Κορυφή σελίδας
Μυστικό Σχέδιο - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Μυστικό Σχέδιο - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Μυστικό Σχέδιο

Όλα αυτά έγιναν βάσει του Σχεδίου του Θεού πριν τη μετανάστευση στην Αίγυπτο, για κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, για τρεις λόγους: πρώτον, έπρεπε να υπάρχουν ιδέες κι αντιλήψεις παγιωμένες κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε ένα περιβάλλον που ευνοεί..  δεύτερον, να μην επεκταθούν σε μεγάλο πληθυσμό κι αρχίσουν τα μικρά αυτά πνευματικά δικαιώματα να διαχέονται και να χάνουν την ισχύ τους, συνεπώς να μην περάσουν πολλές γενιές πριν τη μετανάστευση και τρίτον, αυτά τα χαρακτηριστικά να διαφέρουν σημαντικά από τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που θα συναντούσαν στην Αίγυπτο, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος εξάλειψής τους.

Όλοι αυτοί οι λόγοι έδωσαν τη δυνατότητα στους Ισραηλίτες έχοντας γνώση του γενάρχη τους να πολλαπλασιαστούν και να διατηρήσουν την ταυτότητά τους λόγω των ιδιομορφιών της κοινωνίας τους μέσα στην Αίγυπτο. Τέλος, λόγω του συνόλου των αντιλήψεών τους για το Θεό και τις επιλογές Του, είχαν για τον εαυτό τους την εντύπωση ότι είναι εκλεκτοί, επειδή είναι παιδιά του Αβραάμ και κάνουν κατά γράμμα αυτά που έκανε εκείνος. Μ αυτόν τον τρόπο παγίωσαν και την άποψη ότι ο Θεός ο Ένας και Μοναδικός έχει σαν στόχο να προστατεύσει αυτούς καταδικάζοντας τους υπόλοιπους. Έτσι έχουμε για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου ένα Θεό, που προστατεύει ένα συγκεκριμένο έθνος, ένα Θεό εθνικό. Όταν ο Θεός αποφάσισε να τους βγάλει από την Αίγυπτο μέσω του Μωυσή, ήταν εύκολο, γιατί διατηρούσαν τα χαρακτηριστικά τους και δεν αναμείχθηκαν με τους τοπικούς πληθυσμούς, γεγονός που στην αντίθετη περίπτωση θα έκανε δύσκολη τη μετακίνησή τους.

Από τη στιγμή που αρχίζει η έξοδος από την Αίγυπτο, μπαίνει σε λειτουργία το δεύτερο μέρος του Σχεδίου του Θεού. Ο Θεός έδωσε στο Μωυσή τη δυνατότητα να πάρει τέλεια γνώση ανάλογη των Φαραώ της Αιγύπτου. Όλη η περιπέτειά του ήταν θέλημα Θεού, για ν  ανατραφεί ένας Ιουδαίος με συγκεκριμένο τρόπο. Δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα οι Αιγύπτιοι να δώσουν συνειδητά γνώση στους Ιουδαίους. Όμως ο Μωυσής με τη βοήθεια του Θεού την πήρε στην καλύτερη μορφή της. Εκτέλεσε το θέλημα του Θεού κι αποφάσισε να βγάλει από την Αίγυπτο τους ομόφυλούς του. Το επίτευγμα του Θεού ήταν ότι βρέθηκε ένας άνθρωπος στην κορυφή μίας κοινωνίας τύπου  Βαβυλώνας με τέλεια γνώση. Δεν ήταν Αιγύπτιος ανάμεσα σε Αιγυπτίους, των οποίων η κοινωνία ήταν πιο ανεπτυγμένη λόγω γνώσης κι άρα υπήρχε αδυναμία άσκησης απόλυτης εξουσίας.. ακόμη δεν ήταν και Βαβυλώνιος μ εύθραυστη γνώση. Είχε απόλυτη εξουσία πάνω σ ένα λαό, που ήταν αποτέλεσμα γνώσης που δεν ανατρέπεται.

Το καθήκον του Μωυσή ήταν να βγάλει τους Ιουδαίους από την Αίγυπτο. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, επιβαλόταν κατά πρώτον να μην υπάρξει εκτεταμένη διασπορά γνώσης, ώστε ν ασκηθεί απόλυτη εξουσία  και στη συνέχεια έπρεπε να δημιουργηθεί ένα σύστημα δούλων, που θ ακολουθούσε τις βουλές της ηγεσίας. Ακόμα και να ήθελε ο Μωυσής να σκορπίσει τη γνώση δεν μπορούσε, γιατί απλούστατα έπρεπε να εγκαταλείψει την ιδέα της εξόδου. Η έξοδος απαιτούσε πλήρη υποταγή στην εξουσία κι αποφάσεις απόλυτα σωστές. Τα συμβούλια και οι διαφορετικές αποφάσεις ήταν δυνατό να οδηγήσουν σε αφανισμό ολόκληρο το ιουδαϊκό έθνος.

Αυτήν τη φορά το προπατορικό αμάρτημα το έκανε πάλι η γυναίκα αλλά λόγω γνώσης πλέον. Η Ιουδαία γυναίκα έβλεπε καθαρά ότι έπρεπε να παραδώσει την εξουσία στον άντρα, αν ήθελε να επιβιώσει κι αυτή και τα παιδιά της. Εδώ δεν υπάρχει τέχνασμα, που κάτω από ορισμένες συνθήκες θα έθετε υπό αμφισβήτηση την εξουσία του άντρα. Οι συνθήκες είναι απόλυτες, υπάρχει μόνον η “γη της επαγγελίας” κι ο θάνατος ως επιλογές. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται εύκολα γιατί θα έπρεπε να διαπραχθεί δύο φορές το προπατορικό αμάρτημα στην περίπτωση των Ιουδαίων. Την πρώτη φορά το θήλυ, δηλαδή η Βαβυλώνα, είναι η Σάρα και η γνώση της μερική. Ξύλον = Βαβυλών = Θήλυ = Σάρα. Τη δεύτερη φορά το Ξύλον έχει απόλυτη γνώση ανάλογη αυτής, που δόθηκε στους Έλληνες κι αυτό που εκφράζει το σύστημα των Ιουδαίων είναι η έννοια “Βάτος”. Ο Μωυσής είδε την καιόμενη βάτο, που δεν ήταν άλλο παρά η κοινωνία των Ιουδαίων. Βάτος = Ξύλον = Βαβυλών.

Σύμφωνα με τα όσα έχουμε αναφέρει μέχρι εδώ, ο Θεός δημιούργησε μέσω της γνώσης δύο τεράστια συστήματα, που άγγιξαν την κοσμοκρατορία στις εποχές της ακμής τους κι είναι η Βαβυλώνα και η Αίγυπτος, και δύο λαούς με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.  Το Μυστικό Σχέδιο αρχίζει και λειτουργεί  από τη στιγμή που οι δύο αυτοί λαοί θα γεννήσουν τον Υιό του Θεού, ώστε ν αρχίσει πλέον η εξουσία ν απλώνεται στο σύνολο του πλανήτη. Αυτό που πρέπει να δούμε εμείς, είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν αυτά τα δημιουργήματα και πώς κατορθώνει η θεία ευφυΐα να τα προστατεύει από την αντίστοιχη ανθρώπινη.

Όταν μελετούσαμε τη θεωρία των αριθμών αναφέραμε ότι για να περατωθεί το Μυστικό Σχέδιο του Θεού απαιτούνται εννέα βήματα. Θεωρήσαμε ότι η κοινωνία των ανθρώπων ως σύνολο στην τελειότερη μορφή αγγίζει το βήμα πέντε, που είναι το βήμα της δημοκρατίας. Αυτό το βήμα δεν είναι άγνωστο στον άνθρωπο, παρά είναι η Αθήνα της αρχαιότητας. Η πόλη αυτή και το σύνολο της πολιτιστικής της κληρονομιάς είναι προϊόν της γνώσης των Ελλήνων. Η πόλη αυτή που αποτελεί και το όριο εξέλιξης της κοινωνίας, δε δημιουργήθηκε, ούτε άκαιρα ούτε κατά σύμπτωση..  είναι αποτέλεσμα που προκύπτει μέσα από συγκεκριμένα δεδομένα. Όμως αυτή η πόλη είχε δύο πρόσωπα: το πρώτο πρόσωπο είναι αυτό της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού, ενώ το δεύτερο είναι αυτό του πολέμου και της εκμετάλλευσης.

Η Αθήνα ποτέ δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ αυτήν τη διπλή φύση της, γιατί οι συνθήκες ποτέ δεν της το επέτρεψαν. Από τη στιγμή όμως που τα πάντα ελέγχονται κι εξελίσσονται κάτω από το βλέμμα του Θεού, κάτι συγκεκριμένο επιδιώκεται. Ο Θεός έδωσε πλούτο κι ισχύ για ελάχιστο χρονικό διάστημα στην κοινωνία, που δημιουργείται μέσω των Επών, για να μπορέσει να γεννηθεί η φιλοσοφία. Αν η Αθήνα δεν είχε αυτόν τον πλούτο και η επιβίωση της ήταν προβληματική, η εξουσία δε θ ανεχόταν σε καμία περίπτωση ανθρώπους σαν το Σωκράτη, τον Πλάτωνα ή τον Αριστοφάνη. Όλοι αυτοί υπήρξαν, γιατί οι άνθρωποι, όταν εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους, επιδιώκουν την επαφή με το πνεύμα κι αναζητούν την ελευθερία. Αυτές οι συνθήκες είναι που γεννούν τη φιλοσοφία, που σκοπό έχει τον προσδιορισμό της θέσης του ατόμου ως ον μέσα στη φύση και στο ανθρώπινο σύστημα. Ο άνθρωπος πρέπει πρώτα ν αντιληφθεί τη θέση του μέσα στη φύση, ν αξιολογήσει τα δώρα της και κατόπιν να προσπαθήσει να κατανοήσει την αναγκαιότητα του συστήματος. Πρέπει πρώτα ν  αναζητήσει τις ρίζες του, να δει πώς ήταν και πώς είναι και κατόπιν ν αξιολογήσει τις διαφορές. Η φύση προσφέρει ελευθερία, αλλά ο Παρθενώνας είναι προϊόν του συστήματος. Η φύση προσφέρει έρωτα, αλλά οι τριήρεις που έπλεαν με ασφάλεια τα πελάγη ήταν επίσης προϊόντα του συστήματος.

Όλα αυτά απασχόλησαν τους ανθρώπους εκείνης της εποχής κι αποτέλεσμα αυτού του προβληματισμού ήταν η φιλοσοφία. Η αχίλλειος πτέρνα αυτής της φιλοσοφίας είναι ο διαχωρισμός των ανθρώπων μεταξύ τους. Ενώ ο άνθρωπος είναι ένα ον, δημιούργημα του Θεού, η φιλοσοφία των Αθηνών έπρεπε να σεβαστεί τις συνθήκες, που επέτρεπαν την ύπαρξή της. Το σύστημα τότε στήριζε τη δύναμη του στην ύπαρξη των δούλων μέσω του κόπου των οποίων εξασφάλιζαν οι ελεύθεροι το χρόνο που απαιτεί η δραστηριότητα του πνεύματος. Οι φιλόσοφοι των Αθηνών δεν μπορούσαν να επιτεθούν κατά της δουλείας, γιατί απλούστατα αυτή στήριζε την ιδανική γι αυτούς κατάσταση. Αυτό που μπορούσαν να κάνουν ήταν ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε δύο τάξεις και η μελέτη ενός μέρους του συνόλου. Οι φιλόσοφοι είχαν ως αντικείμενο μελέτης τον άνθρωπο, που ανήκει σ ένα υποσύνολο με κοινά χαρακτηριστικά. Δεν επιτέθηκαν στη δουλεία αλλά επιτέθηκαν στη διαφθορά, στην αλαζονεία, στην υποκρισία και σ όλα τα ανθρώπινα πάθη. Μπόρεσαν μ αυτόν τον τρόπο να διακρίνουν τις συνθήκες, μέσω των οποίων ο άνθρωπος αλλάζει χαρακτηριστικά. Μπόρεσαν να δουν και να περιγράψουν πώς ένας άνθρωπος έντιμος και θαρραλέος γίνεται το ακριβώς αντίθετο μόλις γευθεί την εξουσία.

Όλα αυτά εφόσον έχουν διατυπωθεί, αποτελούν γνώση. Ένας άνθρωπος που έχει αυτήν τη γνώση, δε χρειάζεται να είναι ούτε ο Σωκράτης ούτε ο Διογένης για να τα διαπιστώσει. Αρκεί κάποιος να γνωρίζει τι οδηγεί τον άνθρωπο στη διαφθορά και στη δουλεία κι από κει και πέρα αυτήν τη γνώση τη χρησιμοποιεί κατά βούληση. Ο Διογένης ήταν έντιμος και γενναίος κι αυτά τα χαρακτηριστικά τού έδωσαν τη δυνατότητα να διακρίνει τα παραπάνω. Όμως ο δούλος που θέλει ν ασκήσει εξουσία, άσχετα αν διακρίνει ή όχι την αλήθεια, μπορεί να διαφθείρει μέσω αυτής της γνώσης τον άνθρωπο.

Ο αναγνώστης ήδη αντιλαμβάνεται ότι η Αθήνα δε δημιουργήθηκε άκαιρα αλλά όταν έπρεπε, γιατί η παντοκρατορία απαιτεί γνώσεις, που αφορούν τους ανθρώπους. Ο Θεός έδωσε τα Έπη για να δημιουργηθεί το σύστημα και οι φιλόσοφοι έδωσαν τη γνώση περί ανθρώπου μέσω του συστήματος. Δεν έχουμε μία γνώση, αλλά δύο. Είναι πλέον προφανές ότι η Αθήνα γεννήθηκε για την παραγωγή της συγκεκριμένης γνώσης. Τι επιδίωκε ο Θεός μέσω αυτής; Η γνώση της Αθήνας είναι τέλεια και λυτρώνει τον άνθρωπο; Μπορεί η φιλοσοφία να νικήσει το Λόγο του Υιού Του; Ο Υιός του Θεού, ο Χριστός, είναι ανίκητος και η γνώση του η ανώτατη. Η Λύτρωση προέρχεται μόνον απ  Αυτόν και όχι από τη γνώση των ανθρώπων. Η φιλοσοφία της Αθήνας υπήρξε μόνο, για να δοθεί ως εργαλείο στα χέρια της εξουσίας. Επειδή οι συνθήκες δεν το επέτρεψαν, δεν μπόρεσαν οι φιλόσοφοι να παράγουν λυτρωτική γνώση, παρά μόνο να εντοπίσουν τ αδιέξοδα. Η γνώση τους δεν μπόρεσε ν  αγγίξει την τελειότητα, παρά ν  ανακαλύψει τις όποιες αδυναμίες του συστήματος, αλλά και του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι ήταν κι είναι Γίγαντες μόνο στον κόσμο στον οποίο έζησαν και ζούμε.

Στη θεία κοινωνία, μέσα στην οποία οι άνθρωποι γνωρίζουν τη Θέωση και το φως είναι η μόνιμη κατάσταση, όλοι αυτοί είναι τραγικά μικροί. Ο άνθρωπος με τα στοιχεία που του δίνει ο Δημιουργός, ζώντας στις κατάλληλες συνθήκες, είναι ανώτερος του Σωκράτη ή του Πλάτωνα. Ο Σωκράτης ή ο οποιοσδήποτε φιλόσοφος μπορεί να είναι σημαντικά εξυπνότερος του μέσου ανθρώπου. Υπάρχει διαφορά μεταξύ της έννοιας “ανώτερος” κι “εξυπνότερος”. Ανώτερος είναι αυτός, που ζει την Αιώνιο Ζωή κι απολαμβάνει τη Θέωση, εξυπνότερος είναι αυτός, που με τα ίδια δεδομένα αντιλαμβάνεται περισσότερα πράγματα. Όμως ποιος θα αντάλλαζε την Αιώνιο Ζωή με την ανώτερη ευφυΐα; Ποιος θα έσπαζε το χέρι του, για να  δοκιμάσει την ευφυΐα του προσπαθώντας να  δαμάσει τον πόνο; Όλοι αυτοί ήταν παιδιά κατώτερης κοινωνίας και οι δυνατότητές τους τούς έδωσαν τη δόξα που γνωρίζουμε. Βάδισαν σωστά βήματα μέσα σ ένα σκοτεινό κόσμο, αλλά ποτέ δε γνώριζαν αυτό, που γνωρίζει ο μέσος άνθρωπος της θείας κοινωνίας, το σωστό και το λάθος. Υπέθεταν τα πάντα,  αλλά ακόμα και τη στιγμή του θανάτου δε γνώριζαν τι ακριβώς ακολουθεί κι αν ακολουθεί.

Η διαφορά μεταξύ υπόθεσης και βεβαιότητας αποκαλύπτει την ανωτερότητα, ενώ η διαφορά μεταξύ των απόψεων, όταν δεν υπάρχει έτοιμη γνώση, αποκαλύπτει την εξυπνάδα. Ο ανώτερος άνθρωπος ανεξάρτητα από την προσωπική του εξυπνάδα, μπορεί να κρίνει τους προηγούμενους. Ο μέσος άνθρωπος της θείας κοινωνίας μπορεί να πει ότι ο Σωκράτης ήταν εξυπνότερος του Πλάτωνα, γιατί τους βλέπει από πάνω προς τα κάτω. Στο ίδιο επίπεδο δεν μπορεί να κρίνει κανέναν απ αυτούς μ αυτόν τον τρόπο, γιατί η ευφυΐα τους είναι υψηλότατη και τον καλύπτει. Όταν, ανεξάρτητα από την προσωπική ευφυΐα, διαθέτει κάποιος τη γνώση του Θεού, μπορεί να διαπιστώσει ποιος είναι ο εξυπνότερος, σύμφωνα με την απόσταση, που τον χωρίζει από τον κάθε φιλόσοφο. Η θεία ευφυΐα προστάτευσε τα δημιουργήματά της μέσω των δυσμενών συνθηκών και της σειράς εμφάνισής τους. Ο Χριστός δεν έπρεπε να διατυπώσει το Λόγο Του όταν η Αθήνα γεννούσε φιλοσόφους. Ο Αλέξανδρος δεν έπρεπε να γεννηθεί και να κατακτήσει την Ασία, πριν οι φιλόσοφοι ολοκληρώσουν το έργο τους. Τι είδους γνώση θα σκόρπιζε στην Ασία, για να λειτουργήσει ως Μεσσίας; Τα Ομηρικά Έπη; Από την Ασία τα πήραν οι Έλληνες κι υπήρχαν σ αυτήν καθ όλη τη διάρκεια της ιστορίας.

Αντίθετα με τους Έλληνες που δημιούργησαν την Αθήνα, οι Ιουδαίοι ως λαός δεν πραγματοποίησαν κάτι ανάλογο. Η κοινωνία τους ήταν τύπου Βαβυλώνας και όχι ξεχωριστό βήμα. Ο Θεός και σ αυτήν την περίπτωση επιδίωκε κάτι ανάλογο, που είναι η διπλή γνώση. Οι Ιουδαίοι ήταν ο μόνος λαός στον κόσμο, που διατηρούσε το Λόγο του Θεού, χωρίς να τον χρησιμοποιεί λυτρωτικά. Γνώριζαν τις Δέκα Εντολές, που είναι ο πιο ασφαλής δρόμος προς τη Θέωση κι όμως είναι ο μοναδικός λαός στην ιστορία των ανθρώπων, που δεν επέτρεψε στα παιδιά του τη Θέωση. Κανένας Ιουδαίος από τον Αβραάμ μέχρι σήμερα δεν έχει γνωρίσει τη Θέωση. Ο μόνος που το πέτυχε ήταν ο Χριστός και θυσιάστηκε γι αυτόν το λόγο. Αν δεν υπήρχε η Θυσία Του, δε θα  μπορούσε να εξελιχθεί το Σχέδιο.

Ένας άνθρωπος που μπορεί να ερμηνεύσει το Λόγο του Πατέρα ως Υιός Του και γνωρίζει τη Θέωση, μπορεί να οδηγήσει ολόκληρο το λαό σ αυτήν. Όμως η Θέωση των Ιουδαίων, όπως θα δούμε αλλού, θα ήταν άκαιρη και καταστροφική. Αυτό που έχει εδώ σημασία είναι ότι ο λαός αυτός έχει το Λόγο του Θεού και μέσα από συγκεκριμένες συνθήκες αυτός  ο Λόγος δεν αποδίδει καρπούς, παρά βοηθά την εξουσία. Για να πραγματοποιηθεί αυτό απαιτούνται ορισμένες ιδιόμορφες συνθήκες,  όπως η έξοδος από την Αίγυπτο κι ο εξαναγκασμός σε θυσία με υπόσχεση τη Λύτρωση. Όμως όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μίας θεωρίας, που έχει σκοπό ν αποπροσανατολίσει τον άνθρωπο και να τον μπερδέψει. Ενώ έχει τις Εντολές στα χέρια του, τον ωθεί να λειτουργεί σαν να μην υπάρχουν.. να γνωρίζει το Λόγο του Θεού και να υπακούει σ αυτούς, που έχουν συμφέρον από την άγνοια, που οδηγεί στην εξουσία.

Ήταν οι Ιουδαίοι κατώτεροι των Ελλήνων; Γιατί δε γεννήθηκε ανάμεσά τους ένας φιλόσοφος, που να μιλούσε για έρωτα συνδέοντάς τον με την εντολή περί μοιχείας; Γιατί δε μίλησε κανένας για τη διαφθορά και την υποκρισία των ψευδοεκλεκτών; Δεν τα έβλεπαν; Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά. Είτε τα βλέπουν είτε δεν τα βλέπουν, φοβούνται. Φοβούνται να μιλήσουν, γιατί τους τρομάζουν με το Θεό, τις κατάρες και τις δεισιδαιμονίες. Ένας τόλμησε να μιλήσει για όλα αυτά και ήταν ο Χριστός. Αυτό που εξασφάλισε ήταν η Σταύρωση. Όταν αναζητάμε τι επιδίωκε ο Θεός μέσω των Ιουδαίων, είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι επιδίωξή Του ήταν αυτή η γνώση..  ο φόβος, οι κατάρες, οι δεισιδαιμονίες. Όλα αυτά αποτελούν τη γνώση των υποκριτών. Όλων αυτών που χρησιμοποιούν το Λόγο του Θεού για να βασανίζουν τους ανθρώπους.

Αυτό δεν είναι μυστικό, αλλά δόθηκε στους Ιουδαίους μέσω του Ησαΐα: (Μάρκ. 7.6-7.10) "Ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς ότι καλώς προεφήτευσεν Ησαϊας περί υμών των υποκριτών, ως γέγραπται. ούτος ο λαός τοις χείλεσί με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ' εμού. μάτην δε σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας εντάλματα ανθρώπων. αφέντες γαρ την εντολήν του Θεού κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων, βαπτισμούς ξεστών και ποτηρίων, και άλλα παρόμοια τοιαύτα πολλά ποιείτε. και έλεγεν αυτοίς. καλώς αθετείτε την εντολήν του Θεού ίνα την παράδοσιν υμών τηρήσητε." (Αυτός δέ τούς είπε, "Καλά επροφήτευσε ο Ησαϊας γιά σάς τούς υποκριτάς, καθώς είναι γραμμένον, Ο λαός αυτός μέ τά χείλη μέ τιμά, ενώ  η καρδιά τους είναι μακρυά από εμέ, τού κακού μάλιστα μέ σέβονται, διότι διδάσκουν διδασκαλίας, πού είναι ανθρώπιναι εντολαί. Αφήνετε τήν εντολήν τού Θεού καί κρατάτε τήν παράδοσιν τών ανθρώπων, πλύσεις σκευών καί ποτηριών καί άλλα τέτοια παρόμοια κάνετε". Καί τούς έλεγε, "Ωραία παραβαίνετε τήν εντολήν τού Θεού, διά νά φυλάξετε τήν παράδοσίν σας.).  Η γνώση περιγράφεται από το Χριστό κι είναι αυτό που ονομάζει:  “εντάλματα  ανθρώπων”.  Αυτή η γνώση έχει ως αποτέλεσμα ν αθετούνται οι εντολές και να τηρούνται τα παραπάνω αστεία όπως οι βαπτισμοί ποτηρίων και η παράδοση. Βλέπουμε ότι οι δυο αυτοί λαοί βρίσκονται στο όριο της εξέλιξής τους, ο καθένας με δύο διαφορετικές γνώσεις.. μία από το κάθε ζεύγος είναι η δοθείσα από το Θεό και γεννά ορισμένες συνθήκες. Αυτό το λέμε γιατί, αν ο αναγνώστης σκεφτεί, θα δει ότι σ  αυτές τις συνθήκες ένας άνθρωπος μπορεί να διαδραματίσει το ρόλο του Θεού. Αυτό επιδίωκε ο Θεός και το ρόλο αυτόν τον παρέδωσε στον Υιό Του. Βλέπει ότι, αν κάποιος ηγηθεί των Ελλήνων και του δοθεί ένα σύστημα να το κυβερνήσει, μπορεί να λειτουργήσει απόλυτα  ως Θεός. Μπορεί να μοιράσει ανώτερη γνώση και να λειτουργήσει ως Μεσσίας κι επειδή η ανώτερη γνώση ελέγχεται, δίνεται αυτή, που αποδίδει στην εξουσία. Με τους Ιουδαίους συμβαίνει κάτι άλλο. Αν κάποιος έχει τέλεια και μόνον τέλεια γνώση και άρα προερχόμενη από το Θεό μπορεί να ονομάσει δούλους εκλεκτούς κι αυτό να οδηγήσει σε κατάσταση ανάλογη αυτής, που βίωναν οι Ιουδαίοι το χρόνο της Σταύρωσης του Χριστού.

Πριν δούμε αυτές καθ αυτές τις ενέργειες του Υιού του Θεού θα πρέπει να κατανοήσουμε τι ακριβώς είναι τα δεδομένα μας. Η Βαβυλώνα είναι δομή προετοιμασμένη ειδικά για να γίνει “σάρκα μία” του Υιού του Θεού. Αυτή η δομή δε γεννά κι είναι απόλυτα θηλυκή. Η γνώση της παραμένει πάντα η δοθείσα και δεν υπάρχει καμία δυνατότητα εξέλιξης. Όταν μελετούσαμε τους άντρες και τις γυναίκες αναφέραμε κι αυτό  μπορεί από ορισμένους να παρεξηγηθεί ότι ο άντρας είναι το εξυπνότερο ον του πλανήτη. Αυτό περιγράφουν κι οι Γραφές αναφερόμενες στον όφι. Οι γυναίκες δεν είναι κατώτερης ευφυΐας των αντρών, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εμφανίσουν το φαινόμενο της πνευματικής έκρηξης. Κατώτερες θα ήταν, αν δεν αντιλαμβάνονταν αυτά που συμβαίνουν, πράγμα που είναι αδύνατον. Ο άνθρωπος, ο “κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν”, αντιλαμβάνεται αυτά, που έχουν σχέση με το Θεό κι αυτό είναι αρκετό.

Άνδρες και γυναίκες δε διαφέρουν σε τίποτε, όσον αφορά τη δυνατότητα κατανόησης της έτοιμης γνώσης. Ο άντρας είναι το εξυπνότερο ον στον πλανήτη γιατί αυτός ανοίγει το δρόμο. Όμως η απόσταση που χωρίζει την ευφυΐα του από έναν άλλο άντρα, μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την απόσταση σε σχέση με μία γυναίκα. Δεν υπάρχει ένα όριο πάνω από το οποίο υπάρχουν μόνον οι άντρες και το σύνολο των γυναικών να βρίσκεται κάτω απ αυτό. Απλά η γυναίκα έχει αναλάβει τον ιερό ρόλο της μητέρας και σε τίποτε δε διαφέρει από το απόλυτα έξυπνο ον, που είναι ο Χριστός. Η γυναίκα αυτή μπορεί να είναι η μητέρα του, ο έρωτάς του, η κόρη του και αυτά όλα  ισοδυναμούν με τη ζωή του. Ο άντρας απαλλαγμένος από τις υποχρεώσεις της γυναίκας, μπόρεσε να γίνει Αλέξανδρος, Μαρξ, Αϊνστάιν ή Ράδερφορντ. Η γυναίκα δεν επινόησε την πυρηνική τεχνολογία και θα ήταν κατώτερη μόνον αν δεν μπορούσε ν ακολουθήσει το δρόμο της επιστήμης, πράγμα που δε συμβαίνει. Όλα αυτά τ αναφέρουμε, για να γίνει κατανοητό αυτό που είπαμε για τη Βαβυλώνα και τα θηλυκά χαρακτηριστικά της.

Η Βαβυλώνα δεν μπορεί να παράγει τη γνώση, που της δίνει εξουσία και ν  αυτομεταλλαχθεί. Πρέπει να εμφανιστεί άντρας, που θα την καταλύσει. Αν η γνώση της είναι οι Δέκα Εντολές, καταρρέει αλλά δε μεταλλάσσεται παράγοντας κάτι ανώτερο. Το σύστημα κι οι δούλοι υπάρχουν και λειτουργούν πάντα μ αυτά που τους έχουν δοθεί. Από τη στιγμή που δε γεννά η Βαβυλώνα, ο Υιός του Θεού θα πρέπει να γεννηθεί από άλλη γυναίκα μητέρα. Ο Θεός δημιούργησε τους δύο λαούς, γιατί επιδίωκε το σύστημα του κάθε λαού, που στηρίζεται στη γνώση του, να παίζει το ρόλο της μητέρας, και μετά τη γέννηση του Υιού Του με την ανθρώπινη μορφή, ο κάθε λαός να συνεχίζει πλέον το ρόλο του Υιού σε άλλη κλίμακα. Ο Θεός χρειαζόταν δυναμική και όχι στατικότητα όπως στην περίπτωση της δομής.

Οι λαοί έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά από τα συστήματα κι αυτό επιδιώχθηκε. Οι λαοί μετακινούνται και σκορπίζονται διατηρώντας τα χαρακτηριστικά τους σε αντίθεση με το σύστημα. Ισχυριζόμενοι ότι οι λαοί γεννούν τον Υιό του Θεού και κατόπιν γίνονται έκφρασή Του, ερχόμαστε μπροστά στο μεγαλύτερο πρόβλημα που μπορεί ν  αντιμετωπίσει ο άνθρωπος. Τι είναι ο Θεός; Πώς ένας λαός μπορεί να γεννήσει τον Υιό Του, που είναι Θεός μέρος του Θεού Πατέρα; Μπορεί ένας λαός να γίνει Θεός και Υιός του Θεού; Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να δοθεί γνώση απ Αυτόν που γνωρίζει και είναι ο Ίδιος ο Θεός και ο Υιός Του. Η γνώση δόθηκε στους ανθρώπους κι είναι πλήρης, ο άνθρωπος όμως δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί το Σχέδιο του Θεού βρίσκεται σ εξέλιξη. Όταν ο άνθρωπος κατανοήσει τα περί του Θεού, θα είναι έτοιμος για τη δική του Θέωση, εφόσον θ αντιληφθεί και τη δική του θεϊκή καταγωγή.

Ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, μας δίνει τη  γνώση κι απ αυτήν πρέπει να ξεκινήσουμε. Όταν απαντά για τη μοιχεία, ταξιδεύει στο χρόνο κι αγγίζει τη Δημιουργία. Περιγράφει την αρχική κατάσταση. Σύμφωνα μ Αυτόν υπάρχει ο Θεός, ο άντρας και η γυναίκα. Έχουμε το Δημιουργό και τα δημιουργήματά του. Ο Θεός εφόσον είναι Πατέρας, ο Υιός Του είναι ο αρσενικός άνθρωπος και ανθρώπινη μορφή του Υιού είναι ο Χριστός. Όμως ο Θεός δεν είναι Πατέρας μόνον του άντρα, αλλά του ανθρώπου γενικά. Είναι Πατέρας και της γυναίκας. Ο άνθρωπος γενικά είναι παιδί του Θεού. Όταν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, του έδωσε χαρακτηριστικά “κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν”. Απ  αυτήν την παραδοχή, που δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται στο Λόγο του Θεού, προκύπτει ότι ο άντρας είναι “κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν” του Θεού, αλλά το ίδιο είναι και η γυναίκα. Ο Θεός έπλασε τον άντρα σύμφωνα με την εικόνα Του, αλλά και τη γυναίκα επίσης.

Ο Θεός έχει μία εικόνα, όπως ο άνθρωπος γενικά, αλλά αυτή η εικόνα είναι ταυτόχρονα διπλή. Ο Θεός είναι και άντρας και γυναίκα και πατέρας και μητέρα. Αυτές οι ιδιότητες όμως δε διαχωρίζονται, ούτε αλλοιώνουν τη φύση Του, που είναι μοναδική. Είναι Ένας και Μοναδικός αλλά ταυτόχρονα Διπλός. Αυτή η διπλή φύση Τού επιτρέπει τη γέννηση του Υιού Του, που είναι ο Ίδιος, χωρίς να ξεφεύγει από τη μοναδική Φύση Του. Είναι ο Ίδιος: ο Πατέρας, η Μητέρα κι ο Υιός του Θεού. Ο άνθρωπος έχει δει άνθρωπο ως Υιό του Θεού κι αυτό είναι αληθινό και σωστό, εφόσον ο Υιός Του ο Μονογενής έχει ανθρώπινη μορφή και άγγιξε τη Θέωση βαδίζοντας προς τον Πατέρα Του. Ένα μέρος του Θεού εμφανίστηκε στους ανθρώπους κι έφυγε προς Αυτόν θέτοντας τα θεμέλια της πανανθρώπινης Θέωσης.

Αν επιστρέψουμε στην εποχή της Δημιουργίας, βλέπουμε ότι ο άνθρωπος, είτε αρσενικός είτε θηλυκός, είναι τέλειος ως θείο δημιούργημα, αλλά ο Θεός είναι μοναδικός και τα επιμέρους χαρακτηριστικά Του άγνωστα.  Ο άνθρωπος δε γνωρίζει τη φύση Του και είναι τέλειος. Ο άνθρωπος συνυπάρχει με το Θεό και δεν τον φοβάται γιατί: πρώτον, δε γνωρίζει τις δυνάμεις Του και δεύτερον, δε διαπράττει αμαρτίες που προκαλούν αυτές τις δυνάμεις. Σ εκείνη την κατάσταση ο Θεός είναι Μοναδικός και παιδιά Του οι άνθρωποι. Όμως ο άνθρωπος παράκουσε το θέλημα του Θεού κι έφαγε τον καρπό του δέντρου της γνώσης. Αυτός ο καρπός είχε ως αποτέλεσμα να πάρει γνώση ο άνθρωπος, αλλά να χάσει την τελειότητά του. Από εκείνη τη στιγμή έχει γνώση του καλού και του κακού, εφόσον παίρνει εντολές, προτροπές κι απαγορεύσεις, αλλά εκτός απ αυτήν τη γνώση και με δεδομένη πλέον την ατέλειά του παίρνει γνώση και για τον Υιό του Θεού. Ο Υιός του Θεού, ενώ είναι ο άνθρωπος στο σύνολό του, από εκείνη τη στιγμή γίνεται ο τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος. Αν δεν έπαιρνε γνώση, δε θα ντρεπόταν ούτε θα φοβόταν το Θεό. Μέσω αυτής της γνώσης αλλάζει χαρακτηριστικά και διαπράττει αμαρτίες. Επειδή όλα αυτά είναι γνωστά στο Θεό, δίνεται γνώση για τον Υιό. Αν ο άνθρωπος αγνοούσε τη φύση του Θεού, δε θα ήταν δυνατό να διαπράξει αμαρτία. Η αμαρτία όμως είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την απόλυτη Θέωση κι οδηγεί στη θυσία. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ εικόνα, αλλά το πρόβλημα βρίσκεται στην ομοιότητα. Ο άνθρωπος ήταν όμοιος αλλά το πνεύμα του, που ήταν θείο δημιούργημα, πολύ φτωχό. Ο άνθρωπος δε διέπραττε αμαρτίες, αλλά ήταν παιδί ενός Πατέρα, που γνώριζε από τότε τα επιτεύγματα του υιού Του της σημερινής εποχής, αλλά και του μέλλοντος. Όταν γνώρισε ο άνθρωπος τον Πατέρα, τότε κατάλαβε τη διαφορά, που υπάρχει μεταξύ τους και μπήκε στην Κόλαση. Προσπάθησε ο άνθρωπος να μοιάσει στο Θεό που πλέον γνώριζε κι αγνόησε τη φύση του ακολουθώντας την ευφυΐα του. Εγκατέλειψε ο θνητός άνθρωπος τη θεία φύση του, για να εξομοιωθεί με το τέλειο, το αθάνατο και το άφθαρτο.

Ο Θεός γνώριζε τι θ ακολουθήσει και γι αυτό απαγόρευσε στους ανθρώπους τον καρπό της γνώσης. Απ αυτό το σημείο κι έπειτα, λόγω της απόστασης μεταξύ ανθρώπου και Θεού, ο Θεός εγκαταλείπει τη Γη και τοποθετείται στον ουρανό. Ενώ μέχρι τότε ήταν μεταξύ των ανθρώπων, ο κάθε άνθρωπος γίνεται ανώτερος πατέρας του ουρανού και ο Υιός αγωνίζεται για τη Θέωση. Ο άνθρωπος από εκείνη τη στιγμή απαιτεί γνώση γι αυτό που δε βλέπει πλέον και δεν αντιλαμβάνεται. Προκύπτει πρόβλημα, που δε θα υπήρχε, αν ο άνθρωπος παρέμενε στην άγνοιά του. Ο Θεός δίνει τη γνώση κι ο άνθρωπος ακολουθεί τη μοίρα του.

Ο Θεός δεν έχει σχέση πλέον με τον άνθρωπο και περιγράφεται ως: Τέλειος και Κάτοχος κάθε γνώσης. Είναι ο Ένας και Μοναδικός, ο Αυθύπαρκτος, ο “Ενούσιος Ων”. Ο μόνος που γεννά και στον ουρανό και στη γη. Ο Απάτωρ και ο Αμήτωρ. Πατήρ και Μήτηρ των πάντων. Αναλλοίωτος, Αέναος μέσα στην τελειότητά Του. Παρών στο σύνολο του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος. Ο τα πάντα Πληρών, πανταχού Αισθητός και ουδαμού Συλληπτός. Μόνος και Εις ουσιαστικώς. Δεν είναι μόνος και προσωπικώς, διότι είναι Πατήρ εκ μόνης της αιωνίας Του υποστάσεως, γεννά διαρκώς, χωρίς να μειώνεται ή να εξασθενεί. Δεν έχει ανάγκη να εξέλθει αφ Εαυτού, για να γεννήσει, αλλ ενέχει εν Εαυτώ την ύλη της τε Εαυτού και της των πάντων Δημιουργίας. Συλλαμβάνει τον καρπόν Του κι επειδή παρ Αυτώ η σύλληψις δε διακρίνεται της μαιεύσεως, απ αρχής των αιώνων παράγει εν Εαυτώ και αφ Εαυτού Εαυτόν. Είναι και ο Πατήρ και η Μήτηρ και ο Υιός του Θεού. Οι τρεις αυτοί συλληφθέντες και γεννηθέντες υπό του Θεού, χωρίς να εξέλθουν εν χώρω ή χρόνω από του Θεού, αποτελούν τον “τρισυπόστατον Θεόν”. Ο τρισυπόστατος Θεός έχει όλες τις ιδιότητες του Θεού: το άπειρον, το αιώνιον, το αυτόβουλον, την υπέρτατην θέλησιν, την ύπατην αγαθότητα. Αυτός είναι ο πραγματικός Θεός και Δημιουργός των πάντων.

Σ αυτό το σημείο ο αναγνώστης δίκαια θ αναρωτηθεί τι σχέση μπορεί να έχει Αυτός ο Θεός με το Δία και τους άλλους Θεούς του Ολύμπου, που λάτρευαν οι Έλληνες κατά την αρχαιότητα. Αν ο Θεός έδωσε τα Ομηρικά Έπη σ αυτούς, τότε πρέπει να υπάρχει σύνδεση μεταξύ του Θεού του Μοναδικού και του Δωδεκάθεου. Ό,τι δίνει ο Θεός είναι απολύτως αληθινό κι επομένως ο Δίας πρέπει να είναι πραγματικός Θεός. Για να γίνει αντιληπτή η σχέση αυτή, θα πρέπει και πάλι να επιστρέψουμε στην εποχή της Δημιουργίας. Ο Θεός είναι ο Δημιουργός κι ενώνει σε “σάρκα μία” τον αρσενικό και το θηλυκό άνθρωπο. Οι άνθρωποι δεν είχαν γνώση γι Αυτόν κι ο Θεός ήταν αποκλειστικά ο έρως. Θεός = Έρως. Όμως από τη στιγμή που μετατέθηκε το πρόβλημα στη γνώση, εμφανίστηκε η απόσταση και η διαφορά μεγέθους. Ο Θεός έγινε ο Πανίσχυρος Πατέρας κι ο άνθρωπος ο αδύναμος υιός. Αυτό προκύπτει αμέσως μετά το αμάρτημα και θέτει τα όρια. Ο Θεός τότε γνώριζε τα πάντα κι ο άνθρωπος απολύτως τίποτε. Θεός κι άνθρωπος ξεκινούν με αντίθετη φορά απ αυτά τα όρια προς την ένωσή τους, τη Θέωση του ανθρώπου. Ο Θεός δίνει γνώση στον άνθρωπο με τέτοιον τρόπο, ώστε να τον ελκύει προς Αυτόν. Όσο πιο πολύ γνώση αντλεί ο άνθρωπος, τόσο πιο πολύ κατανοεί το Θεό, που μετά το αμάρτημα, έγινε ασύλληπτα Άπειρος. Ο άνθρωπος που μετά το αμάρτημα μπήκε στη φάση της πατριαρχίας, γεύτηκε την εξουσία. Από τη στιγμή που αυτό αφορά την ανθρωπότητα στο σύνολό της, αφορά και το Μοναδικό Θεό.

Η σχέση Πατέρα και υιού μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου δημιούργησε μία κατάσταση ιδιόμορφη. Ο άνθρωπος βλέπει ένα είδωλο μπροστά του που ενεργεί μ ένα συγκεκριμένο τρόπο κι αυτός αντιγράφει τις ενέργειές του. Ο άνθρωπος αγνοεί ότι αυτό το είδωλο είναι το δικό του. Εξουσιάζει τα παιδιά του και τα σκοτώνει κι, επειδή βλέπει το είδωλο να κάνει το ίδιο, νομίζει ότι κάνει το σωστό. Ο Θεός τού έδωσε γνώση για τον Εαυτό Του, αλλά ο άνθρωπος αγνοεί τη δική του ταυτότητα και παρεξηγεί. Αν γνώριζε ότι ο ίδιος είναι ο υιός Του και ότι στο τέλος θα γευθεί τη Θέωση, θα γνώριζε ότι όταν ο Θεός τού λέει ότι θα θυσιάσει τον Υιό Του, εννοεί τον ίδιο τον άνθρωπο. Αφού συμβεί όμως αυτό κι ο άνθρωπος θεωθεί, δηλαδή γίνει όμοιος με τον Πατέρα, θ αντιληφθεί ότι αυτός ο ίδιος θυσίασε τα παιδιά του και όχι ο Θεός τον άνθρωπο ως Πατέρας. Ο Θεός ως μέγιστη προσφορά προς τον άνθρωπο θυσίασε μόνο τον Ίδιο Του τον Εαυτό με την ανθρώπινη μορφή. Τον άνθρωπο τον θυσιάζει ο άνθρωπος και όχι ο Θεός.

Ο Υιός του Θεού, ο Χριστός, θυσιάστηκε ως Θεός. (Ιωάν. 14.9-14.10) "ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα. και πως συ λέγεις, δείξον ημίν τον πατέρα; ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστί;" (Εκείνος πού έχει ιδή εμέ, έχει ιδή τόν Πατέρα.. καί πώς σύ λέγεις, "Δείξε μας τόν Πατέρα"; Δέν πιστεύεις ότι εγώ είμαι εν τώ Πατρί καί ο Πατέρας είναι εν εμοί;).  Ο Χριστός ως Υιός εκτέλεσε την επιθυμία του Πατέρα Του, που είναι δική Του, εφόσον είναι ο Θεός. Η αποστολή Τού δίνει την ιδιότητα του Υιού. Ο Θεός θυσιάζεται για τον άνθρωπο ως Υιός, γιατί αυτό επιβάλλει το Μυστικό Σχέδιό Του. Όμως ο άνθρωπος που δε γνωρίζει τι συμβαίνει, παρεξηγεί. Από τη στιγμή που ο Θεός δίνει γνώση στον άνθρωπο για τον Εαυτό Του, κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, ο άνθρωπος αλλάζει άποψη για το Θεό κι επομένως στον ουρανό γεννιέται ένας νέος Θεός. Ο Θεός γεννά Θεό και μέχρι να γεννηθεί ο Υιός Του με μορφή ανθρώπου, θα πρέπει να εμφανιστούν Θεοί, που θα υπηρετούν το Μυστικό Σχέδιο. Ο κάθε υιός του Θεού που θα παίρνει πλήρη γνώση, θα γίνεται Θεός-πατέρας και θα ξαναγεννά υιό, μέχρι να γεννηθεί ο Θεός-άνθρωπος, που θα γίνει ο πατέρας του ανθρώπου, που θα γνωρίσει τη Θέωση. Ο Θεός είναι Σοφία. Από τη στιγμή που αυτή η Σοφία μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά Θεών, είναι θέμα χρόνου να φτάσει στο μικρότερο των Θεών, τον άνθρωπο. Επειδή η Σοφία είναι μία και μοναδική όπως και ο Θεός, Σοφία = Θεός = 28, οι ποικίλες απόψεις που διατηρούν οι άνθρωποι περί Αυτού, οφείλονται στη σχετικότητα της ανθρώπινης γνώσης.

Ο άνθρωπος όταν κοιτά το Θεό, ενώ αυτός είναι Μοναδικός, η μορφή Του εξαρτάται από τη γνώση του ανθρώπου. Όταν δε γνωρίζει τίποτε απ αυτήν τη Σοφία, ο Θεός είναι το Έρεβος, ενώ όταν γνωρίζει το σύνολό της, ανεξάρτητα από το πόσο την κατανοεί, ο Θεός είναι άνθρωπος, εφόσον επιδίωξή Του είναι να τη δώσει μ αυτήν τη μορφή. Ο Χριστός περιέγραψε τον Πατέρα και τον Υιό κι αυτό το έκανε με τη μορφή ανθρώπου και όχι Πνεύματος. Όλα αυτά τα λέμε για ν  αντιληφθεί ο αναγνώστης ότι το Θεό ο άνθρωπος Τον κατανοεί ανάλογα με το επίπεδο γνώσης που του δίνεται, συνεπώς ανάλογα με το προκαθορισμένο για τον καθένα επίπεδο. Ενώ ο Θεός είναι Μοναδικός και ο Υιός Του επίσης, ο άνθρωπος ανάλογα με τη γνώση του βλέπει, είτε αυτήν τη μοναδικότητα στην τέλειά της μορφή είτε την κατάληξή της που είναι πάλι τέλεια, αλλά μετά από αλλεπάλληλες γεννήσεις Πατέρα και Υιού.

Όσο η απόσταση μεταξύ ανθρώπου και Θεού μικραίνει, τόσο λιγότερο υπάρχει ο φόβος και τόσο περισσότερο μεγαλώνει η αγάπη. Ο Θεός είναι Πατέρας του ανθρώπου κι ο φόβος δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Όταν ο άνθρωπος κατανοεί αυτήν τη σχέση και γνωρίζει την προσφορά Του, τότε μόνον μπορεί να Τον λατρέψει αληθινά πνευματικά όπως είναι η επιθυμία Του. Αντίθετα, όταν ο άνθρωπος γνωρίζει μόνον τη δύναμή Του κι αγνοεί το σύνολο των χαρακτηριστικών Του, τότε φοβάται υπερβολικά και μισεί το Θεό εφόσον μισεί τον ίδιο του τον εαυτό ζώντας μέσα στην Κόλαση. Όταν ο άνθρωπος γνωρίζει το θέλημά Του και τη δύναμή Του και παρερμηνεύει το Λόγο Του, βασανίζεται, παραμορφώνει τη φύση του κι επειδή όλα αυτά οδηγούν στην άποψη περί αδυναμίας κι ατέλειας, μισεί τον εαυτό του και κατά συνέπεια το Θεό.

Αυτές οι δύο καταστάσεις που είναι εντελώς διαφορετικές κι εξαρτώνται από την  απόσταση, που υπάρχει μεταξύ Θεού και ανθρώπου, καθορίζουν και τα όρια. Αγάπη και σεβασμός είναι από τη μία πλευρά, μίσος κι υποταγή από την άλλη. Από τη στιγμή που εμείς δεχόμαστε ότι οι Έλληνες δημιουργήθηκαν για να παράγουν φιλοσοφία, που απαιτεί και γνώση και ελευθερία, αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες βρίσκονται σε μικρότερη απόσταση και άρα το Δωδεκάθεό τους είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Οι Θεοί των Ελλήνων έχουν ανθρώπινη μορφή, γιατί τους δόθηκε γνώση κοντά στην τελική φάση της μεταφοράς τής θείας ιδιότητας από τον Πατέρα προς τον Υιό. Οι Ιουδαίοι αντίθετα έχουν κι αυτοί τέλεια γνώση για το Θεό, αλλά αυτή η γνώση είναι και η πιο επικίνδυνη για τον άνθρωπο. Ο Θεός των Ιουδαίων είναι ο Ίδιος μ Αυτόν, που τιμωρεί τους Πρωτοπλάστους για την αμαρτία τους, τεράστιος και πανίσχυρος, χωρίς έλεος και προπαντός, χωρίς να δίνει εξηγήσεις για το σωστό και το λάθος, όσον αφορά την πορεία, που θα ακολουθηθεί. Αυτός ο Θεός είναι σκληρός, όχι επειδή αυτό είναι η αλήθεια, αλλά επειδή δε δίνει γνώση. Αποβάλλει τον άνθρωπο από τον Παράδεισο και τον βασανίζει, χωρίς να του γνωστοποιεί ότι Αυτός ο Ίδιος έχει αυτοαποβληθεί και ότι Αυτός ο Ίδιος αυτοβασανίζεται.

Αυτό συμβαίνει επειδή ο Θεός που είναι παντογνώστης κι επιπλέον αθάνατος, εκείνη τη στιγμή γνωρίζει τι ακριβώς ακολουθεί. Όμως τη στιγμή εκείνη ο άνθρωπος βρίσκεται ακριβώς στη φάση της διάπραξης του αμαρτήματος και δεν έχει δημιουργήσει ακόμα το σύστημα, που γνωρίζουμε πώς λειτουργεί. Ο Θεός δεν μπορεί να δώσει στον άνθρωπο απαντήσεις σε ερωτήματα που ακόμα δεν έχει. Τι θα πει “ου μοιχεύσεις” από τη στιγμή που δεν υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους ορατό αυτό το πρόβλημα; Τι θα πει “ου κλέψεις” από τη στιγμή που η επιβίωση είναι αγώνας και δεν υπάρχει πλούτος, που μπορεί να κλαπεί; Διαπράττει ο άνθρωπος το αμάρτημα και θέτει τον εαυτό του έξω από τον Παράδεισο. Ο Θεός, επειδή γνωρίζει τι θα επακολουθήσει και εκτιμώντας τη γνώση του ανθρώπου, μιλά σκληρά και αληθινά.

Back to content | Back to main menu