Κορυφή σελίδας
Μυστικό Σχέδιο - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Μυστικό Σχέδιο - ΥΔΡΟΧΟΟΣ

Go to content

Main menu

Μυστικό Σχέδιο

Το σύνολο της γνώσης των ανθρώπων μεταλλάσσει τις κοινωνίες της Ανατολής και τα χαλαρά ευρωπαϊκά συστήματα εμφανίζονται ικανά ν’ ασκήσουν εξουσίες. Η κοινωνία της Ρώμης σε καμία περίπτωση δε διέθετε τη σκληρότητα και τον αυταρχισμό της Βαβυλώνας πριν από την εποχή του Αλεξάνδρου, αλλά όταν τα ελληνιστικά βασίλεια κατέρρεαν λόγω αδυναμίας ν’ ασκήσουν εξουσία, το σύστημα της Ρώμης φάνταζε πανίσχυρο. Ο Αλέξανδρος, κατακτώντας την Ασία, ευνούχισε στην ουσία το σύστημά της και το μετέτρεψε σ’ έναν αδύναμο γίγαντα. Η δύναμη του κόσμου βρισκόταν στην Ασία ενώ τα βασίλεια της Δύσης ήταν μικρές κι ασήμαντες τοπικές δυνάμεις. Ο Αλέξανδρος πριν πεθάνει εξέφρασε την επιθυμία να κατακτήσει και τη Δύση. Αυτό δεν έγινε ποτέ όσο ήταν ζωντανός, αλλά, όπως θα δούμε, το κατάφερε νεκρός.  Τη Δύση δεν μπορούσε να την εντάξει σ’ ένα βασίλειο, γιατί απλούστατα τα χαλαρά συστήματά της δε θ’ άντεχαν στη γνώση των Ελλήνων. Θα μπορούσε να περιφέρεται με το στρατό του επί χρόνια στη Δύση, χωρίς να καταφέρνει τίποτε.

Οι κοινωνίες της Δύσης, αντλώντας την ελληνική γνώση, θα έτειναν στο μοντέλο της δημοκρατίας της Αθήνας και δεν υπήρχε περίπτωση να δημιουργηθεί συνδετικός ιστός μεταξύ τους. Αντίθετα στην Ασία υπήρχε η παγιωμένη νοοτροπία των ανθρώπων ν’ ανέχονται τη σκληρή εξουσία κι επιπλέον υπήρχε συγκεντρωμένος πλούτος. Οι Ρωμαίοι που ανήκαν στο βήμα της Βαβυλώνας, δεν ήταν σε θέση ν’ αντέξουν μία πνευματική επίθεση από ένα ζωντανό Αλέξανδρο. Ο Θεός θυσιάζοντας τον Αλέξανδρο, έδωσε την ευκαιρία στη Ρώμη ν’ αντέξει κι, όταν ο χρόνος ήταν ο κατάλληλος, της έδωσε την ισχύ.


Το πρόβλημα όλων των κοινωνιών κι όλων των αιώνων είναι το οικονομικό. Τα ελληνιστικά βασίλεια κατέρρευσαν λόγω αδυναμίας ν’ αναπτύξουν οικονομική δραστηριότητα. Στην περίπτωση της Ρώμης τα πράγματα ήταν απλά. Ο Γίγαντας της Ανατολής είναι ευνουχισμένος και το πρόβλημα είναι να επιλεγεί ο στόχος που θα λεηλατηθεί. Οι Ρωμαίοι βρήκαν ένα τεράστιο θησαυροφυλάκιο ανοιχτό και  στη διάθεσή τους. Αρκούσε γι’ αυτούς ν’ αναπτύξουν ισχυρή δομή εξουσίας και το σύνολο των οικονομικών τους προβλημάτων θα ήταν μία αστεία υπόθεση. Αυτή η εξουσία που εξασφάλιζε πλούτο με τόση ευκολία, θα έπρεπε να είναι πανίσχυρη και υπεράνω αμφισβήτησης. Όπως στη Βαβυλώνα ο πλούτος της Μεσοποταμίας έδωσε την ισχύ στο άθλιο σύστημά της, έτσι και στην περίπτωση της Ρώμης ο πλούτος της Ανατολής δημιουργεί τα ίδια δεδομένα.


Ο αναγνώστης βλέπει ότι η εξαιρετική θεϊκή ευφυΐα δημιουργεί τέτοιες συνθήκες, που είναι αδύνατο να μην παγιδεύσουν και τον πιο έξυπνο άνθρωπο. Αν υπήρχε εκείνη την εποχή ένας φιλόσοφος Ρωμαίος, που θ’ αντιλαμβανόταν και άρα θα πολεμούσε τον κίνδυνο από την ανάπτυξη του συστήματος, οι Ρωμαίοι θα τον μισούσαν. Αν ένας άλλος φιλόσοφος μετά από χρόνια εξέφραζε την ίδια άποψη κι έβρισκε σύμφωνους τους Ρωμαίους, θα είχε ν’ αντιμετωπίσει πλέον ένα τρομερά ισχυρό σύστημα. Όσο ήταν αδύναμο και οι άνθρωποι μπορούσαν να το πολεμήσουν, ο πλούτος τους τύφλωνε. Όταν δεν υπήρχε αυτός, το σύστημα μπορούσε να τους σκοτώσει. Η  “Βαβυλών η μεγάλη, η μήτηρ των πορνών και των βδελυγμάτων της γης”  εγκαθίσταται οριστικά κι αμετάκλητα στην Ευρώπη.


Από τη στιγμή αυτή ένας νέος κόσμος γεννιέται και η γνώση τού συστήματος επιτρέπει στους δούλους να ενεργούν με ασφάλεια και ν’ αποφεύγουν τα σφάλματα του παρελθόντος. Από τη στιγμή που υπάρχει γνώση υψηλοτάτου βαθμού κι εμπειρία από όμοιες καταστάσεις, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι οι εκλεκτοί δίνουν στους απλούς ανθρώπους ό,τι συμφέρει στο σύστημα και τίποτε παραπάνω. Όταν ένας σοφός Ρωμαίος βλέπει ότι η ισχύς της Ρώμης είναι αποτέλεσμα της υπανάπτυξής της, εννοείται ότι θα διατηρήσει το σύνολο των παραγόντων, που γεννούν τα επιθυμητά χαρακτηριστικά. Όταν η πατριαρχική καθυστερημένη κοινωνία της Ρώμης στηρίζεται στη δωδεκάδελτο, το σύνολο της προσπάθειας των εκλεκτών έχει ως στόχο τη διατήρησή της. Η δωδεκάδελτος επέτρεπε στη Ρώμη να υπάρχει ως σύστημα εξουσίας κι αυτό, εφόσον ήταν αντιληπτό, ήταν θέμα χρόνου να γίνει ιερό βιβλίο με τα χαρακτηριστικά δόγματος. Σε κανένα δεν επιτρεπόταν ν’ αλλοιώσει τις διατάξεις της βελτιώνοντάς τες (η αντίθετη περίπτωση δεν ήταν δυνατή).


Ήταν ένα σκληρό, άδικο και βάρβαρο δίκαιο, που μόνο μετά την κατάκτηση της Ελλάδας και με τη βοήθεια της φιλοσοφίας απέκτησε μία ελαστικότερη ερμηνεία, που στόχο είχε την αμυντική θωράκιση του δόγματος, χωρίς να θίγονται τα βασικά του στοιχεία. Βελτιώθηκαν όλες εκείνες οι διατάξεις, που υπογράμμιζαν την ανεπάρκειά της ν’ ακολουθήσει τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές. Διατηρώντας ισχυρή τη δωδεκάδελτο, οι Ρωμαίοι κατάφερναν και διατηρούσαν την κοινωνία τους στο σημείο που ήθελαν. Για ν’ αντιληφθεί ο αναγνώστης την πρόοδο των συστημάτων σ’ όλους αυτούς τους αιώνες, θα πρέπει να γνωρίζει ότι το σύγχρονο αστικό δίκαιο όλων των χωρών της Ευρώπης, και κατ’ επέκταση του Δυτικού κόσμου, έχει ως βάση τη δωδεκάδελτο. Από τη στιγμή που οι Ρωμαίοι καταφέρνουν να διατηρούν το επίπεδο της κοινωνίας εκεί που θέλουν, το αμέσως επόμενο πρόβλημα είναι η μετάγγιση της γνώσης των Ελλήνων.


Σ’ αυτό το σημείο φαίνεται η δυνατότητα του συστήματος να εκμεταλλεύεται πρώτον την αυθεντική γνώση και δεύτερον τη γνώση της εμπειρίας. Αυτό βέβαια δεν το κατάφεραν οι Ρωμαίοι, που ήταν εντελώς ανίδεοι σε θέματα πέρα από τον πόλεμο, αλλά οι Έλληνες. Οι Έλληνες που είχαν ήδη διοικητική γνώση κι εμπειρία διοίκησης, ανέλαβαν να χτίσουν τον ιστό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τα σφάλματα του παρελθόντος τα γνώριζαν κι ήταν αδύνατο να τα επαναλάβουν, εφόσον δεν τους συνέφερε. Η ελληνική γλώσσα ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος. Έπρεπε με κάθε θυσία να εμποδιστεί η διάδοσή της σε χώρους όπου δεν ήταν διαδεδομένη, για δύο λόγους: πρώτον, γιατί η δύναμή της να μεταφέρει μηνύματα μέσα σ’ ελάχιστες γραμμές, έδινε τη δύναμη στους φτωχούς ν’ αντλούν επικίνδυνη γνώση και δεύτερον, γιατί η γνώση της επέτρεπε την επαφή με τα Έπη και τη συγκεντρωμένη γνώση, που ήταν ο πραγματικός θησαυρός. Ήταν απαραίτητο τα κείμενα των σοφών, ακόμα κι αν έπεφταν σε χέρια εχθρών του συστήματος, να είναι αδύνατο να διαβαστούν, αλλά, κι αν συνέβαινε αυτό, να μην έχει ο λαός γνώση της γλώσσας, που  θα επέτρεπε την εξάπλωση των επικίνδυνων  ιδεών. Σ’ ένα ελληνιστικό βασίλειο αρκούσε να φωνάξει κάποιος ζήτω η δημοκρατία και το μήνυμα θα περνούσε στο λαό. Στη Δύση του Μεσαίωνα, αν φώναζε κάποιος το ίδιο πράγμα, ο λαός δε θα καταλάβαινε τίποτε κι αυτοί που θα το καταλάβαιναν, θα ήταν οι άθλιοι της Ιεράς Εξέτασης. Το σύστημα πέραν του ότι δεν επιτρέπει τη διάδοση, έχει και την ευχέρεια, μέσω αυτής, ν’ αντιλαμβάνεται πριν απ’ οποιονδήποτε άλλο ποιος το απειλεί.


Ακριβώς αυτά τα συμφέροντα υπηρετούσε η εμμονή της Ρώμης στη λατινική γλώσσα. Όταν το σύνολο του κόσμου και στο υψηλότερο πνευματικό επίπεδο μιλά την ελληνική γλώσσα, η εμμονή αυτή δεν είναι απλά περίεργη, αλλά ένοχη. Για ένα σύγχρονο ιστορικό αυτή η εμμονή στη διατήρηση της γλώσσας τους οφείλεται στο ισχυρό εθνικό αυτοσυναίσθημα των Ρωμαίων. Οι ιστορικοί βέβαια πάντα γράφουν ό,τι συμφέρει στο σύστημα και δεν εναντιώνονται σ’ αυτό μιλώντας γι’ αθλιότητα κι υποκρισία όσον αφορά τα κίνητρα των επιλογών του, γιατί δεν μπορεί να εξηγηθεί το εθνικό αυτοσυναίσθημα, όταν η γλώσσα είναι ανεπαρκής. Πώς μπορεί ένας σοφός ν’ ανεχθεί γι’ αυτούς τους λόγους την αδυναμία των παιδιών του να εκφραστούν; Επειδή ακριβώς οι σοφοί δεν το ανέχονταν και εισέπρατταν υπεραξίες, μεταξύ τους μιλούσαν ελληνικά, αφήνοντας τους υπόλοιπους μέσα στο σκοτάδι.


Η Λατινική γλώσσα ήταν μία γλώσσα, που δεν κάλυπτε καμία απολύτως ανάγκη έκφρασης. Δεν είχε πληρότητα, ευκαμψία και λυγεράδα, όπως απαιτεί η ανθρώπινη ευφυΐα για να μπορέσει να εκφραστεί με τη μορφή λόγου. Ήταν η γλώσσα, που κάλυπτε απόλυτα τις ανάγκες έκφρασης της εξουσίας. Ήταν η έκφραση μίας προστακτικής θέλησης, η γλώσσα των διαταγμάτων, των δογμάτων και των επιγραφών. Είναι τόσο ανεπαρκής που, 2000 χρόνια μετά τη ρωμαϊκή παρουσία στο προσκήνιο, το Ιταλικό κράτος προσπαθεί να μάθει τους Ιταλούς μία κοινή γλώσσα μέσω της τηλεόρασης. Εκατομμύρια Ιταλών είχαν τη γνώση της και δεν μπόρεσαν να την επιβάλλουν στην Ιταλική χερσόνησο. Οι Ιταλοί επέμεναν στη ζωή τους να εκφράζονται μέσω των διαλέκτων. Η σύγχρονη ιταλική είναι η διάλεκτος των Φλωρεντίνων κι όλη η προσπάθεια επιβολής της έχει ως στόχο την ανάπτυξη του εθνικισμού.


Ο άνθρωπος ως πνευματικό ον, παιδί του Θεού-Πατέρα, έχει πάντα τη δυνατότητα μέσω της ευφυΐας του, ν’ αναπτύξει μία γλώσσα με την οποία μπορεί να εκφράσει τις σκέψεις του και τα αισθήματά του. Αυτή η δυνατότητα δόθηκε σ’ όλους τους λαούς κι αυτό σημαίνει ότι το σύνολο των ευρωπαϊκών λαών εκείνη την εποχή είχαν ανεπτυγμένη τη γλώσσα τους. Όπως έγινε παρέμβαση στο σύνολο των διαλέκτων στην Ιταλική χερσόνησο, έτσι έγινε και στο σύνολο των ευρωπαϊκών διαλέκτων. Η κάθε γλώσσα παίρνει χαρακτηριστικά όμοια με τη γλώσσα του κέντρου απ’ όπου αντλεί γνώση. Οι άθλιοι εκλεκτοί έκαναν το εξής: είχαν μία βάση, που είναι η λατινική γλώσσα κι απ’ εκείνο το σημείο και πέρα εφεύρισκαν λέξεις, που κρύβανε τις αντίστοιχες ελληνικές. Οι αντικαταστάσεις αυτές έγιναν μέχρι του σημείου, όπου θα μπορούσε η γλώσσα να σταθεί σ’ ένα ανεκτό επίπεδο. Ό,τι ανώτερο έπρεπε να εκφραστεί, που δεν έθιγε τα συμφέροντα του συστήματος, εκφραζόταν με νέα λέξη.


Από εκείνο το επίπεδο και μετά πρόσβαση επιτρεπόταν μόνο στους εκλεκτούς, που γνώριζαν την ελληνική γλώσσα Η λέξη “δημοκρατία” δε μεταφράστηκε στα λατινικά, αλλά παρέμεινε στα ελληνικά, ώστε η κατοχή της να είναι θέμα γνώσης. Αν υπήρχε στα λατινικά, έπρεπε ως λέξη να εξηγείται. Επειδή αυτό ήταν επικίνδυνο, παρέμενε ελληνική λέξη και δεν αφορούσε ούτε το Σικελό, που αντλούσε λέξεις για τη διάλεκτό του από την κυρίαρχη λατινική ούτε τον Ισπανό, που έκανε το ίδιο. Αντικατέστησαν τις λέξεις, που έπρεπε ν’ αντικατασταθούν, προβάλλοντας μία ψεύτικη πληρότητα, που δεν ωθούσε τους ανθρώπους στην αναζήτηση λέξεων από την ελληνική. Οι Θεοί τους ήταν οι Θεοί των Ελλήνων, αλλά ο Ποσειδώνας λεγόταν “Neptunus”. Δανείζονταν το σύνολο της εθιμοτυπίας από τους Έλληνες, αλλά αντικαθιστούσαν τ’ όνομα, για να μην υπάρχει τάση επαφής μ’ αυτούς. Επαφή με τους Έλληνες είχαν μόνον οι εκλεκτοί και τα παιδιά τους.


Η έλλειψη αυτή της επαφής σ’ αυτήν την περίπτωση συνέφερε και τις δύο πλευρές. Οι Ρωμαίοι είχαν ως κέρδος τη μεταφορά του κύριου όγκου της γνώσης μέσα σ’ απόλυτα στεγανά. Ενώ οι Έλληνες, που είχαν την κατοχή της γνώσης, εξασφάλιζαν μία οικονομικά άνετη ζωή. Όλη αυτή η συναλλαγή είχε θύμα της τους φτωχούς ανθρώπους, είτε Ρωμαίους είτε Έλληνες είτε Ασιάτες. Οι Ρωμαίοι εξασφάλιζαν μέσω της λατινικής γλώσσας τα στεγανά της γνώσης σε βάρος των ομοφύλων τους. Οι εκλεκτοί που είχαν την ισχύ και τον πλούτο, διδάσκονταν ελληνικά, εξασφαλίζοντας επαφή με την έτοιμη γνώση, ενώ οι φτωχοί αρκούνταν στη δωδεκάδελτο, αγωνιζόμενοι ενάντια σ’ ένα σύστημα που γνώριζε τα πάντα. Πώς μπορούσε ο φτωχός Ρωμαίος ν’ απειλήσει το σύστημα; Δεν είχε έτοιμη γνώση από την παιδεία. Δε γνώριζε για τη δημοκρατία, δε γνώριζε για την οικονομία. Ακόμα κι αν ήταν της ίδιας ευφυΐας με τον Πλάτωνα, ήταν αδύνατο να δημιουργήσει το ίδιο έργο. Ο Πλάτωνας έτυχε ανώτατης παιδείας και το σύστημα μέσα στο οποίο ζούσε του επέτρεπε να σκέφτεται, αλλά πολύ περισσότερο να μεταδίδει τα όσα σκέφτεται. Το σύστημα της Ρώμης αντιλαμβανόταν, μέσω της γνώσης του το Ρωμαίο που μπορούσε ν’ απειλήσει. Έχοντας απόλυτη ισχύ μπορούσε, είτε να τον σκοτώσει βιολογικά είτε να εκμεταλλευτεί την ευφυΐα του. Μία δόση υπεραξίας στην αμοιβή τού ευφυούς ανθρώπου κι ήταν έτοιμος να γίνει δούλος. Από το δρόμο και τη φτώχεια μέσα σε μία νύχτα στα παλάτια και τα συμπόσια των πλουσίων. Ποιος θα έπαιρνε διαφορετική απόφαση;


Στην περίπτωση των ελληνιστικών βασιλειών αυτή η τακτική ήταν αδύνατη. Μέχρι το σύστημα ν’ αντιληφθεί την ευφυΐα ενός άντρα και να τον εξαγοράσει, το κακό είχε συμβεί. Ο άνθρωπος αυτός γινόταν αντιληπτός από το λαό και η εξαγορά του δεν είχε νόημα, γιατί το πνεύμα του είχε ήδη διασκορπιστεί γεννώντας όμοιούς του. Ένας εξαγοράζεται, δέκα γεννιούνται. Ήταν προτιμότερο ν’ αφεθεί να φθείρει το σύστημα, παρά να εξοντωθεί αποκαλύπτοντας κατά το μέγιστο βαθμό την αδυναμία του συστήματος. Το σύστημα προτιμούσε τη φθορά, υποτιμώντας τεχνητά την κατάσταση, παρά την επέμβαση, που θ’ αποκάλυπτε την ορθότητα της τακτικής τού ανθρώπου που το απειλούσε. Από τη στιγμή που ο λαός μισεί το σύστημα κι αυτό εξοντώνει ένα συγκεκριμένο  άνθρωπο, το σύνολο αυτού στρέφεται προς τη θεωρία, που οδήγησε στην επέμβαση.


Οι Ρωμαίοι, ακολουθώντας την τακτική της ανάπτυξης της λατινικής γλώσσας, απόφευγαν την ταχύτατη φθορά που γνώρισαν τα ελληνιστικά βασίλεια. Το πρόβλημα, που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν από τη δημιουργηθείσα κατάσταση, ήταν η μέθοδος μέσω της οποίας θα εξασφαλιζόταν η ροή γνώσης σ’ ανθρώπους, που δεν είχαν την ελληνική παιδεία. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι είχαν τη δυνατότητα να μιλούν ελληνικά, αλλά όχι και οι εκλεκτοί των λαών, που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία της Ρώμης. Το πρόβλημα αυτό ήταν καθ’ όλα επιθυμητό από το σύστημα και λύθηκε μέσω της ενίσχυσης του συνόλου των ευρωπαϊκών γλωσσών με λέξεις των οποίων η μάθηση ήταν εξοντωτική υπόθεση. Δε μάθαιναν στους λαούς ελληνικά, αλλά λέξεις, που έκαναν την κατάσταση τρομακτικά δύσκολη. Οι άνθρωποι της Δύσης έπρεπε ν’ αναλώνουν μεγάλο μέρος της πνευματικής τους δύναμης σε πράγματα εντελώς ασήμαντα.


Για ν’ αντιληφθεί ο αναγνώστης τι ακριβώς εννοούμε θα δούμε ένα παράδειγμα. Η λέξη “αραχνοφοβία” είναι μία λέξη ελληνική της οποίας η σύνθεση είναι το πιο απλό και κατανοητό πράγμα. Ο Έλληνας γνωρίζει τη λέξη “αράχνη” και τη λέξη “φοβία”, που προέρχεται από τη λέξη “φόβος”. Ακόμα κι αν δεν έχει ακούσει ποτέ αυτήν τη λέξη μπορεί στο άκουσμά της να την αντιληφθεί.. ακόμα κι  αν την έχει ξεχάσει, μπορεί την κατάλληλη στιγμή να τη συνθέσει. Απ’ αυτήν την απλή κατάσταση το σύστημα, με τη μεταφορά λέξεων, δημιουργεί μία σύνθετη. Για τον αγγλόφωνο η λέξη “αράχνη” και η λέξη “φόβος” υπάρχουν στη μητρική του γλώσσα, αλλά η λέξη “αραχνοφοβία” είναι κοινή με την ελληνική. Αν ο αγγλόφωνος δεν ξέρει ακριβώς το νόημα της λέξης και δεν έχει τη σχετική γνώση, δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί τη σημασία της. Δεν μπορεί όπως ο Έλληνας, ο οποίος έχει γνώση των λέξεων που τη συνθέτουν, να κατανοήσει στο άκουσμα τη σημασία της. Είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει μία ξένη —επομένως νεκρή— λέξη που δεν μπορεί να συνθέσει, κι επιπλέον μέσω αυτής της συνθήκης, είναι αποκλεισμένος από το σύνολο των ανάλογων περιπτώσεων. Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει τη συγκεκριμένη λέξη, αλλά αδυνατεί να καταλάβει μία απολύτως ανάλογη, που είναι για παράδειγμα η κλειστoφοβία.


Οι μορφωμένοι της Δύσης δεν ξεκινούν από ένα κοινό επίπεδο γνώσης, όπως οι Έλληνες, αλλά με τη λογική της εκμάθησης ορολογίας, κατανέμονται σε διάφορα επίπεδα. Μ’ αυτόν τον τρόπο ευνοούνται αυτοί, που ακολουθούν μία εξαντλητική και μακροχρόνια πορεία στον τομέα της παιδείας, συνεπώς οι πρεσβύτεροι. Ο πρεσβύτερος της Δύσης έχει τη δυνατότητα να παριστάνει το σοφό, ακόμα κι αν είναι ο πιο κουτός άνθρωπος. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να κρίνουν κάτι που δεν κατανοούν. Γνωρίζοντας αυτός ο άνθρωπος λέξεις δυσνόητες και ξένες για τον κόσμο στον οποίο απευθύνεται, κάνει επίδειξη πνευματικής δύναμης,  χωρίς ν’ απαιτείται η στοιχειώδης σοφία. Όλοι κατανοούν το φόβο για τις αράχνες, αλλά δεν μπορούν όλοι να γνωρίζουν τη λέξη “αραχνοφοβία”.


Αν παρατηρήσει κάποιος το σύνολο των γλωσσών, που είναι επηρεασμένες από τη λατινική, θα δει ότι έχουν τρία επίπεδα, που τις χαρακτηρίζουν απόλυτα. Το πρώτο επίπεδο είναι το βασικό, στο οποίο οι λέξεις περιγράφουν το σύνολο των αντικειμένων ή εννοιών που μπορεί να γνωρίζει ο άνθρωπος χωρίς καθόλου παιδεία. Το σκύλο για παράδειγμα τον γνώριζαν όλοι οι λαοί κι επομένως ο καθένας του έδωσε μία λέξη για να τον χαρακτηρίζει. Αυτές οι λέξεις που περιγράφουν όμοια πράγματα είναι εντελώς διαφορετικές από γλώσσα σε γλώσσα και είναι το πρώτο επίπεδο, που είναι κι αυτό το οποίο διαχωρίζει τις γλώσσες. Οι λαοί, εξαιτίας αυτού του επιπέδου, αδυνατούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Ο αμόρφωτος Γάλλος δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τον αντίστοιχο Ισπανό.


Το δεύτερο επίπεδο περιλαμβάνει το σύνολο των λέξεων της λατινικής, που οι Ρωμαίοι εφεύραν, ώστε ν’ αποκρύψουν τις αντίστοιχες ελληνικές. Προσπαθώντας να δώσουν μία πληρότητα στη λατινική γλώσσα, που θα ευνοούσε τη μεταφορά εντολών, επομένως την άσκηση εξουσίας, εμφύτευσαν τις λέξεις αυτές στο σύνολο των Δυτικών γλωσσών. Το δεύτερο επίπεδο είναι αυτό το οποίο απαιτεί μία στοιχειώδη παιδεία και στο οποίο ασκείται η εξουσία, άρα υπάρχει συνεννόηση. Ο μορφωμένος πλέον Γάλλος συνεννοείται με το μορφωμένο Ισπανό, αλλά κι οι δύο αδυνατούν να έρθουν σ’ επαφή με την ελληνική γνώση. Το τρίτο επίπεδο είναι το ανώτατο επίπεδο κι είναι αυτό της ελληνικής γλώσσας. Οι λέξεις είναι κοινές για όλους κι ο κάτοχός τους μπορεί ν’ αντιλαμβάνεται, αλλά και να μιλά όμοια με τον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη.


Όλα αυτά αποδεικνύονται εύκολα με το απλό  ξεφύλλισμα των λεξικών των Δυτικών γλωσσών. Η λέξη “σκύλος” είναι απόλυτα διαφορετική από γλώσσα σε γλώσσα. Η λέξη “δικαιοσύνη” κοινή, προσαρμοσμένη στην κάθε γλώσσα κι άσχετη με την αντίστοιχη ελληνική. Ενώ η λέξη “δημοκρατία” απόλυτα κοινή για όλους. Σ’ αυτό το σημείο κάποιος εύλογα θ’ αναρωτηθεί αν οι Έλληνες, που έχουν την ελληνική ως μητρική γλώσσα είναι ισοδύναμοι των σοφών της Δύσης ακόμα και χωρίς παιδεία. Αυτό είναι αδύνατον, γιατί τα πάντα έχουν σχέση με την κατοχή γνώσης. Ο Έλληνας ξέρει τι σημαίνει “αραχνοφοβία”, αλλά δεν έχει τη γνώση του Δυτικού πάνω σ’ αυτήν. Οι Έλληνες έχουν απλά τη δυνατότητα ν’ αντιλαμβάνονται τα πάντα διακρίνοντας πιο εύκολα την πραγματική ευφυΐα, χωρίς να την μπερδεύουν με τη συσσώρευση γνώσης. Σ’ ένα ακροατήριο, όπου υπάρχουν αμόρφωτοι Έλληνες, δε μπορεί κάποιος να πει ότι το καλύτερο πολίτευμα είναι η “αραχνοφοβία”, ενώ στη Δύση, ακόμα κι αυτό μπορεί να συμβεί. Ένας άθλιος δούλος στη Δύση μπορεί να λέει ό,τι θέλει, χωρίς να ελέγχεται κερδίζοντας τις εντυπώσεις. Στη Δύση, κι αυτό είναι έργο του συστήματος, ένας μεγαλοφυής άνθρωπος μπορεί να περιγράφει τη σκέψη του με τα μέσα που διαθέτει, χωρίς να πείθει κι ένας ηλίθιος χρησιμοποιώντας ακατανόητες λέξεις, να κερδίζει τις εντυπώσεις.


Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα —που εκ πρώτης όψεως δε φαίνεται— τη δημιουργία συγκεκριμένων χαρακτηριστικών στις Δυτικές κοινωνίες. Αυτό γίνεται ως εξής: έχοντας τη δυνατότητα το σύστημα να ελέγχει τη ροή της γνώσης μέσω της γλώσσας, έχει τη δυνατότητα να στρωματοποιεί την κοινωνία. Οι Γάλλοι ανεξάρτητα από την ευφυΐα τους ή τη γνώση, έχουν ένα κοινό γλωσσικό εργαλείο, που τους δίνει τη δυνατότητα επικοινωνίας. Απ’ αυτό το κοινό και σ’ όλους προσιτό εργαλείο αρχίζει να χτίζεται ένα οικοδόμημα, που έχει σχέση με τη γνώση και τη γλώσσα μέσω της οποίας εκφράζεται αυτή η γνώση. Ο αγράμματος Γάλλος ως παιδί του Θεού, πνευματικό ον κατανοεί την έννοια της “δικαιοσύνης”, αλλά το πρόβλημά του είναι η αδυναμία έκφρασης της άποψής του. Για να πει την άποψή του θα πρέπει ν’ αναπτύξει μία ολόκληρη θεωρία, που ξεκινά από τον άνθρωπο ως μονάδα και καταλήγει στον άνθρωπο μέλος της κοινωνίας. Οι μορφωμένοι Γάλλοι αντίθετα, έχοντας κοινή γνώση μεταξύ τους, ξεκινούν από το επίπεδο στο οποίο μία έννοια είναι γνωστή. Ο μορφωμένος Γάλλος ξεκινά τον προβληματισμό του από το επίπεδο που του επιτρέπει η παιδεία του. Δηλώνει ότι η δικαιοσύνη είναι μία ανάγκη κι από εκεί ξεκινά.


Απ’ αυτήν τη διαφορά στη δυνατότητα έκφρασης ξεκινά η στρωματοποίηση της κοινωνίας. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να συναναστραφούν μεταξύ τους, γιατί δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Ο μορφωμένος Γάλλος κουράζεται μέχρι ο αμόρφωτος να καταλήξει στην άποψή του. Δεν μπορεί κάποιος να περιμένει το συνομιλητή του να περιγράφει για ώρες κάτι, που υπάρχει ως έννοια και μπορεί να εκφραστεί με μία λέξη. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να συναναστραφούν μεταξύ τους και άρα δεν μπορούν να γίνουν φίλοι. Η φιλία ξεκινά από την κοινή γνώση και την κοινή άποψη. Όλα αυτά είναι αδύνατο να προκύψουν από τη στιγμή που δεν υπάρχει δυνατότητα διατύπωσης άποψης. Ο γνώστης θα είναι πάντα ανώτερος από το μη γνώστη, έστω κι αν στην ευφυΐα συμβαίνει το αντίθετο. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και μεταξύ των ανώτατων στρωμάτων της κοινωνίας. Το πρόβλημα δημιουργείται εξαιτίας της σχετικής διαφοράς, που υπάρχει στη δυνατότητα έκφρασης. Ο ανωτάτου επιπέδου παιδείας Γάλλος κουράζεται να παρακολουθεί την προσπάθεια έκφρασης ενός απλά μορφωμένου Γάλλου. Από τη στιγμή που τα προβλήματα για τους ανθρώπους είναι κοινά, είτε πρόκειται για μορφωμένους είτε γι’ αμόρφωτους, οι επαφές κι οι φιλίες γίνονται σε καθορισμένα επίπεδα.


Η ελευθερία του ατόμου είναι κοινό πρόβλημα. Ένας Γάλλος, που έχει γνώση για τη δημοκρατία, μπορεί να εκφραστεί κατά τρόπο ανάλογο με τη γνώση του μόνον απέναντι σε κάποιον, που μπορεί να κατανοήσει το λόγο του. Οι αμόρφωτοι έχουν κι αυτοί τους προβληματισμούς τους, αλλά δυνατότητα επικοινωνίας έχουν μόνο μεταξύ τους. Το ανώτατο επίπεδο δεν μπορεί, ακόμα και να το θέλει, να έρθει σε επαφή με το κατώτατο. Ένας σοφός Γάλλος, για να περάσει το μήνυμά του στους φτωχούς κι αμόρφωτους, δεν αρκεί να το διατυπώσει, αλλά θα πρέπει να το συνοδεύσει με μία ανάλογη δωρεά παιδείας. Αντίθετα απ’ όλη αυτήν την κατάσταση, σε μία αμιγώς ελληνική κοινωνία αυτό το πρόβλημα δεν υπάρχει. Ο καθένας συναναστρέφεται κι αναπτύσσει φιλία μ’ όποιον επιθυμεί, γιατί υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας. Οι αμόρφωτοι Έλληνες δεν έχουν την ίδια γνώση με τους μορφωμένους, αλλά απαιτείται μικρότερη προσπάθεια στην έκφραση της προσωπικής άποψης κι απειροελάχιστη προσπάθεια στην κατανόηση. Ο κάθε Έλληνας είναι σε θέση να καταλάβει το σύνολο των όσων ακούει. Ο σοφός Έλληνας αρκεί να πει την άποψή του πάνω σ’ ένα θέμα στον αμόρφωτο και τον εξομοιώνει στο συγκεκριμένο θέμα. Ένας αμόρφωτος Γάλλος, αν βρεθεί σ’ ένα κοσμικό σαλόνι όπου συζητούν σοφοί ομόφυλοί του, θα αισθανθεί σίγουρα μειονεκτικά, εφόσον δε θα καταλαβαίνει τι ακριβώς συζητούν. Απ’ αυτήν την αδυναμία θα προκύψει σίγουρα ειρωνεία σε περίπτωση που θα προσπαθήσει να εκφράσει γνώμη. Δεν μπορεί κάποιος να εκφράσει γνώμη, ακόμα και την πιο απλή, από τη στιγμή που δεν είναι σε θέση ν’ αντιληφθεί το θέμα. Ο Έλληνας αντίθετα σ’ ανάλογη περίπτωση δεν κινδυνεύει με προσωπικό διασυρμό.


Απ’ αυτήν την κατάσταση ξεκινούν κι εμφανίζονται οι διαφορές στις κοινωνίες. Οι Δυτικές κοινωνίες ανέχονταν για αιώνες τη στρωματοποίηση, επομένως την ύπαρξη μονίμως ευνοουμένων, όπως οι άθλιοι ευγενείς, ενώ αντίθετα η ελληνική κοινωνία είναι σε μόνιμη βάση κάτω από το καθεστώς αμφισβήτησης. Ο Έλληνας δεν μπορεί να δει με δέος έναν ομόφυλό του από τη στιγμή που έχει τη δυνατότητα να τον κρίνει. Το δέος ή ο φόβος έχουν σχέση με το άγνωστο και το ακατανόητο. Ο Αλέξανδρος ήταν υποχρεωμένος να δίνει εξηγήσεις  για το σύνολο των ενεργειών του, που προκαλούσαν τους Μακεδόνες συμπολεμιστές του.


Όλα αυτά τ’ αναφέρουμε, για να γίνει αντιληπτό ότι από την εποχή του Αλεξάνδρου μέχρι και σήμερα, υπάρχει ένα ανώτατο πνευματικό στρώμα, που κυβερνά τον κόσμο μέσω μίας κοινής γνώσης και μίας κοινής γλώσσας. Οι άνθρωποι, που κρατούν στα χέρια τους την εξουσία του κόσμου όλους αυτούς τους αιώνες, είτε το ξέρουν είτε όχι, είναι Έλληνες. Ο Ισοκράτης στον πανηγυρικό του εντοπίζει την ιδιαιτερότητα αυτή λέγοντας: “Καί τό τών  Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, καί μάλλον Έλληνας καλείσθαι τούς της παιδεύσεως της ημετέρας ή τούς τής κοινής φύσεως μετέχοντας.”. Όλοι αυτοί που συμμετέχουν σε μία κοινή παιδεία κι είναι κάτοχοι μίας κοινής γνώσης, που είναι η ελληνική, είναι Έλληνες. Όλοι αυτοί μιλούν την ελληνική γλώσσα, αλλά δεν το γνωρίζουν. Δεν έχει σημασία πώς ονομάζεται το σπίτι ή το νερό στα ελληνικά, αλλά το σύνολο των εννοιών που συνδέουν τον άνθρωπο με το Θεό και τον Υιό Του.


Ο Θεός δημιούργησε αυτόν τον τύπο Ελλήνων  για ένα συγκεκριμένο λόγο κι επιδιώκει κάτι διαφορετικό από τους Έλληνες που ζουν σε μία αμιγώς ελληνική κοινωνία. Η ιδιομορφία αυτών των Ελλήνων βρίσκεται στο γεγονός ότι διατηρούν χαρακτηριστικά εκλεκτών μέσω μίας γνώσης, που δε δέχεται εκλεκτούς. Αυτή η διαφορά δημιουργείται τεχνητά κι υπηρετεί απόλυτα το σύστημα. Ο Έλληνας εκλεκτός της Δύσης σ’ αντίθεση με τον Έλληνα, που έχει την ελληνική γλώσσα ως μητρική, ακολουθεί μία μακρόχρονη παιδεία μέχρι τον εξελληνισμό του. Αυτό σημαίνει ότι ο Έλληνας της Δύσης όταν γεννιέται και μέχρι τον εξελληνισμό του είναι Γάλλος ή Ισπανός ή οτιδήποτε άλλο. Εφόσον ο εξελληνισμός του είναι θέμα παιδείας, εννοείται ότι αυτός ο άνθρωπος θα πρέπει να πάρει το δρόμο της θυσίας. Σύμφωνα με τη θεωρία οι άνθρωποι, που ακολουθούν αυτήν την πορεία είναι γεννήματα συγκεκριμένης οικογένειας και κοινωνίας. Ο υγιής Ισπανός που μένει κοντά στο Θεό κι ακολουθεί στη νεότητά του τον έρωτα, είναι αδύνατο ν’ αντέξει τη θυσία της σκληρής παιδείας κι αποτέλεσμα αυτού είναι η στασιμότητα σ’ ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Οι υπόλοιποι που ακολουθούν το δρόμο της θυσίας, ανάλογα με την πορεία τους παίρνουν τη γνώση, επομένως στο ύψιστο σημείο εξελληνίζονται.


Το σύστημα από τη στιγμή που ελέγχει τη ροή της γνώσης και χτίζει τα εκπαιδευτικά υποσυστήματα “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν”, ευνοεί τους πρεσβύτερους. Μοιράζει τη γνώση με τρόπο χρονοβόρο ώστε ο άνθρωπος, που θ’ αγγίξει την τέλεια γνώση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας να είναι ουσιαστικά άχρηστος για την ανθρωπότητα. Όταν ο άνθρωπος είναι νέος είπαμε ότι έχει τη δυνατότητα ν’ αγωνίζεται για τους συνανθρώπους του, ενώ όταν γεράσει μέσα στις στερήσεις γίνεται επικίνδυνος, εφόσον οποιαδήποτε αλλαγή στην κοινωνία της πορνείας θίγει τα συμφέροντά του. Φαίνεται πια καθαρά ότι το άγχος του συστήματος για τη διαφύλαξη των στεγανών της γνώσης, αφορά τους νέους και όχι τους πρεσβύτερους.


Στο Δυτικό εκπαιδευτικό σύστημα και στο σύνολο των αιώνων, με άλλοθι τη σταδιακή δωρεά γνώσης, συμβαίνει να δίνεται στους νέους μία γνώση, που γενικά υπηρετεί το σύστημα κι είναι είτε η δωδεκάδελτος είτε οι εθνικές παραδόσεις.. από το σημείο που απαιτείται θυσία, η πραγματική γνώση συνοδεύεται με υπεραξία. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι εκλεκτοί μετατρέπονται σε πόρνους. Ο Δυτικός Έλληνας θα διαβάσει τα Ομηρικά Έπη ή το Σωκράτη, όταν θα είναι πια γέροντας μοιχός. Έτσι δε θα έχει τη δυνατότητα ούτε και την επιθυμία να προσφέρει στους συνανθρώπους του, εφόσον θίγονται τα συμφέροντά του. Αυτός ο πρεσβύτερος διαβάζοντας τα Έπη, αδυνατεί να ταυτιστεί με τον Αχιλλέα και ταυτίζεται με τον Αγαμέμνονα. Μισεί αυτούς που αμφισβητούν και στηρίζεται στην προστασία του συστήματος, όταν τους προκαλεί. Είναι τόσο εκπληκτικά γραμμένα τα Έπη, ώστε ο άνθρωπος ταυτίζεται μ’ όποιον χαρακτήρα τον βολεύει, από τη στιγμή που αυτά δεν αποτελούν τη βάση της παιδείας του. Αγαμέμνονας = 40 = Πόρνος. Αγαμέμνων = Εκλεκτός = 30 = Έλληνας.


Μπορεί ένας άνθρωπος, που σ’ όλη του τη ζωή βασανίζεται στο χώρο της παιδείας κι απολαμβάνει εκ του ασφαλούς τη δόξα τού σοφού, να διατυπώσει την άποψη ότι οι πραγματικοί σοφοί είναι οι νέοι, που ακολουθούν τον έρωτα και ότι ο ίδιος είναι ένα θύμα του συστήματος; Μπορεί αυτός ο άνθρωπος, στο απόγειο της δόξας του να περιγράψει τη ζωή του σαν μία τραγωδία; Απολαμβάνει το σύνολο των όσων επιθυμεί ο άνθρωπος, σε μία ηλικία κατά την οποία δεν είναι ανταγωνιστικός σε σχέση με τους νέους και με απόλυτη ασφάλεια. Οι λαοί της Δύσης όλους αυτούς τους Έλληνες δεν μπορούν να τους ελέγξουν, όπως είδαμε, γιατί έχουν τη δυνατότητα να κρύβονται πίσω από έννοιες ακατανόητες για τους φτωχούς κι επιπλέον η έτοιμη γνώση είναι αρκετή για να ελεγχθούν οι όποιες αντιδράσεις. Αντίθετα  μ’ όλη αυτήν την κατάσταση, σε μία αμιγώς ελληνική κοινωνία οι σοφοί στερούνται αυτήν τη δυνατότητα. Επειδή οι άνθρωποι έχουν δυνατότητα ν’ αντιλαμβάνονται τα όσα λέγονται, δεν υπάρχουν σκοτεινά σημεία.


Αν μία κοινωνία ξεκινά απ’ αυτό το σημείο, τα πράγματα εξελίσσονται επικίνδυνα για το σύστημα. Για ν’ αποδείξει ο σοφός τη σοφία του, δεν αρκεί να κρύβεται πίσω από τις λέξεις, αλλά ν’ αποκαλύπτει τη γνώση του. Δίνει γνώση για να πάρει δόξα κι αυτό είναι επικίνδυνο. Στη Δύση αρκεί να πει κάτι ο Πάπας κι αυτό είναι νόμος. Στην ελληνική κοινωνία πρέπει να πειστεί ο κόσμος για την ορθότητα της οποιασδήποτε πρακτικής κι αυτό σημαίνει  ότι η επανάληψη των πρακτικών τής εξουσίας δεν τείνει προς το άπειρο, αλλά έχει κάποια όρια, που σε κάποια στιγμή θα εμφανιστούν. Η ελληνική κοινωνία, εξαιτίας της γνώσης που της δίνεται για να πειστεί, συσσωρεύει γνώση που κάποια στιγμή θα οδηγήσει στην έκρηξη. Αυτή η έκρηξη είναι εκτός ελέγχου του συστήματος, γιατί η συσσωρευμένη γνώση της κοινωνίας, σε συνδυασμό με την κατοχή της ελληνικής γλώσσας, δίνουν τη δυνατότητα αντίδρασης στους πιο αδικημένους, που είναι οι νέοι. Ενώ στη Δύση οι ελπίδες των λαών στρέφονται αποκλειστικά προς τους εκλεκτούς και οι νέοι είναι τρομερά αδύναμοι, στην ελληνική κοινωνία η κατάσταση είναι εξαιρετικά ρευστή. Αρκεί να βρεθεί κάποιος και να διατυπώσει τη γνώμη που ωφελεί τους ανθρώπους κι αλλάζει το σύνολο των συσχετισμών.


Σ’ αυτήν την κοινωνία η απομυθοποίηση των δούλων και των λοιπών αθλίων είναι εύκολη κι ευχάριστη υπόθεση και οι σοφοί τού χθες γίνονται εύκολα ο περίγελος του σήμερα. Σε μία ενδεχομένως κατάρρευση του συστήματος μέσα σ’ αυτήν την κοινωνία, δεν υπάρχει δυνατότητα αντίδρασης των εκλεκτών. Δυνατότητα αντίδρασης υπάρχει μόνο στη Δυτική κοινωνία, εφόσον ο λαός δεν κατανοεί λόγω παιδείας τα όσα συμβαίνουν και πάντα οι άθλιοι έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις μεγάλες μάζες, καθώς κρύβονται πίσω από ανώτερες γνώσεις κι επομένως απρόσιτες για το λαό.


Ο αναγνώστης εύκολα πια αντιλαμβάνεται ότι η εμφάνιση του Αλεξάνδρου δημιούργησε τη Ρώμη και τίποτε άλλο. Ο στόχος του Θεού αποκαλύπτεται με τη γνώση όσων προέκυψαν μετά απ’ αυτήν την εμφάνιση. Ο θρόνος της Βαβυλώνας προετοιμάστηκε, για να δημιουργήσει  μέσω της ισχύος του, όλες εκείνες τις απαραίτητες συνθήκες, που θα γεννούσαν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και άρα τη βάση της παντοκρατορίας των χριστιανών. Ήταν απαραίτητο  να προηγηθούν όλα αυτά τα γεγονότα, ώστε η εμφάνιση του Χριστού να είναι αποτελεσματική και η εξέλιξη του Σχεδίου αναπότρεπτη. Ο Χριστός, σ’ αντίθεση με τον Αλέξανδρο, έζησε τη ζωή του ως φτωχός και η Θυσία Του ήταν το Ύψιστο σημείο της διδασκαλίας Του. Το σύνολο της αποστολής Του πρέπει να το αναζητήσουμε στα πιο πάνω χαρακτηριστικά.


Πριν δούμε οτιδήποτε άλλο,  χρήσιμο είναι να διευκρινίσουμε ότι ο άνθρωπος που γνωρίζουμε ως Χριστό είναι αυτός, που ονομάστηκε, εξαιτίας τού θελήματος του Θεού, Ιησούς. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί το κάθε όνομα εκφράζει διαφορετικό αριθμό. Ήταν πράγματι ο Χριστός, αλλά κατ’ αναλογία απόλυτη με την ιδιότητα του Αλεξάνδρου ως Αχιλλέα. Οι Έλληνες γεννούν, αλλά κι εκφράζονται από τον ήρωα Αχιλλέα, ενώ οι Ιουδαίοι γεννούν κι εκφράζονται από το Χριστό. Αχιλλεύς = Έλληνες = 34, ενώ, Χριστός = Ιουδαίοι =  46. Για να κατανοήσουμε τι ακριβώς επιθυμούσε ο Θεός μέσω Του Υιού Του, θα πρέπει κατ’ αρχήν να δούμε το έθνος το οποίο Τον γέννησε. Οι Ιουδαίοι είναι το μοναδικό έθνος στον κόσμο του οποίου η δομή είναι τόσο ισχυρή, που μπορεί ν’ αντέξει στην επιρροή οποιουδήποτε πνευματικού ρεύματος. Δεν υπάρχει καμία φιλοσοφία γέννημα ανθρώπων, που να είναι σε θέση να γκρεμίσει τις αντιλήψεις αυτού του λαού. Αυτό κατάφερε ο Θεός μέσω των Εντολών που έχει δώσει στους Ιουδαίους, που είναι μέσα στην απλότητά τους ανίκητες. Κανένας φιλόσοφος στον κόσμο δεν είναι δυνατό να πολεμήσει εναντίον αυτών των Εντολών. Δεν υπάρχει κάτι περιττό, που θα πρέπει ν’ αφαιρεθεί και κάτι λιγότερο, που θα πρέπει να προστεθεί. Από τη στιγμή που δεν μπορεί να πολεμήσει ο φιλόσοφος της ανώτατης παιδείας εναντίον αυτών των Εντολών, αυτονόητο είναι ότι οι Ιουδαίοι δεν έχουν καμία ελπίδα.

Back to content | Back to main menu