου καί μέ όλην τήν δύναμίν σου καί μέ όλην τήν διάνοιάν σου καί τόν πλησίον σου όπως τόν εαυτόν σου". "Ορθά αποκρίθηκες", είπε ο Ιησούς, "κάνε αυτό καί θά ζήσης". Εκείνος όμως ήθελε νά δικαιώση τόν εαυτόν του καί είπε εις τόν Ιησούν, "Καί ποιός είναι ο πλησίον μου;".). Ο Χριστός έδειξε το μίσος Του για τους άθλιους κι από τη στιγμή που διαθέτει αυτό το συναίσθημα σημαίνει ότι κι ο άνθρωπος, που είναι όμοιος Του, το διαθέτει επίσης. Δεν είναι δυνατό ν  αγαπά ο άνθρωπος όπως τον εαυτό του έναν άνθρωπο που δεν εγκρίνει κι επομένως είναι αδύνατο να του επιβληθεί αυτό το πράγμα από το Θεό. Είναι καθαρή υποκρισία να δηλώνει κάποιος ότι αγαπά όπως τον εαυτό του το σύνολο των ανθρώπων που έρχεται σ επαφή μαζί τους. Όταν όμως οι άνθρωποι αποκτήσουν το δικαίωμα και τον πλούτο να κατοικούν κοντά σ ανθρώπους που αγαπούν, όλα αυτά είναι αυτονόητα. Ο πλησίον είναι ο φίλος κι ο φίλος ο πλησίον. Ο βλάκας ο νομικός αγνοεί ότι είναι παιδί της μοιχείας και δεν μπορεί ν αντιληφθεί ότι το σύστημα του επιβάλλει ανθρώπους πλησίον του, που ναι μεν δεν τους εγκρίνει, αλλά είναι υποχρεωμένος να τους ανέχεται. Τη ζωή του ο άνθρωπος πρέπει να την περνά σ  ένα περιβάλλον που εγκρίνει κι αυτό σημαίνει ανάμεσα σε φίλους.

Απ αυτό το δεδομένο και μετά όλη του η κοινωνική δραστηριότητα ακολουθεί αυτό που ονομάζει ο Χριστός χρυσό κανόνα. (Ματθ. 7.12) "Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς. ούτος γαρ έστιν ο νόμος και οι προφήται." (Όλα όσα θέλετε νά σάς κάνουν οι  άνθρωποι, κάνετε καί σείς τά ίδια σ' αυτούς. Αυτός είναι ο νόμος καί οι προφήται".). Τα πάντα βρίσκονται μέσα σ αυτές  τις λίγες λέξεις. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος βρίσκεται σε όμορφο γι αυτόν περιβάλλον, μπορεί να λειτουργήσει μ αυτόν τον τρόπο. Δεν είναι στατικός,  όπως υποδεικνύει η φράση με τα δικαιώματα,  αλλά ενεργητικός. Προσφέρει στο περιβάλλον του ό,τι θα τον ευχαριστούσε αν του προσφερόταν. Ακόμα και η περίπτωση των ανθρώπων που δε συμπαθεί, καλύπτεται. Αν κάποιοι φέρονται άσχημα σ ανθρώπους που αυτός δε συμπαθεί, πάλι πρέπει να ενεργήσει υπέρ τους, αφού μπορεί να έρθει στιγμή που μία τέτοια ενέργεια αυτών θα τον ικανοποιούσε. Πρέπει ο άνθρωπος να δρα πάντα καλοπροαίρετα και μ όλη την πνευματική του ισχύ υπέρ των ανθρώπων γενικά, άσχετα αν ανάμεσα σ αυτούς είναι και άνθρωποι που δε συμπαθεί.

Αυτή ακριβώς είναι η λογική του προσανατολισμού της ανθρώπινης ευφυΐας προς την κατεύθυνση της προσφοράς προς τον πλησίον και όχι προς την κατεύθυνση των δικαιωμάτων. Η κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει, αν ο καθένας σκέφτεται τα δικαιώματα του κι εκεί εξαντλεί το πνεύμα του. Ο αγώνας για την ελευθερία των ανθρώπων πρέπει να είναι συνεχής, και στο γενικότερο επίπεδο και όχι όταν η απειλή φτάσει έξω από την πόρτα του καθενός από εμάς, όπως υποδεικνύει η λογική των δικαιωμάτων. Μέσα σ αυτές τις συνθήκες ο άνθρωπος ζει ελεύθερος και μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο ιδανικό.

Το πρόβλημα όμως που προκύπτει σ αυτό το σημείο είναι ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και λειτουργεί αυτόνομα, όταν έχει ολοκληρωθεί. Ο άνθρωπος δε γεννιέται ολοκληρωμένος ως προσωπικότητα. Είναι σωστό ν αφήνεται το παιδί ελεύθερο ν ακολουθήσει τις επιλογές του; Ποια είναι τα δικαιώματα για το παιδί και τι σημαίνει ελευθερία γι αυτό; Μπορεί ένα παιδί δέκα χρόνων ν  απαιτήσει δικαιώματα αυτοδιάθεσης; Πριν  δούμε αυτά καθ αυτά τα δικαιώματά του και τις απαραίτητες συνθήκες για την ανάπτυξή του, πρέπει να τονίσουμε ότι ο Θεός είναι δίκαιος με τον υιό Του τον άνθρωπο κι αποτέλεσμα αυτής της δικαιοσύνης, αλλά και της αγάπης, είναι η δυνατότητα τεκνοποίησης. Ο Δημιουργός, αν το ήθελε, θα μπορούσε να κάνει τον άνθρωπο ν αναπαράγεται όπως τα ζώα στη φύση. Μία μητέρα θα γεννούσε το παιδί της κι ενστικτωδώς θα το μεγάλωνε μέχρι τη στιγμή που θα ήταν ικανό να επιβιώσει. Τα πάντα θα είχαν προσανατολιστεί προς την κατεύθυνση της επιβίωσης. Ένα ζώο από τη στιγμή που θα φτάσει σ  αυτό το σημείο ωρίμανσης, εγκαταλείπει τη μητέρα του κι ακολουθεί το ένστικτό του.

Όμως στην περίπτωση του ανθρώπου τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο άνθρωπος είναι “κατ εικόνα και καθ  ομοίωσιν” του Θεού κι αυτό σημαίνει ότι η κρίση είναι ανώτερη από το βασικό ένστικτο, που του έχει δοθεί. Η Θέωση είναι θέμα κρίσης και όχι ενστίκτου. Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την κρίση κι αυτό το χαρακτηριστικό είναι αυτό που τον ξεχωρίζει. Το μεγαλύτερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο μετά τη ζωή είναι η κρίση. Του δίνει ζωή και μέσω της κρίσης τη Θέωση. Το αμέσως επόμενο δώρο σε αξία είναι η δυνατότητα τεκνοποίησης. Δεν έχει η ζωή και η Θέωση για τον άνθρωπο την πραγματική της αξία, αν δεν υπάρχει η τεκνοποίηση. Ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι απόλυτα όμοιος με το Θεό. Δεν αρκεί να ζει κάποιος σαν Θεός, αν δεν μπορεί να λειτουργεί σαν Αυτόν. Ο Θεός γεννά Θεό κι ο Θεός-άνθρωπος Θεό-άνθρωπο. Η άκρως απαραίτητη συνθήκη για την τεκνοποίηση είναι ο έρωτας. Είναι τόσο σημαντικός, γιατί γεννά ο διπλός άνθρωπος της “σάρκας μίας” και όχι οι δύο ξεχωριστοί άνθρωποι. Αυτή η βασική συνθήκη είναι αναντικατάστατη, γιατί είναι η μοναδική, που προστατεύει το ίδιο το παιδί. Πρέπει οι γονείς να είναι “σάρκα μία”, γιατί μέχρι τη στιγμή της ωρίμανσης του παιδιού υπάρχει γι αυτό η έννοια της “εξουσίας”. Ο ώριμος άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέγει ότι επιθυμεί κι όχι το παιδί. Το παιδί δεν είναι δυνατό να μεγαλώνει εκτός ελέγχου.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι από τη στιγμή που υπάρχει εξουσία, κάποιος πρέπει να την ασκήσει. Η εξουσία που φτάνει ακόμα και στη σωματική βία, όταν οι συνθήκες είναι ακραίες, δίνεται αποκλειστικά στο θηλυκό άνθρωπο, που είναι η μητέρα. Η μητέρα και μόνον έχει τη δυνατότητα άσκησης της εξουσίας. Η μητέρα γεννά το παιδί μέσα από τη σάρκα της κι αυτή το εξουσιάζει. Αυτό το δικαίωμα της το εξασφαλίζει το μητρικό της ένστικτο, που την οδηγεί στην αυτοθυσία. Ο άνθρωπος που θυσιάζεται για το παιδί σε κάθε στιγμή, είναι ο άνθρωπος, που μπορεί να φέρει το βάρος της εξουσίας. Όταν η μητέρα αδικεί συστηματικά τον εαυτό της υπέρ των παιδιών της, είναι αδύνατο να χρησιμοποιήσει άσχημα την εξουσία. Αυτό προκύπτει από το Λόγο του Χριστού: (Λουκ. 22.25-22.27) "οι βασιλείς των εθνών κυριεύουσιν αυτών, και οι εξουσιάζοντες αυτών ευεργέται καλούνται. υμείς δε ουχ ούτως, αλλ' ο μείζων εν υμίν γινέσθω ως ο νεώτερος, και ο ηγούμενος ως ο διακονών. τις γαρ μείζων, ο ανακείμενος ή ο διακονών; ουχί ο ανακείμενος; εγώ δε ειμι εν μέσω υμών ως ο διακονών." (Οι βασιλείς τών εθνών γίνονται κύριοι αυτών καί εκείνοι πού τά εξουσιάζουν ονομάζονται ευεργέται. Σείς όμως μή κάνετε τό ίδιο, αλλ' ο μεγαλύτερος μεταξύ σας άς φέρεται όπως ο νεώτερος καί ο αρχηγός σάν υπηρέτης. Διότι ποιός είναι μεγαλύτερος, εκείνος πού κάθεται εις τό τραπέζι ή εκείνος πού υπηρετεί; Δέν είναι εκείνος πού κάθεται εις τό τραπέζι; Εγώ όμως είμαι μεταξύσας σάν υπηρέτης.). Η οικογένεια είναι μία μικρή κοινωνία κι όσο κι αν ψάξει κάποιος μέσα σ αυτήν αυταπάρνηση κι αυτοθυσία στην προσφορά και την υπηρεσία προς τους άλλους, δε θα βρει κάποιον άλλο εκτός από τη μητέρα. “Μείζων” στην οικογένεια είναι πάντα η μητέρα. Είναι αυτή, που θα σκοτωθεί στη δουλειά και θα τρέξει να υπηρετήσει τα παιδιά της, που δεν εργάζονται.

Ο αρσενικός άνθρωπος, ο πατέρας, δεν έχει κανένα δικαίωμα στην εξουσία. Για τον πατέρα ο Θεός έχει προετοιμάσει τον ύψιστο ρόλο, που μπορεί να δοθεί κι είναι αυτός του Θεού. Το πιο ευφυές ον στον πλανήτη ο άντρας, είναι ο Θεός του παιδιού του. Ο πατέρας, όταν η κοινωνία γίνει ιδανική κι ο άνθρωπος θ απολαμβάνει την Αιώνιο Ζωή, θα είναι απόλυτα όμοιος με το Θεό. Ο Θεός με τα χαρακτηριστικά του Πατέρα δεν εξουσιάζει παρά δίνει. Ακριβώς επειδή είναι Παντοδύναμος, δίνει οτιδήποτε μπορεί να Του ζητηθεί. (Ματθ. 7.10-7.12) "ει ουν υμείς, πονηροί όντες, οίδατε δόματα αγαθά διδόναι τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς δώσει αγαθά τοις αιτούσιν αυτόν;" (Εάν λοιπόν σείς, πού είσθε κακοί, ξέρετε νά δίνετε ωφέλιμα πράγματα εις τά παιδιά σας, πόσο μάλλον ο Πατέρας σας ο ουράνιος θά δώση αγαθά πράγματα εις εκείνους, πού τόν παρακαλούν;). Όταν ακόμα και στην κοινωνία της μοιχείας οι πατέρες δίνουν ό,τι μπορούν στα παιδιά τους, εννοείται ότι αυτή η απαίτηση προσφοράς του ρόλου τους δεν είναι βάρος γι  αυτούς. Ο πατέρας σαν Θεός πρέπει να δίνει ό,τι του ζητούν κι αυτό σ  έναν κόσμο όπου τα υλικά αγαθά κατακτώνται εύκολα σημαίνει ότι το κύριο  βάρος της προσφοράς θα έχει να κάνει με το πνεύμα. Ο πατέρας δεν πρέπει ν αλλάξει τη ρευστή φύση του κι αυτό σημαίνει ότι στην οικογένεια θα πρέπει να έχει δύο ρόλους. Ο πρώτος έχει να κάνει με τον έρωτα κι ο δεύτερος με τη φιλία. Ο πατέρας είναι ο μεγάλος και πανίσχυρος φίλος του παιδιού, δημιουργώντας μ αυτόν τον τρόπο μία σχέση μ αυτό αιώνια.

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση ο άντρας ν ασκεί εξουσία. Η εξουσία για τον άντρα είναι εκτός φύσεως κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υποστεί μετάλλαξη. Η μετάλλαξη αυτή είναι η κύρια αιτία εισόδου του ψέματος μέσα στην οικογένεια. Αυτό γίνεται, γιατί ο άντρας είναι πονηρός κι έξυπνος ταυτόχρονα. Επειδή γνωρίζει τι σκέφτεται ο γιος του, προσπαθεί να τον αποτρέψει με παγίδες. Η γνώση αυτή προέρχεται από την ομοιότητα. Όταν το παιδί είναι ανήσυχο και θέλει να κάνει μία υπερβολή, ο πατέρας, που κι αυτός βρισκόταν κάποτε στην ίδια φάση, θ  αναγκαστεί να του πει ψέματα κι αυτό θα οδηγήσει σε μία τεράστια αλυσίδα ψεμάτων εκατέρωθεν. Απ αυτήν τη νέα κατάσταση αρχίζει και λειτουργεί μία εξουσία, που καταστρέφει και τον πατέρα και το παιδί. Ο πατέρας όταν τιμωρεί, τις περισσότερες φορές είναι άδικος, γιατί τιμωρεί με τρόπο, που τον θέτει σ αμφισβήτηση.

Η μητέρα που είναι ο φυσικός φορέας της εξουσίας, δεν έχει αυτό το πρόβλημα. Επειδή δε γνωρίζει πώς σκέφτεται το παιδί, ενεργεί ενστικτωδώς, άμεσα, απόλυτα και πάντα αποτελεσματικά. Σταματά την υπερβολή εκεί που εκείνη κατανοεί και όχι εκεί που η αντρική ευφυΐα προϋπολογίζει. Ο άντρας μπορεί να θεωρεί ότι η υπερβολή βρίσκεται σε κάτι που αυτός προσωπικά επιχείρησε και κινδύνευσε, πράγμα που είναι εντελώς υποκειμενικό. Η γυναίκα αντίθετα θεωρεί ενστικτωδώς τα πάντα επικίνδυνα, αφού δεν επιχείρησε η ίδια σχεδόν τίποτε απ αυτά. Μέσα απ αυτές τις συνθήκες γεννιέται ο τέλειος άνθρωπος. Ο άνθρωπος που γνωρίζει να κινείται μέσα στα πλαίσια μίας εξουσίας ελεύθερος κι ο άνθρωπος, που γνωρίζει να εκτιμά την προσφορά. Η εξουσία της μητέρας μαθαίνει στο παιδί ότι ο σεβασμός των ορίων που είναι ιδανικά, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για ν απολαύσει το σύνολο των αγαθών που μπορεί να προσφέρει η οικογένεια. Μαθαίνει ότι η εξουσία αυτή δεν παρακάμπτεται με ψέματα και πονηριές, αφού είναι ενστικτώδης. Η γενική φιλοσοφία της μητέρας μαθαίνει στο παιδί ότι την εξουσία και τη δυνατότητα τιμωρίας έχει αυτός που, όταν έχει στα χέρια του το ψωμί, το μοιράζει σ όλους και σ αυτόν μένει αυτό που περισσεύει.
Στον αντρικό κόσμο όλα συμβαίνουν αντίθετα, οι πονηριές είναι το μέσο για την επιτυχία και η κατοχή της εξουσίας εξασφαλίζει την καλύτερη σειρά στο μοίρασμα. Οι άνθρωποι αναγκάζονται να γίνουν ψεύτες κι υποκριτές για να επιβιώσουν σ έναν κόσμο φτωχό και γεμάτο κλοπή. Μέσα από την οικογένεια, όπου την εξουσία έχει η μητέρα, το παιδί βγαίνει στην κοινωνία κι αφού μάθει τους κανόνες λειτουργίας της από το σοφό πατέρα, τους σέβεται μέχρι θανάτου. Όταν η μητέρα τού επιβάλλει με την εξουσία της το σεβασμό προς το χώρο που ζει αυτό και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, το παιδί υποσυνείδητα μεταφέρει αυτόν το σεβασμό σ όλους τους χώρους που αυτό λειτουργεί και για το σύνολο της ζωής του. Όταν σέβεται κάποιος το χώρο που ζει από μικρός, σέβεται εύκολα και το χώρο εργασίας του μεγάλος.

Ο Χριστός μιλά για τα παιδιά κι από το Λόγο Του προκύπτει καθαρά η γνώση για τη φύση του. Λέει: (Ματθ. 11.25-11.26) "εξομολογούμαί σοι, πάτερ, κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις." (Σέ δοξάζω Πατέρα, Κύριε τού ουρανού καί τής γής, διότι έκρυψες αυτά από σοφούς καί ευφυείς καί τά εφανέρωσες σε νήπια.). Απ αυτήν τη φράση ξεκινά όλη η φιλοσοφία για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Το παιδί δεν πρέπει ν αντιμετωπίζεται ως ένα ον, που δεν έχει κρίση κι ως εκ τούτου θα πρέπει να δουλευτεί σαν ένα ζώο, που θα μεταμορφωθεί σε άνθρωπο. Το παιδί έχει μέσα του άπειρη θεία ύλη κι αυτό σημαίνει ότι αυτό, που του λείπει, είναι η υπόδειξη του πλαισίου μέσα στο οποίο θα πρέπει να ζει και η γνώση. Το παιδί έναντι του ενήλικα υστερεί μόνο στον προσδιορισμό της θέσης του μέσα στον κόσμο και στον τομέα της γνώσης. Δε γνωρίζει ότι η κοινωνία των ανθρώπων λειτουργεί με ορισμένους κανόνες και δεν είναι δυνατό να γνωρίζει πώς λειτουργεί ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Όταν παίζουν τα παιδιά κι αδικεί το ένα το άλλο, αυτό οφείλεται στην έλλειψη γνώσης των κανόνων κι αυτό δίνεται από τους γονείς.

Όλα τ άλλα στοιχεία, που είναι βέβαια και τα σημαντικότερα, είναι σχεδόν πλήρως ανεπτυγμένα. Όταν σε μία οικογένεια υπάρχει ένα μικρό παιδί που μόλις έχει αρχίσει ν αποκτά επαφή με το περιβάλλον, οι γονείς θα πρέπει πάντα να προσέχουν τι λένε και τι κάνουν. Ένας μικρός άνθρωπος έχει πάντα τα μάτια και τ  αυτιά του ανοιχτά και παρακολουθεί τα πάντα νύχτα και μέρα. Οι γονείς που μαλώνουν μεταξύ τους ή με άλλους ανθρώπους μπροστά στο παιδί, είναι εγκληματίες. Όταν το παιδί βλέπει αυτές τις συνθήκες, είναι αδύνατο να διαπαιδαγωγηθεί αρμονικά κι αυτό γιατί, όπως αναφέραμε και στην αρχή, τα χαρακτηριστικά του είναι δοσμένα από το Θεό κι αυτό σημαίνει ότι απορροφά συνέχεια πληροφορίες  και μόνον. Όταν οι γονείς καβγαδίζουν, αυτό που ενδιαφέρει είναι η εικόνα που βλέπει και όχι η έτοιμη γνώση για το σωστό. Το σωστό το αντιλαμβάνεται μέσα από την εμπειρία. Ο καβγάς ως πληροφορία μένει στο μυαλό του, γιατί είναι πιο ισχυρός ως ερέθισμα από τη συμβουλή της μητέρας για την αποφυγή του καβγά. Δεν είναι δυνατόν οι γονείς να φέρονται μεταξύ τους ως εχθροί και να έχουν την εντύπωση ότι το παιδί θ αντιλαμβάνεται αυτά που αυτοί του μεταφέρουν.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος τι είδους άνθρωποι γεννιούνται μέσα από οικογένειες μοιχείας. Όταν ο καβγάς και η γκρίνια είναι η μόνιμη κατάσταση κι όταν ο πατέρας εξουσία είναι σκληρός στην τιμωρία, αλλά ευάλωτος στην πονηριά, το αποτέλεσμα είναι ν αναπαράγονται μοιχοί με τάση προς την εκμετάλλευση των άλλων. Γι  αυτούς η κοινωνία είναι ένας εχθρός που, αν τον νικήσουν μ οποιοδήποτε μέσο, θα κατορθώσουν ν απολαύσουν  τα πάντα. Μαθαίνει το παιδί να λέει ψέματα στον πατέρα του και το ίδιο κάνει αργότερα στη δουλειά του και στο φιλικό του περιβάλλον. Απ αυτά όλα συμπεραίνουμε ότι η μητέρα είναι ό,τι πολυτιμότερο για το παιδί στη μικρή ηλικία, γιατί αυτή είναι η μόνη, που μπορεί να θέσει τα σωστά θεμέλια, που οδηγούν στη Θέωση. Ο ρόλος του πατέρα ξεκινά αργότερα κι αυτό, γιατί πρέπει πρώτα ο μικρός άνθρωπος να μάθει να λειτουργεί μέσα στην οικογένεια ως μέλος της και μετά ν αρχίσει ν αναζητά τη γνώση πάνω σ ότι τον απασχολεί, σημαντικό ή ασήμαντο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η απόδειξη αυτού που αναφέραμε σ άλλο σημείο, ότι το παιδί είναι ορφανό, όταν δεν έχει μητέρα, ενώ η έλλειψη του πατέρα το κάνει τρομερά φτωχό. Η μητέρα μπορεί να καλύψει για ένα διάστημα το κενό του πατέρα κι αυτήν τη δυνατότητα της την εξασφαλίζει η θεία πρόνοια. Το πρόβλημα όμως με την έλλειψη του πατέρα, όταν αρχίζει κι εμφανίζεται, είναι ικανό να βυθίσει στη δυστυχία το παιδί. Ο μεγάλος κι ισχυρός φίλος, όταν δε βρίσκεται κοντά στο παιδί του, δημιουργεί ανασφάλειες και φοβίες, που επηρεάζουν την υπόλοιπη ζωή του. Το χαμόγελο του πατέρα είναι η απόδειξη για το παιδί ότι τίποτε δεν μπορεί να το απειλήσει. Όταν ο Θεός βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο, οι νύχτες περνούν ήσυχα και χωρίς φόβο για το μικρό κι ανασφαλή άνθρωπο. Τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς πατέρα μπαίνουν φοβισμένα και γεμάτα ανασφάλεια μέσα στην κοινωνία, που όλους αυτούς τους αιώνες δεν έπαψε να πίνει το αίμα των ανθρώπων. Όταν το παιδί βλέπει ότι ο πατέρας του που τον θεωρεί πανίσχυρο, ανίκητο και πάνσοφο, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά δεν τα χρησιμοποιεί εναντίον του μέσω της εξουσίας, αλλά για να το υπηρετεί, αρχίζει και μαθαίνει να εκτιμά την προσφορά. Μαθαίνει από τη μητέρα του ότι η εξουσία προϋποθέτει θυσίες, ενώ από τον πατέρα του μαθαίνει ότι η ισχύς και η ευφυΐα έχουν ως στόχο την προσφορά. Όταν κατορθώσουν οι γονείς και περάσουν αυτά τα στοιχεία μέσα στην ψυχή του παιδιού, δεν έχουν να φοβούνται τίποτε για το μέλλον του.

Το μόνο που απομένει είναι να βλέπουν μέρα με τη μέρα τον άνθρωπο που έφεραν στον κόσμο να γίνεται όλο και πιο όμοιος με το Θεό. Πώς μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να μπει στο σάπιο κόσμο που ζούμε σήμερα; Πώς μπορεί να γίνει δούλος για ν απολαύσει λίγη εξουσία; Πώς μπορεί να κλείνει τα μάτια του, όταν αδικείται ο συνάνθρωπος του; Είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος να τεμπελιάζει την ώρα εργασίας του, όταν η παρατήρηση θίγει την αξιοπρέπεια του; Είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν είναι εργοδότης να χρησιμοποιεί τον πλούτο του, για να προσβάλλει τους εργάτες; Όλη αυτή η ισορροπία των ρόλων μέσα στην οικογένεια δημιουργεί συνθήκες, που, χωρίς να επιβαρύνουν κανέναν, οδηγούν στον πιο βαθύ αλληλοσεβασμό. Όταν ένας άνθρωπος μαθαίνει να σέβεται, επειδή ακριβώς τον σέβονται, μαθαίνει να εκτιμά τη ζωή και ν  αγαπά τους ανθρώπους. Το παιδί είναι το πιο φτωχό κι ανίσχυρο μέλος της οικογένειας κι αυτό το γνωρίζει. Όταν αυτό το μέλος αντιμετωπίζεται με σεβασμό, το βέβαιο είναι ότι, όταν θα ενταχθεί στην κοινωνία των ανθρώπων, ανεξάρτητα από το αν είναι πλούσιος ή όχι, θα κατανοεί πλήρως τη θέση των εργατών και των ανίσχυρων. Θα έχει ζήσει κάτω από τέτοιες συνθήκες και θα είναι σε θέση να σέβεται τους ανθρώπους, αποδίδοντας τους αυτά που δίκαια απαιτούν.

Back to content | Back to main menu