Κορυφή σελίδας
Μυστικό Σχέδιο - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Μυστικό Σχέδιο - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Μυστικό Σχέδιο

Η εμφάνιση του Θεού συνοδεύεται πάντα από δωρεά γνώσης. Η γνώση αυτή είναι τέλεια κι ανίκητη. Ό,τι δίνει ο Θεός είναι τέλειο και ανίκητο. Αυτή η γνώση, όπως και η οποιαδήποτε γνώση, για να έχει νόημα και ν αποφέρει κέρδος, πρέπει να καλλιεργείται. Πρέπει να οδηγεί τον άνθρωπο σε προβληματισμό, τα αποτελέσματα του οποίου θα τον βοηθούν στη ζωή του. Όλα αυτά ισχύουν για τον ελεύθερο άνθρωπο, όχι για τον φοβισμένο. Όταν ο άνθρωπος είναι φοβισμένος, τη γνώση αυτή δεν τη χρησιμοποιεί σαν εργαλείο, παρά τη βαστάει νεκρή και μέσω αυτής βασανίζεται. Αυτός ο βασανισμός είναι αποτέλεσμα των όσων προκύπτουν, εξαιτίας της απευθείας εμφάνισης του Θεού σε κάποιον, που αυτόματα τον διαχωρίζει από τους υπόλοιπους. Αυτό επιφέρει ως άμεση συνέπεια τα πνευματικά δικαιώματα, που οδηγούν σε κοινωνία τύπου Βαβυλώνας. Ο ίδιος μπορεί να μην τα εκμεταλλευτεί σε βάρος των άλλων, αλλά είναι βέβαιο ότι κάποιοι άλλοι θα το κάνουν. Όταν έχει κάποιος πνευματικά δικαιώματα, που έχουν σχέση με το Θεό, αυτά είναι αναμφισβήτητα. Η τέλεια γνώση που του προσφέρει ο Θεός τον κάνει αήττητο κι υπεράνω κριτικής. Αυτό σε συνδυασμό με μία μεγάλη δοκιμασία που απαιτεί άμεσες και τέλειες λύσεις, καθιστούν τον εκλεκτό αναμφισβήτητο κι ως ηγέτη.

Ό,τι υπήρξε ο Τρωικός πόλεμος για τους Έλληνες, υπήρξε η έξοδος των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Η περιγραφή αυτών των γεγονότων αποτελούν για τον κάθε λαό την παιδεία του. Οι διαφορές τους είναι αυτές, που προσδίδουν τα χαρακτηριστικά στους λαούς, που διαπαιδαγωγούνται μέσω αυτών. Όταν ένας άνθρωπος διαβάζει την Παλαιά Διαθήκη, αποκτά εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από κάποιον, που διαβάζει τα Ομηρικά Έπη. Τα χαρακτηριστικά των Ιουδαίων προέρχονται από την παιδεία τους, που είναι η Παλαιά Διαθήκη. Αν τα Έπη δίνουν στους Έλληνες βαθμούς ελευθερίας, ώστε να σκέφτονται ακόμα κι όταν υπηρετούν δομές, η Παλαιά Διαθήκη κάνει ακριβώς το αντίθετο. Όσες φορές οι άνθρωποι προσπάθησαν, μέσα στα πλαίσια της φύσης τους, να σκεφτούν και να πράξουν ανάλογα, βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση.

Ο Αγαμέμνονας της εξόδου, ο Μωυσής, ποτέ δε βρέθηκε αντιμέτωπος με κανέναν άνθρωπο, που να έχει το δίκιο με το μέρος του. Τα συμβούλια των Αχαιών στην Παλαιά Διαθήκη δεν έχουν κανένα νόημα. Οι Αχαιοί, όπως συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους, πήραν κατά καιρούς σωστές και λανθασμένες αποφάσεις. Όμως η αναζήτηση των σωστών, τους έκανε να εξετάζουν όλες τις πιθανές προτάσεις. Οι σωστές απαντήσεις δεν προέρχονταν ποτέ από το ίδιο πρόσωπο. Ο Αγαμέμνων ήταν αρχηγός, αλλά όχι αλάνθαστος. Από την πλευρά των Ιουδαίων συναντάμε μία τελείως αντίθετη κατάσταση. Ό,τι έλεγε ο Μωυσής ήταν τέλειο, αφού προερχόταν από το Θεό. Ο Θεός πραγματοποιούσε θαύματα, για να βεβαιωθεί ο λαός ότι υπάρχει και τους βοηθά, αλλά αυτά τα θαύματα δικαίωναν στην πραγματικότητα τις επιλογές του  Μωυσή.

Όταν αναφερθήκαμε στην αρχή στην Αίγυπτο, είπαμε ότι εκεί ήταν το ιδανικό μέρος για την εμφάνιση του Θεού, εφόσον το δίλημμα δεν είναι και τόσο δίλημμα. Ο άνθρωπος έχει να επιλέξει μεταξύ μίας οργανωμένης κοινωνίας, που μόνον αυτή μπορεί να δαμάσει το Νείλο και να μετατρέψει το χώρο σε όαση, και του θανάτου στην έρημο. Αυτήν την έρημο προσπάθησαν να διασχίσουν οι Ισραηλίτες. Αν οι Αχαιοί θέλησαν να καταλάβουν το Ίλιον και να πάρουν πίσω την Ελένη, οι Ισραηλίτες θέλησαν να διαβούν την έρημο. Η διάβαση της ερήμου γι αυτούς ήταν η βασική προϋπόθεση για την πολυπόθητη ελευθερία. Όμως αυτή η διάβαση, χωρίς τη βοήθεια του Θεού, θα ήταν αδύνατη. Ο Θεός δημιούργησε μία τέτοια κατάσταση για τους Ισραηλίτες, ώστε να είναι αδύνατο να μην υπακούσουν. Η ανυπακοή ισοδυναμούσε με θάνατο. Οι Αχαιοί μπορούσαν να πάρουν μία απόφαση λανθασμένη, που να είχε κόστος σ ανθρώπινες ζωές και σε χρόνο, όσον αφορά την κατάκτηση της Τροίας, αλλά σε καμία περίπτωση αυτή η λανθασμένη απόφαση δε θα τους οδηγούσε σε αφανισμό.

Οι Ισραηλίτες ήταν άμεσα εξαρτώμενοι από το Θεό. Αν ο Θεός δεν πρόσφερε γνώση και θαύματα μαζί, δε θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Όταν περιμένει ένας λαός ολόκληρος τη λύση από το Θεό, σημαίνει ότι κατ αρχή υπακούει απόλυτα σ αυτόν μέσω του οποίου έρχεται η λύση του Θεού. Ο Μωυσής σε κάθε περίπτωση είχε τον έλεγχο της κατάστασης. Τα συμβούλια ήταν περιττά. Ο άνθρωπος, ο “κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν”, μπορεί να συλλάβει μία λύση, που στην καλύτερή της μορφή, απλά θα πλησιάζει την τέλεια. Όμως είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο να βρίσκει αυτός και μόνον αυτήν την ιδανική λύση συνεχώς. Όταν δεν μπορεί να υπάρξει ένας τέτοιος άνθρωπος, είναι αδύνατο να υπάρξει ξεχωριστή τάση μέσα στο λαό. Αν ο Μωυσής είναι ο Αγαμέμνονας κι είναι αλάνθαστος εξαιτίας της θείας επέμβασης,  τότε μέσα από το λαό είναι αδύνατο να ξεχωρίσουν άνθρωποι όπως ο Οδυσσέας, ο Αχιλλέας κι οι υπόλοιποι προικισμένοι άντρες. Ο Οδυσσέας δεν είναι αλάνθαστος, εκτιμάται όμως από τους Αχαιούς γιατί είναι έξυπνος κι απ αυτήν την εξυπνάδα μπορεί να  παραχθεί μία καλή πρόταση. Εδώ ακριβώς είναι και η διαφορά. Όταν υπάρχει η σωστή λύση για ένα πρόβλημα που απασχολεί ένα λαό, κανένας δεν ενδιαφέρεται ποιος από τους απλούς ανθρώπους είναι πιο κοντά στη λύση. Ούτε ενδιαφέρει το λαό αν αυτός ο άνθρωπος μπορεί να έχει άλλη άποψη πιο σωστή σε θέματα για τα οποία δεν έχει δοθεί γνώση μέσω του Θεού.

Αυτό το λεπτό σημείο είναι πολύ σημαντικό κι απ αυτό αρχίζουν και δημιουργούνται τ άσχημα φαινόμενα και το κακό μοντέλο της κοινωνίας. Ο εκλεκτός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που έχει επαφή με το Θεό, δεν παίρνει συνολική γνώση. Η γνώση του είναι μερική. Προκύπτει κάτι κι εξαιτίας αυτού του γεγονότος εμφανίζεται ο Θεός και δίνει γνώση. Όμως η απόλυτη εξουσία που παίρνει λόγω των πνευματικών δικαιωμάτων, του δίνει τη δυνατότητα να εκφράζει τη δική του γνώμη, την προσωπική του άποψη και σε θέματα για τα οποία δεν έχει γνώση μέσω του Θεού. Επειδή όμως ο λαός είναι απόλυτα υπάκουος σ αυτόν, δέχεται κι υπακούει και στις απόψεις, που είναι δικές του και προσωπικές. Όταν οι γνώσεις είναι αυτού του είδους, επιδέχονται πάντα κριτική κι όσες πιθανότητες έχει ένας απλός άνθρωπος με την ίδια ευφυΐα να βρει το σωστό, τόσες έχει και ο εκλεκτός. Αυτό όμως δε συμβαίνει, γιατί οι υπόλοιποι έχουν ισοπεδωθεί και δεν μπορούν ν αμφισβητήσουν καμία άποψη του ηγέτη, εφόσον μόνον αυτός ξέρει από που αυτή προέρχεται.

Για να γίνει αυτό κατανοητό, θ  αναφερθούμε στην Εντολή της μοιχείας. Ο Θεός δίνει την Εντολή “ου μοιχεύσεις”. Ο Μωυσής έχει τη δική του φιλοσοφία σ  αυτό το θέμα και νομίζει ότι είναι η σωστή. Αυτό τον κάνει να μη ρωτήσει ποτέ το Θεό για τη μοιχεία.. πότε έχουμε μοιχεία, πότε κάποιος είναι μοιχός. Δε ρωτάει τίποτε για τον έρωτα, που είναι πολύ σημαντικός στα Ομηρικά Έπη.. αν πρέπει να υπάρχει έρωτας για να υπάρξει γάμος κι όλες τις σχετικές ερωτήσεις. Ο Θεός δίνει αυτά που είναι να δώσει κι είναι τέλεια. Η Εντολή αυτή είναι τέλεια. Δεν μπορεί κανένας να την αμφισβητήσει. Όμως η φιλοσοφία του Μωυσή πάνω στο θέμα γενικά, είναι φιλοσοφία και συνεπώς άποψη απλού ανθρώπου. Ο καθένας έχει τη φιλοσοφία του και σ αυτό το σημείο, εφόσον δε δόθηκε γνώση από το Θεό, πρέπει να γίνει πνευματική μάχη μεταξύ των ανθρώπων.. αυτό όμως δε συμβαίνει. Ο Μωυσής, ο αναμφισβήτητος ηγέτης, περνά την προσωπική φιλοσοφία του μέσα στο λαό σαν να πρόκειται για θεία γνώση, χωρίς αυτό να συμβαίνει. Όταν είναι εξαιτίας του Θεού σε μερικά θέματα και προβλήματα αλάνθαστος, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και σε άλλα θέματα, πράγμα όμως που πρέπει να συμβεί. Σ αυτό ακριβώς πρέπει ν αναζητηθεί και η παγίδα του Θεού. Η παγίδα αυτή στήθηκε για να παρασύρει το λαό αυτό σ έναν τρόπο ζωής και στην ανάπτυξη ενός μοντέλου, που υπηρετεί τα σχέδιά Του.

Όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, οι διαφορές μεταξύ των δύο λαών προέρχονται από τη διαφορετική αντίληψη για το Θεό. Οι Έλληνες μέσω του Δωδεκάθεου ποτέ δεν αισθάνονταν το μεγάλο φόβο. Ήλπιζαν στη βοήθεια κάποιου Θεού και φρόντιζαν να τους τιμούν όλους. Γνώριζαν ότι ο Δίας είχε προαποφασίσει για πολλά πράγματα, που αφορούν το ανθρώπινο γένος, αλλά γνώριζαν επίσης ότι πολλοί Θεοί θα έδιναν την όποια βοήθειά τους σε προσωπικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά οι Ιουδαίοι γνώρισαν την πραγματική φύση του  Θεού που είναι Μοναδικός, Πανίσχυρος και Πάνσοφος. Το φορτίο αυτού του Θεού είναι βαρύ για τους ώμους των ανθρώπων κι ως εκ τούτου η απόσταση από το θάνατο ελαχιστοποιείται. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει τι ακριβώς λέει ο Θεός κι ο φόβος τον παραλύει. Φοβάται και παρεξηγεί. Δεν αγαπά το Θεό όπως θέλει Αυτός, αλλά Τον τρέμει, όπως επιθυμούν οι άθλιοι. Ο άνθρωπος δε φέρεται “κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν” του Πατέρα κι αυτό είναι η αιτία του κακού.

Χρήσιμο είναι εδώ ν αναφέρουμε ένα παράδειγμα, για να γίνει εύκολα κατανοητό, πώς ο άνθρωπος παραλύει από το φόβο κι, ενώ πρέπει να ακούσει το Λόγο του Θεού για να λυτρωθεί, κάνει το ακριβώς αντίθετο. Παρακούει και πάει κατευθείαν στην Κόλαση. Ο Θεός, ό,τι λέει, είναι σωστό και τέλειο. Αν όμως ο άνθρωπος δεν τα κατανοεί και τα βαστά ανερμήνευτα, ο Λόγος είναι θάνατος. Όταν ο Μωυσής πήγε στο όρος Σινά να πάρει για δεύτερη φορά τις Εντολές Του, ο Θεός του μίλησε και του είπε σε ελεύθερη μετάφραση: “Είμαι ο Κύριος και Θεός, γεμάτος συμπόνια και έλεος, με υπομονή και καλοσύνη ανεξάντλητες. Ελεώ χιλιάδες αμαρτωλούς, ξεχνώ το κακό, την αδικία και την αμαρτία. Αλλά τιμωρώ τον ένοχο, φέρνοντας τις συνέπειες της αμαρτίας του πάνω στα παιδιά του και στα παιδιά των παιδιών του ως την τρίτη και την τέταρτη γενιά”. Ο Θεός, εφόσον είναι τέλειος και πανάγαθος, αυτά που λέει στους ανθρώπους, που θεωρεί παιδιά Του, είναι αληθινά. Όμως εδώ με την πρώτη ματιά, πέφτει σ αντιφάσεις.  Είναι δυνατόν ο Θεός να πέσει σε αντίφαση; Πώς γίνεται, ενώ λέει ότι έχει καλοσύνη ανεξάντλητη, ότι ελεεί χιλιάδες αμαρτωλών και ότι ξεχνά την αδικία και την αμαρτία να τιμωρεί και μάλιστα τόσο σκληρά ανθρώπους, που δε φταίνε σε τίποτε; Όταν κάποιος τιμωρεί τα παιδιά κάποιου που έφταιξε, είναι άδικος και σκληρός ακόμα και για τ ανθρώπινα μέτρα. Είναι δυνατόν ο Θεός να είναι τόσο άδικος; Είναι δυνατόν ο Θεός να λέει ψέματα; Τίποτε βέβαια απ όλα αυτά δε συμβαίνει. Απλά ο Θεός βλέπει, ενώ ο άνθρωπος είναι τυφλός και φοβισμένος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Θεός δίνει Εντολές, που είναι τέλειες, αλλά αποφέρουν θετικά αποτελέσματα μόνον όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να σκεφτεί.

Μία από τις Εντολές λέει: “ου μοιχεύσεις”. Ο Υιός του Θεού μίλησε για μοιχεία κι εκτός απ αυτό δεν τιμώρησε τη συλληφθείσα. Οι Ιουδαίοι λιθοβολούσαν τις μοιχαλίδες κι αυτό το έκαναν επειδή υποτίθεται τηρούσαν τις Εντολές του Θεού. Ποιο είναι το σωστό; Αυτό που λέει ο Θεός; Αυτά που κάνουν οι Ιουδαίοι; Ή μήπως αυτά που λέει, αλλά και κάνει ο Υιός Του; Εφόσον ο Χριστός λέει ότι όσα κάνει, τα έμαθε από τον Πατέρα Του, γιατί αντιδρά διαφορετικά απ αυτούς, που τηρούν κατά γράμμα τις Εντολές Του; Έτσι αρχίζει και φαίνεται η παρεξήγηση των λόγων του Θεού. Οι Ιουδαίοι, απλούστατα, δε γνωρίζουν τι σημαίνει μοιχεία. Ο Θεός τούς λέει να μην είναι μοιχοί, αλλά κι όταν είναι, τους βεβαιώνει ότι το ξεχνά, όπως ξεχνά όλα τα κακά και τις αδικίες. Για να ξεχάσει όμως κάποιος, όσο σημαντικό κι αν είναι αυτό, όσο καλή διάθεση κι αν έχει, πρέπει αυτό πρώτα να εξαλειφθεί. Δεν μπορεί ο Θεός να ξεχάσει τη μοιχεία κάποιου, όταν αυτή εξακολουθεί να υπάρχει.

Η τιμωρία συνίσταται στο γεγονός ότι τα παιδιά της μοιχείας είναι δυστυχισμένα και η διαιώνιση της τιμωρίας και το πέρασμά της από γενιά σε γενιά οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος ό,τι βλέπει από τον πατέρα του, αυτό κάνει. Αν μεγαλώσει μέσα σε μία οικογένεια, που χαρακτηρίζεται από τη μοιχεία, την ίδια οικογένεια θα φτιάξει. Έτσι αντιλαμβανόμαστε, γιατί δεν υπάρχει αντίφαση στο Λόγο του Θεού. Ενώ είναι τέλειος και γεμάτος συμπόνια, μιλά για τιμωρία. Μιλά σε πρώτο πρόσωπο.. τιμωρεί, όχι επειδή Τον ενδιαφέρει να τιμωρήσει, αλλά επειδή Αυτός είναι ο Δημιουργός. Όταν αυτός δημιουργεί και δίνει χαρακτηριστικά τα οποία ο άνθρωπος αλλοιώνει με την παρεξήγηση των λόγων Του, τότε Αυτός τον τιμωρεί, επειδή Αυτός τον έφτιαξε μ αυτόν τον τρόπο. Οι Ιουδαίοι αδυνατώντας να ερμηνεύσουν ελεύθερα και χωρίς φόβο το Λόγο Του, φυσικό είναι να τρέμουν το θυμό Του και να υπακούουν σ αυτούς, που υποτίθεται πως είναι οι εκλεκτοί του. Ο φόβος τους απέναντι στο Θεό προέρχεται: πρώτον από το Λόγο Του και δεύτερον καλλιεργείται απ αυτούς που έχουν συμφέρον απ αυτόν το φόβο και είναι οι άθλιοι δούλοι.

Οι Έλληνες νιώθουν δέος απέναντι στο Θεό κι αυτό εμπεριέχει την έννοια του “φόβου”. Όμως αυτός ο φόβος δεν τυφλώνει, ούτε κάνει τον άνθρωπο δούλο. Οι Έλληνες αγαπάνε πραγματικά το Θεό κι αυτή η αγάπη τους ωθεί προς την ελευθερία. Ο φόβος όμως τους κάνει ν ανέχονται χαλαρά συστήματα κι αυτό το διπλό συναίσθημα είναι το χαρακτηριστικό, που δίνεται μέσω των Επών και δημιουργεί το σύστημά τους. Οι Ιουδαίοι, αντίθετα, μέσω του φόβου τους, αναπτύσσουν μία αγάπη μ άρρωστα χαρακτηριστικά. Αγαπούν και μισούν το Θεό ταυτόχρονα. Τον θεωρούν Τέλειο και Πανάγαθο, αλλά αυτά συγκρούονται με την άποψη περί σκληρότητας και τιμωρίας. Όλα αυτά γεννούν αντικρουόμενα συναισθήματα και σκέψεις και γεννούν τη βλασφημία. Ο Ιουδαίος αγαπά το Θεό, αλλά επειδή αδυνατεί να κατανοήσει τη διαφορά μεταξύ του Λόγου Του κι αυτού των αθλίων, αισθάνεται βρώμικος. Ενώ βλέπει το Θεό τέλειο, δεν μπορεί ν ακολουθήσει αυτά που  του υποδεικνύουν και σκέφτεται άσχημα πράγματα. Σκέπτεται άσχημα πράγματα για τον εαυτό του, τ αποδίδει στο Θεό, αισθάνεται αμαρτωλός και βασανίζεται.

Όμως τίποτε απ αυτά που γεννιούνται στη φαντασία τού ανθρώπου δε συμβαίνει. Ο άνθρωπος είναι καθαρός κι ο Θεός τον αγαπά. Ό,τι κι αν σκεφτεί, ό,τι κι αν κάνει, ο Θεός τον βλέπει σαν παιδί Του. Ο νεαρός Ιουδαίος που αισθάνεται βρώμικος, επειδή δεν ακολουθεί τα όσα του λένε οι πρεσβύτεροι, πρέπει να είναι σίγουρος ότι ο Θεός τον αγαπάει με την ίδια αγάπη που έχει για τον Υιό Του. Όλα αυτά συμβαίνουν, επειδή στον τέλειο Θεό αποδίδονται οι βρώμικες προθέσεις των  αθλίων. Η αθλιότητα και η βρωμιά παρουσιάζονται σαν τελειότητα κι ο νέος αισθάνεται βρώμικος, ενώ στην πραγματικότητα είναι κοντά στο Θεό.

Όταν αναφερθήκαμε στη γέννηση της Βαβυλώνας, που είναι σύστημα, θεωρήσαμε απαραίτητη προϋπόθεση την αμαρτία. Τ  οποιοδήποτε σύστημα πρέπει κατ  αρχήν να βρίσκεται στην πατριαρχία. Αυτό σημαίνει ότι, για να λειτουργήσουν αυτά τα δύο συστήματα, θα έπρεπε να μπουν σ  αυτήν τη φάση. Όμως ποιος έκανε το αμάρτημα; Τι λένε οι Γραφές; Από τη στιγμή που θεωρούμε τη δοθείσα γνώση και στους δύο λαούς αληθινή, τη γνώση γι αυτό μπορούμε να την αντλήσουμε μόνον απ αυτές. Αυτό σημαίνει ότι το αμάρτημα θα περιγράφεται για τον κάθε λαό, είτε στα Ομηρικά Έπη είτε στην Παλαιά Διαθήκη. Από τη στιγμή που οι Έλληνες είναι προορισμένοι ν  αγωνιστούν για την κατάκτηση της Τροίας, υπηρετώντας ένα σύστημα, το αμάρτημα θα πρέπει να το αναζητήσουμε σ αυτό το οποίο είναι ακριβώς απαραίτητο για την έναρξη του αγώνα.

Το πρόβλημα ξεκινά και πάλι από τον όφι, δηλαδή τον άντρα, που εξαιτίας της πονηριάς του, βάζει τους ανθρώπους ενώπιον καταστάσεων, που, ενώ θεωρητικά υπηρετούν κοινά συμφέροντα, παρ όλ  αυτά προκαλούν όλα τα δεινά. Ο άντρας στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Οδυσσέας, που εντάσσει τους βασιλιάδες των Αχαιών στον όρκο. Ο όρκος έχει τη δύναμη να εκμηδενίζει το σκεπτόμενο άνθρωπο, γιατί τον φέρνει σε αντιπαράθεση όχι με ανθρώπους, αλλά με τον Ίδιο του το Θεό. Ο όρκος είναι ο θάνατος. Όρκος = Θάνατος = 30. Ο Οδυσσέας καταφέρνει κι αποσπά αυτόν τον όρκο στη μοναδική στιγμή που ήταν δυνατό για τους Αχαιούς. Βασιλιάδες υπέρλαμπροι διεκδικούσαν την πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο. Λίγες στιγμές πριν την επιλογή όλοι ήταν διατεθειμένοι να ορκιστούν,  αφού κανένας δεν ήξερε ποια θα ήταν η τύχη του και η ελπίδα που έτρεφε ο καθένας τους, τον έκανε εύκολο θύμα δέσμευσης. Ο όρκος είναι καρπός του δέντρου της γνώσης και στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε στα χέρια του όφι, δηλαδή του άντρα.

Ανεξάρτητα όμως από το επίπεδο της γνώσης του άντρα το ζητούμενο στο αμάρτημα είναι να παρασυρθεί η γυναίκα. Αν η γυναίκα δεν παραδοθεί, ώστε να οδηγηθεί στη θυσία, η μετάλλαξη της κοινωνίας είναι αδύνατη. Οι Έλληνες σ αντίθεση με τους Βαβυλώνιους, δεν είχαν τα οφθαλμοφανή κέρδη του συστήματος. Οι γυναίκες των Ελλήνων δεν ήταν δυνατό να παραιτηθούν από την εξουσία, γιατί ήταν αδύνατο να υπάρξει η μεγάλη διαφορά στο επίπεδο ζωής των παιδιών τους. Ήταν απαραίτητο η γυναίκα να πεισθεί κι αυτό γίνεται μόνο με τη γνώση. Οι άντρες κατάφεραν μέσω της παιδείας που διοχέτευσαν στις γυναίκες, να τις κάνουν να σκέφτονται όμοια μ αυτούς κι είδαμε πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για την κοινωνία. Η γυναίκα όταν μαθαίνει ν αναζητά τη δόξα και τα μεγαλεία, γίνεται κατ αρχήν επικίνδυνη για τα παιδιά της.

Όταν η δόξα κοστίζει σ ανθρώπινες ζωές και η γυναίκα την αναζητά, δεν είναι δυνατό να την αναζητά μέσω της θυσίας των παιδιών των άλλων γυναικών και όχι των δικών της. Η γυναίκα που αντιλαμβάνεται και δέχεται τη θυσία για έννοιες όπως η τιμή ή η προσβολή, είναι έτοιμη να διαπράξει την αμαρτία. Ποια είναι αυτή; Η Ιφιγένεια. Η Ιφιγένεια είναι η γυναίκα εξαιτίας της οποίας οι Αχαιοί βρέθηκαν έξω από τον Παράδεισο. Οι άντρες ήταν δεσμευμένοι και γνώριζαν το θάνατο, αλλά η κοινωνία μπήκε στο σύνολό της μέσα σ αυτόν εξαιτίας της θυσίας της γυναίκας. Η τρομερή θεϊκή ευφυΐα που έγραψε την Ιλιάδα παρουσιάζει τη θυσία της Ιφιγένειας με τέτοιον τρόπο, ώστε, όπως και στην περίπτωση του Αχιλλέα, να μη μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει. Οι Έλληνες δεν είχαν πρόβλημα να δώσουν γνώση στη γυναίκα, γιατί αντίθετα από την περίπτωση της Βαβυλώνας, αυτή η γνώση διαιώνιζε το προπατορικό αμάρτημα.

Οι Έλληνες δε θεωρούσαν κατώτερες τις γυναίκες όπως οι Ασιάτες, αλλά μέσω της γνώσης κατάφεραν ν αποσπούν απ αυτές την τόσο απαραίτητη θυσία. Στη Βαβυλώνα οι γυναίκες τύγχαναν μεταχείριση ανάλογης των ζώων κι επειδή ο πλούτος τής έδινε δυνατότητα ανάπτυξης ισχυρού συστήματος, η όποια αντίδρασή τους ήταν ασήμαντη υπόθεση. Αυτός ήταν κι ο λόγος για τον οποίο το προπατορικό αμάρτημα ήταν στο σύνολο του χρόνου στιγμιαίο και τύγχανε μόνον απλής αναφοράς. Η γνώση ήταν επικίνδυνη να δίνεται στη γυναίκα, γιατί το σύστημα σε κάθε περίπτωση είχε μόνο να χάσει. Στην Ελλάδα αντίθετα, όπου η δύσκολη επιβίωση απαιτούσε την αρωγή της γυναίκας κι επιπλέον δεν υπήρχε μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμών στ αστικά κέντρα, η ταπείνωσή της ήταν δύσκολη υπόθεση. Δεν μπορούσε κάποιος να διατηρεί πλούτο και ισχύ, έτσι ώστε η πορνεία να πάρει υπερβολικές διαστάσεις. Το μόνο που μπορούσε να γίνει, κι έγινε από το Θεό, ήταν να δίνεται συνεχής γνώση σ αυτές, ώστε να διατηρούν θεωρητικά υψηλή θέση στην κοινωνία, που πρακτικά θα εξαφανίζεται μέσω της θυσίας. Πλέκουν οι άντρες το εγκώμιο στις γυναίκες δείχνοντας εκτίμηση  στην ισχύ τους, αλλά μέσω ψευδών καταστάσεων την υποβιβάζουν και παίρνουν την εξουσία, που είναι απαραίτητη.

Στην Ιλιάδα βλέπει κάποιος το μεγαλείο και τη δόξα της Ιφιγένειας που ευνοεί το σύστημα, ενώ η ίδια ευφυΐα βάζει στο στόμα της Ελένης λόγια, που θίγουν τη γυναίκα κι ευνοούν το σύστημα. Ο αναγνώστης βλέπει μία γυναίκα που θυσιάζεται να κερδίζει την εκτίμηση των αντρών, ενώ στη δεύτερη περίπτωση μία γυναίκα, που απλά φέρθηκε ως άνθρωπος κι ακολούθησε τον έρωτα να βρίζει τον ίδιο της τον εαυτό. Οι άντρες μαλώνουν μεταξύ τους για τις δούλες που εξαναγκάζουν σε πορνεία, ενώ η γυναίκα που αποφάσισε για την αυτοδιάθεσή της, δέχεται ως φυσιολογικό να είναι στόχος κατάκρισης και φτάνει μέχρι την αυτοκατάκριση. Μέσω της Ιλιάδας η γυναίκα μαθαίνει να σκέφτεται όπως συμφέρει το σύστημα. Παγιδεύεται μέσα σε συνθήκες, που είναι επινοήσεις των αντρών και χάνει την ταυτότητά της.

Οι Ιουδαίοι έπρεπε να λιθοβολήσουν τη γυναίκα που είναι μοιχαλίδα, για να τρομάζουν τις υπόλοιπες, που δεν είχαν την παραμικρή γνώση. Αντίθετα οι Έλληνες έπρεπε να δώσουν τη γνώση και να μάθουν τη γυναίκα να σκέφτεται, όπως τους συμφέρει..  να αισθάνεται ατιμασμένη, κατακριτέα και  πόρνη, όταν τολμούσε να ξεφύγει από την αθλιότητα της μοιχείας. Η Ελληνίδα έχει τη δυνατότητα να δει τη μοιχεία και την αθλιότητά της, αλλά μέσω αυτής της γνώσης προτιμά την αυτοταπείνωση από την ελευθερία, που δήθεν επισύρει την κοινωνική κατακραυγή. Η διαφορά που προκύπτει στο τέλος και δίνεται μέσω της γνώσης μεταξύ των γυναικών αυτών και των γυναικών της Βαβυλώνας είναι ότι ο μόνος που βρίσκει τη λύτρωση του έρωτα και τη Θέωση είναι ο Οδυσσέας, που επινόησε έναν όρκο, που δεν τον αφορούσε. Ο Αγαμέμνονας αντίθετα, ο οποίος ήταν ο υπαίτιος της θυσίας και η θυσιαζόμενη ήταν κόρη του, βρήκε το θάνατο όχι στο πεδίο της μάχης, αλλά μέσα στο ίδιο του το σπίτι από την ίδια του τη γυναίκα.

Αυτό σημαίνει απλά ότι ο Έλληνας που θ αποφασίσει τη θυσία, φερόμενος ως άντρας-εξουσία μέσα στην οικογένεια, βρίσκεται πολύ κοντά στο θάνατο, εφόσον ο έρωτας εξαφανίζεται και η γυναίκα είναι πολύ δυνατή για να βασανίσει τον άντρα. Η γυναίκα που έχει γνώση μπορεί ν αυτοταπεινωθεί για τα όσα πιστεύει, αλλά είναι αδύνατο να μη στείλει στην Κόλαση αυτόν που θεωρεί υπαίτιο της όλης κατάστασης. Αυτήν τη δυνατότητα τη δίνει η γνώση, που προσανατολίζει την ισχύ της γυναίκας. Αντίθετα η γυναίκα που δεν έχει γνώση, διαθέτει την ισχύ, αλλά δε γνωρίζει το σωστό ή το λάθος. Νομίζει ότι το σωστό είναι να σέβεται τις όποιες αποφάσεις του άντρα, γιατί έτσι νομίζει ότι επιθυμεί ο Θεός. Δέχεται την ταπείνωση, χωρίς να γνωρίζει τα δικαιώματά της ως άνθρωπος-δημιούργημα του Θεού. Στην περίπτωση των Ελλήνων το Ξύλον δηλαδή το Θήλυ είναι η Ελλάς, που γεννά τους Έλληνες. Ενώ η γυναίκα στη θέση της Εύας ήταν η Ιφιγένεια. Ο καρπός που γεύτηκε η Ιφιγένεια ήταν ο καρπός της γνώσης των όσων μεγάλων θα προέκυπταν για τους Έλληνες από την κατάκτηση της Τροίας. Ελλάς = Ξύλον = Βαβυλών = 19.

Οι Ιουδαίοι κι αυτοί με τη σειρά τους έπρεπε να διαπράξουν το προπατορικό αμάρτημα, αλλά σ αυτήν την περίπτωση ο Θεός θα έπρεπε να νικήσει κατ αρχήν δύο εμπόδια: πρώτον η κοινωνία θα έπρεπε να παραμείνει τύπου Βαβυλώνας και δεύτερον να δοθεί τέλεια γνώση. Αυτό είναι δύσκολο, γιατί η Βαβυλώνα έχει αδυναμία μπροστά στην τέλεια γνώση. Ο Μωυσής κι όσοι πήραν τη γνώση του Θεού, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση, μέχρι την έλευση του Χριστού, ν  απειλήσουν τη Βαβυλώνα και να πάρουν την εξουσία της σαν μεσσίες. Η θεία ευφυΐα νίκησε αυτήν την ιδιαιτερότητα, βάζοντας τους Ιουδαίους να διαπράξουν το αμάρτημα δύο φορές και θα δούμε πώς. Οι Ισραηλίτες πριν τη μετακίνησή τους στην Αίγυπτο ανέπτυξαν τον πολιτισμό τους σ ένα χώρο, όπου δέσποζε η μεγάλη Βαβυλώνα. Τα επιτεύγματά της επισκίαζαν τ αντίστοιχα επιτεύγματα όλων των άλλων λαών, που ανέπτυξαν πολιτισμό στον ίδιο χώρο σε χρόνο παράλληλο ή μεταγενέστερο. Οι λαοί που ζούσαν μέσα σ αυτόν το χώρο είχαν αντιληφθεί από πολύ νωρίς την αξία αυτού του μοντέλου κοινωνίας, όσον αφορά την ισχύ που προσφέρει σ ένα έθνος.

Ένας λαός που επηρεάστηκε άμεσα απ αυτό, ήταν κι ο λαός των Ισραηλιτών. Η απόλυτη πατριαρχία ήταν το μόνιμο καθεστώς, που χαρακτήριζε την κοινωνία τους. Το πρόβλημα που υπήρξε για τη δημιουργία αυτής της κοινωνίας είναι ότι έπρεπε να δοθεί μερική γνώση για τη δημιουργία ενός λαού με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, αλλά αυτή η μερική γνώση να μην ταυτιστεί μ  αυτήν της Βαβυλώνας και μ αυτόν τον τρόπο χαθεί. Έπρεπε ο συγκεκριμένος λαός να έχει ειδική γνώση, που να μην απειλείται απ αυτήν της Βαβυλώνας κι επιπλέον να μην είναι επιθυμητή από τα σκληρά συστήματα της εποχής. Έπρεπε να βρίσκεται σ ένα επίπεδο, που βοηθά τον άνθρωπο σε σχέση με τη Βαβυλώνα, ώστε να μην την επιθυμεί το σύστημά της, αλλά να έχει τα ίδια χαρακτηριστικά μ αυτήν, ώστε να δημιουργεί παρόμοια κοινωνία. Απ αυτήν την ιδιαιτερότητα προκύπτει το γεγονός της εμφάνισης του Θεού στον Αβραάμ, χωρίς να του δίνει οποιασδήποτε μορφής ωφέλιμη γνώση για το κοινωνικό σύνολο. Ο Θεός εμφανίστηκε στον Αβραάμ κι αυτό ξεχωρίζει τους Ιουδαίους από τους υπόλοιπους λαούς. Οι Ιουδαίοι έχουν συγκεκριμένο γενάρχη κι ο λαός έχει κοινή καταγωγή. Από τη στιγμή που ο Θεός εμφανίζεται σ έναν άνθρωπο, αυτός είναι εκλεκτός κι αυτό, αν καλλιεργηθεί ανάλογα, διαχωρίζει τα παιδιά του από τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Οι Ιουδαίοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά Φοίνικες, που διαχώρισαν τη θέση τους απ αυτούς, θεωρώντας τούς εαυτούς τους εκλεκτούς. Οι Φοίνικες ζούσαν σε μία κοινωνία απόλυτα όμοια μ αυτήν της Βαβυλώνας. Η γνώση που είχαν για το Θεό ήταν περίπου κοινή μ αυτήν της Βαβυλώνας κι, όπως αναφέραμε σ άλλο σημείο, η παρεξήγησή της οδηγούσε τους ανθρώπους στην αθλιότητα και το φόνο. Ο τρομερός Βαάλ (Θεός, Κύριος) των Φοινίκων τρομοκρατούσε τους ανθρώπους. Οι τεράστιες δυνάμεις του γκρέμιζαν τις ψυχικές δυνάμεις που έχει ο άνθρωπος για ν αντιδράσει.  Αυτός ο Θεός στη μορφή του Βαάλ-Μολώχ απαιτούσε, σύμφωνα με τις ανθρώπινες αντιλήψεις, να παραδίδουν οι άνθρωποι ως θυσία τα παιδιά τους ζωντανά στις φλόγες του ναού του. Ύψιστη προσφορά θεωρούνταν η θυσία μ αυτόν τον τρόπο του μονογενούς γιου. Ένας Θεός που για εξευμενισμό του ζητά όλα αυτά τα πράγματα, φυσικό είναι να τρομοκρατεί τους ανθρώπους. Αυτός ήταν ο Θεός των Φοινίκων κι επομένως Θεός των γονιών και του Αβραάμ και της Σάρας.

Απ αυτά τα δεδομένα ξεκινά το Σχέδιο του Θεού. Ο τεράστιος και πανίσχυρος Θεός υποδεικνύει τη θυσία στον Αβραάμ κι ο Αβραάμ, παιδί αυτής της κοινωνίας, το βλέπει σαν μία παραδεκτή απαίτηση από μέρους Του. Αυτός είναι, που του έδωσε το γιο, Αυτός μπορεί ν απαιτήσει τη θυσία του. Η επιρροή της κοινωνίας των Φοινίκων είναι τόσο μεγάλη που, ενώ ο Αβραάμ αντιλαμβάνεται πόσο σκληρή κι απάνθρωπη είναι η απαίτηση, παρ όλ αυτά τη βλέπει σαν λογική. Η στάση της Σάρας δείχνει σε μέγιστο βαθμό αυτήν την επιρροή. Δεν υπάρχει δύναμη στον κόσμο, που να είναι πιο ισχυρή από την αγάπη της μητέρας προς το παιδί κι όμως ο φόβος του Θεού νικά ακόμα κι αυτήν την αγάπη. Από τη στιγμή που η Σάρα παραδίδει χωρίς αγώνα ό,τι πιο πολύτιμο έχει, τα πράγματα παίρνουν μία τροπή, που είναι αδύνατο ν αλλάξει. Ο Θεός έδειξε πράγματι ότι δεν έχει απαίτηση θυσίας κι αυτό ήταν ένα θετικό βήμα για τον άνθρωπο. Σ  ένα χώρο όπου η ανθρωποθυσία ήταν φυσικό φαινόμενο, ο Θεός δείχνει στον Αβραάμ και τον άνθρωπο ότι δεν τη δέχεται. Αυτό αποδεικνύει όσα αναφέραμε πιο πάνω. Ο Θεός δε λέει ψέματα και πάντα βοηθά τον άνθρωπο. Η γνώση αυτή είναι καλύτερη απ όλες τις απόψεις σε σχέση μ αυτήν της Βαβυλώνας. Ο Θεός καταφέρνει να δώσει ανώτερη γνώση, χωρίς να μεταλλάζει το σύνολο της κοινωνίας και σ αυτήν την περίπτωση πρέπει να δούμε πώς παγιδεύτηκε η γυναίκα, ώστε ν αντέξει η μορφή αυτής της κοινωνίας ακόμα και στην περίοδο κατά την οποία μεταλλάχθηκε η Βαβυλώνα.

Το Σχέδιο του Θεού δε λειτουργεί από τη στιγμή που αποφασίζει ο Αβραάμ τη θυσία, αλλά από τη στιγμή που επιστρέφει με το γιο του. Οι άνθρωποι εκείνη την εποχή με βάση τις αντιλήψεις που επικρατούσαν, δέχονταν σε βάρος τους τα χειρότερα πράγματα. Ο Αβραάμ μπορούσε ν αρπάξει το παιδί από τα χέρια της Σάρας ακόμα και με τη βία. Ο φόβος του ήταν τόσο μεγάλος που, προκειμένου να κάνει αυτό που του είχε υποδείξει ο Θεός, ήταν σε θέση να κάνει και έγκλημα. Ο Αβραάμ ισχυρίστηκε ότι του το ζήτησε ο Θεός κι αυτό μπορούσαν να το κάνουν χιλιάδες άλλοι θρησκόληπτοι δεισιδαίμονες. Η διαφορά είναι ότι όλοι οι υπόλοιποι πραγματοποιούν τη θυσία, ενώ ο Αβραάμ, πρώτος σ όλη εκείνη την περιοχή, γνωρίζει τη θέση του Θεού απέναντι στο φαινόμενο της θυσίας. Εδώ τελειώνει η επέμβαση του Θεού.

Στο μεταξύ την ώρα που ο Αβραάμ βρίσκεται στο χώρο της θυσίας, η Σάρα κλαίει κι οδύρεται στο σπίτι. Αρχίζει και μισεί τον Αβραάμ, γιατί πάντα η γυναίκα μισεί αυτόν, που σκοτώνει τα παιδιά της. Από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται η γυναίκα ότι κάποιος, ακόμα κι ο ίδιος ο έρωτάς της, ετοιμάζεται να σκοτώσει τα παιδιά της, μπορεί να μετατρέψει ακόμα κι αυτόν τον έρωτα σε μίσος. Το μητρικό ένστικτο της γυναίκας είναι τόσο ισχυρό που από μόνο του την οδηγεί. Αν η γυναίκα ως άνθρωπος αναζητά τον έρωτα, αυτό το ένστικτο είναι τόσο δυνατό ώστε να νικήσει αυτήν την ανθρώπινη και πανίσχυρη ορμή. Η Σάρα είναι βέβαιο, κι αυτό μπορούν να το καταλάβουν οι γυναίκες, ότι εκείνη τη στιγμή όχι μόνο μισούσε τον Αβραάμ, αλλά κι ετοίμαζε το σχέδιο αντίδρασής της.

Το Σχέδιο του Θεού αρχίζει από τη στιγμή που γυρίζει ο Αβραάμ στο σπίτι του με τον Ισαάκ ζωντανό. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή δημιουργείται το σπέρμα του Ισραήλ. Τη στιγμή που βλέπει η Σάρα το γιο της ζωντανό, ζει ένα όνειρο μοναδικό, τα συναισθήματα ανατρέπονται κι όπως συμβαίνει πάντα, όταν η ανθρώπινη σκέψη και το ανθρώπινο συναίσθημα ωθούνται στ άκρα, τα συναισθήματα ανατρέπονται κι εναλλάσσονται μεταξύ αυτών των άκρων. Από την πλήρη αμφισβήτηση και το μίσος η Σάρα άγγιζε το άλλο άκρο της απόλυτης υποταγής και της απόλυτης πίστης. Η Σάρα βλέπει τώρα καθαρά ότι ο άντρας της είναι υπεύθυνος για τη σωτηρία του παιδιού της κι αυτό την κάνει να υποταχθεί πλήρως και οικειοθελώς στις εξουσίες του. Αγνοεί βέβαια ότι αυτός ο ίδιος ήταν, που προκάλεσε το συμβάν. Αγνοεί ότι δικαίωμα κάθε γυναίκας είναι ν αγωνιστεί υπέρ των παιδιών της όχι μόνο χωρίς φόβο Θεού αλλά με τη δύναμή Του.

Όλα αυτά οδηγούν τη Σάρα στο συμπέρασμα ότι ο Θεός, ο οποίος είναι πανίσχυρος, αγαπά ξεχωριστά τον άντρα της και άρα είναι σωστά τα όσα εκείνος κάνει και πιστεύει. Από τη στιγμή που αυτός ο εκλεκτός προστατεύει το παιδί της, πρέπει κι αυτή να υποτάσσεται στις βουλές του. Ό,τι κάνει κι ό,τι πιστεύει  ο Αβραάμ από εκείνη τη στιγμή είναι σωστά για τη Σάρα και τους απογόνους. Αυτές οι αντιλήψεις είναι που έκαναν κατά τη γνώμη τους αγαπητό τον Αβραάμ στο Θεό κι αυτές πρέπει να διαιωνιστούν. Η επιστροφή του Αβραάμ από το χώρο της θυσίας είναι η γενεσιουργός αιτία όλων των μετέπειτα εξελίξεων. Ο Αβραάμ από το Θεό πήρε ως γνώση μόνον το ανώφελο της θυσίας.

Σ αυτό το σημείο σταματά η γνώση μέσω του Θεού κι ακολουθούν απόψεις, που έχουν να κάνουν καθαρά με την προσωπική φιλοσοφία του Αβραάμ. Ο Αβραάμ βρισκόταν σε μεγάλη ηλικία κι αυτό είναι ένα σοβαρό γεγονός. Έζησε μέσα σε μία κοινωνία τύπου Βαβυλώνας. Η οικογένεια μέσα σ αυτήν την κοινωνία έχει ορισμένα χαρακτηριστικά. Όσον αφορά τη δημιουργία της, είναι κατά κύριο λόγο μία καθαρά εμπορική πράξη με την οποία γίνονται κυριολεκτικά συμφωνίες οικονομικού ενδιαφέροντος. Όταν διερευνούσαμε τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας της Βαβυλώνας, αναφέραμε ότι η οικογένεια είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας. Έτσι, σε μία κοινωνία μ απόλυτη εξουσία, θα υπάρχει πάντα και η οικογένεια με την απόλυτη εξουσία. Ο Αβραάμ κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος που του παρέχει η κοινωνία κι οδηγεί στη θυσία το γιο του.

Για έναν Έλληνα που διαβάζει τα Έπη θα ήταν δολοφονία κι ο άνθρωπος αξιομίσητος, αν έκανε χρήση της πατρικής εξουσίας μ αυτόν τον τρόπο. Δεν είναι δυνατό να  διανοηθεί έστω κάποιος τον Οδυσσέα να κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος και να οδηγεί τον Τηλέμαχο στη θυσία. Δεν είναι δυνατό να προβεί ο ήρωας σ αυτήν την ενέργεια και να έχει την απαίτηση να διατηρήσει η Πηνελόπη τον έρωτα και την αγάπη της γι αυτόν. Έτσι αρχίζει και σκιαγραφείται ο στόχος του Θεού μέσω αυτής της εμφάνισης στον Αβραάμ καθώς και η αποστολή που ανατέθηκε σ αυτούς. Η κοινωνία των Ιουδαίων άντεξε και διατήρησε τα χαρακτηριστικά της ακόμα και στη μεγάλη επίθεση του πνεύματος, που έγινε επί Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Είπαμε παραπάνω ότι ο Αβραάμ στη συνάντησή του με το Θεό ήταν μεγάλης ηλικίας άντρας.. το θεωρήσαμε πολύ σημαντικό και πρέπει ν αποδείξουμε το γιατί. Μέσα στην Καινή Διαθήκη και στο συμβάν με τη γυναίκα που συνελήφθη για μοιχεία, όταν ο Χριστός προκάλεσε τους Ιουδαίους, οι πρώτοι που αποχώρησαν ήταν οι πρεσβύτεροι. Ο άντρας όταν περάσουν τα χρόνια κι αρχίσει να γερνάει, χωρίς να έχει γνωρίσει τον έρωτα, χάνει τις ελπίδες του. Το μόνο πράγμα που του δίνει ενδιαφέρον στη ζωή είναι η εξουσία. Η ματαιοδοξία του εκδηλώνεται μ αυτόν τον τρόπο. Αν αυτός ο άνθρωπος τυχαίνει να έχει κι οικογένεια τότε γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τι θα πει μοιχεία και γι αυτόν το λόγο οι πρεσβύτεροι αποχώρησαν πρώτοι. Ο Αβραάμ, ανεξάρτητα από το αν γνώρισε ή δε γνώρισε τον έρωτα, ήταν ένας γέροντας. Ο έρωτας δεν τον αφορούσε και γι αυτόν το λόγο δε ρώτησε. Όμως την επαφή με το Θεό τη χρησιμοποίησε κατάλληλα για να προστατεύσει την εξουσία του.

Όταν ο Αβραάμ δεν έχει γνώση για τον έρωτα από το Θεό, τότε ενεργεί σ ό,τι αφορά τον έρωτα με βάση τη δική του φιλοσοφία. Έτσι, όταν στέλνει το δούλο του για να βρει γυναίκα στον Ισαάκ, κάνει απλούστατα ό,τι γνωρίζει από μόνος του. Η εξουσία του τόν κάνει ν αποφασίζει αυθαίρετα για το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή του Ισαάκ. Τα κριτήρια με τα οποία ο δούλος αναζητά τη γυναίκα του Ισαάκ, επιεικώς είναι ανάξια, έστω και ν αναφερθούν. Ο Αβραάμ ούτε καν ρώτησε τον Ισαάκ, αν ήταν, όπως είναι φυσιολογικό, ερωτευμένος με κάποια γυναίκα από το περιβάλλον, όπου ζούσε. Από την πλευρά του ο Ισαάκ ούτε καν αντιστάθηκε σ αυτήν την αυθαιρεσία του πατέρα του κι αυτό είναι αποτέλεσμα της φιλοσοφίας, που επικρατεί στην κοινωνία της Βαβυλώνας.

Ο Αβραάμ δεν τον έσφαξε με το μαχαίρι, τον έσφαξε όμως με την εξουσία του, που οδηγεί στην αυθαιρεσία κι ωθεί τον άνθρωπο ν ακολουθήσει ένα  δρόμο στη ζωή του παντελώς διαφορετικό απ αυτόν που επιθυμεί. Όλη αυτή η αυθαιρεσία είναι ανεκτή από μέρους του Ισαάκ, εφόσον γνωρίζει ότι ο Θεός ξεχώρισε ανάμεσα σε τόσους άλλους τον πατέρα του και συνεπώς ό,τι λέει είναι νόμος. Εφόσον κι ο Ισαάκ αγαπάει το Θεό σύμφωνα με τη λογική για να γίνει κι αυτός αγαπητός, πρέπει να υπακούει κατ αρχήν στον πατέρα του και στη συνέχεια, όταν θα γίνει κι αυτός πατέρας, να κάνει τα ίδια. Η θυσία του έρωτα είναι επώδυνη για ένα νέο όπως ο Ισαάκ, αλλά όταν ένας άνθρωπος γνωρίζει τι θα πει ανθρωποθυσία είναι βέβαιο ότι την υποτιμά. Θεωρεί τη θυσία του έρωτά του ελάχιστο φόρο σε σχέση με τη ζωή που του χαρίστηκε. Αυτό είναι το μεγάλο λάθος κι έχει να κάνει μόνο με την ανθρώπινη αντίληψη και γνώση. Απ αυτό το σημείο και μετά μαθαίνουν όλοι οι Ισραηλίτες να υπακούουν στον πατέρα τους σαν δούλοι και να παντρεύονται χωρίς απαραίτητη προϋπόθεση τον έρωτα.

Back to content | Back to main menu