Κορυφή σελίδας
Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Καινή Διαθήκη - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Καινή Διαθήκη

Πράγματι στερείται η δυνατότητα από έναν άνθρωπο να γεννηθεί. Όμως όλα αυτά ισχύουν για το Θεό και μόνο για την ίδια τη γυναίκα, που γνωρίζει τον πόνο που αυτή η πράξη δημιουργεί. Όταν η γυναίκα έχει φτιαχτεί ειδικά από το Θεό για να γεννά ανθρώπους, που όταν ωριμάσουν οι συνθήκες θα γίνουν Θεοί-άνθρωποι, σημαίνει ότι ως μητέρα είναι όμοιά Του. Ο Θεός της έδωσε χαρακτηριστικά όμοια με τα δικά Του, τα θεϊκά, εφόσον κι Αυτός γεννά κι έτσι γυναίκα-μητέρα και Θεός σ’ αυτό το θέμα ταυτίζονται. Όμως οι υποκριτές γιατί ωρύονται; Γιατί επικαλούνται το Θεό; Απλούστατα, γιατί, αν νομιμοποιηθούν οι αμβλώσεις κι επειδή οι άνθρωποι στο σύνολο τους συμφωνούν ότι πρόκειται γι’ αδικία, τότε πρέπει να συμβούν ορισμένα πράγματα.

Για ν’ αποφύγουμε αυτήν την κατάσταση, που είναι απαράδεκτη, είναι απαραίτητο να ενημερώσουμε τον κόσμο. Πρέπει να ενημερωθεί η νεολαία για τον έρωτα, για την προφύλαξη, για ν’ αποφευχθεί μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Όμως το σύστημα τρέμει και μόνο στην ιδέα ότι πρέπει να ενημερώσει τους νέους και πολύ περισσότερο τις νέες πάνω στο θέμα του σεξ. Αιώνες τώρα το θέμα αυτό είναι ταμπού για όλον τον κόσμο και πολύ περισσότερο για τις νέες κοπέλες. Το σύστημα δε θέλει να ενημερώσει, γιατί απλούστατα επιθυμεί την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Την επιθυμεί, γιατί μία ελεύθερη και τις περισσότερες φορές φτωχιά κοπέλα —οι πλούσιοι σ’ όλες τις κοινωνίες βρίσκουν λύσεις— που στερείται της δυνατότητας άμβλωσης, γίνεται αντικείμενο των χειρότερων σχολιασμών. Σύσσωμη η κοινωνία πέφτει πάνω της να την κατασπαράξει κι αυτή και την οικογένεια της. Η πόρνη, που ονομάζεται κοινωνία, χύνει όλο της το φαρμάκι σε μία νέα κοπέλα, που ακολούθησε απλά τη φύση της και το Δημιουργό. Δεν εγκλημάτησε, ούτε επόρνευσε. Έγινε “σάρκα μία” μ’ αυτόν που ήθελε. Δε γνώριζε τίποτε για τον έρωτα, επειδή αυτός θεωρείται πάντα σκοτεινό θέμα. Δεν προφυλάχθηκε, γιατί δε γνώριζε κι αυτό, γιατί δεν επιτρέπεται να γνωρίζει.

Η πατριαρχική κοινωνία χρειάζεται ανθρώπους-θύματα, για να κρίνει και μ’ αυτόν τον τρόπο να επιβιώνει και η ίδια. Τη γυναίκα-θύμα την κατακρίνει, όχι επειδή θέλει να τιμωρήσει αυτήν την ίδια αλλά, επειδή θέλει να τρομάζει τις υπόλοιπες. Αν κατορθώσει αυτό, που αιώνες τώρα καταφέρνει, στερεί από τους νέους τη δυνατότητα να γευτούν τον έρωτα και στη συνέχεια να γίνουν “σάρκα μία” μέσω αυτού. Στερεί τη δυνατότητα από τους νέους να επιλέγουν το σύντροφο τους ελεύθερα. Η κοινωνία αυτή φοβόταν πάντα τις γυναίκες και μία γυναίκα, που γεύεται τον έρωτα είναι επικίνδυνη. Δεν μπορεί ο πατέρας της ν’ αποφασίζει γι’ αυτήν αυθαίρετα. Αν όμως δε συμβεί αυτό, καταρρέει η πορνεία που επιθυμεί το σύστημα. Αν ο πλούσιος κι ο φτωχός διεκδικούν —όπως συμβαίνει στον έρωτα— με τις ίδιες πιθανότητες την ομορφιά, καταρρέει το επιθυμητό πρότυπο. Αν αυτό συμβεί σε μεγάλη κλίμακα και οι άνθρωποι είναι ερωτευμένοι, οι δυσκολίες λόγω φτώχειας ν’ απολαύσουν τον έρωτά τους αργά ή γρήγορα, θα τους οδηγήσουν να στραφούν εναντίον του συστήματος. Θα πιάσουν από το λαιμό τους κλέφτες και θα τους σκίσουν στα δύο. Όλη αυτή η αντιμετώπιση του σαρκικού έρωτα, όσον αφορά τους νέους, από μέρους του συστήματος, οδηγεί στην επιθυμητή κατάσταση, που είναι αυτή της σεξουαλικής πείνας.

Οι νέοι άνθρωποι πραγματικά για αιώνες υπέφεραν απ’ αυτήν την άθλια κατάσταση. Σήμερα τα πράγματα δεν είναι ίδια σ’ αυτό το σημείο, αλλά η κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί αισθητά. Αν κάποτε η αυστηρότητα επέβαλε στις νέες να μην ακολουθούν τον έρωτά τους, σήμερα συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Οι νέες οι ίδιες, εξαιτίας της παιδείας που τους δίνεται, διαχειρίζονται τους εαυτούς τους με γνώμονα το συμφέρον και όχι τα αισθήματα. Μία όμορφη γυναίκα γνωρίζει από πολύ νωρίς πόση μεγάλη αξία έχει η ομορφιά της κι επενδύει σ’ αυτή. Γνωρίζει ότι έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα έναντι των άλλων και προσπαθεί να το εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο τρόπο. Σ’ αυτήν την άθλια κοινωνία στην οποία ζούμε δεν υπάρχει πόρτα που να μην ανοίγει στην ομορφιά, επομένως και στην πορνεία. Οι γυναίκες πράγματι αγωνίστηκαν για τη θέση τους στην κοινωνία, αλλά αγωνίστηκαν σαν τυφλά όντα. Έκαναν αυτό ακριβώς που τους επέβαλε η κοινωνία και σήμερα βρίσκονται στη χειρότερη κατάσταση από τον καιρό της Δημιουργίας.

Η καταπίεση ακόμα και με τη μορφή της ωμής βίας, κάποτε νικιέται. Έρχεται κάποια στιγμή, που η επανάσταση του καθενός από εμάς είναι ανάγκη και όχι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη να μπορεί ν’ αναπνέει κάποιος, γιατί μόνον έτσι υπάρχει ζωή. Επομένως, αν μας στερούν την αναπνοή, αγωνιζόμαστε ακόμα και με κίνδυνο της ζωής μας συνειδητά, εφόσον δεν έχουμε να χάσουμε τίποτε. Η τραγικότητα της κατάστασης φαίνεται σ’ αυτό το σημείο. Οι άνθρωποι αναπνέουν και χαίρονται γι’ αυτό. Δεν μπορούν όμως να καταλάβουν ότι αυτό που αναπνέουν είναι μολυσμένος αέρας και τίποτε άλλο. Δεν εξηγείται μία τόσο θλιβερή κι άρρωστη κατάσταση, όταν θεωρητικά όλοι οι άνθρωποι, είτε άντρες είτε γυναίκες απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους. Η καταπίεση, όπως βλέπουμε μέσω των ιστορικών στοιχείων, κάποτε νικιέται, όμως αυτό που είναι ανίκητο είναι το σκοτάδι. Σκοτάδι είναι να μη μπορεί ο άνθρωπος να ξεχωρίσει από τα δεδομένα, αυτά που επιθυμεί. Σκοτάδι είναι ν’ αποφασίζει συνειδητά αυτό, που, αν του το επέβαλλαν, θα τον έκανε να επαναστατήσει.

Οι γυναίκες για αιώνες αγωνίζονταν για μία θέση στον Ήλιο, που σημαίνει αυτοδιάθεση και σήμερα με τα υποτιθέμενα δικαιώματα που απολαμβάνουν, κάνουν αυτόβουλα αυτό, που τις εξομοιώνει με τους δούλους. Αντί να διαλέγει ο άρχων-πατέρας το σύντροφό τους, με βάση εξωερωτικά κριτήρια, διαλέγουν αυτές  οι ίδιες. Αντί να τις ωθούν εξωγενείς παράγοντες, επομένως ορατοί προς την πορνεία, ωθούνται συνειδητά από μόνες τους. Η αυστηρή στάση του πατέρα μπορεί σήμερα να μη μετράει όσο άλλοτε αλλά αυτό το υποκαθιστά η συνειδητή σκέψη για την επιτυχία. Σ’ έναν κόσμο στον οποίο τα πάντα αγοράζονται και τα πάντα πωλούνται, η γυναίκα αγωνίστηκε να μην είναι αντικείμενο αγοραπωλησιών και τα κατάφερε. Δεν είναι πια προϊόν, αλλά ένας σύγχρονος πωλητής. Γνωρίζει την αξία της και αυτοπροωθείται. Το σύστημα μ’ αυτόν τον τρόπο έμεινε ανέγγιχτο. Το ζητούμενο είναι η ύπαρξη πορνείας και όχι αυτή καθ’ αυτή η διαχείριση των πορνών. Στην περίπτωση των γυναικών φτάσαμε στην τραγική αυτοδιαχείριση, που είναι και η πιο σκοτεινή κι ανίκητη κατάσταση. Ο καταπιεστής δεν είναι πλέον ορατός ούτε μισητός, αφού είναι η ίδια η γυναίκα. Μέσω της παιδείας η κοινωνία πέρασε έναν άντρα μέσα στο μυαλό της γυναίκας κι αυτός είναι υπαίτιος της όλης κατάστασης. Ρευστοποιήθηκε η αρχική δομή της γυναίκας και η πορνεία ήταν το άμεσο αποτέλεσμα. Μ’ αυτήν τη λογική θα φτάσουμε σε σημείο, οι ίδιες οι γυναίκες να κάνουνε πορείες κατά των αμβλώσεων, γιατί όταν αυτοϋποβάλλονται σε θυσίες, φυσικό είναι να ζητούν το μέγιστο κέρδος. Όταν μία γυναίκα συνειδητά καλλιεργεί χαρακτηριστικά, που κάποτε της επιβαλλόταν με τη βία, φυσικό είναι να θέλει την αναβάθμιση της αξίας της έναντι άλλων γυναικών, που πραγματοποιούν λιγότερες θυσίες.

Παλαιότερα δεν έστελναν τις γυναίκες στα  σχολεία, γιατί η επαφή τους με τη γνώση, τις καθιστούσε επικίνδυνες για την κοινωνία και τις πρακτικές της. Στην εποχή μας συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ωθούν τη γυναίκα με κάθε τρόπο στο σύστημα της παιδείας βάζοντάς της μέσα στο μυαλό έννοιες όπως “καριέρα”, “ισότητα”, ώστε η ίδια από μόνη της ν’ αυτοπεριορίζεται. Κάποτε τρόμαζε την κοπέλα ένας αυστηρός πατέρας, στις μέρες μας την τρομάζει η ιδέα ότι, αν ακολουθήσει τον έρωτα, θυσιάζει μία λαμπρή καριέρα. Όλα αυτά που συμβαίνουν στην κοινωνία και αφορούν τις γυναίκες κι έχουν να κάνουν με αποφάσεις άλλων ή των ιδίων προσωπικά, είναι όσα επιθυμεί το σύστημα, εφόσον το ζητούμενο είναι η σεξουαλική πείνα των αντρών. Όταν ο άντρας φλέγεται απ’ αυτήν την ανάγκη, που είναι το πιο φυσικό πράγμα, τότε γίνεται κι αυτός —αν κι ελεύθερος— μέλος του συνόλου των αντρών, που αποτελούν και την επιθυμητή πρώτη ύλη για την ύπαρξη του συστήματος.

Για να μη θεωρηθεί το παραπάνω αυθαίρετο και προσωπική άποψη του γράφοντος, θα επικαλεστούμε τη μαρτυρία κάποιου, που έχει προσωπική εμπειρία και θεωρείται αξιόπιστος από το σύστημα. Αυτός δεν είναι άλλος από τον Παύλο. (Κορινθ. Α' 7.8-7.10) "Λέγω δέ τοις αγάμοις και ταις χήραις, καλόν αυτοίς εστίν εάν μείνωσιν ως καγώ. ει δε ουκ εγκρατεύονται, γαμησάτωσαν. κρείσσον γαρ έστι γαμήσαι ή πυρούσθαι." (Εις τούς αγάμους καί εις τάς χήρας λέγω, ότι είναι καλόν γι' αυτούς, εάν μείνουν όπως είμαι καί εγώ. Αλλ' εάν δέν μπορούν νά μείνουν εγκρατείς, άς παντρευθούν..  είναι καλύτερα να παντρεύεται κανείς παρά νά καίεται από τήν επιθυμίαν.). “Πυρούσθαι” λέει ο Παύλος.. γιατί να μην τον πιστέψουμε; Αφού μιλά από προσωπική εμπειρία. Έναν πόνο ή μία ανάγκη δεν μπορεί κάποιος να την περιγράψει, αν δε γνωρίζει. Ο Παύλος θα μας απασχολήσει σ’ άλλο σημείο περισσότερο, αφού πρέπει να βρεθεί και να καταλογιστεί η όποια ευθύνη του για τα όσα συμβαίνουν.

Εδώ μας ενδιαφέρει ότι ο άντρας σε περίπτωση που δεν είναι “σάρκα μία” κι επομένως δεν απολαμβάνει τον έρωτα, όχι απλά δεν είναι άνετος, αλλά φλέγεται στην κυριολεξία. Με την ύπαρξη της πορνείας, επειδή το σύστημα δίνει τη δυνατότητα ν’ αποφύγουν αυτήν την κατάσταση οι εκλεκτοί του και στερεί την ίδια δυνατότητα από τους μη εκλεκτούς, παρασέρνει τους άντρες. Ποιοι είναι όμως αυτοί; Όλοι οι άντρες-δούλοι του στο σύνολό τους. Ουδείς εξαιρείται. Οι πλούσιοι αγωνίζονται μέρα και νύχτα, για να διατηρήσουν τα δικαιώματά τους και οι φτωχοί με τους ίδιους ρυθμούς, για να τ’ αποκτήσουν. Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, όλοι εντάσσονται στο μεγάλο θυσιαστήριο, που ονομάζεται ζωή. Η ζωή δίνεται ως δώρο στους ανθρώπους από το Θεό για να τη ζήσουν κι αυτοί το αρνούνται. Όταν η άρνηση είναι η φιλοσοφία της ζωής, τότε η ζωή γίνεται η ίδια η Κόλαση. Αρνείται ο άνθρωπος όσο είναι νέος να ζήσει και υποβάλλει τον εαυτό του σε υπέρμετρες θυσίες κι όταν γεράσει, αρνείται να πεθάνει. Η κοινωνία της εξουσίας σήμερα βρίσκεται στο υψηλότερο ποιοτικά σημείο της. Αυτό, γιατί, ενώ υπάρχουν συνθήκες φαινομενικής ελευθερίας, ο άνθρωπος που ζει μέσα σ’ αυτή είναι εντελώς ανελεύθερος.

Η επιτυχία του συστήματος είναι ότι μπήκε  μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και για ό,τι συμβαίνει είναι υπεύθυνος ο καθένας από μόνος του. Έτσι δικαιώνεται κι ο Λόγος του Χριστού, όταν λέει: (Ματθ. 10.28-10.29) "και μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι.. φοβηθήτε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη." (Μή φοβάσθε εκείνους πού σκοτώνουν τό σώμα, αλλά δέν μπορούν νά σκοτώσουν τήν ψυχήν. Νά φοβάσθε μάλλον εκείνον, πού μπορεί νά κάνη καί ψυχήν καί σώμα να χαθούν εις τήν γέενναν.). Το σύστημα σήμερα έχει καταφέρει αυτό που μας περιγράφει ο Χριστός. Έχει εξαφανίσει τους ορατούς εχθρούς. Οι εχθροί του ανθρώπου στην εποχή μας δεν είναι εύκολο ν’ αναγνωριστούν κι αυτό συμβαίνει, εξαιτίας της σύνθετης μορφής της κοινωνίας. Στην εποχή μας δε χρειάζεται να υπάρχει κάποιος για να μετατρέψει τον άντρα σε δούλο μ’ απειλή της ζωής του, εφόσον γίνεται μόνος του και με τεράστια θέληση. Στην εποχή μας δε χρειάζεται εξουσία για να μετατρέψει τη γυναίκα σε πόρνη, εφόσον κι αυτή τα καταφέρνει πολύ καλά από μόνη της.

Όλες οι παραπάνω συνθήκες δείχνουν τη θέληση της κοινωνίας να προστατεύσει την πορνεία, που τη συντηρεί. Ο γάμος σ’ αυτήν την κοινωνία είναι η βασικότερη φροντίδα της εξουσίας. Η τεράστια ευφυΐα, που διακρίνει το πατριαρχικό σύστημα, φαίνεται σ’ αυτήν εδώ τη λεπτομέρεια, που παγιδεύει και τους πιο έξυπνους άντρες, πόσο μάλλον τις γυναίκες, που για αιώνες στερούνταν μαζί με τ’ άλλα και την επαφή με τη γνώση. Η τραγική ειρωνεία για τις γυναίκες είναι ότι, ενώ ο γάμος είναι η δύναμη του συστήματος, εν τούτοις ο θεσμός αυτός είναι πανίσχυρος, όχι λόγω της θέλησης των αντρών, αλλά των γυναικών. Οι γυναίκες στήριζαν χιλιάδες χρόνια αυτόν το θεσμό κι εξακολουθούν να κάνουν το ίδιο πράγμα. Εύκολα θα έλεγε κάποιος ότι οι γυναίκες είναι κουτές και στηρίζουν ένα θεσμό που τις βασανίζει και τις ισοπεδώνει. Ισχύει όμως αυτό; Αντίθετα απ’ ότι φαίνεται, αυτή η θέληση δεν έχει να κάνει με την κουταμάρα αλλά με την πονηριά. Οι γυναίκες είναι πονηρές κι αυτό, λόγω χαρακτηριστικών που τους έχουν δοθεί από το Δημιουργό.
Η πονηριά δεν έχει καμία σχέση με την ευφυΐα. Η πονηριά είναι στοιχείο που διακρίνει τη γυναίκα κι αυτή είναι η άμυνά της στην ευφυΐα του άντρα. Η γυναίκα ζει πάντα στο παρόν, γιατί αναλαμβάνει υποχρεώσεις. Οι άνθρωποι που γεννά έχουν ανάγκες, που επείγουν και καμία στρατηγική μακροπρόθεσμη δεν τις  καλύπτει. Αν μετακινηθεί η γυναίκα στο χρόνο, το ισχνό σήμερα είναι ικανό να σκοτώσει τα παιδιά της. Ο άντρας αντίθετα μπορεί και μετακινείται. Σχεδιάζει και προγραμματίζει καταστάσεις, που αφορούν το μέλλον κι εκεί ζει. Όμως οι ανάγκες της μετακίνησης της κοινωνίας από τη μία κατάσταση σε μία άλλη, υποχρεωτικά απειλούν και τη στατικότητα της γυναίκας. Η πονηριά είναι η άμυνα σ’ αυτήν τη διαρκή κίνηση του άντρα, που τείνει πάντα ν’ ανατρέψει το παρόν. Το παρόν σε κάθε ανατροπή του απαιτεί θυσίες κι αυτές οι θυσίες είναι, σε μέγιστο βαθμό, θυσίες ανθρώπων.

Όταν η μητέρα βλέπει μία κατάσταση που δεν την αντιλαμβάνεται στο βαθμό που την αντιλαμβάνεται ο άντρας, θέτει σ’ εφαρμογή την πονηριά της και μ’ αυτόν τον τρόπο, αποτελεί το στοιχείο, που δίνει την απαιτούμενη αδράνεια το σύστημα. Η πονηριά της υποδεικνύει ως ασφαλές το περιβάλλον στο οποίο ζει και γνωρίζει για την ανάπτυξη των παιδιών της. Το μητρικό της ένστικτο είναι ανίκητο κι είναι από τα δεδομένα της Δημιουργίας. Εφόσον συμβαίνει αυτό, τότε πέφτει σε δεύτερη μοίρα ο έρωτας, που αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για τη Θέωσή της. Η σκληρή στάση της κοινωνίας στο θέμα του γάμου, ενώ έχει ως βασικό θύμα αυτήν την ίδια, δεν την κάμπτει.

Η “θυσία” ως έννοια δεν αγγίζει τη γυναίκα, εφόσον είναι και μητέρα. Η προσωπική της ζωή περνά σε δεύτερη μοίρα, όταν πρόκειται για το μέλλον των παιδιών της. Η ζωή των ανθρώπων πάνω στον πλανήτη Γη δεν ήταν ποτέ εύκολη κι αυτή είναι η ρίζα όλων των κακών. Η γυναίκα εκτελεί και μοιχεία και πορνεία, σύμφωνα με τη γενική άποψη του Χριστού, χωρίς να λογαριάζει προσωπικό κόστος. Μπορεί να σταθεί μ’ αξιοπρέπεια και για όλη της τη ζωή δίπλα σ’ έναν άντρα, που από την άποψη του έρωτα μπορεί να της είναι από αδιάφορος έως απεχθής, με μόνο αντάλλαγμα υλικά αγαθά, που βοηθούν τη ζωή των παιδιών της. Επειδή βλέπει την άπειρη πορνεία, που περιβάλλει τους άντρες από την εποχή της Βαβυλώνας, κυρίαρχο συναίσθημα της είναι ο φόβος. Η γυναίκα φοβάται. Φοβάται πάντα μία πιθανή εγκατάλειψη από μέρους του άντρα. Ο φόβος αυτός έχει να κάνει περισσότερο με το μέλλον των παιδιών της, παρά με το μέλλον αυτής της ίδιας. Η γυναίκα μπορεί κι αγωνίζεται σ’ όλες τις συνθήκες, απλά σ’ αυτήν την περίπτωση γνωρίζει την αντιμετώπιση της κοινωνίας, που θα στερήσει από τα παιδιά της ένα καλύτερο μέλλον.

Η ειρωνεία έγκειται στο γεγονός ότι η γυναίκα στηρίζει το γάμο για ν’ αποφύγει μία εγκατάλειψη από τον άντρα της —λόγω της εκτεταμένης πορνείας— κι αγνοεί ότι ο γάμος είναι η γενεσιουργός αιτία της πορνείας. Στηρίζει ένα θεσμό, για ν’ αποφύγει μία κατάσταση, που είναι αποτέλεσμα της ύπαρξης του θεσμού. Μ’ αυτήν τη φιλοσοφία η γυναίκα είναι εύκολο θύμα του άντρα, που ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση και την κοινωνική του θέση, επωφελείται της πορνείας ή αγωνίζεται να επωφεληθεί. Απ’ αυτό το σημείο κι έπειτα η γυναίκα εγκλωβίζεται μέσα σε τέσσερις τοίχους και παίρνει ό,τι της δίνουν και όχι αυτό που δικαιούται. Η ζωντανή πλέον ιδιοκτησία αναλαμβάνει με χαμηλότατο κόστος το ρόλο της ερωμένης, της οικιακής βοηθού και της τροφού των παιδιών. Ο άντρας αποκολλάται, εφόσον υπήρξε κολλημένος σ’ αυτήν κι αυτό το κενό το αντικαθιστά μ’ εξουσία. Αυτό είναι και το τέλος του έρωτα, αν υπήρξε ποτέ. Από εδώ και πέρα ο άντρας είναι ο πρωταγωνιστής στην κοινωνία και η γυναίκα δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά. Η γυναίκα δρα πλέον μέσα στα πλαίσια της οικογένειας και θα δούμε σ’ άλλο σημείο, πόσο θετική ή αρνητική είναι η δράση αυτή από μία γυναίκα, που δεν είναι “σάρκα μία” με τον άντρα και υποτάσσεται στην εξουσία του. Η αμέσως επόμενη μέρα από το σημαντικότερο σταθμό του κάθε ανθρώπου, που είναι ο γάμος, φέρνει τους ανθρώπους αντιμέτωπους μ’ εντελώς διαφορετικά δεδομένα.

Θα μελετήσουμε την περίπτωση, στην οποία προϋπήρξε του γάμου ο έρωτας, ώστε να καλύπτουμε και την περίπτωση που δεν υπήρξε. Ο ρευστός άντρας ο οποίος πάντα επιθυμεί, βρίσκεται πλέον στην κοινωνία ως άτομο, ενώ μερικά πράγματα, που απορροφούσαν τη σκέψη του κι απαιτούσαν θυσίες, διασφαλίζονται από την κοινωνία. Εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα του, αλλά έχει πια την υπεροχή. Δεν ελέγχεται για την ασυνέπεια ή την έλλειψη ευαισθησίας, που πριν το γάμο θα του κόστιζαν βαρύτατα. Δεν απειλείται, αν απαιτείται η παρουσία του, όταν αυτός είναι απών. Πολλοί σοφοί σ’ όλες τις εποχές διατύπωσαν την άποψη τους για το γάμο, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να τον βελτιώσει, αφού δεν επιδέχεται βελτίωση.

Ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα ή το άλλο εξίσου σημαντικό ότι η φτώχεια είναι που σκοτώνει τον έρωτα, είναι απόψεις, που υπάρχουν παγιωμένες στο μυαλό πολλών ανθρώπων. Ως θεσμό εξετάσαμε το γάμο αρκετά ικανοποιητικά, για ν’ αντιληφθεί κάποιος τα προβλήματα και όχι για ν’ αποκτήσει γνώση του συνόλου των πιθανών αιτιών, που επιδρούν αρνητικά στον έρωτα. Η φτώχεια είναι αυτή, που θα μας απασχολήσει σ’ αυτό το σημείο. Δύο άνθρωποι ερωτευμένοι και γνώστες της οικονομικής τους κατάστασης πέφτουν θύματα της φτώχειας που υποτίθεται γνωρίζουν. Αυτό συμβαίνει, γιατί απαιτείται μεγάλος κόπος και θυσία, για να κατακτηθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο ζωής, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση ευτυχίας. Από τη στιγμή που δύο άνθρωποι ενώνουν τις τύχες τους μέσα στα πλαίσια του γάμου, αρχίζουν υποχρεώσεις τεράστιες  και δυσβάσταχτες. Ένα σπίτι, όπου θα στεγαστεί ο έρωτας, είναι πανάκριβη υπόθεση. Απαιτούνται ατελείωτες ώρες εργασίας και θυσίας για το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αν ο γάμος ως θεσμός προσφέρει, όπως είπαμε, ευκαιρία για τον άντρα ν’ αποκοπεί από τη γυναίκα του, οι τεράστιες οικονομικές δυσκολίες αναγκάζουν την ίδια γυναίκα να τον απομακρύνει. Η γυναίκα θυσιάζει τις ώρες που θα ήθελε ν’ απολαμβάνει με τον άντρα της, ωθώντας τον προς τη χωρίς όριο εργασία. Τον σπρώχνει στο καθημερινό άγχος του ανταγωνισμού, για να φέρει όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά στο σπίτι, ώστε να δημιουργηθεί μία κατάσταση πιο άνετη και πιο ανθρώπινη. Όμως η χωρίς μέτρο εργασία έχει κόστος, που εκ πρώτης όψεως δε φαίνεται. Το χαρούμενο κι ευφυές ον, ο ερωτευμένος άντρας, γυρνά σπίτι πάντα κουρασμένος κι αγχωμένος. Κουβαλά τα προβλήματα της δουλειάς μέσα στο σπίτι του κι αυτό δημιουργεί κλίμα έντασης. Γίνεται ευερέθιστος κι αυτό τον κάνει ν’ αλλάζει τα χαρακτηριστικά του. Είναι πολύ κουρασμένος για να παίξει με τα παιδιά του και οι υποχρεώσεις στη δουλειά εξαντλούν την υπομονή του, που όμως είναι απαραίτητη για να συνυπάρξει σ’ ένα σπίτι με άλλους ανθρώπους..  άσχετα αν η γυναίκα του είναι ο έρωτάς του και τα παιδιά του η ζωή του. Απαιτείται τεράστια υπομονή να γυρίσει κάποιος σπίτι του κατακουρασμένος κι αντί της επιθυμητής ησυχίας να έχει ν’ αντιμετωπίσει το πανδαιμόνιο που προκαλούν —όπως είναι φυσικό— τα παιδιά. Όταν η υπομονή εξαντληθεί, τότε πια μπαίνει στο σπίτι η εξουσία. Δεν επιθυμεί πλέον, αλλά απαιτεί. Ένα χαμόγελο από τη γυναίκα του, έστω κι ερωτικό, δεν είναι αρκετό για ν’ ανεχθεί την προχειρότητα του φαγητού. Είναι κατακουρασμένος κι έχει απαιτήσεις.  Είναι αγχωμένος κι αγνοεί αυτό που του λέει η γυναίκα του και στο οποίο κάποτε έδινε σημασία. Οι νύχτες γίνονται μονότονες και το μόνο που αλλάζει είναι ο χρόνος.

Όμως ο άντρας, ο “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν” του Θεού, έχει ένα χαρακτηριστικό το οποίο δε μεταβάλλεται σε καμία περίπτωση. Είναι θνητός και δεν αντέχει στη σπατάλη του χρόνου. Τα χαρακτηριστικά του πνεύματός του είναι όμοια με του Θεού. Μπορεί και σκέφτεται περίπλοκα, έχει δυνατότητα σύνθεσης κι ανάλυσης κι όλα αυτά τον κάνουν να φέρεται ως Θεός. Ο Βενιαμίν των Θεών είναι καθ’ όλα ένας Θεός, αλλά δεν το γνωρίζει. Εκτελεί στρατηγικές, ταξιδεύει στο χρόνο, μπορεί με τη γνώση της ιστορίας να χωρέσει στο μυαλό του το σύνολο του παρελθόντος και με την ευφυΐα του να προβλέψει με κάποια ασφάλεια το μέλλον. Έχει τη δυνατότητα δημιουργίας και μέσω αυτής τη δυνατότητα επέμβασης στα όσα πρόκειται να συμβούν. Όμως όλα αυτά, δεν μπορούν να τον βοηθήσουν να ξεπεράσει τη φύση του. Είναι θνητός, γιατί έτσι τον έφτιαξε ο Δημιουργός. Η ζωή που δίνεται στον κάθε άνθρωπο, για να ζήσει, είναι υπεραρκετή, εφόσον είναι δώρο του Θεού κι ο Θεός ως Δημιουργός του γνωρίζει τις ανάγκες του ανθρώπου καλύτερα απ’ αυτόν. Μ’ αυτήν τη λογική, αν ακολουθήσει κάποιος τις Εντολές του Θεού, ζει αυτό που περιγράφουν οι Γραφές ως Αιώνιο Ζωή. Οι Εντολές που δόθηκαν από το Θεό είναι τέλειες, αλλά είναι πολύ επικίνδυνες. Εφόσον υπάρχει Μυστικό Σχέδιο και με δεδομένο ότι ο άνθρωπος ακόμα και σήμερα δεν έχει απολαύσει την Αιώνιο Ζωή, οι Εντολές μέχρι τώρα δεν έχουν γίνει κατανοητές. Δεν έγιναν βέβαια κατανοητές, γιατί οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν να πιστέψουν, επιβεβαιώνοντας τον Ησαία: (Ιωάν. 12.40-12.41) "τετύφλωκεν αυτών τους οφθαλμούς και πεπώρωκεν αυτών την καρδίαν, ίνα μη ίδωσι τοις οφθαλμοίς και νοήσωσι τη καρδία και επιστραφώσι, και ιάσομαι αυτούς." (Ετύφλωσε τά μάτια τους καί επώρωσε τήν καρδιά τους διά νά μή ιδούν μέ τά μάτια καί καταλάβουν μέ τήν καρδιά καί επιστρέψουν καί εγώ τούς θεραπεύσω.), αλλά και γιατί κάποιοι έχουν όφελος απ’ όλη αυτήν την κατάσταση. Ο Θεός όμως αγαπά τον άνθρωπο και δεν απαίτησε από κανένα να προσπαθήσει να ερμηνεύσει τις Γραφές. Έτσι του έδωσε την ευκαιρία ν’ αγγίξει τη Θέωση πράττοντας κατά συνείδηση, εκμεταλλευόμενος τα χαρακτηριστικά που του έδωσε ο Ίδιος ο Δημιουργός. Ο άνθρωπος σπαταλά χρόνο υπερπολύτιμο κι αυτό τον κάνει τραγικά θνητό. Σκέφτεται ως Θεός, δουλεύει σκληρά σκύβοντας το κεφάλι, αλλά αυτό που τον περιμένει είναι το τέλος.

Ο άντρας που μελετούσαμε πιο πάνω είδαμε ότι αναγκάστηκε από τις συνθήκες να δουλέψει σκληρά για ν’ ανεβάσει το επίπεδο ζωής του. Αυτό αναγκαστικά τον έθεσε στην ουσία έξω από τη σάρκα της γυναίκας του κι έξω από την οικογένεια γενικότερα. Η κοινωνία είναι φτιαγμένη με τέτοιον τρόπο, ώστε ο άντρας αυτός από τη στιγμή που αποφασίζει ν’ αγωνιστεί μέσα σ’ αυτή, να παρασέρνεται στο θάνατο. Αυτό γίνεται μ’ απλό τρόπο: ο νέος άνθρωπος σκέφτεται ότι, για ν’ απολαύσει τη ζωή του, απαιτείται κάποια εργασία, που ν’ αμείβεται όσο το δυνατόν καλύτερα. Όσο πιο μεγάλη η αμοιβή, τόσο πιο εύκολη γίνεται η ζωή. Το  σύστημα όμως είναι πονηρό και ξέρει να εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους. Μοιράζει υπεραξία με τέτοιον τρόπο, ώστε να δημιουργεί ανάλογες συνθήκες μ’ αυτές ενός κεκλιμένου επιπέδου. Στην αρχή η υπεραξία είναι μικρή αλλά αρκετή, ώστε να προσελκύει τους ανθρώπους κι όσο περνούν τα χρόνια που υπηρετεί ο άνθρωπος το σύστημα, τόσο αυξάνει.

Η πονηριά του συστήματος φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο μοιράζει την υπεραξία κι είναι ακλόνητη. Ο κάθε άνθρωπος έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία δε μεταβάλλονται εύκολα και μία μεταβολή τους, αν υπάρχει, είναι εντελώς ασήμαντη. Ο ευφυής είναι πάντα ευφυής κι ο κουτός πάντα κουτός. Είναι αδύνατον ένας άνθρωπος με την πάροδο του χρόνου να μεταπηδήσει από τη μία κατάσταση στην άλλη. Έτσι, αν το σύστημα πλήρωνε υπεραξία στην ευφυΐα, θα έπρεπε τα παιδιά θαύματα να έπαιρναν τους υψηλότερους μισθούς, από τη στιγμή που εκδηλώνουν τις δυνατότητες τους μέχρι και το θάνατό τους. Το σύστημα όμως δεν αναζητά την ευφυΐα, απλά την εκμεταλλεύεται. Το σύστημα θέλει δούλους να το υπηρετούν. Όσο πιο πολύ υπηρετούν, τόσο μεγαλύτερη και η αμοιβή. Όμως από το σύνολο των ανθρώπων είναι δύσκολο να ξεχωρίσει το σύστημα αυτούς, που του χρειάζονται. Δεν μπορεί να βγάλει αγγελία, που να λέει ότι ζητούνται δούλοι. Αυτό που εκμεταλλεύεται είναι η ίδια του η δομή, που έχει το σχήμα της πυραμίδας. Η βάση της πυραμίδας είναι τεράστια και μέσα σ’ αυτή γεννιέται κι υπάρχει το σύνολο των ανθρώπων. Ο σημερινός άνθρωπος από τη στιγμή που γεννιέται, ζει μέσα στην κοινωνία. Δεν έχει καμία σημασία, αν είναι πλούσιος ή φτωχός, σημασία έχει ότι είναι υποχρεωμένος να ζει μέσα σε προκαθορισμένα πλαίσια. Το σύνολο των ανθρώπων, που ζουν σ’ αυτήν τη βάση, έχει και το μέγιστο δυνατό βαθμό ελευθερίας.

Η πατριαρχική πυραμίδα στη βάση είναι πολύ αδύνατη, γιατί σ’ αυτό το επίπεδο βρίσκεται και η μέγιστη δύναμη της ανθρωπότητας. Εκεί υπάρχουν οι φτωχοί στο σύνολό τους, που αναζητούν την ομορφιά της ζωής κι είναι έτοιμοι σε κάθε στιγμή ν’ ακολουθήσουν μία φωνή, που θα τους λυτρώσει. Στη βάση αυτή βρίσκονται και οι θανάσιμοι εχθροί του συστήματος, που είναι πάντα οι νέοι. Ένας νέος, ανεξάρτητα από το οικονομικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται η οικογένειά του, είναι πάντα ευαίσθητος σε θέματα που αφορούν τον έρωτα, την ισότητα και την κοινωνική αδικία. Αυτό, το καθόλου αυθαίρετο, προκύπτει μέσα από το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός περιτριγυριζόταν γενικά από φτωχούς ανθρώπους, που ήλπιζαν σε μία ανώτερη βοήθεια, για να μπορέσουν κάποτε να ζήσουν κι αυτοί ως άνθρωποι. Οι πλούσιοι της κοινωνίας των Ιουδαίων δεν πλησίασαν ποτέ το Χριστό. Ο μόνος πραγματικά πλούσιος άνθρωπος, που ζήτησε από το Χριστό τη βοήθεια Του, ήταν ένας νέος. (Ματθ. 19.22).

Οι νέοι είναι ευαίσθητοι σε θέματα, που αφορούν τη ζωή και την ευτυχία κι αυτή η ευαισθησία ώθησε εκείνον το νέο στην αναζήτηση της γνώσης. Μόνον ένας ευαίσθητος άνθρωπος, που έχει την οικονομική άνεση, μπορεί ν’ αντιληφθεί ότι δεν αρκεί μόνον αυτή. Σε μία κοινωνία στην οποία τα πάντα αγοράζονται —ακόμα και η ευτυχία— μόνον ένας πλούσιος νέος καταλαβαίνει το κενό του πλούτου. Σ’ αυτήν την τεράστια βάση της πυραμίδας βρίσκονται οι νέοι στο σύνολό τους. Οι νέοι εκείνη τη στιγμή παίρνουν αποφάσεις, που αφορούν το μέλλον τους κι αυτό τους ωθεί προς το Θεό, για να κάνουν την καλύτερη δυνατή επιλογή. Το σύστημα φοβάται το τεράστιο δυναμικό αυτών των ανθρώπων, που αποτελεί την απόλυτη πλειοψηφία. Φοβάται έναν αμέτρητο αριθμό ανθρώπων, που ζουν συστηματικά στη φτώχεια κι είναι έτοιμοι να παραδώσουν τη δύναμή τους σ’ οποιονδήποτε μπορεί να τους λυτρώσει.

Η φροντίδα της εξουσίας είναι να μπορέσει  όλους αυτούς τους ανθρώπους να τους στρέψει προς μία κατεύθυνση και μ’ αυτόν τον τρόπο να τους ελέγχει. Για να το επιτύχει αυτό, χρειάζονται απαραίτητα δύο στοιχεία. Ένα στοιχείο είναι μία φαινομενική διέξοδος από τη φτώχεια κι ένα άλλο στοιχείο, είναι να υπάρχει πάντα η σταθερά, που διατηρεί αυτήν τη διέξοδο. Ο κόσμος με τα χιλιάδες προβλήματα που τον απασχολούν, είναι σαν ένας τεράστιος λέβητας, που βράζει κι είναι πάντα έτοιμος να εκραγεί. Η διέξοδος που αναφέραμε δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία βαλβίδα ασφαλείας. Όμως το τραγικό σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ότι αυτή η βαλβίδα, που υπάρχει έστω και για λίγους, δεν οδηγεί στη ζωή, ώστε να  υπάρχουν έστω και λίγοι, που θα σωθούν βάζοντας με την ύπαρξή τους και μόνον τα θεμέλια της Σωτηρίας και των υπολοίπων, αλλά κατευθείαν στο θάνατο.

Βασικό μέλημα της κοινωνίας, είναι η ύπαρξη του γάμου και η ύπαρξη της πορνείας. Αυτά τα δύο στοιχεία λειτουργούν υπέρ του συστήματος, γιατί προετοιμάζουν τους ανθρώπους για τεράστιες θυσίες. Αυτό γίνεται για τους λόγους που θα δούμε. Στην κοινωνία τύπου Βαβυλώνας και κατ’ επέκταση στην κοινωνία στην οποία ζούμε, ο γάμος είναι ο σημαντικότερος σταθμός στη ζωή των ανθρώπων. Αν η βάση της πυραμίδας αφηνόταν ελεύθερη, χωρίς να υπάρχει ο θεσμός του γάμου, ο καθένας θα έβρισκε το σύντροφό του και θ’ αναζητούσε την ήρεμη ζωή, έστω και μέσα στη φτώχεια. Οι νέοι, είτε πλούσιοι είτε φτωχοί με την ευαισθησία, που τους διακρίνει, αλλά και με το συναίσθημα του έρωτα, θα έμπαιναν μέσα σε μία δυναμική όπως αυτή της “σάρκας μίας”, που δε διακρίνει τον πλούτο. Ένας πλούσιος θα γινόταν “σάρκα μία” με μία φτωχή και με τον ίδιο  τρόπο ένας φτωχός με μία πλούσια. Όμως αυτό το πολύ φυσικό γι’ ανθρώπους, που είναι νέοι και γνωρίζουν τον έρωτα, είναι ο θανάσιμος εχθρός του συστήματος.

Το σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη διαφορά του δυναμικού που του προσφέρει ο “πλούτος” ως έννοια. Πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί. Οι μεν πλούσιοι ν’ αγωνίζονται μέχρι θανάτου, για να διατηρήσουν ή και ν’ αυξήσουν το πλεονέκτημα του πλούτου, οι δε φτωχοί ν’ αγωνίζονται κι αυτοί μέχρι θανάτου, για να τ’ αποκτήσουν. Αν ο κάθε άνθρωπος διάλεγε τη σύντροφο ή το σύντροφό του αποκλειστικά μέσω του έρωτα, μέσα σ’ ελάχιστες γενιές ο πλούτος, που ξεχωρίζει τους πλούσιους από τους φτωχούς, θα είχε εξανεμιστεί κι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την ομογενοποίηση της κοινωνίας.  Η σοβαρότητα που διέπει το γάμο ως απόφαση, και η αντιμετώπισή του από πλευράς κοινωνίας, τον κάνουν άκρως επικίνδυνο για τους ανθρώπους. Όταν η εμπειρία από την υπάρχουσα κατάσταση διδάσκει ότι, όπως και να έχει το πράγμα, η φθορά είναι ανίκητη κι ο έρωτας τρωτός, τότε η πονηριά αρχίζει και μπαίνει μέσα στο μυαλό του ανθρώπου. Ο άντρας που είναι και το θήραμα του συστήματος, αρχίζει και σκέφτεται πονηρά.. δεν ντρέπεται να κάνει πράγματα, που είναι οφθαλμοφανή κι είναι αδύνατο να περάσουν απαρατήρητα. Ο γάμος στην κοινωνία τύπου Βαβυλώνας είναι μία καθαρά εμπορική πράξη. Στις εμπορικές πράξεις το ζητούμενο είναι το κέρδος κι αυτό συμβαίνει με το γάμο. Ο πονηρός φτωχός νέος επιθυμεί να παντρευτεί μία πλούσια κι ο πονηρός πλούσιος νέος επιθυμεί να παντρευτεί επίσης μία πλούσια, για να γίνει πλουσιότερος.

Όλα αυτά προέρχονται από την παιδεία που παίρνει ο άνθρωπος, είτε μέσω της εκπαίδευσης είτε μέσω του οικογενειακού περιβάλλοντος. Σ’ αυτό το σημείο θ’ αναρωτηθεί κάποιος και δίκαια: “είναι δυνατό μέσα από την εκπαίδευση να προκύψει κάτι τέτοιο; Είναι δυνατό μαθαίνοντας ο νέος τη σοφία των ανθρώπων, να γίνει καιροσκόπος και όχι ολοκληρωμένος άνθρωπος;. Ακριβώς εδώ είναι η ειρωνεία της εκπαίδευσης. Μαθαίνει στον άνθρωπο όμορφα πράγματα κι εμπλουτίζει τις ιδέες του. Από την άλλη μεριά όμως τον κάνει να θαυμάζει μεγάλους ιστορικούς άντρες. Έχοντας μεγάλες ιδέες, αλλά κι ανθρώπινα πρότυπα, ένας άντρας είναι ό,τι καλύτερο για το σύστημα. Πιστεύει στις γνώσεις του, πιστεύει στην αξία του κι είναι έτοιμος ν’ αγωνιστεί. Ένα τέτοιο άτομο είναι έτοιμο για κάθε είδους θυσία. Το πρώτο πράγμα που θυσιάζει ο άνθρωπος αυτός, που είναι φιλόδοξος και νέος, είναι ο έρωτας. Η γυναίκα στον έρωτα έχει απαιτήσεις κι αυτό απορροφά τη δυναμικότητα του άντρα, που απαιτείται για να προχωρήσει. Μόνος του ο άντρας έχει τεράστιες δυνατότητες κι αυτές είναι που τον παρασέρνουν.

Όμως σ’ αυτήν την κοινωνία αυτό που μετράει πραγματικά είναι το χρήμα. Χωρίς αυτό είναι αδύνατο να μπορεί κάποιος να τρέφει φιλοδοξίες. Το χρήμα φέρνει γνωριμίες, το χρήμα δημιουργεί διασυνδέσεις και το χρήμα είναι, που ανοίγει όλες τις πόρτες. Ένας άντρας, έχοντας αυτό ως δεδομένο, αλλά και την ισχύουσα κοινή αντίληψη για τη φθορά του γάμου, δεν είναι δύσκολο ν’ αποφασίσει. Επιδεικνύει τα προσόντα του κι είναι οικειοθελώς έτοιμος προς πώληση. Όπως ακριβώς για να εξασφαλισθεί η υψηλή τιμή πώλησης ενός αυτοκινήτου, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα διαφημιστικό φυλλάδιο όπου αναγράφονται όλα τα χαρακτηριστικά του και οι δυνατότητές του. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν εφόσον εξασφαλίσει τον πλούτο μέσω του γάμου, είναι έτοιμος πλέον να γίνει διάσημος πολιτικός, γιατρός ή δικηγόρος. Αυτός είναι που θυσιάστηκε για τις φιλοδοξίες του κι αυτές, είναι γέννημα της ανώτερης παιδείας. Όλοι οι άνθρωποι όμως δεν έχουν αυτήν την παιδεία, επομένως δεν καλυπτόμαστε.

Πάλι πρωταγωνιστεί η φτώχεια κι αυτή είναι, που δείχνει το δρόμο. Ο πονηρός νέος βλέπει τον πατέρα του ν’ αγωνίζεται μέρα νύχτα για ένα πιάτο φαί, χωρίς να έχει καταφέρει τίποτε στη ζωή του ούτε γι’ αυτόν τον ίδιο, πόσο μάλλον για τα παιδιά του. Ένας πετυχημένος γάμος είναι το καλύτερο διαβατήριο, για να ξεφύγει κάποιος από τη φτώχεια, χωρίς κόπο και προπάντων νέος. Ο ίδιος ο πατέρας και η ίδια η μητέρα συμβουλεύουν, χωρίς κανέναν ενδοιασμό ή σεβόμενοι τουλάχιστον κάποια  προσχήματα, το παιδί τους να κάνει μία έξυπνη εμπορική πράξη μέσω του γάμου. Όλα αυτά συμβαίνουν από την πλευρά του άντρα στην κοινωνία της Βαβυλώνας και από την πλευρά του νέου και της νέας στη σύγχρονη πολυσύνθετη κοινωνία.

Σ’ αυτό το σημείο θα έλεγε κάποιος ότι, αν συμβαίνει αυτό, τότε το σύστημα απειλείται, εφόσον ο φτωχός θέλει πλούσια και η φτωχή πλούσιο. Αυτό που θα επιτύγχανε ο έρωτας και θα ήταν η καταστροφή, πώς συμβαίνει συνειδητά από τους ανθρώπους κι αποτελεί τη βάση του συστήματος; Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του τι θέλω και του τι μπορώ. Όλοι θέλουν πλούτο, αλλά αυτό είναι αδύνατον. Οι πλούσιοι είναι λίγοι και οι φτωχοί άπειροι. Οι άνθρωποι δεν ντρέπονται να κάνουν ούτε αυτά, που αποκλείεται να περάσουν απαρατήρητα και άρα ασχολίαστα κι αυτό έχει νόημα εδώ: μία καλλονή ίδια με την Αφροδίτη παντρεμένη μ’ έναν άσχημο κακόψυχο μεσήλικα κι ένας όμορφος Άδωνις με μία γυναίκα, που στην εμφάνιση και την ψυχή είναι όμοια με τον παραπάνω κύριο. Το ποιος ακριβώς από τα μέλη του ζεύγους έχει τα πλούτη, δε θα πρέπει να διευκρινιστεί. Όλα αυτά συμβαίνουν στη βάση της πυραμίδας κι αφορούν το σύνολο των ανθρώπων, που είναι ενταγμένοι στην κοινωνία κι έχουν κάνει το γάμο μία οικονομική πράξη.

Back to content | Back to main menu